Fatherland: Είναι η Τέχνη η μόνη Πατρίδα;
Αρμυρίκια & ΤαράτσεςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Μετά από 8 ολόκληρα χρόνια, ήρθε η ώρα που είδαμε την καινούργια ταινία του δημιουργού πίσω από το Ida και το Cold War, που πριν από μερικούς μήνες χάρισε στον Πάβελ Παβλικόφσκι το δεύτερο βραβείο σκηνοθεσίας του στο Φεστιβάλ των Καννών, εκεί που τον χρυσό φοίνικα κέρδισε το Fjord του Cristian Mungiu. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι για μια ακόμα φορά το ίδιο: Θα αποδειχτεί το Fatherland η ταινία που θα κερδίσει την καρδιά των σινεφίλ περισσότερο από εκείνη που θριάμβευσε λίγο νωρίτερα, όπ...
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
μεγαλύτερο κοινογραφικό φεστιβάλ του κόσμου. Έκαιρθε ακριβώς εκεί που τα τελευταία χρόνια βλέπουμε τις πολύ αναμενόμενες ταινίες από τις σκάνες, στην αρχή δηλαδή της νέας σεζόν, μαζί με άλλες δύο, μεταξύ των οποίων και τον χρυσοφήνικα της φετινής χρονιάς, το φιόρθ του Κρίστιαν Μουνγκίου. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι για μία ακόμα φορά το ίδιο.
Θα αποδειχθεί το Fatherland η ταινία που θα κερδίσει την καρδιά των συνεφίλ περισσότερο από εκείνη που θριάμβευσε μερικούς μήνες νωρίτερα, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές τα τελευταία χρόνια. Πάμε να μιλήσουμε για το Fatherland του Παύλ Παυλικόφσκη. Είμαι ο Μανώλης και σε καλωσορίζω στο Αρμυρίκη Ταράτσες, το αγαπημένο σου podcast που σου μιλάει για την τέχνη της αφής και της μυθοπλασίας, για τα δύο καλύτερα πράγματα που εφαίρεται ο άνθρωπος δηλαδή, τα βιβλία και τις ταινίες.
Γι' αυτό, αν δεν έχεις κάνει ακόμα εγγραφή, κάνε τώρα σε όποια πλατφόρμα με ακούς και φυσικά ενεργοποιήσε τις ειδοποιήσεις για να μην χάνεις επεισόδιο. Και αν αυτό το έχεις κάνει ήδη, ήρθε η στιγμή να μου χαρίσεις μια πεντάστερη βαθμολογία που θα βοηθήσει τρομερά τις αόρατες δάμεις των αλγορίθμων να φέρουν και άλλους στην παρέα μας.
Περιμένω τα μόλις 5 δευτερόλεπτα που θα σου πάρουν να το κάνεις. Το έκανες? Εντάξει, ξεκινάμε. Αν είσαι στην Εφήλ, μάλλον θα έχεις συνειδητοποιήσει ότι τα τελευταία χρόνια και αφού το έχουμε δει όλα τα μεγάλα blockbuster της κάθε χρονιάς μέσα στον καύσωνα, το κλείσμα του καλοκαιριού, τουλάχιστον του ημερολογιακού καλοκαιριού, συνδέεται με την κυκλοφορία ταινιών που ξεχώρισαν μερικούς μήνες νωρίτερα στο μεγαλύτερο γεμογραφικό φεστιβάλ του κόσμου, το Φεστιβάλ των Κανών.
Φέτος μάλιστα, βλέπουμε τις τελευταίες εβδομάδες μαζεμένες τρεις ταινίες που βρέθηκαν τόσο στα βραβεία των φετινών Κανών, όσο φυσικά και στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των κριτικών. Και πρώτα-πρώτα, είδαμε την ταινία που κέρδισε το Χρυσό Φίνικα, το μεγάλο βραβείο του φεστιβάλ, το φιόρθ του Κρισιαν Μουνγγίου. Είμαι από Ρωμανία, αλλά η γυναίκα μου είναι Ρωμανιακή.
Υποστηρίζονται πολύ χαρούμενοι εδώ και έχουν πολύ συμφωνήσει με την Νόρα. Γιατί μην αφήσεις τον Εμμονέλιο να έρθει στο γιο μου? Γιατί θα τον πληρώσουν. Τι κάνεις εδώ? Είμαστε 5, ανάμεσα να υπάρχει κάποια αντιστοιχία. Τι σας συνέβη? Μόλις έπεσα από τα στρατήρα. Έχω μία μπλοβάρκα στο πόδι και στο κεφάλι. Ναι, και εσύ, JoJo?
Φιόρθο, το πιο σημαντικό παιδί μου. των ανθρώπων να μεγαλώνουν τα παιδιά τους με βάση τα πιστεύω τους ακόμα και αν αυτά φαντάζουν στους περισσότερους απαρχαιωμένα. Αυτά σε μια ταινία που μου άφησε ιδιαίτερα αντικρουόμενες οπτικές. Από τη μία αποτελεί ένα εξαιρετικά ψύχρεμο debate για το πού είναι τα όρια μεταξύ της προστασίας και της πρόληψης και πού ξεκινάει η δίωξη για τα πιστεύω. Ο Μουνγκίου μοιάζει να ασκεί εξίσου δίκαιη κριτική τόσο στις απαρχαιωμένες αξίες και αρχές και τη σύγκρουση που ουαθές φέρνουν τα παιδιά μιας τέτοιας οικογένειας που κατά τα άλλα μεγαλώνουν μέσα σε ένα κόσμο που η εξέλιξή του δεν μπορεί να στεγανωθεί χωρίς αυταρχισμό και την υποβολή αυτών των ιδεών, αλλά και σε μια κοινωνία που ενώ μοιάζει έτοιμη να αντιμετωπίσει μια για πάντα άλυτα μέχρι σήμερα προβλήματα στο μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου, όπως αυτό της ενδοοικογενειακής βίας, καταλήγει να δικάζει ανθρώπους μεταξύ άλλων επειδή κρατούν τα παιδιά τους μακριά από site μαζικής ψυχαγωγίας όπως το YouTube.
Και ενώ στείνει αυτό το debate πολύ αποτελεσματικά την ίδια στιγμή το Fjord μοιάζει με μια πολύ αδύναμη δραματουργικά και αφηγηματικά κοινογραφική ταινία στην οποία οι κεντρικοί χαρακτήρες μας παραμένουν ουσιαστικά για πάντα ξένοι. Πολλές δευτερεύουσες επιλογές της μοιάζουν αχρίαστες και καταλήγουν να αναρωτιέσαι γιατί έπρεπε να χωρέσουν ταινία και πολλές επιλογές σχημαγωράφησης, όπως το γενικό πλάνο ότι η στιγμή που οι κοινωνικοί λειτουργοί ανακοινώνουν σε μια μητέρα ότι τις παίρνουν τα παιδιά της, μας αναγκάζει να υποθέσουμε πώς αισθάνεται αυτή η γυναίκα, αφού ωριακά δεν βλέπουμε το πρόσωπό της.
Σταθερινά, είδαμε επίσης αυτές τις μέρες και το σατυρικό, σουρεαλιστικό, βουτυγμένο στη μετααφήγηση Slasher, δηλαδή μια ταινία στην οποία ένα serial killer ξεκυλιάζει τις περισσότερες φορές έφηβους που κάνουν το λάθος να θέλουν να παρτάνουν και να πηδηχτούν την ταινία της Jane Soenbrand με πρωταγωνίστρη στη νέα υπεραγαπημένη μας Hannah Einbinder που γνωρίσαμε στην τηλεοπτική σειρά Hacks που αν δεν την έχεις δει στη συστήνω ανεπιφύλακτα και την επίσης διάσημη από τις τηλεοπτικές σειρές X-Files και πιο πρόσφατα Sex Education Gillian Anderson. Μια ταινία σεξουαλικής αφύπνισης που βλέπετε πολύ ευχάριστα για τον πρωτότυπο κάφρικο σατυρικό χαρακτήρα της αλλά οκ, δεν θα γίνει πιθανότατα και η αγαπημένη σου ταινία.
Ξέρεις, πάντα πέφτει. μέσα στο διαγωνιστικό πρόγραμμά του, δηλαδή το Parasite, σχεδόν πάντα τόσο η κριτική όσο και το κοινό και κατ' επέκταση η ιστορία θα ξεχωρίσουν μια άλλη ταινία από αυτή που κέρδισε το μεγάλο βραβείο του φεστιουάλ. Έτσι ας πούμε πέρσι κέρδισε το εξαιρετικά πολιτικά σημαντικό It Was Just An Accident που όμως δεν συγκρίνεται με κανένα τρόπο με τη μοναδικότητα του sentimental value του Χόκκιμ Τρίερ Ενώ το 2021 τον Χρυσό Φίνικα τον πήρε το εξαιρετικά πρωτότυπο, επίπονο ανακλητικό και εντελώς ουρεαλιστικό τιτάν της Τζούλια Ντουκαρνάου, αλλά έλα τώρα απέναντί του ήταν το Drive My Car.
Το ίδιο φαίνεται να έχει συμβεί και φέτος με τον Φίνικα να έχει πάει στο ενδιαφέρον αλλά για πολλούς όπως και για μένα κινηματογραφικά κάπως αδύναμο φιόρτ. Ε, λοιπόν, το ερώτημα που μένει να απαντηθεί στις αίθουσες του κόσμου τους επόμενους μήνες είναι αν η ταινία που θα το υποδαβλήσει θα είναι το γαλλόφωνο All of the Sudden του Ιάπωνα Ρουσούκε Χαμαγκούτσι, ο Μινόταυρος του Αντρέης Βάντζικεφ ή η ταινία που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες και στη χώρα μας, το Fatherland του Πάβελ Παβληκόφσκι.
Έχουν περάσει 8 ολόκληρα χρόνια από το φθηνό πρωτού 2018 από όταν δηλαδή βγήκε στις αίθουσες της πόλης μια ασπρόμαυρη ταινία από την Πολωνία που στα μόλις 90 λεπτά της διάρκειάς της θα αποτύπωνε μία από τις πιο συγκλονιστικές ερωτικές σχέσεις στην ιστορία του στουνεμά την ισχύ της ιστορίας πάνω στις ανθρώπινες ζωές αλλά και μέσα από ένα μόνο τραγούδι το πώς η τέχνη προσαρμόζεται και επιβιώνει με τρόπο που μοιάζει να ηρωνεύεται τις ισχυρότερες δυνάμεις της κάθε εποχής.
Μια ταινία που κατάφερε να ξεπεράσει ακόμα και την αισθητική της ταινίας που πέντε χρόνια νωρίτερα είχε προσφέρει στον 56χρονο τότε σκηνοθέτη της που έμοιαζε τρομερά νεότερος όμως τη διεθνή αναγνώριση που δεν είχε γευτεί μέχρι τότε. Και πάνω απ' όλα μια ταινία που ειδικά αν την παρακολουθούσες σε κλειστή αίθουσα δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να ξεχάσεις ούτε μία από τις σκηνές της που δεν χωράνε απλά τα σύντομα συμβάντα μιας πλοκής αλλά ατόφια θράψματα ανθρώπινης ύπαρξης.
Φέτος λοιπόν έκανε πρεμιέρα στις σκάνες η νέα ταινία αυτού του δημιουργού και πολύ πριν την δουν εκεί κριτικοί και δημοσιογράφοι όταν είχε πρώτα ανακοινωθεί στο πρόγραμμα του μεγάλου φεστιβάλ που για να είμαι ειλικρινής μονάχα έτσι ένιωθα σίγουρος ότι είχε έρθει η στιγμή επιτέλους να δούμε την επόμενη ταινία του Παύλου Παυλικόφσκη δεν έβλεπα την ώρα να φτάσει και η στιγμή της προβολής της στη χώρα μας.
Και ευτυχώς είχα την ευκαιρία να φέρω αυτή τη στιγμή λίγο πιο κοντά παρακολουθώντας την μερικές μέρες πριν από την κυκλοφορία της στην προβολή που διοργάνωσε το Φεστιβάλ Κυμαγράφου της Αθήνας και επιπλέον μονάχα μερικά μέτρα μακριά από το δημιουργό της. Όμως τώρα να ρωτιέμαι, ξέρεις για ποιον σου μιλάω. Μου φαίνεται σχεδόν απίστευτο ότι σε μια παρέα με σινεφίλ μπορεί να αναφέρεις το όνομα ενός από τους μοναδικότερους σκηνοθέτες του παγκόσμιου σινεμάτου σήμερα και ακόμα κι αν έχουν δει μία από τις ταινίες του να μην το αναγνωρίσουν αμέσως.
Ίσως σε αυτό παίζει ρόλο ότι Σε μια κοινογραφική καριέρα σχεδόν 30 ετών Έχει καταφέρει να δημιουργήσει μόλις 7 ταινίες Αριθμό που δεν τον λες και πάρα πολύ μεγάλο Ίσως σε επιπλέον μεγάλο ρόλο να παίζει Ότι η ταινία που θα τον έφερνε σε σινέμα όλου του κόσμου Θα του πρόσφερε βραβεία και διθυραβικές κριτικές Και φυσικά σαν αποκορύφωμα το να κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερης και νόγλος της ταινίας έφτασε μόλις πριν από 13 χρόνια.
Ίσως να παίζει και ρόλο το ότι τόσο εκείνη η ταινία όσο και η αμέσως επόμενή του, που έμελε να γίνει μία από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες, τόσο δική μου όσο και πολλών άλλων ανθρώπων, έχουν ένα τόσο ισχυρό χαρακτήρα που υπερνίκησε την περσόνα του δημιουργού τους. Ιλικρινά βέβαια δεν μπορεί να πει κανείς με σιγουριά. Αυτό που όμως μπορεί να πει χωρίς καμία αυτοβολία είναι ότι υπάρχει τεράστια ανάγκη να συστήσουμε τον Παύλ Παυλικόφσκι σε όποιον δεν έχει τύχει να συνειδητοποιήσει ποιος είναι ο δημιουργός πίσω από το Ίντα, το Cold War και τώρα και το Fatherland.
Ο Παύλ Παυλικόφσκι γεννήθηκε το 1905-1907 στην κομμουνιστική Πολωνία από πατέρα γιατρό και μητέρα χορεύτρια που αργότερα θα γινόνταν καθηγήτρια πανεπιστημίου. Μονάχα που η ζωή του άρχισε να μεταβάλλεται ραγδαία όταν στα 11 του χρόνια ο πατέρας του θα φύγει από τη χώρα εξαιτίας μιας έκρηξης αντισημιτισμού καθώς ήταν εβραϊκής καταγωγής, κάτι που ο γιος του δεν το γνώριζε καν αφού η μητέρα του τον μεγάλωνε με αυστηρές καθολικές αρχές Η φύγη του πατέρα του θα σημάνει και τον χωρισμό των γονιών του Στα 14 του όμως, το 1971, η μητέρα του θα πάρει άδεια από τις αρχές της Πολωνίας για ένα σύντομο ταξίδι στην Αγγλία.
Αλλά αυτό που δεν ήξερε ο Παύλ ήταν ότι ο λόγος που έφευγαν δεν ήταν για να κάνουν διακοπές αλλά για να αφήσουν πίσω τους για πάντα τη χώρα τους η μητέρα του να παντρευτεί έναν Άγγλο και να διεκδικήσουν έτσι πολιτικό άσυλο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτή η εξέλιξη θα προκαλέσει ένα τεράστιο σοκ στον έφηβο ο Παύλ με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να προσαρμοστεί στη νέα του χώρα και τελικά η μητέρα του να τον στείλει να ζήσει με τον πατέρα του στη Δυτική Γερμανία.
Μόνο να χαπούτε εκεί θα σταθεροποιηθεί η ζωή του, αφού εντελώς απρόσμενα οι γονείς του θα αποφασίσουν να χωρίσουν από τους γάμους τους, έτσι ώστε να επανενωθούν. Όπως καταλαβαίνεις, μέχρι να κλειστά 18 του, ο Παυλικόφσκι θα έχει ζήσει μια σειρά από μεταβολές που όλοι δεν θα ζήσουν σε μια ολόκληρη ζωή. Το 1977, στα 20 του χρόνια, θα εγκατασταθεί ξανά στην Αγγλία, όπου θα σπουδάσει και θα ξεκινήσει επακόλουθα την καριέρα του στην αγγλική τηλεόραση.
Μια εξαιρετικά επιτυχημένη καριέρα που για περίπου 15 χρόνια θα εστιάσει στα ντοκιμαντέρ με θεματικές από την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, με αποκορύφωμα το 1991 ένα κωμικοτραγικό χρονικό στο οποίο ο τρισέγγωνος του Φίοντροντο Στογεύσκη ακολουθεί τη διαδρομή του πρό-προπάπου του σε ένα μεγάλο ταξίδι που ο τεράστιος συγγραφέας είχε κάνει στη Δυτική Ευρώπη με τον τρισέγγονό του να δηλώνει ως βασικό του κίνητρο στο ντοκιμαντέρ τα λεφτά που θα έβγαζε από τη συμμετοχή του σε αυτό έτσι ώστε να μπορέσει να αγοράσει μια Μερσεντές.
Τότε ο Στογεύσκη Τράβελς θα χαρίσει τον Παυλικόφσκι το Ευρωπαϊκό Βραβείο Ντοκιμαντέρ. Ο Παυλικόφσκι θα στραφεί στο σινεμά και τη μυθοπλασία στα τέλη της δεκαετίας του 1990, εκεί γύρω στα 40 του και θα ξεχωρίσει με τη δεύτερη μεγάλο μήκος ταινία του, το Last Resort το οποίο αντλεί από την προσωπική του ιστορία για το πώς ακριβώς βρέθηκε με τη μητέρα του στην Αγγλία Μια ανεξάρτητη ταινία χαμηλού budget που έχει κερδίσει τους κριτικούς και θα χαρίσει στον Παυλικόφσκι τον μπαύτα πρωτοεμφανιζόμενο δημιουργού ακόμα και αν αυτή ήταν η δεύτερη μεγάλο μήκος ταινία του.
Επακόλουθα θα γυρίσει την ταινία που θα τον πάει ακόμα ψηλότερα αφού θα γίνει η πρώτη σημαντική εμπορική επιτυχία του στην Βρετανία και θα κερδίσει και τον BAFTA καλύτερης βρετανικής παραγωγής. Όλα αυτά με το My Summer of Love, μια αντισυμβατική σκοτεινή ιστορία ενηλικίωσης και σεξουαλικής αφύπνισης η οποία θα αποτελέσει και το έναυσμα της καριέρας μιας τρομερά νεαρής τότε Emily Blunt. Η ταινία θα βγει σε αίθουσες το 2004 και πλέον όλα μοιάζουν πως η καριέρα του πολωνικής καταγωγής σκηνοθέτη ήταν έτοιμη να εκτεναχτεί μονάχα που η επιτυχία δεν είναι ταυτόσιμη με την τύχη και την ευτυχία. Λίγο καιρό αργότερα ο τραγικός και απρόσμενος θάνατος της γυναίκας του θα τον οδηγήσει να παρατήσει εντελώς το σινεμά για πέντε χρόνια για να εστιάσει στο μεγάλωμα των δύο ανήλικων παιδιών του.
Μετά από αυτή την αρκετά μεγάλη ανάπαυλα, ο Παυλικόσκη θα αποφασίσει να επιστρέψει αναλαμβάνοντας μια διεθνή παραγωγή μεγάλου μπάτζετ με πρωταγωνιστή τον Ethan Hawke και η ταινία θα κυκλοφορήσει το 2011 με τίτλο «Η γυναίκα του πέμπτου» η οποία κάθε άλλο παρά μια ιδανική επιστροφή θα είναι για εκείνον αφού κατά τη δημιουργία της θα νιώσει ότι ουσιαστικά δεν έχει τον πραγματικό καλλιτεχνικό έλεγχο, κάτι που θα αποτυπωθεί στο τελικό αποτέλεσμα αφού θα εξελιχθεί στην πιθανότατα μεγαλύτερη αποτυχία της καριέρας του.
Και τότε θα συνειδητοποιήσει ότι δεν θέλει να δημιουργεί έτσι στις νεμά, ότι θέλει να δουλεύει με μικρότερα μπάτζετ, έξω από το παραδοσιακό κοιμαγραφικό σύστημα και με ιστορίες πολύ πιο προσωπικές και προσεκτικά δουλεμένες. Και κάπως έτσι θα πάρει την απόφαση πως ίσως ο καλύτερος δρόμος για να πετύχει κάτι τέτοιο είναι η επιστροφή στην πατρίδα.
Για να φτιάξει την ταινία της επιστροφής του στην Πολωνία, ο Παυλικόφσκι θα αγγλίσει από πράγματα που τον είχαν σημαδέψει με σοκαριστικό τρόπο στο παρελθόν. Πρώτα, το σοκ που πέρασε όταν συνειδητοποίησε ότι ενώ η μητέρα του τον είχε μεγαλώσει σαν καθολικό, από την πλευρά του πατέρα του ήταν Εβραίος και μάλιστα συγγενείς του είχαν χάσει τη ζωή τους και στο Auschwitz.
Ένα άλλο σοκ ήταν όταν χρόνια αφού του είχε αποφυτίσει από το πανεπιστήμιο, έμαθε ότι μια ελκυωμένη, συμπαθητική, διανοούμενη γυναίκα ενός καθηγητή του στην Οξφόρδη, στο παρελθόν είχε υπάρξει φανατική σταλινίστρια δικαστής, Αναμειγνύοντας αυτά τα βιώματα και βάζοντας σε σαν φόντο την Πολωνία της δεκαετίας του 1960, στην οποία είχε μεγαλώσει, θα γράψει ένα σενάριο για μια νεαρή καθολική καλόγρια που λίγο πριν χειροτονηθεί μαθαίνει την εβραϊκή καταγωγή της.
Η Ιντα θα ενθουσιάσει, θα του φέρει τη διεθνή αναγνώριση και το αποκορύφωμα θα είναι ότι θα κερδίσει το 2015 το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσης ταινίας. Αν και το Ίντα έμοιαζε φτιαγμένο με μερικές από τις πιο σοκαριστικές εμπειρίες της ζωής του Αυτό δεν θα ήταν τίποτα μπροστά στην ταινία που θα δημιουργούσε αμέσως μετά Γιατί σε αυτή θα αντλούσε από την απίστευτη ερωτική ιστορία των ανθρώπων που τον έφεραν στον κόσμο Των γονιών του Σχέση η οποία σε μια διάρκεια 35 χρόνων γνώρισε εγκαταλείψεις και χωρισμούς Άλλους γάμους, εκπατρισμούς αλλά και επανασυνθέσεις που δεν μπορούσε κανείς, πόσο μάλλον ο ίδιος τους ο γιος, να κατανοήσει.
Για το Cold War, τον ψυχρό πόλεμο, σου είχα μιλήσει στο επεισόδιο που είχα εφηερώσει σε μία από τις τρεις αγαπημένες μου ταινίες, το «Μαζί ποτέ» του Φατιχακίν, αφού η ιστορία της Ζούλα και του Βίκτορ ήταν η μόνη που μπορούσα να συνδέσω μέσα μου με εκείνη τη Σιμπέλ και του Τσάιτ. Το Cold War ξεκινάει το 1949, όταν ένας μαέστρος σε μια ακαδημία παραδοσιακού τραγουδιού και χορού θα ξεχωρίσει το ακατέργαστο ταλέντο μιας νεαρής κοπέλας με αποτέλεσμα αυτό να είναι το έναυσμα της σχέσης που θα προσδιορίσει τις υπάρξεις και τις ζωές τους για πάντα.
Φυσικά αυτό που εκτός από αυτή τη σχέση θα ορίσει τη ζωή τους είναι και ένας κόσμος που μέσα στην απόλυτη πόλωση συνθλίβει τις ζωές των ανθρώπων που δεν χωράνε μέσα στα σαφώς ορισμένα κουτάκια του. Το Cold War θα το υμνήσουν οι κριτικοί, θα γίνει μια μεγάλη εθνική επιτυχία και θα φέρει στον Παυλικόφσκι το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Κανών, αλλά και δύο ακόμα υποψηφιότητες για Όσκαρ, μία για ξενόγλωσσο ταινία, αλλά και την πρώτη του για Όσκαρ σκηνοθεσίας.
Ε, και προσωπικά, θα γίνει από τη βραδιά που την είδα για πρώτη φορά, μία από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες. Φυσικά, γνωρίζοντας την αργή και προσεκτική δημιουργική προσέγγιση του πολλονού δημιουργού Ήξερα ότι θα κάναμε τουλάχιστον πέντε χρόνια για να δούμε την επόμενη ταινία του Μονάχα που εδώ το πράγμα τράβηξε λίγο παραπάνω Πρώτον, γιατί τα αμέσως επόμενα χρόνια θα έγραφε δύο σενάρια Τα οποία τελικά θα άφηνε σε άλλους να τα σκενοθετήσουν Όμως πολύ περισσότερο, γιατί θα τολμούσε να πάρει την απόφαση να δοκιμάσει ξανά μια μεγάλη διεθνή παραγωγή και να γυρίσει μια ταινία όπου ένα ζευγάρι που θα το ερμήνευαν ο Χόακιν Φίνιξ και η Ρούνε Ιμάρα εγκαταλείπει το σύγχρονο τρόπο ζωής για να οικοδομήσει το προσωπικό του παράδεισο σε ένα απομονωμένο νησί.
Κάτι που εύκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τον Φίνιξ και τη Μάρα να κάνουν και στην πραγματικότητα. Μονάχα που η τύχη έμελε αυτό το project να πέσει ακριβώς πάνω στην απεργία των Αμερικάνων ηθοποιών και κάπως έτσι ο προγραμματισμός του και η προετοιμασία δυόμιση ετών του Παυλικόφσκη να πάνε περίπατο. Και τότε, το 2023, είναι που θα προκύψει η ιδέα για μια ταινία με επίκεντρο τον Ντόμας Μαν, έναν από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, για το έργο του οποίου, αν περίμενες να σου μιλήσω αναλυτικά με αφορμή την ταινία του Παυλικόφσκη, θα σας απογοητεύσω εκτρά γιατί μέχρι σήμερα τον έχω διαβάσει ελάχιστα.
Το ίδιο παραδέφθηκε και ο Παυλικόφσκι στην προβολή της ταινίας του στο Βυζαντινό Μουσείο τουλάχιστον πριν διαβάσει τη βιογραφία του και βρει ένα τρομερά ενδιαφέρον σημείο της που να θέλει να το κάνει ταινία. Αυτό ήταν ένα συγκεκριμένο καλοκαίρι από τη ζωή του διάσημου γερμανού συγγραφέα του Μαγικού Βουνού και του θάνατος στη Βενετία που φέρνει ένα οικογενειακό δράμα πάνω στα συντρίμια της διχοτομημένης και θανάσιμα ομαρτωλής πατρίδας του.
Έτσι, μαζί με τον γερμανό σιναριογράφο και συνδημιουργό της πολύ επιτυχημένης γερμανικής Νουάρτιλοπτ της σειράς Babylon Berlin, Χέντρικ Χατλοκτέν φαντάσου να μην είχα κάνει και 12 χρόνια γερμανικά θα γράψει ένα σενάριο για την επιστροφή του Μαν μετά από 15 χρόνια εξορίας πίσω στην πατρίδα του. Το καλοκαίρι του 1949, ένας από τους διασημότερους συγγραφείς στον κόσμο, ο νομπελίστας Τόμας Μαν, επιστρέφει από τη μακροχρόνια εξορία του πίσω στην πατρίδα του Γερμανία για να δώσει μια σειρά απομιλίες τόσο στην υποαμερικάνικη κατοχή δυτική πλευρά της, όσο και στη σοβερειοκρατούμενη και υποσοσιαλιστικό ανασχηματισμό αντολική πλευρά.
Στο ταξίδι του τον συνοδεύει η πολυσχηδής και εξαιρετικά δυναμική κόρη του Ιέρικα, ηθοποιός, συγγραφέας και οδηγός αγώνων ταχύτητας. Οι δυο τους μέσα σε μια μαύρη μπιούικ θα διασκήσουν τα συντρίμια της διαλυμένης χώρας τους, αντιμετωπίζοντας παράλληλα και μια απόλυτα δική τους οικογενειακή τραγωδία. Αυτή είναι η υπόθεση του Φάδερλαντ ή της πατρίδας όπως κυκλοφόρησε στις αίθουσες και τα θερινά της χώρας μας πριν από μερικές μέρες μια υπόθεση που πατάει σε μεγάλο βαθμό στην πραγματικότητα Όντως το καλοκαίρι του 1949 ο Τόμας Μαν επισκέφτηκε μετά από 15 χρόνια την πατρίδα του και όντως έδωσε αυτές τις δύο ομιλίες με επίκεντρο το έργο του Γκέτε Επιπλέον η Erica Mann ήταν όντως αυτή η πολυσχηδής και δυναμική προσωπικότητα και εξαιρετικά πολιτικά ενεργή ταυτόχρονα Όντως συνέβη αυτή η μεγάλη τραγωδία στην οικογένεια Mann που αποτυπώνεται στην ταινία εκείνο ακριβώς το καλοκαίρι Μονάχα που δεν συνέβη ακριβώς την περίοδο που ο Mann ήταν στη Γερμανία αλλά δύο μήνες νωρίτερα
Και επιπλέον σε αυτό το ταξίδι δεν έκανε αυτό το road trip με την κόρη του για τον απλούστο τον λόγο ότι δεν ο συνόδεψε εκείνη, αλλά η μητέρα της, η σύζυγος του Τόμας Μαν. Γιατί ο Παυλικόφσκι επέλεξε κάτι που πιστεύω ότι πρέπει να κάνει η τέχνη κάθε φορά που καταπιάνεται με ιστορικά πρόσωπα και πραγματικά γεγονότα. Πρέπει να αποφασίζει αν θέλει να κάνει όντως δραματουργία και να προσεγγίσει μια δυνατή ανθρώπινη ιστορία που θέτει ουσιαστικά ερωτήματα ή αν θέλει να αναδείξει ένα παραμερισμένο ιστορικό γεγονός.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Παυλικός και επέλεξε το πρώτο, μην παραποιώντας όμως το πιο σημαντικό συστατικό από όλα, το ιστορικό πλαίσιο αυτής της ανθρώπινης ιστορίας και επιπλέον το να μείνει πιστός στην προσωπικότητα των χαρακτήρων που βάζει σε μια συνθήκη την οποία δεν έζησαν όντως μαζί, αλλά αφήνοντας τους χαρακτήρες τους να δράσουν μέσα στο πλαίσιο της.
πρόσωπα, ας πούμε σε μερικές περιπτώσεις από Έλληνες δημιουργούς, που ούτε αναδεικνύουν τον πραγματικό χαρακτήρα των ιστορικών προσωπικότητων και ακόμα περισσότερο, η ιστορική συγκυρία και τα μεγάλα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα γύρω τους είναι λιγότερο ιστορικά ακριβή και από όσα συμβαίνουν στο Lord of the Rings. Ο νομπελίστας Γερμανός Συγραφέας ήταν πίσω στην πατρίδα του σε μια χρονιά καθοριστική για το μέλλον ολόκληρου του μεταπολίμικου κόσμου.
Είναι η χρονιά που ουσιαστικά ξεκινάει ο ψυχρός πόλεμος. Οι ΙΠΑ ιδρύουν τη Βορειοατλαντική Συμμαχία οριοθετώντας το δυτικό στρατόπεδο ενώ η Συβετική Ένωση καταφέρνει να αποκτήσει την πρώτη ατομική βόμβα αφαιρώντας από τις Νομές Πολιτείες το ατομικό μονοπόλιο ενώ είναι η χρονιά που η Κίνα θα μπει στην κομμουνιστική της εποχή αφού ο Μάουτσε Τούγκ θα ανακηρύξει την ίδρυση της λαϊκής δημοκρατίας Κίνας.
Φυσικά, το επίκεντρο του χτισήματος των δύο στρατοπέδων βρίσκεται ημισογκρεμισμένη ακόμα από τους βομβαριτισμούς των συμμάχων Γερμανία αφού το κομμάτι που βρισκόταν υπό την κατοχή των Αμερικάνων, των Άγγλων και των Γάλλων θα μετραπεί στη δημοκρατία της Δυτικής Γερμανίας ενώ σαν απάντηση οι Σοβιετικοί θα καθοδηγήσουν την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Ανατολικής Γερμανίας.
Αυτό ακριβώς είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαδραματίζεται το Φάδερλαντ. Ένα περιβάλλον απόλυτης πόλωσης, στο οποίο οι δύο αναδυόμενοι κυρίαρχοι πολιτισμοί της νέας εποχής ξεκινούν τη μακροχρόνια και ιδιαίτερα επικίνδυνη για την επιβίωση του πλανήτης σύγκρουσή τους πάνω στο νεκρό σώμα του σβησμένου πια πολιτισμού και είναι ένας κόσμος ο οποίος κάθε άλλο παρά με τα καλύτερα, τα πιο στέρεα υλικά θεμελιώνεται.
Από τη μία πλευρά, ένα θεωρητικά φιλελεύθερο καπιταλιστικό κράτος χτίζεται με αμέτρητα και απροκάλυπτα συγχωροχάρτια σε ευημερούντες του ναζισμού οι οποίοι φτιάχνουν ένα κύβδυλο αφήγημα αναγκαστικής επιβίωσης για τις βουτυχμένες στο αίμα επιλογές τους που στον ακλόντο σαν βράχο εκπρόσωπο ενός χαμένου πολιτισμού Τόμας Μαν προκαλούν κοφτές δηλώσεις απέχθειας ενώ στο παθιασμένο ταπεραμέντο της έρικα εκρήξεις συγκρατημένης και στα πολιτισμένα αστικά πλαίσια όμως βίας.
Από την άλλη πάλι βρίσκεται η οικοδόμηση ενός κόσμου του λαού και της ισότητας μονάχα που σε αυτόν ο Μαν συναντάει μονάχα μιλιταρισμό και έναν πολιτισμό τελείως ξένος από τη γλώσσα και τη μουσική παράδοση της χώρας στην οποία εκείνος έζησε μέχρι να εμφανιστεί ο ναζισμός και στην οποία δεν υπάρχει χώρος για αντιφρονούντες παρά μονάχα στις φυλακές.
Το Fatherland αναμειγνύει ένα road movie, ένα οικογενειακό δράμα και μια ιστορική ταινία εποχής για να μας μιλήσει για δύο πράγματα. Για την πατρίδα και για την τέχνη. Για την ακρίβεια, το πρώτο θέμα που εξερευνά σε όλη την, ενοχλητικά θα έλεγα, σύντομη διαρκειά της είναι η έννοια και η απώλεια της πατρίδας Οι ήρωες καλούνται πολλές φορές έμεσα και άμεσα να απαντήσουν τι σημαίνει για εκείνους πατρίδα και πού βρίσκεται το σπίτι τους Καλούνται να το απαντήσουν σε ανθρώπους που τους ρωτούν είτε με δόλο για να τους φέρνουν σε δύσκολη θέση και να μειώσουν τη σημασία των πράξεων και των λόγων τους είτε από απλή ανθρώπινη περιέργεια αλλά μοιάζουν να αναρωτιούνται ακριβώς το ίδιο και οι ίδιοι.
Και η απάντηση ακροβατεί ανάμεσα στην πατρίδα και την προέλευση που χάθηκαν για πάντα από την επικράτηση της βαρβαρότητας του ναζισμού, την επακολουθήτητα του αλλά και τη γέννηση μιας νέας εποχής και στην πίστη, στη μνήμη και την ανεξίδηλη δύναμη των πολιτισμών ακόμα και αφού τους βύσει η εποχή τους. Και αυτό που μοιάζει να προκύπτει είναι η ανάγκη να μπορούμε να ζήσουμε και μετά το τέλος των πραγμάτων που μας έχουν ορίσει.
Αυτό που όμως είναι το πιο ενδιαφέρον από όλα όσα προσεγγίζει το Φάδερλαντ είναι η διάδραση μεταξύ ιστορικής συγκυρίας και τέχνης. Το πώς η εξουσία επιδιώκει διαχρονικά να νομιμοποιείται μέσω της τέχνης και των μεγάλων δημιουργών, όπως ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τις όπερες του Βάγκνερ, Αλλά ακόμα και το έργο του συγγραφέα που συχαινόταν τον αντισημιτισμό και τον γερμανικό εθνικισμό, του Φρίντεχ Νίτσε, έτσι και τα νεοσύστατα καθεστώτα της μεταπολιμικής Γερμανίας προσπαθούν να αποδείξουν πως έχουν αφήσει πίσω τους το παρελθόν, σκαρφαλώντας πάνω στους ώμους γιγάντων που γύρισαν την πλάτη στον αζυσμό.
Επιπλέον, όπως στο Cold War που ξεκινάει την ίδια ακριβώς χρονιά, χρησιμοποίησε ένα μονάχα μουσικό κομμάτι και την επιβίωσή του στην κάθε εποχή και σε κάθε καθεστώς μέσω της προσαρμογής του, εδώ αυτό επεκτείνεται. Τόσο στο έργο του θεμελιωτή της γερμανικής κουλτούρας, του συγγραφέα του Φάουστ και του νεαρού Βέρθερου, Johan Wolfgang von Goethe, μέχρι τα πρώτα κομμάτια που έκαναν γνωστό τον νεαρό Johan Sebastian Bach.
Και κάπως έτσι, η ταινία μοιάζει να κάνει την βασική της δήλωση. Οι πολιτισμοί μπορεί να πεθαίνουν, αλλά η μεγάλη τέχνη θα επιβιώνει γιατί οι άνθρωποι την έχουν ανάγκη, αλλά και γιατί η δύναμή της πάντοτε θα υπερβαίνει τις εποχές. Το Fatherland κουβαλάει μια αναντήρητη αισθητική ενότητα με τις δύο προηγούμενες ταινίες του Παυλικόφσκι, τόσο στο προφανές της πανέμορφης ασπρόματης φωτογραφίας, όσο και της λακωνικής αλλά τρομερά πολλήπλευρης αφήγησης.
Ταυτόχρονα, αν και έχει προφανή θεματική σύνδεση με το Cold War και βρίσκεται και στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο τόσο με την αγαπημένη μου ταινία του Παυλικόφσκη όσο και με το Ίντα όμως την ίδια στιγμή εγώ δεν μπορώ να δω αυτές τις τρεις ταινίες σαν μια τρελογία Είναι προφανές ότι τόσο οι κριτικοί όσο και οι εταιρείες διανομής πάντοτε βλέπουν σαν ευκαιρία να παράγουν τέτοιες συνδέσεις και ενότητες στο έργο των μεγάλων δημιουργών, όμως πολλές φορές αυτή είναι μια εφεύρεση που εν τέλει καταλήγει να μοιάζει γκροτέσκα.
Τώρα, από την πρώτη θέαση του Φάδερλαντ, δεν ξέρω αν στέκεται στο ίδιο ύψος με το Ίντα και το Κολτ Βόρ, με βασικότερη δυναμία του, νομίζω το ότι χρειαζόταν λίγο μεγαλύτερη διάρκεια για να αναπτυχθεί η δυναμική του. Αυτό βέβαια, μένει ο χρόνος να το απαντήσει και οι μεταγενέστερες θεάσεις. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι αναμφίβολα πρόκειται για μία από τις ασύγκριτα καλύτερες ταινίες που έχουμε δει μέχρι τώρα τη φετινή χρονιά.
Επιπλέον ότι ο Παυλικόφσκι είναι σαν από τους σημαντικότερους και πιο μοναδικούς κοινογραφικούς δημιουργούς των τελευταίων δεκαετιών και σίγουρα του σήμερα. Και τέλος, πως ό,τι κι αν συμβεί και στους δικούς μας πολιτισμούς, Η τέχνη θα βρει τη δύναμη να επιβιώσει. Τώρα ήρθε η ώρα να δείξεις την αγάπη σου στο αγαπημένο σου podcast.
Και πρώτα πρώτα, μην ξεχάσεις να στείλεις αυτό το επεισόδιο σε τουλάχιστον δύο δικούς σου ανθρώπους, γράφοντάς τους ότι θα κάνει τη μέρα τους εξαιρετικά πιο ενδιαφέρουσα. Αν δεν έχεις κάνει ακόμα εγγραφή, εμήντε το καθίσερις άλλο. και πάνω από όλα πάτα καμπανάκι γιατί αλλιώς η πιθανότητα να χάνεις κάθε καινούργιο επεισόδιο γίνεται πιο μεγάλη και από εκείνη του πυρηνικού ολέθρου κάτι διάρκεια του ψυχρού πολέμου.
Ε, και αν όλα αυτά τα έχεις ήδη κάνει και θέλεις να στηρίξεις περισσότερο το υπεραγαπημένο σου podcast στην περιγραφή του επεισοδίου θα βρεις και ένα link με το οποίο μπορείς να κεράσεις και μερικούς καφέδες το πιο απαραίτητο στρατικό για τη δημιουργία κάθε επεισοδίου, αρμύρι και ταράτσες. Ήμουν ο Μανώλης και κάπου εδώ ήρθε η ώρα να σε αφήσω.
Μέχρι την επόμενη φορά, εις το επανακούιν.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα