#37. Παιδικό παραμύθι: «Ο Μαυρής, το έξυπνο σκυλί»
Ιστορίες ΟυάουΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Η περιπέτεια του Μαυρή, του έξυπνου σκύλου είχε αίσιο τέλος! Τι ακριβώς έκανε όμως για να γίνει ήρωας; Θα το μάθουμε σε αυτό το επεισόδιο podcast! Καλή ακρόαση!
Αφήγηση: Δέσποινα Δημοπούλου
Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα αγαπημένα μου παραμύθια», Εκδόσεις: "ΑΘΗΝΑ"
Θα μας βρείτε στα social:
Facebook, Instagram & Tik Tok: @istories_ouaou
Η ηχογράφηση έγινε στο Polytropon Recording Studio
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
με λεπτή μουσούδα και έξυπνα μάτια. Εδώ και καιρό ζούσε σε μια μάντρα κοντά σε ένα κτίριο πυροσβεστών. Την ημέρα γύριζε γύρω από τις κουζίνες. Έψαχνε φαγητό, στους κουπιδόντανε κέδες και το βράδυ κρυβότανε σε μια γωνιά και κοιμόταν. Κανείς δεν τον είχε προσέξει. Κι έτσι δεν τον έδιωξε κανείς. Ήτανε τυχερός λοιπόν που έμενε εκεί.
Γιατί του άρεσε τόσο πολύ η ζωή των πυροσβεστών. Του άρεσε η σιρήνα, τα κοκκίνα αυτοκίνητα με τις ψηλές σκάλες και τους χοντρούς σωλήνες. Αχ, πώς θα ήθελα να τους δω την ώρα της δουλειάς, σκεφτότανε ο Μαυρής. Μια μέρα, αφού έφαγε του καλού καιρού που λέτε αποφάσισε να κάνει έναν περίπατο για να χωνέψει Έτσι έφτασε ως τον καράζ με τα πελώρια κόκκινα αυτοκίνητα Πήδηξε στο φτερό, από το φτερό στους σωλήνες και από εκεί στη στέγη Και εκεί, ενώ περιεργαζότανε τα γύρω ευχαριστημένος ακούει ξαφνικά τη σιρήνα πιν πον πιν πον πιν πον Νόμισε πως ονειρεύεται Αλλά όχι Ξαφνικά κατάλαβε πως το αυτοκίνητο έβαζε μπρος τη μηχανή του Φεύγανε λοιπόν για πρικαγιά Ω, τι ευτυχισμένος ένιωθε που θα έβλεπε τους πυροσβέστες την ώρα της δουλειάς τους Σαν φτάσανε μπροστά στο σπίτι που κεγόταν Το αυτοκίνητο σταμάτησε Ξεδίπλωσαν γρήγορα τους σωλήνες Ανέβηκαν τις σκάλες Και οι πυροσβέστες μπήκανε μέσα Ο μαυρής τους ακολούθησε Δεν θα τους εμποδίσω στη δουλειά τους, σκέφτηκε.
Αντίθετα θα τους βοηθήσω αν μπορώ. Το αυτί του μαυρή ακούει ξαφνικά κάτι κλάματα που κανένα άλλο αυτί δεν μπορεί να ακούσει. Τρέχει, στέκεται μπροστά σε μια κλειστή πόρτα και αρχίζει να ουρλιάζει. Ένας πυροσβέστης που φτάνει καταλαβαίνει τι θέλει να πει ο μαυρής και σπάει την πόρτα. Ο μαυρής τρέχει μέσα πριν από αυτόν και γυρνάει με ένα μωρό στην πλάτη του που το αφήνει μαλακά κάτω Ο πυροσβέστης το παίρνει και το βγάζει έξω Ο μαυρής ξαναγυρίζει, ουρλιάζει, πάει κοντά σε έναν άλλο πυροσβέστη και τον τραβάει προς το άλλο δωμάτιο Ο πυροσβέστης μπαίνει και βγάζει άλλο ένα παιδάκι Και ο μαυρής που δεν θέλει να βγει δίχως να φέρει τίποτα Τραβάει με τα πόδια του μια γνουδωτή αρκουδίτσα Και πηγαίνει να την ακουμπήσει πλάι στο πεδάκι Κοίταξε αυτόν τον σκύλο λέει ένας που τον παρακολουθούσε Εργάζεται όσο και ένας άνθρωπος Ναι είναι ένα σκύλο σπυροσβεστών Είναι γυμνασμένος και μάλιστα καλά του απαντάει ο άλλος Ο μαυρής που τους άκουσε ένιωσε πολύ περήφανος «Σκύλος πυροσβεστών! Τι τιμή!»
Σαν έσβησε η πυρκαγιά, πήγε και κάθισε μπροστά από το μεγάλο κόκκινο αυτοκίνητο και περίμενε. «Θα με πάρουν άραγε μαζί τους» αναρωτιόταν. «Ε, συνάδελφοι» ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή. «Μην ξεχάσουμε τον καλύτερο φίλο μας» και πηγαίνοντας κοντά στο μαυρή, του φόρεσε την κάσκα του. Ο μαυρή σηκώθηκε στα πίσω του πόδια όλο χαρά.
Ζήτω ο μεγάλος πυροσβέστης Πόναξαν όλοι μαζί και τον χειροκρότησαν Έτσι ο μαυρής έγινε πυροσβέστης Και ζούσε πια καλά στο κτίριο των πυροσβεστών Έτρωγε καλό φαΐ και το κυριότερο ήταν ευτυχισμένος
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα