Τα καλύτερα βιβλία του 2026! (μέχρι τώρα)
Αρμυρίκια & ΤαράτσεςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Επιστρέφοντας από τις διακοπές, είναι πάντα η στιγμή να μιλήσουμε για βιβλία! Διανύουμε τη χρονιά που τρέχει για πρώτη φορά το ARMYRIKIA BOOK CLUB, και που είχαμε ήδη την ευκαιρία να διαβάσουμε παρέα μερικά εξαιτερικά ενδιαφέροντα και πρωτότυπα βιβλία! Πάμε λοιπόν να κάνουμε ένα πρώτο απολογισμο της χρονιάς, και να μιλήσουμε για τα καλύτερα βιβλία που είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε μέχρι τώρα. ------------------------------------------------------------------------------------------------ ...
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
ακόμα περισσότερους μέσω του Armirika Book Club. Και τώρα ήρθε η ώρα να κάνω ένα πρώτο απολογισμό της χρονιάς και να σου μιλήσω για τα καλύτερα βιβλία που είχα την ευκαιρία να διαβάσω μέχρι τώρα. Πάμε λοιπόν να μιλήσουμε για τα καλύτερα βιβλία του 2026 μέχρι τώρα. Είμαι ο Μανώλης και σε καλωσορίζω στο Armirika και τα Ράτσες, το αγαπημένο σου podcast που σου μιλάει για την τέχνη της αφής και της μυθοπλασίας, για τα δύο καλύτερα πράγματα που εφαίρεται ποτέ ο άνθρωπος δηλαδή, τα βιβλία και τις ταινίες.
Γι' αυτό, αν δεν έχεις κάνει ακόμα εγγραφή, κάνε τώρα σε όποια πλατφόρμα με ακούς και φυσικά ενεργοποιήσε τις ειδοποιήσεις για να μην χάνεις επεισόδιο. Και αν αυτό το έχεις κάνει ήδη, ήρθε η στιγμή να μου χαρίσεις μια πεντάστερη βαθμολογία που θα βοηθήσει τρομερά τις αόρατες νάμεις των αλγορίθμων να φέρουν και άλλους στην παρέα μας.
Περιμένω τα μόλις 5 δευτερόλεπτα που θα σου πάρουν να το κάνεις. Το έκανες? Εντάξει, ξεκινάμε. Στην αρχή του 2026, λίγο αφότου μοιράστηκα για τρίτη συνεχόμενη χρονιά τη reading list μου μαζί σου, ένιωσα την ανάγκη να ξεκινήσω κάτι καινούριο. Ένα καινούριο project που θα με βοηθούσε να μοιραστώ με ακόμα περισσότερους ανθρώπους, όχι μόνο τις επακολουθές σκέψεις, την αναζήτηση που μου προκαλούν και συχνά την έρευνα που μου πυροδοτούν τα βιβλία και σαν αποτέλεσμα δημιουργούνται πολλά από τα επεισόδια αυτού του podcast αλλά και την ίδια την εμπειρία του διαβάσματος ενός καινούριου βιβλίου.
Κάπως έτσι, ξεκίνησα το project που ονομάζεται Armiria Book Club όπου κάθε μήνα διαλέγω ένα ή και περισσότερα βιβλία που πρόκειται να διαβάσω και τα προτείνω και σε εσένα με ένα βίντεο στο Instagram και το TikTok. όρθωσε αυτήν την παράληψη από τα link που θα βρεις στην περιγραφή του επεισοδίου. Το ξεκίνησα λοιπόν αυτό το project μαζί με άλλες σειρές βίντεο που είχα ήδη αρχίσει να δημιουργώ και μπορώ να πω ότι έγινε ένα από τα αγαπημένα μου.
Και αυτό γιατί από τη μία με έκανε να επιλέγω από τα πολλά υποσχόμενα βιβλία της φετινής λίστας τι ταιριάζει τόσο στη δική μου αναγνωστική διάθεση του κάθε μήνα αλλά να είναι και μια κατάλληλη επιλογή για εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή της χρονιάς, έτσι ώστε να το διαβάσουν και άλλοι άνθρωποι μαζί μου. Επιπλέον, με έβαλε στη διαδικασία να οργανώσω καλύτερα το διάβασμά μου, έτσι ώστε να έχω στην αρχή του κάθε μήνα τελειώσει με εκείνα που διάβαζα το προηγούμενο, για να μπορώ να διαβάσω άμεσα το βιβλίο του Book Club.
Όμως, αυτό που με ενθουσίασε περισσότερο από όλα, ήταν ο γεγονός ότι έκανε πολλούς άλλους να διαβάσουν τις προτάσεις μου και πάρα πολύ συχνά να μοιραστούν την εμπειρία τους μαζί μου. Έχοντας λοιπόν περάσει τη μέση της χρονιάς, σκέφτηκα πως είναι μια καλή στιγμή να κοιτάξω πίσω στα βιβλία που διαβάσαμε τους πρώτους 6 μήνες του Armini Kiabook Club να θυμηθώ την εντύπωση που μου προκάλεσε καθένα από αυτά και φυσικά να διαλέξω τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς μέχρι τώρα.
Μέχρι τώρα στο Armini Kiabook Club έχουμε διαβάσει 7 βιβλία. Θα ξεκινήσω με εκείνα που με ενθουσίασαν λιγότερο. Το πρώτο βιβλίο που επέλεξα στην αρχή της χρονιάς, εγκαινιάζοντας αυτό το project, ήταν και το πρώτο βιβλίο της Olga Tokarczuk, της Πολωνής συγγραφέως που της απονομήθηκε στα λογοτεχνία στο 2018, που θα διάβαζα ποτέ και ήμουν γεμάτος προσδοκία για αυτό.
Και επιπλέον, το «Οδήγησε το αλέτρισσου πάνω από τα ωστά του νεκρών», Ναι, αυτό το βιβλίο με τον αρκετά συνοπτικό τίτλο ξεκινάει εξαιρετικά δυνατά, συστήνοντάς μας μια ηλικιωμένη γυναίκα που μοιάζει εντελώς έκτος πραγματικότητας, ζώντας στην απομόνωση, βυθισμένη σε δυσυδαιμονίες και αιμονές, ενώ γύρω της ο τόπος αρχίζει να γεμίζει πτώματα.
Όμως, σταδιακά συνειδητοποιείς ότι πρόκειται για ένα πολύ μορφωμένο άνθρωπο, η οποία έτσι προσπαθεί να διαχειριστεί τη βία και την παραλογία που δεν αντέχει γύρω της. Και ενώ η γραφή του βιβλίου είναι πολύ φρέσκια και συνδυάζει το χιούμορ με το θρίλερ με έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο, σχολιάζοντας τόσο την οπτική της κοινωνίας για μια γυναίκα που μεγαλώνει, όσο τη βία απέναντι στα ζώα που αντιμετωπίζεται σαν παράδοση, αλλά και την εξοργιστική υποκρισία της θρησκείας, από ένα σημείο και μετά το βιβλίο άρχισε να μου προσφέρει μια όλο και πιο αδύναμη αναγνωστική εμπειρία.
Και σε αυτό νομίζω παίζει ένα μεγάλο ρόλο το γεγονός ότι ενώ το βιβλίο χρησιμοποιεί σαν βάση το θρίλερ αυτό αναμεικνύεται με την εδοσκόπηση του κεντρικού χαρακτήρα με έναν τρόπο που βάζει την πλοκή που σου υποσκέθηκε στο παρασκήνιο. Και επιπλέον γίνεται και όλο και πιο προβλέψιμο. Και όπως και να το κάνουμε, ακόμα και σε ένα βιβλίο literary fiction Το άλλο βιβλίο που δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες μου ήταν ένα βιβλίο που κατάφερε να βρει το δρόμο του για τους αναγνώστες όλου του κόσμου με έναν πολύ περιπηδιώδη τρόπο αφού τις σύντομες ιστορίες που περιλαμβάνει η συγγραφέας του τις δημοσίευε σε μια τοπική δευτερεύουσα γλώσσα της Ινδίας που τη μιλάνε κάτι περισσότερο από 50 εκατομμύρια άνθρωποι και με περιορισμένη απήχηση επί 30 χρόνια μέχρι ένας εκδοτικός οίκος στην Αγγλία να αποφασίσει να τις μαζέψει σε ένα τόμο με τον τίτλο «Το φως της καρδιάς»
ο οποίος έμελε να βραβευτεί τελικά με το διεθνές βραδιομπούκερ. Μόναχα που τα διηγήματα ή οι σύντομες ιστορίες όπως προτιμώ να τις αποκαλώ εγώ της Μπάνου Μουστάκ που εστιάζουν σε επίπονες διηγήσεις γυναικών από την πατρίδα της μου φάνηκαν αφηγηματικά στεγνές και βγαλμένες από την ηθογραφία του 19ου αιώνα και παρά τη φεμινιστική οπτική που υπόσχονται, συχνά εκφράζουν αρκετά συντηρητικές ιδέες.
Τουλάχιστον έτσι το ένιωσα εγώ. Γι' αυτό είμαι πραγματικά περίεργος αν εσένα σου άρεσε, οπότε σε παρακαλώ γράψτε μου στα σχόλια. Όμως τώρα θα περάσω στα βιβλία που μου άρεσαν, ξεκινώντας από τα δύο βιβλία στα οποία θα αναφερθώ συνοπτικά γιατί ήδη σου έχω μιλήσει κτενώς για το καθένα τους σε ξεχωριστό επεισόδιο κιόλας. Πρώτα φυσικά θα σου μιλήσω για ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος και γίνε αυτόματα ένα από τα αγαπημένα μου δυστοπικά μυστορήματα είδος που αν με ακούς καιρό ξέρεις πως αγαπώ ιδιαίτερα.
Η παραβολή του σπορέα μπορεί να επέστρεψε τρομερά δυναμικά 30 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, λόγω του ότι έμοιαζε να επαληθεύεται σε νοστραδαμικό βαθμό με την επιστροφή του πορτοκαλί τέρατος στην Προεδρία των ΗΠΑ, όμως είναι ένα βιβλίο που αποτυπώνει την πλέον πρώτον πυλόν κοινωνική κατάρρευση που επιφέρει κλιματική ελλαγή, αλλά και την εμπερχόμενη νέα δουλειά που η πλήρης κυριαρχία του θεσμού της εταιρείας φέρνει σαν επιπλέον απειλή.
Όμως, είναι και ένα βιβλίο που μιλάει με έναν πολύ τολμηρό τρόπο για τη γυναικεία σεξουαλική επιθυμία αλλά και τη σημασία της αλληλεγγύης σε κάθε κοινωνική κρίση που νομίζω ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουμε μάθει ότι μονάχα σπάνιο δεν είναι να χτυπούν τις ζωές μας. Ένα βιβλίο που προτείνω με κλειστά μάτια σε οποιονδήποτε να διαβάσει για το μοναδικό συνδυασμό πλοκής, ανάπτυξη χαρακτήρων, αλλά πάνω απ' όλα και των πολιτικών και υπαρξιακών ζητημάτων που επεξεργάζεται με έναν μοναδικό τρόπο.
Το άλλο βιβλίο για το οποίο ήδη σου έχω μιλήσει είναι η αποτύπωση της απίστευτης πραγματικής ιστορίας μιας οικογένειας που τα μέλη της σε μόλις τρεις γενιές βρέθηκαν με έναν απίστευτο τρόπο στο Ισπανικό Εμφύλιο, την πολιτιστική επαναστασία του Μάου στη Γίνα και στα αντάρτικα κινήματα στα βουνά της Κολομβίας γραμμένη όμως με τα μέσα του μυθιστορήματος από το διάσημο Κολομβιανό συγγραφέα Juan Gabriel Vázquez Το γυρίζοντας το βλέμμα πίσω είναι ένα εξαιρετικά συναρπαστικό μυθιστόρημα που με τις πραγματικές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών του ζωντανεύει μερικούς από τους σημαντικότερους κοινωνικούς αγώνες του 20ου αιώνα, με τον αστερίσκο όμως ότι η μετριοπάθεια και η τάση του συγγραφέα του να διατηρεί μια προσέγγιση δυστυχώς ίσων αποστάσεων, μου προκάλεσε σε διάφορα σημεία την αίσθηση ότι διαβάζω κάτι το πολύ προσεκτικά φιλτραρισμένο, άρα και σε ένα βαθμό λιγότερο αληθινό από ό,τι θα μπορούσε να είναι.
Τώρα όμως πάμε να σου μιλήσω για τα τρία βιβλία που μαζί με εκείνο της Οκτάβια Μπάτλερ είναι αυτά που με ενθουσιάζουν πραγματικά φέτος. Ανεβάλα χρόνια να διαβάσω το δεύτερο από τα τρία μυθιστορήματα που έγραψε και δημοσίευσε ποτέ ο Ερνέστος Σαμπάτο για έναν για καιρό ανεξήγητο λόγο που τώρα όμως είμαι πλέον σε θέση να απαντήσω.
Έχοντας γράψει ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία το υπαρξιακά διαβροτικό σύντομο μυθιστόρημά του με τίτλο «Το Τούνελ» στο οποίο ένας άντρας μας εξομολογείται από το κελί της φυλακής ότι δολοφόνησε τον μόνο άνθρωπο ο οποίος τον κατάλαβε ποτέ είναι σχεδόν οξύμορο ότι κάθε φορά που σκεφτόμουν να διαβάσω το μυθιστόρημα που δημοσίευσε με διαφορά 13 ολόκληρων χρόνων, αναρωτιόμουν αν όντως είναι καλή ιδέα.
Γιατί αν και πολλοί ανέφεραν το περί ηρώων και τάφων σαν το μεγάλο αριστούργημά του, το γεγονός ότι ήταν ένα εντελώς διαφορετικό από κάθε άποψη βιβλίο, με έκανε να νιώθω μια ανασφάλεια να το διαβάσω. Σαν να φοβόμουν ότι θα αλλάξει η οπτική μου για έναν από τους τρεις τεράστιους συγγραφείς από την Αργεντινή, μαζί με τον Μπόρχες και τον Κορτάσσαρ, αφού αντί για ένα δεύτερο σύντομο υπαρξιακό αριστούργημα θα διάβαζα ένα εκτενές, πολύ πιο φιλόδοξο έργο που αναμειγνύει τον έρωτα και την τρέλα με την ιστορία και την πολιτική με μονάχα ένα κοινό σημείο με το τούνελ.
Ξεκινάει με αφορμή ένα σοκαριστικό φόνο. Αλλά μάλλον πρέπει να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Μία μέρα του 1955 οι εφημερίδες θα γράψουν ότι μία νεαρή κοπέλα, η τελευταία απόγονος μιας δυναστίας Αργεντίνων Αριστοκρατών, πυροβόλησε τον πατέρα της και κλειδώθηκε με το πτώμα του σε ένα δωμάτιο στο σπίτι τους, στο οποίο θα βάλει και φωτιά.
Η είδηση θα προκαλέσει τεράστιο σοκ στην κοινωνία του Μπενοσάιρες και θα δημιουργήσει σε όλους την ίδια ακριβώς απορία. Τι οδήγησε ένα όμορφο καλλιεργημένο νεαρό κορίτσι σε αυτή την παρανοϊκή πράξη. Το ίδιο αναρωτιέται τόσο το σοκαρισμένο αγόρι που είχε ερωτική σχέση μαζί της, όσο και ένας συγγραφέας ο οποίος ήταν ερωτευμένος με τη μητέρα της.
Αλλά φυσικά και η αστυνομία που εκτός από όλα τα υπόλοιπα έχει στα χέρια ένα παράδοξο χειρόγραφο γραμμένο από τον δολοφονημένο πατέρα της με τον ενηγματικό τίτλο Έκθεση για τους τυφλούς. Αυτό λοιπόν το μυθιστόρημα μοιάζει λες και αντικατοπτρίζει με έναν τρόπο ολόκληρη τη ζωή του συγγραφέα του αν και το έγραψε πριν καν φτάσει στο μέσο της.
Τι εννοώ με αυτό? Σε μια ζωή που δίρκησε έναν ολόκληρο αιώνα αφού γεννήθηκε το 2011 και έζησε μέχρι πριν από λίγα χρόνια το 2011 ο Ρινέστος Αμπάτο εντελώς ακαταλή για εκείνον, με την πολύ πιο δυναμική προσωπικότητα, την καλλιέργεια, αλλά και την αριστοκρατική καταγωγή της, που όμως για κάποιο λόγο επιλέγει να συνδεθεί ερωτικά μαζί του. Όμως όσα και αν μαθαίνει για εκείνη και όσο και αν τον εισάγει στο γεμάτο βαριές ιστορίες από τη μακροχρόνια πορεία της οικογένειάς της, η Αλεχάντρα παραμένει ένα ένιγμα και σταδιακά μια όλο και μεγαλύτερη πηγή αιμονής για εκείνον.
Και ενώ τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου εστιάζουν κυρίως σε αυτά τα πρόσωπα, το τρίτο δίνει το λόγο στον πατέρα της Αλεχάντρα, τον άντρα που ήδη ξέρουμε ότι θα δολοφονήσει κάποια στιγμή, ο οποίος μέσα από ένα παράξενο χειρόγραφο μας αφηγείται τη ζωή του, στην οποία δεν εμφανίζεται καθόλου η κόρη του, αλλά εστιάζει στην ανάγκη του να αποδείξει μια τεράστια συνωμοσία.
Το εντελώς άγνωστο στους πολλούς γεγονός ότι ο κόσμος ελέγχεται από μια μυστική οργάνωση των τυφλών αυτού του κόσμου. Και επειδή μπορεί αυτό να ακούστηκε μια μεταφορά, των κυριολεκτικά τυφλών αυτού του κόσμου. Όλα αυτά με φόντο μια κομβική ιστορική συγκυρία για την Αργεντινή, την εποχή της πόλωσης του περονισμού, δηλαδή της εποχής της προεδρίας του Χουάν Ντομίνκ Περόν, ενός εξαιρετικά αντιφατικού πολιτικού ηγέτη που συνδύαζε την εστίαση στην ενεργατική τάξη και την ενεργή και πραγματική αναδιανομή του πλούτου με έναν φανατικό εθνικισμό και μια αυταρχική άσκηση εξουσίας σε μια εποχή λίγο πριν την ανατροπή του και την εγκαθίδρυση ενός ακόμα μακροχρόνιου αιματηρού στρατιωτικού καθεστώτος στη Λαδική Αμερική της εποχής του ψυχρού πολέμου αλλά και μαζί συχνές αναδρομές στο εμφύλιο που έλαβε η χώρα 100 χρόνια νωρίτερα, εκεί στα μέσα του 19ου αιώνα, και όρισε τον διχασμό και τη σύγκρουση σαν βασική πολιτική πραγματικότητα της αργεντίνικης κοινωνίας.
Και κάπου εδώ είναι η στιγμή να πω ότι αυτό το μυθιστόρημα είναι μια σπουδή στην παράνοια. Την παράνοια που προκαλεί το ερωτικό πάθος και την αιμονική ενασχόληση που οδηγεί το μυαλό για κάθε λέξη και σιωπή, πράξη και αδράνεια του αντικειμένου του πόθου του σε έναν νεαρό άνθρωπο. Μια σπουδή που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με το νεαρό βέρθερο του Γκέτε και να μελετηθεί αντίστοιχα από τον Ρολάν Μπαρτ στα αποσπάσματα του ερωτικού λόγου.
Όμως, είναι και μια μελέτη για την παράνοια μιας κοινωνίας σε μια ασυνθήκη πολιτικής πόλωσης που αναπόφευκτα οδηγεί στην ανεξέλιχτη σύγκρουση και την παραλογιβία. Την παράνοια επιπλέον, στην οποία οδηγεί η απομόνωση και η αίσθηση του αδιεξόδου, τόσο στην προσωπική ζωή που μπορεί να προκαλέσει η έννοια της οικογένειας, όσο και σε μια κοινωνία όπως αυτή που περιέγραψα, στην οποία αν δεν μπορείς να χαθείς το φανατισμό, η αίσθηση της μοναξιάς και ο επακόλουθος πόνος είναι αναπόφευκτα.
Και μετά από όλα αυτά, η αφήγηση μας οδηγεί στη συνείδηση ενός ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο μέσα από τα διαστρεβλωμένα κάτω από τραμιάς ασταθούς συνείδησης, που τον οδηγούν να πιστέψει σε απόλυτες παρανοϊκές ιδέες, όπως ότι ο κόσμος ελέγχεται από ανθρώπους με αναπηρία στην όραση και να χάνεται σταδιακά, όλο και περισσότερο, στη δίνη αυτής της παράνοιας με έναν τρόπο που συνδυάζει εντυπωσιακά το αμψέρ της των καυκικών ιστοριών με τον κόσμο των ονείρων και των εν τέλει ένα μυθιστόρημα.
Όμως, ευτυχώς, που μέσα από αυτή τη μακροχρόνια σχέση του με τις ιστορίες αυτών των χαμένων στην παράνοια ανθρώπων, αλλά και την υποστήριξη των ανθρώπων μιας χώρας που αγαπά τη λογοτεχνία όσο ελάχιστον στον κόσμο, μας δόθηκε εν τέλει ένα βιβλίο που θα ζει μέσα στο μυαλό μου για πάντα και είμαι σίγουρος ότι θα εξελίσσεται και θα επιδρά με κάθε τι νέο στη ζωή μου με τον τρόπο που το κάνουν τα βιβλία που με έχουν σημαδέψει.
Ή τουλάχιστον, μια και έχει περάσει ελάχιστος καιρός από τότε που το τελείωσα, αυτό πιστεύω και επιπλέον αυτό εύχομαι. Όλοι το ξέρουν ότι τα καλύτερα διαβάσματα είναι καλοκαιρινά. Όχι αναγκαστικά στις διακοπές, αλλά και τα θαυματοκύριακά στις παραλίες κοντά στις πόλεις στις οποίες ζούμε, αλλά και φυσικά στα αράγματα σε σκυερά και δροσερά μέρη, είτε έχουμε τέτοια διαθέσιμα στο σπίτι μας είτε ας πούμε στο αγαπημένο μας καφέ.
Γι' αυτό χάρηκα ιδιαίτερα που τον φετινό Ιούλιο είχα την τύχη να διαλέξω να σου προτείνω και μετά να διαβάσουμε παρέα δύο πολύ σύντομα αλλά και πολλά υποσχόμενα βιβλία γραμμένα και τα δύο από γυναίκες συγγραφείς αλλά από τις δύο διαφορετικές γωνιές της Ιππήρου μας την Ισπανία και τη Σουηδία που έμελε να ικανοποιήσουν και με το παραπάνω τις προσδοκίες. Και το πρώτο που διάβασα ήταν ένα μυθιστόρημα με επίκεντρο ένα στοιχειωμένο ή για την ακρίβεια ένα ζωντανό σπίτι. Επικεντρώνεται σε μια κοπέλα που επιστρέφει στο σπίτι της γιαγιάς της μετά από μια σύγκρουση με την ισχυρότερη οικογένεια του χωριού στην οποία μέχρι τότε εργαζόταν. Μονάχα που αυτή δεν είναι μια ιστορία για αυτή την κοπέλα.
Είναι μια ιστορία για όλες τις γυναίκες της οικογένειάς της, από την προγιαγιά της μέχρι και εκείνη και όλη την αδικία, την οργή και το τραύμα που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά στην καθεμία τους. Το Σαράκι είναι πρωταρχικά μια μεταφυσική ιστορία εκδίκησης και γυναική ασχηραφέτησης. Τέσσερις γενιές γυναικών που έχουν δεχτεί βία από άντρες αλλά και από το γεγονός ότι είχαν την ατυχία να γεννηθούν μέσα στη φτώχεια βρίσκουν διέξοδο στη σκοτεινή δυνάμη του σπιτιού τους.
Αυτή η πραγματικότητα μέσα στην οποία έχουν ζήσει έχει συσσωρεύσει απροσμέτρητη οργή μέσα στις ψυχές τους την οποία η μία μετά την άλλη ψάχνει το δικό της τρόπο να την εκτονώσει. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και ένας κρίκος που έχει σπάσει αυτός της κόρης της ηλικιωμένης γυναίκας και μητέρας της νεαρής κοπέλας η οποία εξαφανίστηκε και κανείς δεν έκανε τίποτα ούτε για να βρει το σώμα της, πόσο μάλλον για να αποδώσει δικαιοσύνη.
Και αυτή η οργή αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις και μετατρέπεται σε αυτό το σπίτι που έχει τη δύναμη να προστατεύει και να καλύπτει ένα μικρό ποσό από τη δικαιοσύνη που δεν βρήκαν πουθενά αλλού αυτές οι γυναίκες. Αυτό που με ενθουσίασε περισσότερο στο Σαράκι είναι αυτή η παράξενη αλλά πολύ επιτυχημένη ισορροπία ανάμεσα σε ένα λαϊκό παραμύθι και ένα έντονα πολιτικό συγχρονομιθιστόρημα.
Και σε αυτό νομίζω ότι παίζει μεγάλο ρόλο το πώς η Λέιλα Μαρτίνεθ αναμειγνύει τις φωνές δύο γυναικών από διαφορετικές εποχές αλλά και η προσεκτική ισορροπία ανάμεσα στο μαγικό στοιχείο του βιβλίου με το ρεαλισμό της κεντρικής θεματικής του. Γιατί αυτό που απασχολεί περισσότερο αυτές τις γυναίκες είναι η απροσμέτρητη αδικία και βία που έχουν δεχτεί τόσο εξαιτίας του φίλου τους, αλλά ακόμα περισσότερο εξαιτίας της διαχρονικότητας κοινωνικής ανισότητας.
Αυτό που επιτρέπει αυτή η συνοπτική αφήγηση που πηδά από γενιά σε γενιά μέσα σε μερικές σελίδες, είναι να μας δείξει το πώς η ανισότητα κληρονομείται από γενιά σε γενιά και πώς αυτή η άδικη φύση της κληρονομικότητας του πλούτου οδηγεί στο να διατηρείται η ίδια κοινωνική διαστρωμάτωση όσα χρόνια και περνούν, όσο και αν αλλάζουν οι εποχές και τα χαρακτηριστικά τους.
Γι' αυτό και για μένα, αν και το Σαράκι χαρακτηρίζεται δίκαια φεμινιστικό, την ίδια στιγμή αυτό του στερεί τον ακόμα πιο έντονο πολιτικό χαρακτήρα του, ο οποίος καταφέρνει με έναν τόσο συνοπτικό τρόπο να μιλήσει για την αδικία που διατηρείται και τη φτώχεια που αναπόφευκτα κληρονομείται από ανθρώπους επειδή είχαν την ατυχία να γεννηθούν στο λάθος σπίτι του χωριού.
Και τώρα έχει έρθει η ώρα να σου μιλήσω για το βιβλίο που με ενθουσίασε περισσότερο από κάθε άλλο φέτος όμως πριν από αυτό θέλω να σου θυμίσω να μην ξεχάσεις να στείλεις αυτό το επεισόδιο σε τουλάχιστον δύο δικούς σου ανθρώπους που πιστεύεις ότι θα αρέσκεις εκείνους γράφοντάς τους ότι θα κάνει τη μέρα τους εξαιρετικά πιο ενδιαφέρουσα.
Αν δεν έχεις κάνει ακόμα εγγραφή, ε μην το καθαρίσεις άλλο και πάνω από όλα πάτα καμπανάκι γιατί αλλιώς η πιθανότητα να χάνεις κάθε καινούργιο επεισόδιο στις σκοτεινές γωνίες των αλγορίθμων είναι ένας κίνδυνος που δεν θέλεις να μπλέξεις μαζί του Ε, κι αν όλα αυτά τα έχεις κάνει ήδη και θέλεις να στηρίξεις περισσότερο το αγαπημένο σου podcast στην περιγραφή του επεισοδίου θα βρεις και ένα link με το οποίο μπορείς να κεράσεις και μερικούς καφέδες το πιο απαραίτητο στατικό για τη δημιουργία κάθε επεισοδίου, άρμοι και ταράτσες.
Πολλές φορές ξεκινάς να διαβάσεις ένα πολλά υποσχόμενο βιβλίο που έχει συζητηθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια, που ήταν υποψήφιο για βραβεία και για το οποίο έχεις ακούσει διαφορετικές απόψεις, το οποίο απαιτείται για να ξέρεις ότι δεν πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο ακολουθεί μια συμβατική αφήγηση και στρογγυλεμένες, λίγο πολύ κοινά αποδεκτές ιδέες, αλλά παρόλα αυτά δεν έχεις την παραμικρή ιδέα αν πρόκειται να διαβάσεις κάτι στην καλύτερη, στην πιο επίκειη περίπτωση τρομερά μέτριο, όπως ας πούμε τυχαίο παράδειγμα, την τελειότητα του Βιντσέντζο Λατρόνικο, που αν κάποιος σου έχει πει ότι τον ενθουσίασε, βάλ' τον να σου εξηγήσει γιατί και θα τον δεις αμέσως να μετριάζει τον ενθουσιασμό του, ή αν θα διαβάσεις ένα βιβλίο που θα σε κάνει να αναρωτηθείς μετά από καιρό την ουσία της ίδιας σου της προσωπικής ταυτότητας.
Και σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι λεπτομέρειες της Ιαγκέμπεργκ. Παρόλα όσα σου είπα, οι λεπτομέρειες ξεκινούν με μια αρκετά άπλη και ίσως όχι και τόσο πολλά υποσχόμενη υπόθεση. Μια γυναίκα που βρίσκεται καθυλωμένη στο κρεβάτι της με υψηλό πυρετό κι αν είναι να διαβάσει ένα αγαπημένο της μυθιστόρημα. Μονάχα που εκτός από τον Πυρετό, αυτό που επιπλέον θα τη δυσκολέψει θα είναι ότι στις σελίδες του θα βρει μια αφιέρωση από μια πρώην ερωτική της σύντροφο.
Με αφορμή αυτό, θα έρθουν στο μυαλό της μνήμες από εκείνη τη γυναίκα, αλλά και από τρεις ακόμα ανθρώπους που έχουν χαθεί από τη ζωή της. Της συγκάτοικο της νιώτης της, τον πατέρα ενός από τα παιδιά της, αλλά και τη μητέρα της. Η σύνθεση αυτών των αναμνήσεων κτίζουν αυτό το σύντομο, αλλά τρομερά πυκνό τόσο αφηγηματικά όσο και από όψη ιδεών μυθιστόρημα.
Η λεπτομέρειες είναι μια αναδρομή στο παρελθόν και τη μνήμη μιας γυναίκας αλλά πρόσεξε με τον τρόπο ακριβώς που λειτουργεί η μνήμη. Πως δηλαδή, κτισμένη γύρω από σημεία αναφοράς οριοθετημένη από συναισθήματα και ακολουθώντας τη δομή ενός νεφελόδους χάους. Το έκανα λίγο συνθετό, συγχώρεσέ με και δώσε μου λίγο χρόνο να το εξηγήσω.
Πρωταγωνίστρια του βιβλίου ξεκινάει το ταξίδι στις αναμνήσεις της με αφορμή μερικές ξεχασμένες λέξεις γραμμένες μέσα στο πολυκυρισμένο αντίτυπο ενός βιβλίου. Μερικές λέξεις γραμμένες από το χέρι μιας γυναίκας γύρω από την οποία χτίστηκε ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής της. τα οποία προκάλεσε στη ζωή της αυτή η σχέση και αυτά πυροδοτούν το ηλικιώδες ταξίδι στη μνήμη.
Μονάχα που αυτή η διαδικασία κάθε άλλο παράγραμμική είναι. Οι μνήμες έρχονται σκόρπια και ανακατεμένα ανάλογα με το συναισθηματικό βάρος που κουβαλάνε αλλά και υποκινούμενες από την πανίσχυρη δύναμη της τυχαιότητας. Έτσι ξεκινάμε ακούγοντας την ιστορία της σχέσης της αφηγήτριας του βιβλίου με αυτή τη γυναίκα ανακαλύπτουμε διάφορα στοιχεία και γεγονότα της ζωής της όπως να σπούμε ότι έχει προσπαθήσει να σπουδάσει αρκετές φορές αλλά τα έχει παρατήσει επανειλημμένα ότι είχε την επιθυμία να γίνει συγγραφέας αλλά και ότι αυτό το έχει καταλήψει πολλές φορές στο παρελθόν.
Αποκτούμε έτσι μια αίσθηση για το ποια μπορεί να είναι αυτή η γυναίκα που μας αφηγείται την ιστορία της αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι μέσα από τα αποσπασματικά συμβάντα και το συναισθηματικό φορτίο μιας πολύ σημαντικής αλλά και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα της ζωής της ερωτικής σχέσης της. Όταν όμως αυτή η εξηστορία σε ολοκληρώνεται η πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια αυτής της ιστορίας κρύβεται στις αναμνήσεις της από ένα άλλο πρόσωπο που έχει χαθεί και αυτό εδώ και καιρό από τη ζωή της πολύ νωρίτερα κιόλας.
Στη συγκάτεικό της στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής της. Μια αφήγηση που εκτός του ότι επικεντρώνεται σε έναν άλλο άνθρωπο, ταυτόχρονα μοιάζει να μιλάει και για έναν άλλο δικό της εαυτό. Έναν εαυτό που δεν ξέρουμε καν αν είχε ανακαλύψει ότι έλκεται από τις γυναίκες ή ότι θέλει να παρατήσει το πανεπιστήμιο ας πούμε. Και όταν αυτή η αφήγηση τελειώσει, τότε θα ταξιδέψουμε μπροστά στον χρόνο σε μια εποχή που αυτή η γυναίκα θα αφήσει μάλλον για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή της να παρασυρθεί από την παρόρμηση για μια πιο έντονη και παθιασμένη εμπειρία, διαλύοντας μια σταθερή σχέση για έναν περιστασιακό έρωτα.
Μέσα όμως από αυτές τις εξυστορήσεις, γνωρίζουμε και άλλα παράλληλα γεγονότα της ζωής της πρωταγωνίστριάς μας, αλλά και ανθρώπους που δεν έχουν χαθεί από τη ζωή της, αλλά παραμένουν σε αυτή μέχρι και σήμερα. Όμως αυτοί, όπως για παράδειγμα η κολλητή της Φίλη, Ο χαρακτήρας αυτού του βιβλίου, που θα ήθελα και εγώ είτε για κολλητή είτε για ερωτική σύντροφο, δεν γίνονται κεφάλαια αυτής της αφήγησης, αφού δεν αποτελούν σημεία αναφοράς της μνήμης της και για να ανακαλέσει τις αναμνήσεις της μαζί τους, πρέπει να πιαστεί ή μάλλον να πυροδοτηθεί από τα σημεία αναφοράς του παρελθόντος.
Γιατί αυτό βρίσκεται στο επικέντρο αυτού του βιβλίου. το αν μπορούμε να αναζητήσουμε την ταυτότητά μας, τόσο την τρέχουσα, όσο και κάθε παρελθοντική, στις σχέσεις που μας σημάδεψαν, στις σχέσεις που προσδιορίσαν τη ζωή μας. Αν δηλαδή μπορούμε να καταλάβουμε ποιοι έχουμε υπάρξει, αλλά και σε ποιους έχουμε διαμορφωθεί, μέσα από τη γνωριμία, τη συνύπαρξη και τελικά τη ρήξη ή την απώλεια άλλων ανθρώπων.
Έτσι, οι λεπτομέρειες μου έφεραν στο μυαλό ένα βιβλίο που σου έχω αναφέρει αρκετές φορές στο παρελθόν και είναι ένα από τα αγαπημένα μου τουλάχιστον σίγουρα από αυτά που γράφτηκαν την τελευταία 20 αιτία, στο οποίο η κεντρική ηρωίδα δεν μας μιλάει για τους ανθρώπους που έχει γνωρίσει τη ζωή της, αλλά μας αφηγείται τις ιστορίες των ανθρώπων που συναναστρέφεται σε μια ξένη για εκείνη πόλη, την Αθήνα ένα μάλλον δύσκολο καλοκαίρι της ζωής της, χωρίς όμως να μας αποκαλύπτει τίποτα για την ίδια, αλλά επιτρέποντάς μας να καταλάβουμε ποια είναι μέσα από την υποκειμενικότητα με την οποία μας μιλάει για όσα οι άλλοι της αφηγούνται.
Και εκτός από αυτό, το περίγραμμα της Rachel Kask έχει και ένα ακόμα κοινό με τις λεπτομέρειες. Αυτή την τεράστια πυκνότητα σε ιδέες που με το που τελείωσα το βιβλίο της C.A. Gemberg και με δεδομένο το μικρό του μέγεθος αποφάσισα ότι θα το ξαναδιαβάσω μετά από μερικές εβδομάδες, έτσι ώστε να δω πόσες από τις σκέψεις που πυροδοτεί, το μυαλό μου δεν είχε την ευκαιρία να τις επεξεργαστεί, αφού καθώς τις διάβαζα, εκείνο είχε μείνει σε μία άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σκέψη που είχε προσφερθεί μερικές γραμμές μόλις νωρίτερα.
Φυσικά, η βάση αυτής της αφήγησης είναι η συνειδητοποίηση της παροδικότητας των ανθρώπινων σχέσεων. Το πόσο συχνά στη ζωή μας δηλαδή, άνθρωποι γύρω από τους οποίους χτίζεται ένα σημαντικό κομμάτι της και κατ' επέκταση ένα σημαντικό κομμάτι μας, καταλήγουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να χαθούν εντελώς από αυτοί. Άνθρωποι που μπορεί να υπήρξαν ερωτικοί σύντροφοι, οι στενότεροι φίλοι μας ή άνθρωποι οι οποίοι αποτέλεσαν τη γέφυρα για να βρεθούμε σε αυτόν τον κόσμο.
Και γι' αυτό και οι λεπτομέρειες είναι μια σπουδή πάνω στη διαχείριση, αλλά και τα μακροχρόνια σημάδια της απώλειας. Και το ερώτημα που καταλήγει να δημιουργείται είναι αν η απώλεια αυτούς των ανθρώπων παίζει εξίσου καθοριστικό ρόλο για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας με την ίδια τη συνύπαρξή μας μαζί τους. Και αν όλα αυτά δεν σε έψανα ακόμα να διαβάσεις λεπτομέρειες, στην περίπτωση που δεν το έκανες τον Ιούλιο παρέα με εμένα, να σου πω ότι μαζί με όλα τα υπόλοιπα αυτή η ιστορία προσεγγίζει το διάβασμα και τα βιβλία με έναν ασυνήθιστο αλλά απόλυτα αληθινό τρόπο μετατρέποντάς τα σε μια γενεολογία της σχέσης και της οικειότητάς μας με τους άλλους ανθρώπους.
Και αν τα βιβλία έχουν παίξει κάποιο ρόλο στη ζωή σου δεν θα μπορέσεις να μην ταυτιστείς με αυτό που μας περιγράφει η ηρωίδα των λεπτομεριών της Ιαγκέμπερκ. Αυτά λοιπόν είναι τα καλύτερα βιβλία που έχουμε διαβάσει μέχρι τώρα παρέα Αλλά αυτή ήταν μονάχα η αρχή Γι' αυτό ακολούθησε τόσο τα αρμυρίκια σε όλες τις πλατφόρμες Όσο και τους λογαριασμούς μου στα social Για να μην μένεις ποτέ χωρίς κάτι πολύ πολύ ενδιαφέρον να διαβάσεις Και μάλιστα με εμένα παρέα Ήμουν ο Μανώλης και κάπου εδώ πρέπει να σε αφήσω Ε, και μέχρι την επόμενη φορά Είσαι το Επανακούιν
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα