Νίκος Καζαντζάκης: «Δεν ελπίζω τίποτα. Δε φοβούμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος»
ΒιογραφίεςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Η πολυτάραχη ζωή του Νίκου Καζαντζάκη, οι ιδέες που τον καθόρισαν, οι συγκρούσεις με την Εκκλησία και η διαρκής αναζήτηση της ελευθερίας. Στο νέο επεισόδιο του podcast «Βιογραφίες», με την Επιστήμη Μπινάζη.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Είναι τα podcast της Athens Voice. Αυτή είναι η φωνή του Νίκου Καζαντζάκη. Ένας άνθρωπος που έγραψε δεκάδες χιλιάδες σελίδες άφησε πίσω του ελάχιστα λεπτά ηχογραφημένης φωνής. «Κρατήστε την. Θα την ξανακούσουμε». Σε ένα δωμάτιο της Πανεπιστημιακής Κλινικής, ένας άντρας 74 χρόνων που μόλις γύρισε από ένα ταξίδι στην Κίνα και την Ιαπωνία μαθαίνει ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας δόθηκε στον Αλμπέρ Καμή.
Ήταν υποψήφιος εννιά φορές, κάθε χρόνο από το 1950 και μετά. Και για χρόνια, από την Αθήνα, πήγαιναν στη Στοκχόλμη επιστολές και παρεμβάσεις που ζητούσαν να μην του δοθεί. Λέγεται, χωρίς να έχει αποδειχθεί ποτέ με έγγραφο, ότι εκείνη τη χρονιά το έχασε για μία ψήφο. Γυρίζει στη γυναίκα του την Ελένη και τη ζητά να τον βοηθήσει να γράψουν ένα καλό τηλεγράφημα.
Συγχαρητήριο. Ο Καμή θα γράψει αργότερα στην Ελένη ότι δεν ξέχασε ποτέ εκείνο το τηλεγράφημα. Ότι το πήρε τη μέρα που δεχόταν μια τιμή την οποία ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο. Εννέα μέρες αργότερα, στις 26 Οκτωβρίου, σαν σήμερα, ο Νίκος Καζαντζάκης πεθαίνει. Την επόμενη μέρα του θανάτου του ξεκινά το πιο παράξενο κομμάτι της ιστορίας του Η Ελλάδα δεν ήξερε πού να τον βάλει Η σωρός του φτάνει με αεροπλάνο στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας Η Ελένη ζητά να τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα σε ναό της Αθήνας Ο αρχιεπίσκοπος αρνείται Έτσι ο πιο πολύ μεταφρασμένος Έλληνας συγγραφέας του αιώνα του Περνά τη νύχτα του στο νεκροθάλαμο του πρώτου νεκροταφείου Χωρίς παπά Από εκεί τον παίρνουν στην Κρήτη Και τον θάβουν όχι σε νεκροταφείο αλλά ψηλά Πάνω στα βενετσιάνικα τείχη του Ηρακλείου Στον προμαχώνα Μαρτινέγκο Στην πέτρα χαράζουν αυτό που είχε ζητήσει ο ίδιος Δεν ελπίζω τίποτα Δεν φοβούμαι τίποτα Είμαι ελεύθερος Τρεις φράσεις Σήμερα θα πούμε τη ζωή τους σε τρεις πράξεις
Μία για κάθε μία από αυτές Αλλά όχι με τη σειρά που είναι χαραγμένες στην πέτρα Θα καταλάβετε γιατί στο τέλος Πράξη πρώτη «Δεν φοβούμε τίποτα». Για να καταλάβουμε το Καζαντζάκι πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τον φόβο. Γιατί ο άνθρωπος που έγραψε «Δεν φοβούμε τίποτα» μεγάλωσε μέσα σε αυτόν. Βρισκόμαστε στο μεγάλο κάστρο, όπως έλεγαν οι Κρητικοί το Ηράκλειο, τον Φεβρουάριο του 1883.
Η Κρήτη είναι ακόμα Οθωμανική. Ο πατέρας του, ο Μιχάλης Καζαντζάκης, είναι έμπορος, σιωπηλός, βαρύς, ένας άνθρωπος που τα παιδιά της γειτονιάς φοβούνται να κοιτάξουν στα μάτια. Χρόνια αργότερα, ο γιος του θα τον κάνει ήρωα μυθιστορήματος και θα τον ονομάσει Καπετάν Μιχάλη. Η μητέρα του, η Μαρία, είναι το αντίθετο. Μαλακή, υπομονετική, μια γυναίκα που, όπως θα γράψει, κάθεται δίπλα στον άντρα της σαν να κάθεται δίπλα σε λιοντάρι Και η Κρήτη εκείνα τα χρόνια ζει από επανάσταση σε επανάσταση Υπάρχει μια σκηνή που ο ίδιος διηγείται στην αναφορά στον Γκρέκο Το βιβλίο που στο τέλος της ζωής του έγραψε τη ζωή του Μετά από μια εξέγερση, οι Οθωμανοί κρεμούν χριστιανούς επαναστάτες στην πλατεία κάτω από ένα πλατάνι.
Ο πατέρας του παίρνει τον μικρό Νίκο από το χέρι, τον πηγαίνει μπροστά στα κρεμασμένα σώματα και τον βάζει να φιλήσει τα πόδια τους. Για να θυμάται. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα που πήρε ο Καζαντζάκης για την ελευθερία. Όχι από ένα βιβλίο, αλλά από τα πόδια ενός νεκρού. Το 1897 η Κρήτη ξεσηκώνεται πάλι Η οικογένεια φεύγει στην Άξο για να γλιτώσει Εκεί ο πατέρας γράφει τον Νίκο σε ένα σχολείο Γάλλων Φραγκισκανών μοναχών Για πρώτη φορά ακούει γαλλικά, διαβάζει ευρωπαϊκά βιβλία Ανοίγει ένας κόσμος που δεν ήξερε ότι υπάρχει Οι μοναχοί βλέπουν το έξυπνο παιδί και σκέφτονται να το κάνουν δικό τους Ο πατέρας το μαθαίνει και τον παίρνει από το σχολείο την ίδια μέρα.
Αθήνα. Νομική. 1902. Παρίσι. 1907. Εκεί, στις παραδόσεις του φιλοσόφου Ανδρή Μπερξόν και στις σελίδες του Νίτσε, ο νεαρός κριτικός βρίσκει για πρώτη φορά λέξεις για αυτό που ένιωθε από παιδί. Ότι ο άνθρωπος δεν είναι κάτι τελειωμένο, είναι ένα πέρασμα. Κάτι που παλεύει να γίνει άλλο Κάτι άλλο Και για να γίνει αυτό το άλλο Πρέπει πρώτα να σταματήσει να φοβάται Ο πατέρας μου δεν μου μίλησε ποτέ για αγάπη Μου έμαθε κάτι άλλο Ότι ο φόβος είναι το πρώτο χαλινάρι που σου φοράνε Αν τον δεχτείς Θα δεχτείς και όλα τα υπόλοιπα Χρόνια ολόκληρα τον μισούσα για αυτό το πλατάνι Μετά κατάλαβα Δεν ήθελε να με τρομάξει Ήθελε να δω που τελειώνει ο φόβος Τελειώνει εκεί, στα πόδια ενός κρεμασμένου Από εκεί και πέρα δεν έχεις τίποτα άλλο να χάσεις Αν η πρώτη πράξη της ζωής του ήταν ο φόβος Η δεύτερη ήταν η ελπίδα Ή μάλλον οι ελπίδες Γιατί ο Κασαντζάκης ερωτευόταν ιδέες όπως άλλοι ερωτεύονται ανθρώπους Ολοκληρωτικά και για λίγο Ο ίδιος θα πει ότι στη ζωή του ακολούθησε μεγάλους οδηγούς τον έναν μετά τον άλλον.
Ας τους ακολουθήσουμε κι εμείς. Η πρώτη ελπίδα έχει όνομα. Ελευθέριος Βενιζέλος. Κρητικός κι αυτός, μεγαλύτερός του 19 χρόνια. Ο Καζαντζάκης πολεμά εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, δουλεύει στο γραφείο του. Και το 1919 ο Βενιζέλος το αναθέτει μια αποστολή που μοιάζει βγαλμένη από μυθιστόρημα. Να πάει στον Κάφκασο και να φέρει πίσω στην Ελλάδα 150.000 Έλληνες που κινδυνεύουν ανάμεσα στους Μπολσεβίκους και σε όλους τους άλλους.
Τα καταφέρνει. Μεταφέρει ανθρώπους με πλοία από το Βατούμ, τους βρίσκει τόπο σε χωριά της Μακεδονίας και της Θράκης. Και ανάμεσα στα μέλη της αποστολής του υπάρχει ένας εργάτης που τον παίρνει μαζί του παντού. Τον λένε Γιώργη Ζορμπά. Πάμε να τον ξανασυναντήσουμε. Τρία χρόνια αργότερα, το 1922, το μέτωπο στη Μικρά Ασία καταραίει.
Ο Καζαντζάκης, που είχε ζήσει τον Βενιζέλου σαν προφήτη, δεν θα ξαναπιστέψει ποτέ σε έθνος με τον ίδιο τρόπο. Φεύγει. Βιέννη, Βερολίνο 1922 Πεινασμένη, κατεστραμμένη Ευρώπη μετά τον πόλεμο Εκεί κλίνεται και γράφει για τον Βούδα Την ιδέα ότι η σωτηρία είναι να σβήσεις την επιθυμία Να μην θέλεις τίποτα Αρρωσταίνει κιόλας εκεί Με ένα έξεμα στο πρόσωπο που οι γιατροί δεν μπορούν να εξηγήσουν Αλλά ο Καζαντζάκης δεν ήταν φτιαγμένος για να μην θέλει τίποτα Μετά έρχεται ο Λένιν.
Ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση το 1925 και ξανά το 1927 και το 1928. Βλέπει την επανάσταση και πιστεύει ότι επιτέλους κάποιος προσπαθεί να αλλάξει τον άνθρωπο στη ρίζα του. Γράφει, μιλά δημόσια, κουβαλά μαζί του τον ενθουσιασμό σαν πυρετό. Και μετά βλέπει από κοντά τι γίνεται. Το κόμμα, τη γραφειοκρατία, τους ανθρώπους που εξαφανίζονται.
Τρεις ελπίδες, τρεις φορές το ίδιο. Και στο μεταξύ, η ζωή του προχωρά. Χωρίζει από την πρώτη του γυναίκα, τη Γαλάτια, γνωρίζει την Ελένη Σαμείου, τη γυναίκα που θα μείνει δίπλα του, ως το Φράιμπουργκ. Και γράφει την Οδύσσια. Ένα έπος 30.333 στίχων. Ναι, σκόπιμα αυτός ο αριθμός για έναν Οδυσσέα που δεν γυρίζει στην Ιθάκη αλλά φεύγει ξανά.
Και τώρα ο Ζορμπάς, ο πραγματικός. Πριν από τον Κάφκασο, το 1917, ο Καζαντζάκης και ο Γιώργης Ζορμπάς είχαν κάνει μαζί μια επιχείρηση. Ένα λιγνητό ρηχείο στην Πραστοβά της Μάνης. Ο ένας ο διανοούμενος με τα βιβλία, ο άλλος ο εργάτης με τα χέρια. Η επιχείρηση πήγε άσχημα, όπως πήγαιναν όλες οι επιχειρήσεις του Καζαντζάκη.
Αλλά ο Ζορμπάς του άφησε κάτι που δεν του άφησε κανένας φιλόσοφος. Ο Ζορμπάς δεν ήλπιζε, δεν περίμενε τίποτα από κανένα κόμμα, κανέναν προφήτη, κανέναν θεό. Έτρωγε, χόρευε, αγαπούσε, δούλευε Και όταν κάτι γκρεμιζόταν, χόρευε πάνω στα χαλάσματα Ο Καζαντζάκης είχε περάσει τη ζωή του ψάχνοντας έναν δάσκαλο στη Βιέννη Στη Μόσχα, στα βιβλία Και ο δάσκαλος ήταν δίπλα του, σε ένα οριχείο της Μάνης Το βιβλίο θα το γράψει πολύ αργότερα, στην Αίγινα Στα χρόνια της κατοχής όταν γύρω του οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα κάθεται και γράφει για έναν άνθρωπο που γελάει.
Δεν έχει καμία ελπίδα πια. Και ακριβώς γι' αυτό μπορεί επιτέλους να γράψει. Από το 1948 ζει στην Αντίπ, στην Νότια Γαλλία. Είναι 65 χρονών και γράφει όπως δεν έγραψε ποτέ. σαν να βιάζεται τον Χριστό που ξανασταυρώνεται τον Καπετάν Μιχάλη τον φτωχούλη του Θεού την αναφορά στον Γκρέκο τον Χριστό που ξανασταυρώνεται θα τον κάνει ταινία ο Ζιλντασέν με τη Μελίνα Μερκούρη και γράφει τον τελευταίο πειρασμό έναν Χριστό που είναι άνθρωπος που φοβάται που στον Σταυρό βλέπει σαν όραμα τη ζωή που θα μπορούσε να έχει ζήσει γάμο, παιδιά, γυρατιά και την αρνείται Η αντίδραση είναι άμεση Το Βατικανό βάζει το βιβλίο στον κατάλογο των απογορευμένων βιβλίων Στην Ελλάδα κύκλοι της Εκκλησίας ζητούν να απαγορευτούν τα βιβλία του και να προωθούν τον αφορισμό του Ο αφορισμός δεν ολοκληρώνεται ποτέ τυπικά αλλά η ρετσινιά μένει Ο Καζαντζάκης απαντά με δύο φράσεις που γίνονται γνωστές σε όλο τον κόσμο Στο Βατικανό στέλνει μια φράση του Ταρτιλιανού, ενός χριστιανού συγγραφέα του δεύτερου αιώνα.
Στο δικό σου δικαστήριο κύριε κάνω έφεση. Και στους Έλληνες ιεράρχες γράφει ότι του έδωσαν μια κατάρα και εκείνος τους δίνει μια ευχή. Να έχουν τη συνείδησή τους τόσο καθαρή όσο εκείνος τη δική του. Αυτός πια είναι ένας άνθρωπος που δεν φοβάται και δεν ελπίζει ούτε αφορισμούς, ούτε βραβεία Πέντε μήνες πριν πεθάνει Αυτή είναι η τελευταία φορά που τον βλέπει το γαλλικό κοινό Ένας ηλικιωμένος, λεπτός άνδρας με κριτικό τονισμό στα γαλλικά του που μιλάει για έναν εργάτη από τη Μάνη και έναν άγιο από την Ασίζη σαν να ήταν δύο εκδοχές του ίδιου ανθρώπου Λίγες εβδομάδες μετά ταξιδεύει στην Κίνα καλεσμένος της κινέζικης κυβέρνησης Στην επιστροφή αρρωσταίνει Η υγεία του ήταν ήδη έφθραυστη χρόνια Τον μεταφέρουν στη Γερμανία στο Φράιμπουργκ Πάμε πάλι από την αρχή Από εκεί που ξεκινήσαμε Στο τηλεγράφημα για τον Καμή Στις εννέα μέρες στις 26 Οκτωβρίου στο νεκροθάλαμο χωρίς παπά και στο Ηράκλειο.
Στις 5 Νοεμβρίου του 1957 γίνεται η εξώδιος ακολουθία στο ναό του Αγίου Μηνά με τον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης και 17 ιερείς. Η Κρήτη δεν ρώτησε την Αθήνα. Χιλιάδες άνθρωποι ακολουθούν τη σωρό Αλλά στον τάφο, πάνω στα τείχη, οι ιερείς δεν ανεβαίνουν Τους έχει απαχορευτεί Ένας νεαρός ιερέας που υπηρετούσε τη θητεία του στο Ηράκλειο πηγαίνει παρόλα αυτά Θα τιμωρηθεί αργότερα γι' αυτό Χρόνια αργότερα, το 1988, ο Μάρτιν Σκορτσέζε θα γυρίσει τον τελευταίο πειρασμό κάποιον να με σώσει.
Τον Βούδα, τον Λένιν, τον Χριστό, τον Οδυσσέα. Όλοι τους έφυγαν. Ο μόνος που έμεινε ήταν ένας εργάτης που δεν είχε διαβάσει ούτε ένα από τα βιβλία μου. Και εκείνος μου έμαθε ότι δεν χρειάζεται κανείς να σε σώσει. Χρειάζεται μόνο να σταματήσεις να το περιμένεις. Στην αρχή σας είπα ότι θα πούμε τη ζωή του με άλλη σειρά από αυτοί που είναι χαραγμένοι στην πέτρα.
Εμείς ξεκινήσαμε από τον φόβο, περάσαμε στην ελπίδα και φτάσαμε στην ελευθερία. Γιατί έτσι τα έζησε εκείνος. Αυτός όμως τα έγραψε αλλιώς. Πρώτα δεν ελπίζω τίποτα, μετά δεν φοβούμε τίποτα. Γιατί? Γιατί για τον Καζαντζάκη η ελπίδα και ο φόβος είναι το ίδιο σκηνή από τις δύο άκρες. Όποιος ελπίζει κάτι, φοβάται ότι θα το χάσει.
Στο Βενιζέλο, στον Λένιν, στον Όμπελ φοβόταν. Μόνο όταν σταμάτησε να ελπίζει, σταμάτησε και να φοβάται. Και τότε μόνο ήταν λεύτερος. Η Ελλάδα του αρνήθηκε έναν Όμπελ, έναν ναό και ένα νεκροταφείο. Και ίσως, χωρίς να το θέλει, του έδωσε το μόνο που του τέριαζε. Έναν τάφο πάνω σε τείχος Έξω από την πόλη Ανοιχτό στον αέρα Που κοιτάζει τη θάλασσα Και ένα τελευταίο πράγμα Σε λιγότερο από 1,5 χρόνο Την 1η Ιανουαρίου του 2028 Συμπληρώνονται 70 χρόνια από το θάνατό του Και ο νόμος λέει ότι τα έργα του γίνονται κοινό κτήμα Δεν θα νοίκουν σε κανέναν εκδότη Σε κανέναν κληρονόμο Σε καμία εκκλησία Θα νοίκουν σε όλους Ελεύθερα
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα