Κάθε τόπος ενας θρύλος - Κάλυμνος
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΠΑΛΟΝΙΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Στην μακρινή Κάλυμνο βρεθήκαμε και συνομιλήσαμε με τα παιδιά του 2ου Δημοτικού Χώρας. Πολλά και θαυμαστά τα όσα ακουσαμε για τις παραδόσεις και τους θρύλους του νησιού, αλλά ακόμη πιο μοναδικό το παραμύθι που έφτιαξαν.
Ευχαριστούμε πολύ για τη συνεργασία και το κάλεσμα τους εκπαιδευτικούς του σχολείου.
Αφήγηση - Υλοποίηση επεισοδίου Ειρήνη Νικολακοπούλου Βιργινία Κοκκίνου
Μουσική
ES_Grieg_ Peer Gynt Suite No. 1, Op. 46_ No. 4, In the Hall of the Mountain King - Odyssey Orchestra
ES_House of Horror - Experia
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
και να ανακαλύπτουμε τα μυστικά της παράδοσης. που είχε για χρόνια εξαφανίσει σχεδόν όλα τα σφουγγάρια στη Μεσόγειο, ασχολούνται περισσότεροι με την Αλήλεια. Σε αυτό το νησί βρεθήκαμε λοιπόν και είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τα παιδιά του Δεύτερου Δημοτικού Χώρες Καλύμνου. Μαζί τους εξερευνήσαμε τις παραδόσεις, τους θρύλους του νησιού και πιστέψτε μας, είχαν πολλά ενδιαφέροντα να μας πούν.
Ας δώσουμε όμως τον λόγο στα παιδιά. Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε τη λέξη παράδοση. Σφουγγάρια. Δηλαδή. Βουτάει ένας άνθρωπος μέσα στη θάλασσα, σφουγγαράς, με ένα σαστολί, σιδερένια, και τον βάζουν με ένα σαμαρκούτσο, ναι, μέσα στη θάλασσα. και μόλις βγάλει ασκητά σφουγγάρια τον τραβάνε πάνω. Ο προπαππούς μου που ήταν σφουγγαράς πνίγηκε στη θάλασσα γιατί δεν τον τραβήξανε έναν κεραβάνο.
Και εμένα ο παππούς μου που ήταν σφουγγαράς πέθανε αλλά έχουμε ακόμα τα σφουγγάρια του στο σπίτι. Τα Πασχαλινά έθιμα το Πάσχα με τους δυναμίτες. Δηλαδή? Κάθε Πάσχα όταν ερχόμαστε εδώ πέρα οι δυναμίτες είναι πολύ ωραίοι Εμείς έχουμε έθιμο γενικά το πέταγμα των δυναμίτων από το ένα βουνό στο άλλο Και συγκρούονται οι δυναμίτες με ταυτόχρονα Είναι κάτι όμως ξεχωριστό στο δικό σας το νησί που δεν υπάρχει σε άλλα νησιά Ναι Τι Ας πούμε το Μούρι Μαρνή που έχει μέσα και ρύζι και έχει μέσα τα έντερα Ε, αυτά Ένα παραδοσιακό φαγητό εδώ στην Κάλιμπ είναι τα φύλλα Δηλαδή κάθε φορά την Κυριακή συνήθως οι γιαγιάδες φτιάχνουν κυμά με ρύζι Και μεζεύουν φύλλα από τα χωράφια και φτιάχνουν τα φύλλα Μερμιζέλη Τι είναι το παρμιζέι?
Είναι μια σαλάτα που βάζεις μέσα φέτα, παξιμάδια, μαγκούρι και ντομάτα. Είναι δύο. Για πες. Το ένα είναι το σουβλάκι γιατί αλλού δεν έχει. Δεν έχει σουβλάκια? Αλλού δεν έχει. Λες πω, μέσα στο Βέλγιο δεν έχει. Α, ναι, σε άλλες χώρες. Και όταν είχα πάει είχα πέσει σε κατάθλιψη. Και τα βουνά. Έρχονται πολλοί ορειβάτες για τα βουνά μας Λένε ότι είναι ωραία Όταν πετάγανε δυναμίτες τα παλιά χρόνια Κάηκε ένα από τα δύο βουνά Τι είναι θρύλος Είναι σαν κάτι μια ιστορία Αλλά δεν είναι πραγματική ιστορία Έχετε στο μυαλό σας κάνατε ποιο θρύλο Παλιά ο μπαμπάς μου πήγαινε με τους φίλους του Σε μια περιοχή της Καλύμνου Ένα κάστρο Το κάστρο της Χρυσοχεριάς Και εκεί πέρα λένε ότι θάψανε έναν άνθρωπο και αυτός έγινε ευρικόλακος.
Ευρικόλακος. Ένας τρύλος ας πούμε, έχει συμβεί αλλά μέσα έχει κάποια μικρά ψέματα. Ας πούμε οι κουλουμούντρενες ήταν δύο αδερφές που μία είχε φτιαρει και άλλη είχε χτένα και όταν κάποιος περνούσε... Τι? Δεν είδα και σε καλή κατάσταση. Τι του έκαναν καλέ? Ε, διότι τον αφήνανε κάτω. Και μια γυναίκα που πέρασε είχε ψωμί από την εκκλησία και δεν της έκανε τίποτα.
Για τις 7 απαρθένες ήταν εδώ στο κάστρο, ήταν 7 απαρθένες που πήγαιναν κάθε πρωί κάτω στο θέρμα για να πλύνουν τα ρούχα τους. επειδή δεν είχαν εκείνη την εποχή πλυντήρια και περνούσε ένα καράβι με πειρατές και τις είδε και αυτές τρέχανε ρίξαν άγγερα και εκείνοι έτρεχαν από πίσω τους και βρήκαν μια σπηλιά που έλεγαν πολλά πως όταν έμπαιναν κάποιος μέσα εξαφανιζόταν μπήκαν μέσα και εξαφανίστηκαν Μπήκαν και οι πειρατές και εκείνοι ξεφνέστηκαν.
Και μετά από πολλά χρόνια λέγανε όταν έμπαιρνες μέσα ακούς τις φωνές τους να τσιρίζουν. Υπάρχει ένα σπίτι που είναι κοντά στο σχολείο μας. Είναι από πίσω του σχολείου μας και από μέσα έχει ένα τραπέζι που έχει πάνω ένα κερί και ποτέ δεν σβήνει. Ακόμα και αν βρέξει δεν σβήνει. Για την πυρκίπισσα της Τελένδου. Η πυρκίψα της Δελένδου μια φορά έχει δει ένα σφουγγαρά μέσα στη θάλασσα Και εκείνη τον ερωτεύτηκε Και ο σφουγγαράς έτσι όπως ήταν πέθανε στη θάλασσα Και μετά κι εκείνη έπεσε κάτω από τη θλίψη της Και πληγήκε κι εκείνη Και μετά Και μετά όταν πας στη Δέλενδο σε ένα τυχάκι, πώς να το πω τώρα, θα δεις το πρόσωπο της Πρικύπησας.
Βάλει, ξανά στις κάστρες της Χρυσοχηβιάς. Κάτω από το κάστρο υπάρχει μια μεγάλη σπηλιά που εκεί λένε ότι έχει ένα μεγάλο τεράστιο φίδι και ότι εκεί έχει μέσα χρυσό και δεν μπορούν να το πάρουν γιατί είναι εκεί το μεγάλο φίδι. Μου είπε ο μπαμπάζι μου ότι δεν ξέρω παλιά πηγαίνανε στους τάφους και χτυπούσανε με ξύλα τους τάφους για να βγήκε καλά το πνεύμα τους.
Και ήτανε μια μέρα συγκεκριμένη που το κάνανε. Μια γυναίκα που ήταν έγκυος και έπρεπε να γεννήσει. Και οι νεράιδες πήγανε να ζητήσουν βοήθεια από μία γιατρό. από μία γετρό και πήγανε και της λένε θέλουμε να άμα μπορείς να έρθεις να ξενήσεις εκείνοι προχωρούσαν να πάνε στο μέρος αλλά οι δύο νεράιδες κάτι λέγανε ανέμεταξύ τους προχωρήσαν πήγαν εκεί πέρα ξενεγέννησε την κοπέλα και μετά και καλά για λεφτά για δώρο, της δώσανε κάτι...
κρεμμύδια, φλούδα κρεμμυδιού. Και μέσα είχε λεφτά, αλλά δεν το ήξερε η κοπέλα ότι είχε λεφτά και καλά επειδή δεν της δώσανε τίποτα, το πήγε και τα πέταξε. Εσείς εδώ ακούτε παραδοσιακή μουσική. Υπάρχει ένα που δεν ξέρω όταν το ρωτήσω, θα πω ένα στίχο. Με το ένα, με το δύο, με το τρία. Ποιος μπορεί να πει, ποιος μπορεί να πει, πως δεν είναι η Κάλιμνο στο πιο ωραίο νησί.
Ήταν ένας άνθρωπος που το είχε φτιάξει και οι σφουγγαράδες το χορεύανε πάνω στο πλοίο. Νομίζω τα τραγουδούσαν για να δώσουν θάρρος. Ότι στην Κάλιμνο υπάρχει και ένας και παραδοσιακός χορός ίσως. Εγώ αυτό που θα πω τώρα είναι σχετικά με τις παραδόσεις που έχει χαθεί με τα χρόνια. Είναι το ποκίνημα της Καλύμνου που όταν έφευγαν τις φουγγαράδες οι γυναίκες τους κάναν χορό, πέραναν και μαντήλια και τα ακουνούσαν σαν ένα αποχαιρετισμό.
Και όταν γυρνούσανε, μάμα έβλεπαν μαύρο πανίστεο καράβι. Σήμερα ότι κάποιος έχει πεθάνει. Όλες οι γυναίκες τότε άρχισαν να κλαίνουν. Αφού ταξιδέψαμε με τα παιδιά στην ιστορία και τις παραδόσεις του νησιού φτιάξαμε και το παραμύθι μας συνδυάζοντας πολλά από τα στοιχεία που μοιράστηκαν μαζί μας Καθίστε λοιπόν αναπαυτικά και απολαύστε το Ο Αηγιώργης και το Ιφαίστειο Μια φορά και έναν καιρό, στο νησί της Καλύμνου, ο Άη Γιώργης αγρυπνούσε πάνω από τους ψαράδες και τους φουνκαράδες.
Καθισμένος στο πέτρινο κάστρο του στη χώρα, κοιτούσε το πέλαγος. Ξαφνικά, ο αέρας μύρισε θιάφι και η θάλασσα άρχισε να βράζει. Από το απέναντι νησί την Ίσυρο, μαύρος καπνό σκέπασε τον ήλιο. Ο Άη Γιώργης κατάλαβε αμέσως. Αυτό ήταν έργο του εξαποδό. Ο πονηρός αυτός ήθελε να ξυπνήσει το υφαίστη για να γεμίσει τον κόσμο φωτιά και σκοτάδι.
«Όχι όσο είμαι εγώ εδώ», φώναξε ο ήρωάς μας. Καβάλισε το λευκό του άλογο, πήρε το σπαθί του και ξεκίνησε για τη μεγάλη μάχη. Κατηφορήσοντας από τη χώρα προς το λιμάνι, ο δρόμος κόπηκε στα δυο. Ένας πελώριος μαύρος τείχος από πέτριχη ψωθεί και πάνω του σφυρίζανε εκατοντάδες φίδια. Ήταν η φύλακης του περάσματος Για να πέσει ο τείχος χρειαζόταν το χρυσό κλειδί της καλύμνου Ο Άγιος Γιώργης του ζήτησε τον χάρτη για να βρει το κλειδί Τα φίδια όμως δεν θα του τον έδιναν έτσι απλά Θα σου δώσουμε το χάρτη σφίριξε το μεγαλύτερο φίδι Αλλά με ένα τίμημα Θέλουμε τη φωτιά από το λιχνάρι σου Είμαστε καταδικασμένα να ζούμε στο κρύο σκοτάδι Αν μας δώσεις αυτή τη ζεστή αιώνια φλόγα Θα ζεσταθούμε, θα βγάλουμε φτερά και θα πετάξουμε ελεύθερα Ο Αηγιώργης δέχτηκε Άγγιξε το παλιό ριχάλκινο λιχνάρι του Πήρε μια σπίθα καθαρής φλόγας και τη σκόρπισε πάνω τους Τα φίδια μεταμορφώθηκαν σε λευκά περιστέρια και πριν πετάξουν του άφησαν το χάρτη Ο χάρτης τον οδήγησε βαθιά σε μια κρυφή σπηλιά στο βαθύ
Εκεί θαμμένο κάτω από το χώμα βρήκε το χρυσό κλειδί Επέστρεψε, άνοιξε την αόρατη κλειδαριά του τείχου και οι μαύρες πέτρες έγιναν σκόνη Συνέχισε έτσι να πηγαίνει προς τη θάλασσα Μα ο αέρας έγινε άξαφνα βαρύς Και η γη άρχισε να τρέμει κάτω από τις οπλές του αλόγου του Ο δρόμος στένεψε και μπροστά του ορθώθηκε μια βαριά σιδερένια πύλη Φτιαγμένη από μαύρο μέταλλο και καρφιά Που είχε στήσει ο εξαποδό για να του κόψει τη φόρα Η πύλη δεν είχε πόμολο ούτε κλειδαριά Μόνο κάτι παράξενα φωτεινά γράμματα που έμοιαζε να καίνε πάνω στο σίδερο.
Καθώς ο Αγιώργης πλησίασε, μια βαθιά απόκοσμη φωνή βγήκε μέσα από τις χαραμάδες της πύλης διαβάζοντας τις λέξεις. «Δεν έχω φωνή, αλλά σου μιλώ. Δεν έχω πόδια, αλλά σ' ακολουθώ. Στο σκοτάδι χάνομαι, στο φως γεννιέμαι. Τι είμαι». Η φωνή πρόσθεσε με ένα μοχθηρό γέλιο «Έχεις μόνο τρεις προσπάθειες η ήρωα της Καλύμνου Αν αποτύχεις η πύλη θα σε ρουφήξει μέσα της για πάντα»
Ο Αηγιώργης σταμάτησε το αλογό του Ο χρόνος πίεζε, οι καπνοί από το ηφαίστειο πλήθαιναν και έπρεπε να σκεφτεί καθαρά «Τι μιλάει χωρίς φωνή» αναλογίστηκε Μήπως είναι ο αντίλαλος στα βράχια του νησιού Το σίδερο της πύλης έβγαλε έναν δυνατό αρνητικό ήχο Και τα καρφιά μεγάλωσαν Είχε κάνει λάθος Ο Άγιος κοίταξε γύρω του ψάχνοντας μια απάντηση στη φύση Είδε τα σύννεφα του καπνού που έτρεχαν στον ουρανό Μήπως είναι ο άνεμος, ο άνεμος που σφυρίζει και μας ακολουθεί Η πύλη τραντάχτηκε και μια πύρινη λάμψη βγήκε από τις άκρες της Ούτε αυτό ήταν σωστό Το έμενε μόνο μια ευκαιρία Ο Αγιώργης έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια Άκουσε τη θάλασσα από μακριά Ένιωσε τη ζέστη του ηφαιστείου Και τη μάχη που έδινε ο ήλιος να τρυπήσει το σκοτάδι του εξαποδό Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε κάτω στο χώμα Λόγω της φωτιάς από το λιχνάρι που είχε δώσει στα φίδια Και του ήλιου που κρυβόταν είδε τη δική του σιλουέτα να πλώνεται μακριά στο έδαφος.
Τον ακολουθούσε πιστά, βουβή, έτοιμη να χαθεί αν έπεφτε το απόλυτο σκοτάδι. Αλλά γεννημένη από το λιγοστό φως. Κι άξαφνα το πρόσωπό του φωτίστηκε. Κοίταξε την πύλη στα ίσια και απάντησε με σταθερή, δυνατή φωνή. «Είναι η σκιά!» Για μια στιγμή απλώθηκε απόλυτη σιωπή. Ύστερα τα πυρήνα γράμματα έσβησαν Με ένα δυνατό μεταλλικό τριγμό που αντίχησε σε όλο το νησί Τα βαριά σίδερα υποχώρησαν και η πύλη άνοιξε διάπλατα Αφήνοντας τον δρόμο για την ακτή ελεύθερο Φτάνοντας στην ακτή έπρεπε να διασχίσει το μενιασμένο πέλαγος Εκεί τον περίμενε ένας μυστηριώδης βαρκάρης με μια μαύρη βάρκα «Για να σε περάσω απέναντι στο ηφαίστειο θέλω ένα σπάνιο βολό.
Ένα νόμισμα που δεν φτιάχτηκε από ανθρώπινο χέρι και δεν αγοράζει τίποτα, αλλά αξίζει τα πάντα», είπε ο Βαρκάρης. Ο Αηγιώργης στάθηκε στην ακροθαλασσιά και προβληματίστηκε. Κοίταξε τον ουρανό που σκοτίνιαζε και κατάλαβε ότι ο χρόνος του τελείωνε. Έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα. Πρώτα έβγαλε από το δυσάκι του ένα βαρύ χρυσό φλουρί που είχε μαζί του από το κάστρο της χώρας «Πάρε αυτό» του είπε «Είναι το πιο πολύτιμο χρυσάφι του νησιού»
Ο βαρκάρης γέλασε ηρωνικά και κούνησε το κεφάλι του «Αυτό το έφτιαξαν άνθρωποι σε καμίνι και αγοράζει μόνο παλάτια, δεν μου κάνει» Έπειτα ο ήρωας κοίταξε γύρω του Είδε μια μαύρη αλυστερή φυστιακή πέτρα που είχε ξεβράσει το κύμα Την πήρε, την σκούπισε και του την έδωσε Αυτή η πέτρα φτιάχτηκε από τη δύναμη της ίδιας της γης Δεν είναι ανθρώπινο έργο Αλλά δεν έχει καμιά αξία, είπε ο βαρκάρης Είναι απλώς τάχτη Και έσπρωξε τη βάρκα του λίγο πιο μακριά από την ακτή Έτοιμος να φύγει Ο Αηγιώργης ένιωσε την απελπισία να τον κυριεύει Κάθισε πάνω στην άμμο και σκέφτηκε τα λόγια του γρίφου Δεν αγοράζει τίποτα, αλλά αξίζει τα πάντα. Τι είναι αυτό που αξίζει τα πάντα για το νησί της Καλύμνου.
Και τότε, κοιτάζοντας τη θάλασσα που άφριζε, του ήρθε η ιδέα. Η ίδια η θάλασσα, ο χρόνος και ο κόπος των ανθρώπων που παλεύουν με τα κύματα. Έβαλε το χέρι του βαθιά μέσα στην υγρή άμμο, εκεί που το κύμα έσκαγε με δύναμη για χιλιάδες χρόνια. Τα δάχτυλά του ακούμπησαν κάτι σκληρό και λίο. Το τράβηξε έξω και το καθάρισε από τα φύκια Ήταν ένα απολυθωμένο κοχύλι σε σχήμα τέλειου κύκλου Είχε σμιλευτεί από την ασταμάτητη κίνηση του νερού και των βράχων Ήταν ποτισμένο με το αλάτι των σφουγγαράδων Και λάμπε κάτω από το φως του ήλιου σαν μαργαριτάρι Ήταν το νόμισμα που είχε φτιάξει το ίδιο το Αιγαίο Δεν μπορούσες να αγοράσεις τίποτα με αυτό στο παζάρι αλλά για την κάλυμνο έκλεινε μέσα του όλη την ψυχή του νησιού.
Ο Αη Γιώργης το έδειξε στον βαρκάρι. Τα μάτια του παράξενου άντρα άστραψαν από θαυμασμό. «Αυτό μάλιστα», ψηθήρισε, «αυτό είναι το λιθινό νόμισμα του πελάγους». Άπλωσε το χέρι, πήρε τον θαλασσινό βολό και κανενόημα στον ήρωο να ανέβει στη βάρκα. Μέσα σε λίγα λεπτά έσκησαν τα μανιασμένα κύματα με κατεύθυνση τις φλεγόμενες ακτές του ηφαιστείου.
Ο Αη Γιώργης μπήκε μέσα στον κρατήρα. Η λάβα κόχλαζε και οι ζέστη ήταν ανυπόφοροι. Εκεί όμως τον περίμεναν οι γουλιασμένοι. Τα τρομακτικά φαντάσματα βρυκόλακες που είχε επιστρατεύσει ο εξαποδό. Ήταν φτιαγμένοι από στάχτη και φωτιά. Ούρλιαζαν και έπεφταν πάνω του για να τον κάψουν, εμποδίζοντάς τον να σβήσει το ηφαίστείο.
Τα σπαθιά βε τους έκαναν τίποτα γιατί ήταν ήδη σαν καπνός Τότε ο Αγιώργης θυμήθηκε το μυστικό των σφουγγαράδων της Καλύμνου Έβγαλε από το δυσάκι του ένα μεγάλο φυσικό σφουγγάρι Το οποίο είχε βουτήξει νωρίτερα στο πιο βαθύ παγωμένο θαλασσινό νερό του Αιγαίου Με μια κίνηση σήκωσε το σφουγγάρι ψηλά και το πίεσε με όλη του τη δύναμη Μια τεράστια παγωμένη βροχή από θαλασσινό νερό σκόρπισε παντού Μόλις οι παγωμένες σταγόνες άγγιξαν τους πύρινους γουλιασμένους Ακούστηκε ένα δυνατό Και η φωτιά τους έσβησε Η στάχτη τους διαλύθηκε στον αέρα Και οι γουλιασμένοι έγιναν ακίνδυνος λευκός ατμός που πέταξε μακριά Χωρίς τους φρουρούς να το προστατεύουν Ο Άη Γιώργης κάρφωσε το κοντάρι του στην καρδιά της λάβας Το υφέστιο έβγαλε ένα τελευταίο βουητό και πάγωσε αμέσως και έγινε μια γκρίζα, ακίνδυνη πέτρα.
Ο Εξαποδό, βλέποντας το σχέδιό του να καταστρέφεται, έβγαλε μια κραυγή θυμού και χάθηκε στα έγκατα της γης. Ο ήλιος έλαμψε ξανά πάνω από την Κάλυμνο. Ο Αηγιώργης επέστρεψε στο κάστρο του στη χώρα, κοίταξε το απέραντο γαλάζιο και ξέρε πως όσο το νησί του έχει τέτοιους θησαυρούς, κανένα κακό δεν θα μπορούσε να το πειράξει.
και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα