Οδός Μακένζυ Κινγκ: Ο Πνευματιστής Ηγέτης και Σωτήρας της Θεσσαλονίκης
Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορίαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Σε αυτό το επεισόδιο, περπατάμε σε έναν από τους πιο ζωντανούς και ιστορικούς πεζόδρομους της Θεσσαλονίκης, την οδό Μακένζυ Κινγκ. Ποιος ήταν όμως ο άνθρωπος πίσω από το όνομα του δρόμου;
Ανακαλύψτε τη συναρπαστική «διπλή ζωή» του Ουίλιαμ Λυόν Μακένζι Κινγκ, του μακροβιότερου πρωθυπουργού στην ιστορία του Καναδά. Από τη μία πλευρά, ένας ορθολογιστής πολιτικός ηγέτης που οδήγησε τη χώρα του μέσα από τη Μεγάλη Ύφεση και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και από την άλλη, ένας μυστικός πνευματιστής που πραγματοποιούσε συνεδρίες μέντιουμ και συμβουλευόταν τα πνεύματα της μητέρας του, ιστορικών προσωπικοτήτων αλλά και των αγαπημένων του σκύλων.
Παράλληλα, εξερευνούμε τη σπουδαία ανθρωπιστική του προσφορά προς την Ελλάδα κατά τη γερμανική Κατοχή, όταν μέσω του Greek War Relief Fund εξασφάλισε κρίσιμες αποστολές σιταριού, σώζοντας χιλιάδες ανθρώπους από τον λιμό.
Τέλος, κάνουμε μια αρχιτεκτονική και αστική βόλτα στη σημερινή οδό:
- Το επιβλητικό «Κόκκινο Σπίτι» (Μέγαρο Λόγγου).
- Τον Ναό του Τιμίου Προδρόμου με τις κρυμμένες πρωτοχριστιανικές κατακόμβες.
- Το «Πάρκο του Καναδά» με το αυτόχθον γλυπτό Inukshuk, σύμβολο αλληλεγγύης που συνδέει τη Θεσσαλονίκη με την Οττάβα.
- Τη σύγχρονη ατμόσφαιρα του δρόμου με τους φοιτητές, τα καφέ και τους μουσικούς.
🎧 Ακούστε το επεισόδιο και ανακαλύψτε την ιστορία που κρύβεται κάτω από τα βήματά μας!
Music provided by: www.pixabay.com & www.mobygratis.com
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Το δρόμος που θα περπατήσουμε σήμερα έχει να κάνει και πολύ μάλιστα με πνευματιστές, γυάλινες σφαίρες και φαντάσματα. Είμαι ο Γιάννης Στεφανίδης και σας καλωσορίζω σε ένα ακόμα επεισόδιο της σειράς των podcast «Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία». Το ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο, αλλά και στα πνεύματα, ξεκινά. Αν περπατήσει κανείς σήμερα στην οδό McKenzie King στη Θεσσαλονίκη, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα σταματήσει για να πάρει ένα κούκι στο χέρι ή ίσως να καθίσει κάπου για pancakes, εκεί στην διασταύρωση με την Παύλου Μελά, ειδικά τα πρωινά, όταν γίνεται χαμός.
ή απλά θα χαζέψει τις βιτρίνες με τα παπούτσια και τα ρούχα. Είναι ένας δρόμος ας πούμε τρομερά ζωντανός, γεμάτος φωνές, σκήνεις, συμφιδητές, το κλασικό σύγχρονο κέντρο της πόλης. Αυτό όμως που μάλλον δεν περνάει καν από το μυαλό των περισσοτέρων περαστικών είναι ότι αυτός ο δρόμος, το όνομά του εννοώ, είναι το όνομα το οποίο ανήκει σε έναν άνθρωπο που διοικούσε μια ολόκληρη χώρα, μια σύμμαχο δύναμη, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και ο οποίος συζητούσε τακτικά με το πνεύμα του Λεοντάρντο Νταβίντσι και με τα νεκρά σκυλιά του.
Όπως ακριβώς το ακούσατε. Είναι μια από εκείνες τις ιστορικές αντιφάσεις που αν τις έβλεπες σε μια ταινία θα έλεγες αποκλείεται. Αυτό είναι υπερβολικό. Αλλά είναι απολύτως πραγματικό. Και έτσι η σημερινή μας έρευνα ξεφεύγει βασικά κατά πολύ από την απλή ιστορία για τα φαντάσματα ενός ιδιορυθμουγέτη. Ο στόχος μας σήμερα είναι άλλος.
Γιατί η ουσία της υπόθεσης κρύβεται στο πως η παγκόσμια διπλωματία, ένας πάρα πολύ σκληρός Βρετανικός ναυτικός αποκλεισμός και η απόλυτη πείνα στην κατεχόμενη Ελλάδα διασταυρώθηκαν με την προσωπική ευαισθησία αυτού του παράξενου ανθρώπου και άφησαν το αποτύπωμά τους σε αυτόν ακριβώς τον εμπορικό δρόμο. Λοιπόν, για να το καταλάβουμε όλο αυτό, νομίζω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από το ίδιο το σκηνικό, δηλαδή την ίδια την οδό.
Να δώσουμε λίγο την εικόνα. Δεν μιλάμε για μια τεράστια ατελείωτη λεωφόρο, είναι ένα σχετικά μικρός δρόμος. Ξεκινάει από την Αγία Σοφίας, συναντάει την Ικτίνου και καταλήγει στην Παυλουμελά. Ούτε καν 150 μέτρα. Και το ενδιαφέρον εδώ, διαβάζοντας τα ρεπορτάζ για τη σύγχρονη ζωή της πόλης, είναι η απίστευτη μεταμόρφωσή της.
Η μεταμόρφωσή της είναι τεράστια. Μέχρι πριν από κάπου 15 χρόνια, η γωνία της McKenzie King με την Ικτίνου ήταν ένα σημείο που μάλλον το απέφευγε στο βράδυ. Ήταν πολύ σκοτεινό. Τα ρεπορτάζ της εποχής κάνουν λόγο για μια κακόφημη περιοχή. Είχε καταγραφεί ιστορικά, με βαποράκια και ενηγητά από την αστυνομία. Γενικά ήταν μια τυφλή γωνία.
Σήμερα όμως η εικόνα είναι εντελώς αντίθετη. Μιλάμε για μια πλήρη αναβάθμιση. Βλέπεις μαγαζιά όπως το Sin Sin, το οποίο μάλιστα στεγάζεται σε ένα υπέροχο νεοκλασικό και μαζεύει πάρα πολύ κόσμο για κοκτέιλ και τέτοια πράγματα. Ένα κλασικό στέκι πλέον. και λίγο πιο κάτω, εκεί που ξεκινάει η Παύλου Μελά, το Εστέλα που λέγαμε, που έχει γίνει το συνώνυμο για τα pancakes.
Και να μην ξεχνάμε και τα ιστορικά καταστήματα όπως είναι το Νακ και το Μακένζι, τα οποία είναι χρόνια εκεί. Βέβαια για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με την πραγματικότητα του δρόμου, το περπάτημα δεν είναι και πολύ εύκολο, η κίνηση και τα μηχανάκια είναι πάντοτε ένα ζήτημα. Είναι ένας μόνιμος λαβύρινθος για τους πεζούς που σου υπενθυμίζει λίγο αυτήν την χαοτική γοητεία των ελληνικών πόλεων.
Αλλά ανάμεσα σε όλη αυτή τη φασαρία, τους καφέδες, τα μηχανάκια, υπάρχουν κάποια κτίρια που στέκονται σαν αγκυροβολημένα στον χρόνο. Σαν χρονοκάψουλες. Νομίζω ότι το πιο χαρακτηριστικό από αυτά, που όλοι το ξέρουν, είναι το κόκκινο σπίτι. Στη συμβολή με την Αγία Σοφίας. το Μέγαρο Λόγγου όπως είναι η επίσημη ονομασία του.
Αυτό το κτίριο δεν είναι απλώς ένα στολίδι. Είναι ένας πραγματικός επιζών. Κατασκευάστηκε το 1926 και σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Λεωνάρντο Τζενάρι με την επίβλεψη του μηχανικού Παναγιώτη Στάι και φτιάχτηκε για τον Γρηγόρη Λόγγου που ήταν ένας πάρα πολύ ισχυρός βιομήχανος κλωστοϊφαντουργίας από την Νάουσα. ο οποίος δεν κατάφερε να το χαρεί.
Η οικογένεια καταστράφηκε οικονομικά από μια πυρκαγιά το 1939 και εκεί ήταν που ξεκίνησαν οι αστικοί μύθοι για φαντάσματα και στοιχεία. Ο ένας μύθος διαδέχονταν τον άλλο, μέχρι που το παραμύθι με τις κατάρες έληξε οριστικά το 2006 όταν η εφορία νεωτέρων γνημίων της κεντρικής Μακεδονίας πρότεινε την αγορά του από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Το Υπουργείο Πολιτισμού, από την άλλη, προσπαθούσε για χρόνια να το απαλατριώσει. Έλεγα να το δώσουν για αμυγός πολιτιστική χρήση. Αλλά δεν τα κατάφεραν. Και τελικά, το 2014, η ιστορία του παίρνει μια εντελώς σύγχρονη εμπορική τροπή. Το αγόρασε ο Ιβάν Σαββίδης. Πέρασε στην ιδιοκτησία του. Κι έτσι σήμερα, αντί να είναι ένα ήσυχο μουσείο με τέσσερα επίπεδα, στέγαζε απλά μαγαζιά στο ισόγειο.
και είναι απίστευτο το πως αυτές οι ιστορίες για τα φαντάσματα κολλάνε με τον McKenzie King. Θα τα πούμε όλα στη συνέχεια. Όλα αυτά φυσικά μας δείχνουν πως η πόλη δεν βάζει την ιστορία της σε προθήκες. Την ζει. Και αυτό το βλέπεις ακόμα πιο έντονα λίγα βήματα πιο κάτω. Στη συμβολή με την Ικτίνου. Στο ναό του Τιμίου Προδρόμου.
Εκεί η ιστορία είναι πραγματικά συγκλονιστική γιατί το 1932 σκάβουν απλά ένα χωράφι έτσι για να χτίσουν μια οικοδομή και ενώ σκάβουν λοιπόν ξαφνικά το έδαφος υποχωρεί και βρίσκουν κάτι που δεν το περίμενε κανείς. Τι ακριβώς βρίσκουν? Ακούστε. Ήρθαν στο φως σπάνιοι αρχαιολογικοί θησαυροί και συγκεκριμένα οι κατακόμβες του Αγίου Ιωάννη όπως τις λέμε σήμερα.
Κατακόμβες δίπλα σε ένα ρωμαϊκό υδραγωγείο, ένα τεράστιας σημασίας παλαιοχριστιανικό έβριμα και εξαιτίας της ιερότητας του χώρου γύρω στο 1940 αποφασίζουν να χτίσουν εκεί έναν μικρό ναό, αρχικά ένα μικρό εκκλησάκι λοιπόν. Αλλά το μεγάλο αρχιτεκτονικό στήχημα ήρθε 50 χρόνια μετά, το 1990, με τον πατέρα Θεόφιλο. Τον πατέρα Θεόφιλο Τερεζάκη, ο οποίος ήθελε να επεκτείνει το ναό.
Αλλά πώς κτίζεις πάνω σε προστατευμένα αρχαία. Είναι μεγάλο πρόβλημα αυτό στην Ελλάδα. Και η λύση που βρήκαν ήτανε πρωτότυποι, αλλά είχε αρχίσει να γίνεται συχνή εκείνη την εποχή. Αντί να ρίξουν τσιμέντο, έφτιαξαν μια επέκταση από γυαλί και πρασινόλιθου. Το οποίο είναι και πανέμορφο αν το δεις. Μπαίνει το φως του ήλιου μέσα και νιώθεις σαν να είσαι σε έναν παραδεισένιο κήπο στη μέση της πόλης.
Αλλά το πιο τρελό είναι το δάπεδο. Αυτό το γυάλινο δάπεδο. Στέκεσαι μέσα στο ναό, κοιτάς κάτω και βλέπεις τα αρχαία ψηφιδωτά ακριβώς κάτω από τα παπούτσια σου. Βιώνεις τον ρωμαϊκό, τον βυζαντινό μέχρι και το μεσοπολεμικό και το σύγχρονο εμπορικό κόσμο. Όλα στο ίδιο τετραγωνικό μέτρο. Είναι αυτό που λέγαμε πριν. Η πόλη καταπίνει τον χρόνο.
Το οποίο μας φέρνει στην μεγάλη, σχεδόν παράλογη ερώτηση της σημερινής μας βόλτας. Έχουμε αυτόν τον δρόμο γεμάτη με όλη αυτή την ελληνική ιστορία και το όνομα στις ταμπέλες είναι William Lyon McKenzie King. Ένας Καναδός. Ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο άνθρωπος. Ο Μακένζι Κίνγκ είναι με κάθε μέτρο σύγκρισης ίσως η πιο επιδραστική πολιτική φιγούρα στην ιστορία του Καναδά.
Είναι ο δέκατος πρωθυπουργός της χώρας και παραμένει μέχρι και σήμερα ο μακροβιότερος. Κυβέρνησε για 22 ολόκληρα χρόνια, εκλέχθηκε 6 φορές και κράτησε το τιμόνι της χώρας του στις πιο δύσκολες περιόδους. Τη δεκαετία του 20, την μεγάλη ύφεση του 30 και φυσικά ολόκληρο τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Βέβαια, αν κοιτάξει κανείς το δημόσιο προφίλ του, εκείνη την εποχή θα έλεγε ότι ήτανε, πώς να το πω, ήτανε αφόρητα βαρετός.
Πολύ συντηρητικός ακόμα και για την εποχή του. Ένας αυστηρός γραφειοκράτης, ευσεβής χριστιανός, δεν παντρεύτηκε ποτέ και καθόλου χαρισματικός ομιλητής. Όμως, το 1950, μετά τον θάνατό του, όλα άλλαξαν. Τότε λοιπόν ανοίγουν τα προσωπικά του αρχεία και βρίσκουν 30.000 σελίδες από τα ημερολόγια του και αυτά που διάβασαν μέσα ουσιαστικά διέλυσαν την εικόνα του σοβαρού πολιτικού.
Είναι απίστευτο. Τα ημερολόγια αποκάλυψαν μια διπλή ζωή που κυριολογητικά κανείς δεν υποψιαζόταν. Τι ακριβώς έγραφαν. Ας δούμε λίγο το υπόβαθρο. Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο Κίνγκ είχε βιώσει τεράστιες απώλειες. Έχασε τους γονείς του, τα αδέλφια του και έμεινε ουσιαστικά ολομόναχος στον κόσμο. Είναι τραγικό αυτό σίγουρα.
Και αυτή η απέραντη μοναξιά σε συνδυασμό με το εξωπραγματικό βάρος του να διοικείς μια χώρα σε τόσο κρίσιμες στιγμές τον έσπρωξε σε μια απόλυτη αιμονή με τον πνευματισμό. Και για να καταλάβετε για τι μεγέθη μιλάμε, μιλάμε για έναν άνθρωπο που έπαιρνε κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις το πρωί και τα βράδια συμμετείχε σε σεάνς. Έτσι ακριβώς, καλούσε Μέντιουμ στο σπίτι του. Μέντιουμ διάβαζε τα φύλλα του Τσαγιού και το καλύτερο, είχε μια κρυστάλλινη σφαίρα, την οποία την είχε δίπλα στο μνημείο της μητέρας του, στο σπίτι του, στο Λόριερ Χάους.
Και δεν σταματάμε εκεί. Στα ημερολόγια γράφει και για συνομιλίες με πνεύματα. Πιστεύω ότι μιλούσε με την νεκρή μητέρα του, το Λεονάρντο Νταβίντσι. Με τον Φραγκλίνο Ρούσβελτ, αφού είχε πεθάνει φυσικά, με την Φλόρενς Νάιτγκεϊλ. Και το πιο σουρεαλιστικό το έχω αφήσει για το τέλος. Μιλούσε με τα σκυλιά του. Έγραφε ότι επικοινωνούσε με τα νεκρά του σκυλιά, ειδικά τον Πατ, το Ιρλανδικό του τεριέ.
Και εδώ πρέπει να κάνουμε μια απάυση νομίζω. Γιατί σκεφτείτε το όπως ακριβώς είναι. Ο ηγέτης του Καναδά απέναντι στον Άξονα να παίρνει συμβουλές από ένα τεριέ. Ακούγεται εντελώς τρελό, το ξέρω. Δηλαδή όταν αποκαλύφθηκε όλο αυτό δεν έγινε χαμός. Δεν σκέφτηκε ο κόσμος ότι ο πόλεμος ενορχιστρώνονταν από φαντάσματα. Είναι απόλυτα λογικό να το σκεφτεί κανείς κάποιος έτσι έτσι δεν είναι.
Και πράγματι, υπήρξε τεράστιο σοκ όταν δημοσιεύτηκαν όλα αυτά. Αλλά τι έδειξε η ιστορική έρευνα. Εδώ οι ιστορικοί, όπως ο Στέισι που μελέτησε πάρα πολύ το θέμα, κατέληξαν σε ένα πολύ συγκεκριμένο συμπέρασμα. Ότι ο Κίνγκ ποτέ, μα πραγματικά ποτέ, δεν άφηνε τα φαντάσματα ή τον πνευματισμό να υπαγορεύουν την επίσημη του πολιτική.
Δηλαδή, δεν έστελνε στρατό κάπου επειδή του το είχε πει ένα μέντιουμ, Άρα δεν ήταν μια μυστικιστική κυβέρνηση από το υπερπέραν Ήταν πιο πολύ κάτι σαν μια προσωπική ψυχοθεραπεία ίσως Έτσι ακριβώς ήταν η δική του ψυχοθεραπεία Δεν μπορούσε να δείξει αδυναμία σε κανέναν Και ο πνευματισμός ήταν απλά ο τρόπος να τα διαχειρίζεται Και να διαχειρίζεται το άγχος του δηλαδή Το οποίο προφανώς δούλευε Γιατί παρά το σοκ και τις αποκαλύψεις Σε μια ψηφοφορία του 1997 ψηφίστηκε και πάλι ως ο σπουδαιότερος πρωθυπουργός του Καναδά.
Άρα ο κόσμος κατάλαβε ότι την ημέρα ήτανε απόλυτα πραγματιστής. Το βράδυ τώρα έκανε κάτι άλλο. Οπότε έχουμε αυτόν τον πανέξυπνο ιδιορρύθμο και βαθιά μελαγχολικό ηγέτη στον Καναδά. Αλλά το ερώτημα παραμένει. Πώς συνδέεται αυτός ο άνθρωπος με την Ελλάδα και γιατί να δώσουν το όνομά του σε δρόμους. Και εδώ είναι που πρέπει να μεταφερθούμε πίσω στο 1941 και μάλιστα στο πιο σκοτεινό, ίσως το πιο βαρύ χειμώνα της νεότερης ιστορίας μας, τον χειμώνα της Μεγάλης Πίνας, τον χειμώνα του 1941-1942.
Η Ελλάδα ήταν η υποκατοχή. Γερμανοί και Ιταλοί είχαν επιτάξει τα πάντα, ειδικά τα τρόφιμα. Σύμφωνα με τα διπλωματικά αρχαία της εποχής, η παραγωγή απλά εξαφανίστηκε. Όμως, και εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα διπλωματικά, γιατί η καταστροφή δεν ήρθε μόνο από τον Άξονα. Ήρθε παραδόξως και από τους ίδιους τους συμμάχους, γιατί υπήρχε τότε ο λεγόμενος Βρετανικός Ναυτικός Αποκλεισμός.
Ένας αποκλεισμός που οργανώθηκε από το Βρετανικό Υπουργείο Οικονομικού Πολέμου. Και εδώ νομίζω ότι πρέπει να δούμε τα πράγματα πολύ ψύχρεμα, κοιτάζοντας την στρατηγική λογική της Μεγάλης Βρετανίας. Ήταν θέμα επιβίωσης για αυτούς. Η Μεγάλη Βρετανία πάλευε απέναντι στην ναζιστική Γερμανία και η λογική τους ήταν αμήλικτη.
Κανένα πλοίο με προμήθειες δεν μπαίνει στην κατεχόμενη Ευρώπη, γιατί φοβόντουσαν ότι, εάν έστελναν τρόφιμα για παραδείγμα στην Ελλάδα, θα τα άρπαζαν οι γερμανικές δυνάμεις. Οπότε, στρατηγικά, έπρεπε να κλείσουν τα πάντα, ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως ο ντόπιος πληθυσμός, δηλαδή οι Έλληνες, θα λιμοκτονούσαν. Και νομικά, βασίζονταν στο διεθνές δίκαιο που έλεγε ότι η σύτηση είναι ευθύνη του κατακτητή.
Αλλά η πραγματικότητα ήταν ότι στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, όλο αυτό ήταν ένα σεφιάλτης. Ο κόσμος πέθαινε στους δρόμους. Και που κολλάει ο McKenzie King σε όλο αυτό. κολλάει στο ότι ο Κίνγκ είχε έναν βαθύ σχεδόν ρομαντικό θαυμασμό για την Ελλάδα. Υπάρχει μία δήλωση που έκανε τον Απρίλιο του 1941 όταν μπήκαν στην Ελλάδα οι Γερμανοί.
Είχε πει «Όταν η κοιτίδα του ευγενέστερου πολιτισμού υφίσταται τέτοια επίθεση, η θέση όλων των πραγματικών ανθρώπων είναι στο πλευρό της». Μια όντως δυνατή δήλωση. Αλλά τώρα σκεφτείτε την τεράστια αντίφαση. Δηλαδή από την μία έχουμε τη Μεγάλη Βρετανία, που ήταν ο στενότερος σύμμαχος του Καναδά, η οποία λέει αφήστε τους να πεινάσουν για να λυγίσει ο άξονας.
Και από την άλλη έχουμε τον Κίνγκ που λέει πρέπει να τους σώσουμε. Αυτό είναι τρομερά δύσκολο. Πώς προσπαθείς να σπάσεις τον αποκλεισμό του ίδιου του σύμμαχου σου, Χωρίς φυσικά να προκαλέσεις έναν διπλωματικό πόλεμο μέσα σε έναν κανονικό πόλεμο. Εδώ ακριβώς φαίνεται η διπλωματική του ιδιοφία. Ήξερε ότι δεν μπορούσε απλά να στείλει κανά δικά πλοία και να συγκρουστεί με το Βρετανικό Ναυτικό.
Προφανώς όλο αυτό θα ήταν καταστροφικό. Άρα τι έκανε. Οργάνωσε την ανθρωπιστική βοήθεια αλλιώς. Με τη βοήθεια ανθρώπων όπως ο τραπεζίτης Jackson Ponce έφτιαξαν το Greek War Relief Fund. Ένα ταμείο βοήθειας δηλαδή και κινητοποίησαν δεκάδες πόλεις στον Καναδά. Συγκέντρωσαν σχεδόν μισό εκατομμύριο δολάρια που τότε ήταν ένα αδιανόητο ποσό.
Και προσθέστε και σιτάρι και φάρμακα και άλλα πολλά. Εξαιρετικό από μόνο του. Αλλά το θέμα παραμένει. Πώς τα περνάς αυτά μέσα από τον ναυτικό αποκλεισμό. Εδώ μπήκαν στο παιχνίδι λοιπόν οι ουδέτεροι. Ο Κίνγκ πίεσε την Μεγάλη Βρετανία και τους πρότεινε να χρησιμοποιήσουνε σουηδικά πλοία, μια και η Σουηδία ήταν μια ουδέτερη χώρα. Αν χρησιμοποιούσαν σουηδικά πλοία λοιπόν και αν η διανομή γινόταν υπό την αυστηρή εποπτεία του Ερυθρού Σταυρού, τότε τα τρόφιμα δεν θα μπορούσαν να καταλήξουν στους Γερμανούς, θα πήγαιναν αποκλειστικά στους Έλληνες.
Είναι καταπληκτικό δεν νομίζετε. Βρήκε το τέλειο παραθυράκι. Έτσι δημιούργησε την πρώτη μεγάλη ρογμή στην αδιάλακτη πολιτική του Τσόρτσιλ. Είναι μια κλασική περίπτωση όπου οι αλληλεγγυοί καταφέρνουν να λυγίσει, έστω και για λίγο φυσικά, την απόλυτα ψυχρή στρατιωτική στρατηγική. Και η ρογμή αυτή ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για την Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού η οποία έσωσε χιλιάδες ζωές αναφυσβήτητα.
Χιλιάδες. Και γι' αυτό οι Έλληνες δεν το ξέχασαν ποτέ. Το 1947 με το που τελείωσε ο πόλεμος αποφάσισαν να τον τιμήσουν. Έδωσαν το όνομά τους σε δρόμους και στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη και πως αντέδρασε ο ίδιος. Διαβάζοντας τα ημερολόγια του, αυτό νομίζω είχε τεράστιο ενδιαφέρον, γιατί όταν το έμαθε, πήγε ξανά στα αγαπημένα του ημερολόγια, μακριά από τον κόσμο και έγραψε ότι αυτή ήταν η μεγαλύτερη τιμή που του είχε γίνει σε ολόκληρη τη δημόσια ζωή του.
Τιμή για έναν άνθρωπο που κυβερνούσε τον Καναδά για 22 χρόνια. Και το ακόμα πιο ωραίο είναι ότι αυτή η σχέση δεν σταματάει το 1947. Πήρε μια πολύ σύγχρονη και απτή μορφή μόλις πριν από 12 χρόνια. Ακριβώς πάνω σε αυτόν τον δρόμο. Και αναφέρομαι στο πάρκο του Καναδά το 2014. Φυσικά τώρα δεν θα το φρίντε αυτό το πάρκο. Είναι πραγματικά ένα ιδιαίτερο μνημείο. Δεν ήταν μια κλασική υπορτομή όπως την έχουμε συνηθίσει. Καμία σχέση. Ήταν ένα Ινοξούκ φτιαγμένο από τον γλύπτη Γεώργιο Παυλίδη με τεράστιες πέτρες από την Εύβοια τις οποίες λάξευσε με έναν αρχαϊκό τρόπο για να ταιριάζει με το στυλ.
Αλλά εδώ θέλω να σας εξηγήσω λίγο τι είναι το Ινοξούκ. Γιατί δεν είναι κάτι γνωστό στην Ελλάδα. Το Ινοξούκ είναι ένα παραδοσιακό πανάρχιο εργαλείο επιβίωσης των ηθαγενών Ινουίτ στον Καναδά, των ανθρώπων που ζουν στην Αρκτική. Η εικόνα ενός τεριουγλυπτού αποτέλεσε και το λογότυπο των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν στο Βανκούβερ το 2010, αν το θυμάστε.
Στη γλώσσα τους σημαίνει να ενεργείς με την ιδιότητα του ανθρώπου. Είναι πέτρινες τύβες φτιαγμένες να μοιάζουν με ανθρώπους που χτίζονται μέσα στο αχανές παγωμένο τοπίο. εκεί που όλα είναι λευκά και ίδια και λειτουργούσαν σαν οδηγοί. Έδειχναν στους ταξιδιώτες που έχει ασφαλές πέρασμα, που υπάρχει καταφύγιο, που υπάρχει φαγητό.
Ήταν σαν να έλεγαν «πέρασε κάποιος από εδώ, δεν είσαι μόνος σου». Ανατριχιαστικό με την καλή έννοια φυσικά. Και εδώ υπάρχει μια αρχιτεκτονική και αγιογραφική λεπτομέρεια που ειλικρινά σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Το μνημείο αυτό στη Θεσσαλονίκη έχει ύψος γύρω στο 1,60. Εάν το παρατηρήσει κανείς, τα χέρια αυτού του πέτρου ανθρώπου δεν είναι συμμετρικά, το ένα μπράτσο είναι στραμμένο βορειοδυτικά.
Δεν δείχνει φυσικά τον γεωγραφικό βορρά, δείχνει κάτι πολύ συγκεκριμένο. Αν τραβήξεις μια νοητή ευθεία από εκείνο το χέρι και ταξιδέψεις 7,5 εκατομμύρια μέτρα πάνω από την Ευρώπη και τον Ατλαντικό, καταλήγεις πού? Καταλήγει στην Οτάβα. Ακριβώς, στο δημαρχείο της Οτάβα. Είναι μια τεράστια πέτρινη πηξίδα που δεν δείχνει το βορρά, αλλά την κατεύθυνση από την οποία ήρθε η βοήθεια.
Ο συμβολισμός είναι απλά συγκλονιστικός. Γιατί, για σκέψτε το λίγο, έχει σε ένα μνημείο επιβίωσης των Ιθαγενών της Αρκτικής, τοποθετημένο δίπλα σε βυζαντινές κατακόμβες και ψηφιδωτά και όλα αυτά δίπλα σε μαγαζιά με κούκκες και πάνκεϊκς. Είναι η απόδειξη ότι η ιστορία δεν είναι ένας βαρετός κατάλογος γεγονότων, αλλά μία γέφυρα ενσυναίσθησης.
Δυστυχώς τώρα η συνέχεια αυτής της ιστορίας δεν είναι αυτή που θα ήθελα ή αυτή που θα έπρεπε. Οι αποκαταστάσεις βέβαια έγιναν και ήταν πολλές, όσες φυσικά και οι βεβηλώσεις. Το γλυπτό αυτό βανδαλίστηκε τόσες φορές που ο πρόξενος του Καναδά απίβδησε και ζήτησε να απομακρυνθεί. Το προξενείο δηλαδή του Καναδά είδε και αποείδε με αυτές τις διαρκείς βεβηλώσεις και έφτασε σε αυτή την απόφαση, της αποκαθήλωσης.
Αυτό λοιπόν επικυρώθηκε και από το Δημοτικό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης. Τελικά σε μερικές πόλεις δεν αξίζουν τα γλυπτά. Αποχαιρέτησέ το λοιπόν. Και έτσι σήμερα βρήκε καταφύγιο στο προαύλιο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου. Ντροπή. Τίποτε άλλο. Νομίζω ότι είναι μια απίστευτη διαδρομή αυτή που διανύσαμε σήμερα. Ξεκινήσαμε από έναν εμπορικό δρόμο με κούκκυς και μηχανάκια.
Βουτήξαμε στο μυαλό ενός βαθιά μοναχικού ηγέτη που έψαχνε παρηγοριά σε πνεύματα και στο νεκρό του σκύλο, τον Πατ. Είδαμε πως αυτός ο άνθρωπος πίεσε διπλωματικά για να σπάσει τον μοιραίο ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας και ένωσε την Μεσόγειο με τον Καναδά. Είναι μια ολόκληρη συμφωνία ανθρώπινης δράσης κρυμμένη σε ελάχιστα οικοδομικά τετράγωνα.
Αλλά κλείνοντας υπάρχει μια σκέψη που ειλικρινά δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου. Αφού ο Μακένζι Κίνγκ πίστευε τόσο ακράδαντα σε πνεύματα και ότι όλα αυτά συνυπάρχουν μαζί μας, ότι δεν φεύγουν, απλά μας παρακολουθούν, αναρωτιέται κανείς το δικό του πνεύμα πώς νιώθει. Μήπως έχει πλέον ένα μόνιμο στέκι χιλιάδες μίλια μακριά?
Μήπως βλέπει άραγε από ψηλά τους φοιτητές να γελούν, να πίνουν καφέ δίπλα στο κόκκινο σπίτι και τις αρχές κατακόμβες σε μια πόλη που ο ίδιος βοήθησε ουσιαστικά να παραμένει ζωντανή. Ειλικρινά, είναι μια σκέψη που σε ακολουθεί και σου αλλάζει εντελώς την οπτική όταν περπατάς εκεί. Τελικά λοιπόν η ιστορική έρευνα λειτουργεί σαν ένας μαγικός φακός.
Κάνει την πραγματικότητά μας, ακόμα και τα πεζοδρόμια που πατάμε μηχανικά πηγαίνοντας στη δουλειά μας, να φαίνονται απίστευτα πιο βαθιά και πιο συναρπαστικά. Σας ευχαριστώ που για ακόμη μια φορά περπατήσατε μαζί μου στον χώρο και στον χρόνο. Εάν σας άρεσε αυτή η βόλτα, το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να με ακολουθήσετε.
Καλό υπόλοιπο ημέρας και μην ξεχνάτε ότι κάθε δρόμος έχει τη δική του ιστορία. Στεφανίδης, over and out.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα