Skip to content
PodBase
The 80s - Το σπίτι του θυρωρού

The 80s - Το σπίτι του θυρωρού

dram2terra (Boomer Jenny)
Ιούνιος 05, 2026 00:15:17 Σεζόν 3 Επεισόδιο 35
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Έναν θυρωρό έζησα κι εγώ στην οικογενειακή πολυκατοικία και μου βγήκε ρακοσυλλέκτης!

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Μουσική Όλα μπλέκονται εδώ, το προσωπικό με το συλλογικό, το πολιτικό με το κοινωνικό, βιβλία, μουσικές, ταινίες, μόδες, γιατί όσα ζήσαμε, όσα είδαμε, όσα ακούσαμε, είναι όσα μας έκαναν αυτό που είμαστε. Η λέξη θυρορός μας προκύπτει από τα παλιά και είναι σύνθετη από την θύρα που σημαίνει πόρτα και ορός από τη ρίζα ούρος ή ώρα που σημαίνει φροντιστής, φύλακας και επόπτης.

Στα αγγλικά είναι doorman, στα γαλλικά concierge και portero στα ισπανικά. Ας μείνουμε λίγο στα γαλλικά, που η λέξη προέρχεται από το λατινικό «conservus» που σημαίνει «σύνδουλος», εννοώντας πως είναι ένας από πολλούς ισότιμα δούλους ενός αφέντη. Οι θηρορείτων πολυκατοικιών που θα με απασχολήσουν σε αυτό το επεισόδιο, θα μπορούσαμε εύκολα να πούμε πως ήταν οι πειραίτες πολλών αφεντάδων.

Στην Ελλάδα, σε ό,τι αφορά τις κατοικίες και όχι τα κτίρια γραφείων, το επάγγελμα αναπτύχθηκε πολύ στις δεκαετίες του 50 και του 60 και κράτησε μέχρι τις αρχές του 80. Η θέση του θηρορού προέκυπτε με αγορά ενός πολύ μικρού διαμερίσματος, συχνά στα υπόγεια των πολυκατοικιών από τους ενδιαφερόμενους, που στην ουσία ήταν κάτοικοι στην αντίστοιχη πολυκατοικία, αλλά και αμύβονταν με μισθό και ασφάλεια που επιβάρυνε τα κοινόχρηστα.

Έχετε δει την ταινία ο Παπατρέχας με τον Θανάση Βέγκο? Ε, κάπως έτσι λειτουργούσε το σύστημα. Πέρα από την καθαριότητα, η θέση παρήχε έλεγχο και φροντίδα για τους ανελκυστήρες, του call the expert εννοώ, πληρωμή των κοινοχρήστων λογαριασμών, ίσπραξη των κοινοχρήστων και φυσικά μικροαγκαρίες ως προς τους λοιπούς ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές από όντως πληρωμή δικών τους λογαριασμών μέχρι ψώνια, μέχρι πάρε το παιδί από το σχολείο και πολλά πολλά άλλα.

Άσχετο, η συγκεκριμένη πολυκατοικία της ταινίας ήταν και είναι στο Παγκράτη και έχει ακόμα θηρορίνα. Σας έχω πει πως ήταν ψιλοκυριλέ γειτονιά το Παγκρατάκι. Φυσικά και η δική μας πολυκατοικία είχε πρόβλεψη για τη θέση. Οπότε προσελήφθη ο κύριος Αποστόλης με τα γυναικός και των δύο κοριτσιών του, ο οποίος δεν γινόταν να αγοράσει το σχεδόν πρώτο ορόφου διάρρη, καθότι το κτίριο ήταν κατασκευή του ΑΟΑ και αν δεν ανήκες στα ελληνικά στρατά δεν ήσουν δικαιούχο αγοράς.

Αλλά παραχωρήθηκε δωρεάν στο θηρορό, ούτε ρεύμα ούτε νερό πλήρωνε και έπαιρνε μισθό, σύμφωνοι όχι μεγάλο, που παραδόξως όλοι άντεχαν να πληρώνουν και όπως σας έχω ξαναπεί, μη βιαστείτε να πείτε πως οι στρατιωτικοί έπαιρναν τρελούς μισθούς, μύθος είναι αυτό. Εγώ λοιπόν κορίτσι κοινωνικό κατέβαινα συχνά στο διαράκι και έπαιζα με τα κορίτσια που δεν μπορώ να θυμηθώ τα ονόματα τους ούτε καν και τη σύζυγου.

Ήταν πολύ πολύ γλυκός και ευγενικός ο κύριος Αποστόλης. Βοηθούσε πραγματικά, σπάνια έπαιρνε χαρτζιλίκι ή τέλος πάντων δεν το απαιτούσε. Μοίραζε την αλληλογραφία, έλαμπε η πολυκατοικία που σε αυτό συνέβαλε και η γυναίκα του και παράπονο δεν είχαμε. Πέρασαν τα χρόνια, πήρε σύνταξη και όλοι αποφάσισαν πως νέο θυρονό δεν θέλουν Άρχισαν όμως κάποιοι να σκέφτονται την πιθανότητα να νοικιάσουν το διαράκι ώστε να μειωθούν κάπως τα κοινόχρηστα Βλέπε κυρίως το πετρέλαιο Οπότε τους ζήτησαν να φύγουν αφού δουλειά πια δεν έκαναν και τα κορίτσια είχαν φύγει πια για τη ζωή τους Άμπα είπαν αυτοί δεν το κουνάμε Τέσσερα χρόνια αργότερα και άπειρες αγωγές και εξώδικα βγήκε η απόφαση έξωσης.

Τέλος του 1988. Δύο μήνες διορία να φύγει εκεί ο Θελός. Αλλιώς κλητήρας, αστυνομία και όλα τα πράγματα στο δρόμο. Μια βδομάδα πριν τη λήξη της διορίας, άφαντο το ζεύγος το θηρορικό. Κλειδωμένη η πόρτα όμως, πώς να μπει μέσα κανείς. Την εντεταλμένη μέρα όλη η πολυκατοικία μαζεμένη στην είσοδο, εγώ σιγά μην έλειπα, με τους αρμόδιους, σύν την πυροσβεστική, ανοίγει επιτέλους η πόρτα και ο πυροσβέστης κάνει δυο βήματα πίσω.

Κοιτούν οι αστυνομικοί, μένουν άφωνοι. Κοιτάει και ο κλητήρας το ίδιο. Φωνάζουν το διαχειριστή και εμείς όλοι απ' έξω σκεφτόμαστε τα χειρότερα. Δηλαδή προετοιμαζόμαστε για τη χειρότερη εκδοχή κάτι να τους έχει συμβεί και να μη ζουν άρα να μην έφυγαν ποτέ καθώς κανείς δεν τους είδε εξάλλου να φεύγουν. Και ανατριχήλα μας πιάνει και χαμός και αρχίζει το σούσουρο.

Ο διαχειριστής κάνει νόημα στον μπαμπά μου. Φημισμένο για την ψυχραιμία του χάνονται για λίγο από το οπτικό πεδίο και βγαίνουν με μία έκφραση απόλυτης αηδίας κρατώντας τη μύτη τους στα όρια του αιμετού. Δεν είναι μέσα λένε, οπότε πια αρχίζουμε να πλησιάζουμε δειλά-δειλά να δούμε τι βλέπανε τόση ώρα. Και αυτό που είδαμε ήταν απίστευτο.

Παρεκτός ενός πολύ στενού διαδρόμου από την είσοδο, ίσα-ίσα μισό άνοιγμα πόρτα στο μπάνιο, στενός διάδρομος για κουζίνα, μια λωρίδα εκεί μέσα ίσα μέχρι το νεροχύτη και ίσα-ίσα μισή πόρτα για την κρεβατοκάμαρα με άδειο χώρο μόνο το κρεβάτι, όλο μα όλο μα όλο το υπόλοιπο διάρι συμπεριλαμβανομένου του υποτιθέμενου σαλονιού, όλο γεμάτο άπειρες μικρού μεγέθους πλαστικές σακούλες, χτισμένες περίτεχνα από το πάτωμα ως το ταβάνι, με μια μυρωδιά ακαθόριστα βρωμερή και συνάμα όχι, σαφώς κλεισούρας και συσσόρευσης.

Μα τι στο καλό, τι συνέβη εδώ, πώς, μα πώς, Οι άνθρωποι που μέχρι πριν κάποια χρόνια ήταν γλυκοίς και έμπιστοι είχαν μετατραπεί σε ρακοσιλέκτες. Εγώ τώρα πρώτη φορά δεν την άκουσα αυτή τη λέξη αφού είχε προηγηθεί το συμβάν στο βόλο με το σπίτι της γιαγιάς και τώρα καταλάβατε γιατί έπρεπε να πάω λίγο πίσω. Αλλά ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό πως άνθρωπος το παγκράτη μπορεί να του προκύψει αυτό.

Κάτω από τους ορούς και ανάμεσα ξεπρόβαλαν τα όποια έπιπλε είχε το ζεύγος από τα πριν χρόνια. Και το θέμα που προέκυπτε ήταν τι θα γίνουν όλα αυτά. Απευθύνεται ο διαχειριστής σε δικηγόρο. Κάπως αυτός βρίσκει τη μία κόρη, τη μεγαλύτερη, έρχεται από εκεί, φρικάρει με την κατάσταση, μας λέει πως χρόνια τα παιδιά δεν έχουν επαφή με τους γονείς τους, ούτε γνωρίζει που βρίσκονται, κάντε ό,τι θέλετε με ό,τι βρείτε μας λέει και εξαφανίζεται.

Οι υπόλοιποι συγκάτοικοι, πλην της οικογένειάς μας και της διπλανής από το διάρρυ οικογένειας, δηλώνουν ανίκανοι να μπουν εκεί μέσα, ανίκανοι να καθαρίσουν και παντελώς αδιάφοροι προς τα τυχόν ευρήματα. Συνεπώς, ασταλούν για complete distraction. Η έτερη οικογένεια και η δική μου είχε πρώτερη γνώση από παρόμοια περίπτωση όπου λέγανε πως και χρήματα είχαν βρει και αντικείμενα αξίας και άλλα πράγματα.

Εμάς όλους μας έτρωγε όμως και η περιέργεια. Το ομολογώ. Οπότε προμηθευόμαστε μάσκες τύπου καπνογόνου, γάντια χοντρά, πλαστικά, στολές χειρουργείου να φοράμε πάνω από τα ρούχα μας και μπουκάρουμε με μεθόδευση που πάει να πει ξεκινώντας από την είσοδο ανοίγουμε μία μία σακουλίτσα την ψάχνουμε και μετά πετούμε τα περιεχόμενα σε μεγάλες σακούλες στα σκουπίδια και πάει λέγοντας.

Βρήκαμε εκατομμύρια κορδελάκια υπολείμματα μοδιστρικής όπου θυμηθήκαμε πως τα καλά τα χρόνια η κυραργυρό αχ καλέ κοιτάτε που τη θυμήθηκα έραβε μαζί με άπειρα χάρτινα που πάνω τους τυλίγονταν οι κλωστές, ντεμίσαι και πεταλούδα. Βρήκαμε επίσης άπειρα χαρτιά από λογαριασμούς και αποδείξεις μέχρι σκισμένες σελίδες περιοδικών και εφημερίδων τσαλακωμένα εννοείται σε μικρά μπαλάκια και μέσα στις σακούλες.

Ανακαλύψαμε τον λόγο που δεν αναδύονταν βρωμερή πολύ μυρωδιά καθώς μέσα και ανάμεσα στις σακούλες υπήρχαν άπειρα αποξηραμένα πια μυρωδικά φυτά και βοτάνια. Βρήκαμε άδειες κονσέρβες, κουτάκια, βαζάκια που μέσα καμία περιουσία δεν έκρυβαν. Όσο άδειαζε το σπίτι, αρχίσαμε να βλέπουμε τα έπιπλα του ζευγαριού που τα θυμόμασταν και από παλιά. Έναν ωραιότατο μπουφέ ξύλινο σκαλιστό με τζαμάκια και μάρμαρο νησιώτικο στυλ αν με καταλαβαίνετε. Πολύ ωραία τραπεζαρία με τέσσερις καρέκλες, επίσης από σκαλιστό Ήταν εκτός μπρίζας και είχε μετατραπεί σε αποθηκευτικό χώρο εννοείται.

Η δε ηλεκτρική κουζίνα είχε επίσης σηκώσει στις πλάτες της ίσα με το ταβάνι άπειρες σακουλίτσες. Ό,τι κατανάλωναν μαγειρεύονταν σε ένα τρισάφιλο γκαζάκι που όταν το αντικρίσαμε συνειδητοποιήσαμε πόσο τυχεροί ήμασταν όλοι που δεν πήρε ποτέ φωτιά και το διαμέρισμα και όλη η πολυκατοικία μη σας πω. Α μισό, δεν σας είπα για την τουαλέτα, μεγάλο δωμάτιο δεν ήταν, είχε τηλεκάνη, έναν υπτήρα και μια καθιστή μπανιέρα που τελικά όντως που λέγει πολύ εκείνα τα χρόνια.

Ελεύθερη προς πρόσβαση ήταν μόνο η τουαλέτα και όλο το υπόλοιπο χτισμένο από σακουλίτσες. Δύο βδομάδες μετά, με απίθανη κούραση συσσωρευμένη και αειδία συνάμα, υπόψη ότι μπαίναμε πάντα όλοι μαζί υπό τη σκέψη της απόλυτης τιμιότητας, Επισημιότητας φτάνουμε επιτέλους και στην κρεβατοκάμαρα όπου αν θυμάστε ελεύθερο ήταν μόνο το κρεβάτι στρωμένο με κάτι συγκλονιστικά βρώμικα σεντόνια και γύρω του μηλιούνια οι σακουλίτσες οι οποίες επίσης δεν έκρυβαν τίποτα το συγκλονιστικό.

Σηκώνοντας το στρώμα είδαμε και πως από κάτω από το κρεβάτι υπήρχε σαβούρα και φυσικά το δωμάτιο είχε μία πολύ πολύ μεγάλη ντουλάπα απροσπέλαστη. Αφού πετάξαμε τα πάντα και την ανοίξαμε Είδαμε μέσα όλα τα ρούχα τους Εντάξει δεν ήταν και πάρα πολλά Και τα σεντόνια τους και πετσέτες Και ό,τι τέλος πάντων βάζει καθένα σε μια ντουλάπα Προσεκτικά διπλωμένα, πέντα κάθαρα Τακτοποιημένα βρε αυτάκια μου Και πολλά πολλά τραπεζομάντιλα Όλα τα ασπρόλουχα που λέμε του κουτιού όμως ήταν Αχρησιμοποίητα Πολλά πήρε η έτερη οικογένεια που είχε και εξοχικό, όπως και σχεδόν όλα τα επιπλάκια.

Εμείς δηλαδή, να πεις εγώ, πήρα κάτι κούπες και φλιτζανάκια, που τα έχω και ακόμα έχω να σας πω, κάποιες πετσέτες με την ούγια αφού σας λέω, και κάνα δυο τραπεζομάντυλια. Η μαμά δεν ήθελε τίποτα. Στα Κομοδίνα βρήκαμε και κάτι χρυσαφικά τύπου σταυρούς βαφτιστικούς, βρεχιολάκια και καδένες που δεν τα πήρε κανένα μας, παρά ξαναειδοποιήσαμε την κόρη να έρθει να τα παραλάβει.

Και ήρθε. Κατά όλους τους περίεργους νόμους της φυσικής και της χημίας το σπίτι δεν είχε την παραμικρή υγρασία ή μούχλα. Και τότε έρχεται ιδέα στη μαμά, σε πιαν άλλη εξάλλου, να προτείνουμε στη συνέλευση να το βάψουμε και να έρθω να μείνω εγώ με τον Νι καθότι η καρσονιερίτσα στο Βύρο να μας τελείωνε λόγω ιδιοκατοίκησης.

Και επειδή είχαμε συμμετάσχει στον καθαρισμό, και εγώ και ο Νι, για ένα χρόνο μηδένε νίκιο προς απόσβεση. Τίθεται το θέμα στη συνέλευση, όλοι συμφωνούν, ανακουφισμένοι γιατί δεν θα ανησυχούν ποιο θα μείνει και τι μέρος του λόγου θα είναι, και κάπως έτσι, αφού το βάψαμε εγώ και ο μπαμπάς μου και η μαμά μου, να σου η τζενούλα κάτω από τους γονείς της.

Και η συνέχεια έπεται. Σεις όμως ξέρετε τώρα. Like, follow αστεράκια, κουδουνάκια, στα Spotify και στα YouTube. Ήταν ένα επεισόδιο του εντελώς ανεξάρτητου podcast Drum to Terra. Να κρατάτε ζωντανές τις αναμνήσεις σας και να σας προσέχετε φιλάκια.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00