Διάσημα εγκλήματα | Υπόθεση Θανάση Νάσιουτζικ: Το έγκλημα με τα 97 χτυπήματα
Criminal minds - Μιμή ΦιλιππίδηΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Η δολοφονία του 73χρονου λογοτέχνη και εμπόρου Θανάση Διαμαντόπουλου, στις 24 Σεπτεμβρίου 1984, στο διαμέρισμά του στο Κολωνάκι, αποτέλεσε μία από τις πιο σκοτεινές και πολυσυζητημένες εγκληματικές υποθέσεις της μεταπολεμικής Αθήνας. Ο Διαμαντόπουλος, γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, βρέθηκε νεκρός μετά από 97 χτυπήματα με σφυρί. Η πρωτοφανής αγριότητα του εγκλήματος συγκλόνισε την κοινή γνώμη, ενώ η απουσία αυτόπτων μαρτύρων έκανε την έρευνα ακόμη πιο δύσκολη.
Οι υποψίες των αρχών στράφηκαν στον Θανάση Νάσιουτζικ, ο οποίος γνώριζε το θύμα και φερόταν να είχε προσωπικές διαφορές μαζί του. Μια σημαντική μαρτυρία ήταν εκείνη της δημοσιογράφου Βένιας Γονατοπούλου, η οποία είχε ακούσει έντονη λογομαχία από το διαμέρισμα και κάλεσε την Αστυνομία. Ο Νάσιουτζικ συνελήφθη, αρνήθηκε αρχικά την εμπλοκή του, ενώ στη συνέχεια φέρεται να ομολόγησε και αργότερα ανακάλεσε, επικαλούμενος ψυχολογική πίεση.
Στο επίκεντρο των αλλεπάλληλων δικών βρέθηκε η ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου. Οι πραγματογνωμοσύνες ήταν αντικρουόμενες, ενώ η υπεράσπιση υποστήριξε τη θέση του μειωμένου ή ανύπαρκτου καταλογισμού. Η πρώτη δίκη, με συνηγόρους τον Ιωάννη Μαγκάκη και τον Ηλία Ηλιού από τις δύο πλευρές, συγκέντρωσε τεράστιο ενδιαφέρον, ενώ στις επόμενες δικαστικές φάσεις ενεπλάκη και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος.
Η υπόθεση πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις όταν ο Νάσιουτζικ εγκατέλειψε την Ελλάδα και κατέφυγε στο Παρίσι, πριν τελικά επιστρέψει και οδηγηθεί στη φυλακή. Το 1993 καταδικάστηκε από το Εφετείο σε 15 χρόνια κάθειρξη και αποφυλακίστηκε το 1995.
Η υπόθεση έμεινε στην ιστορία όχι μόνο για τη φρίκη του εγκλήματος, αλλά και για τα ερωτήματα που προκάλεσε σχετικά με την ψυχική υγεία, τον ποινικό καταλογισμό, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την επιρροή της κοινωνικής θέσης στην εξέλιξη μιας πολύκροτης δίκης.
Συντελεστές: Έρευνα - Κείμενο: Μιμή Φιλιππίδη | Αφήγηση, Sound design, Ηχοληψία: Δάφνη Γερογιάννη
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Είναι τα podcast της Athens Voice. Θανάση Νάσιουτζικ. Έγκλημα στο Κολονάκι. 97 χτυπήματα με σφυρί. Μια δολοφονία που ξεπέρασε τα όρια της λογικής. Η δολοφονία του 73χρονου λογοτέχνη και εμπορού Θανάση Διαμαντόπουλου στις 24 Σεπτεμβρίου 1984 συγκαταλέγεται στα πλέον αποτρόπαια εγκλήματα που συγκλώνησαν την πνευματική και κοινωνική ζωή της Αθήνας του 20ου αιώνα.
Το έγκλημα που διαπράχθηκε μέσα στο ίδιο του το διαμέρισμα στο Κολονάκι έφερε στο φως ένα σκοτεινό πλέγμα προσωπικών αιμωνών ψυχολογικών εντάσεων και δικαστικών παραδοξοτήτων με δράστη των Αθανάσιων Νάσιουτζικ μια προσωπικότητα που έμελε να απασχολήσει επί χρόνια τα δικαστήρια και τον τύπο Ο Θανάσης Διαμαντόπλος γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους για την μεθοδικότητα, την εργατικότητα και την διακριτική του παρουσία, υπηρετούσε ως γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών σε μια περίοδο έντονων ιδεολογικών ζημώσεων.
Η θέση του, αν και διοικητική, τον έφερνε σε επαφή με σημαντικές μορφές των γραμμάτων και τον καθιστούσε πρόσωπο κλειδί στην λειτουργία του σωματείου. Δεν ήταν δημόσιο πρόσωπο με την έννοια της ευρείας αναγνωρισιμότητας, αλλά στον χώρο του ήταν ιδιαίτερα σεβαστός. Η ζωή του φαινόταν τακτοποιημένη. Κατοικούσε μόνος του σε διαμέρισμα στο Κολονάκι, στην οδό δουδότου, και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι πίσω από την ήρεμη πρόσωψη του κτηρίου θα διαδραματιζόταν ένα από τα πιο βία εγκλήματα της εποχής.
Το έγκλημα αποκαλύφθηκε όταν ο Διαμαντόπουλος δεν εμφανίστηκε σε προγραμματισμένη συνεδρίαση και συνεργάτες του ανησύχησαν. Η είσοδος στο διαμέρισμα αποκάλυψε ένα αφρικιαστικό θέαμα. Το σώμα του βρέθηκε κατακρεουργημένο, φέροντας 97 χτυπήματα με σφυρί. Η αγριότητα της πράξης προκάλεσε σοκ ακόμα και σε έμπειρους αστυνομικούς.
Η ιατροδικαστική έκθεση έκανε λόγο για επανειλημμένα πλήγματα στο κεφάλι και στο άνω μέρος του σώματος, γεγονός που υποδήλωνε όχι μόνο πρόθεση θανάτωσης, αλλά και ακραία συναισθηματική φόρτιση. Δεν έπρόκειτο για έγκλημα με κίνητρο τη ληστεία αφού το διαμέρισμα δεν ήταν αναστατωμένο και δεν διαπιστώθηκε αφαίρεση σημαντικών αντικειμένων Το σφυρί που βρέθηκε στο χώρο θεωρήθηκε το όργανο του έγκληματος Η ταυτότητα του δολοφόνου άγνωστη Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρχαν, μόνο αυτίκοες Η δημοσιογράφος Βένια Γονατοπούλου που έμενε σε διαμέρισμα κάτω από αυτό του Θανάση Διαμαντόπουλου Ισχυρίζονταν πως ξύπνησε από τον θόρυβο έντονης λογομαχίας, μέσα από την οποία διέκρινε μια φωνή να παρακαλάει «Μη, Θανάσιτ, έλεος».
Τις πρώτες μέρες μετά την δολοφονία, η αστυνομία Μάταια αναζητούσε κάποιον ύποπτος της τάξης του υποκόσμου. Οι έρευνες στράφηκαν σύντομα στον Θανάσιτ Νάσιουτζικ, ένα πρόσωπο που διατηρούσε επαφές με τον κύκλο του θύματος και φερόταν να έχει προσωπικές διαφορές μαζί του. Περιγραφόταν από όσους τον γνώριζαν ως ιδιόρυθμος, εσωστρεφής και με έντονη εσωτερική ένταση Ορισμένοι μιλούσαν για αιμονές και παθολογική καχυποψία Τα στοιχεία που οδήγησαν στην σύλληψή του περιλάμβαναν μαρτυρίες για προηγούμενους διαπληκτισμούς καθώς και ενδείξεις παρουσίας του κοντά στο διαμέρισμα την μοιραία νύχτα Η αστυνομία κινήθηκε γρήγορα και ο Νάσιουτζεκ ξενελήφθη, αρνούμενος αρχικά κάθε εμπλοκή Κατά την ανάκριση η στάση του υπήρξε αντιφατική Άλλοτε αρνιόταν, άλλοτε άφηνε υπενιγμούς για ηθική δικαίωση της πράξης Σε μεταγενέστερο στάδιο φαίρεται να ομολόγησε περιγράφοντας το έγκλημα με ανατριχιαστική ψυχρότητα για να ανακαλέσει αργότερα, επικαλούμενος ψυχολογική πίεση Το ζήτημα της ψυχικής του κατάστασης τέθηκε στο επίκεντρο.
Ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες παρουσίαζαν αντικρουόμενα συμπεράσματα. Ορισμένοι ειδικοί έκαναν λόγο για διαταραγμένη προσωπικότητα με παραορμητικά ξεσπάσματα. Άλλοι υποστήριζαν ότι είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του. Η πρώτη δίκη συγκέντρωσε τεράστιο ενδιαφέρον. Τα πρόσωπα που ανέλαβαν τους βασικούς ρόλους στη δικαστική αντιπαράθεση ήταν ιδιαίτερα γνωστά στον νομικό και πολιτικό χώρο της εποχής.
Συνήγορος του Νάσιουτζεκ στην πρώτη δίκη ήταν ο διακεκριμένος ποινικολόγος Ιωάννης Μαγκάκης. Η υπερασπιστική του γραμμή επικεντρώθηκε κυρίως στο ζήτημα της ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου, επιδιώκοντας την αναγνώριση μειωμένου ή και ανύπαρκτου καταλογισμού. Η στρατηγική αυτή αποδείχτηκε καθοριστική για την εξέλιξη της διαδικασίας και συνέβαλε στην νομική περιπλοκότητα της υπόθεσης Την πολιτική αγωγή εκπροσώπησε ο Ηλίας Ηλίου ο οποίος ανέλαβε να υποστηρίξει την κατηγορία εκ μέρους της οικογένειας του θύματος Η αγόρευσή του υπήρξε ιδιαίτερα έντονη και επικεντρώθηκε στην αγριότητα της πράξης τα 97 χτυπήματα με σφυρί προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η επαναληπτικότητα και η σφονδρότητα της επίθεσης μαρτυρούσαν πλήρη επίγνωση και πρόθεση.
Η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο τόσο ισχυρές νομικές προσωπικότητες προσέδωσε στη δική χαρακτήρα ευρύτερης θεσμικής και ιδεολογικής αναμέτρησης, γεγονός που εξηγήκε το τεράστιο ενδιαφέρον που συγκέντρωσε η υπόθεση στον τύπο και την κοινή γνώμη της εποχής. Στην κατάθεσή της, η δημοσιογράφος Βένια Γονατοπούλου ανέφερε ότι άκουσε έντονη φασαρία, φωνές και θορύβους από το διαμέρισμα του επάνω ρόφου.
Αρχικά θεώρησε πως επρόκειτο για έντονο καυγά, ωστόσο η διάρκεια και η ένταση των ήχων την ανησύχησαν. Όταν επικράτησε από το μισιοπή, θεώρησε ότι ενδέχεται να είχε συμβεί κάτι σοβαρό. Τότε κάλεσε την άμεση δράση, δίνοντας την διεύθυνση, διδό του τρία, και ζητώντας άμεση παρέμβαση. Η κατάθεσή της θεωρήθηκε κρίσιμη, καθώς προσδιορίζε με σχετική ακρίβεια τον χρόνο τέλησης του εγκλήματος και επιβεβαίωνε ότι υπήρξε έντονη αντιπαράθεση πριν από την δολοφονία.
Η αγριότητα των 97 κτυπημάτων είχε ήδη δημιουργήσει μια εικόνα τέρατος στη συλλογική φαντασία. Ωστόσο, η υπεράσπιση οικοδόμησε στρατηγική πάνω στην αμφισβήτηση της ψυχικής ικανότητας του κατηγορουμένου Η διαδικασία σημαδεύτηκε από εντάσεις, αντεγκλήσεις και νομικά τεχνάσματα Σε μια εξέλιξη που προκάλεσε σάλω, το δικαστήριο δεν κατέληξε σε οριστική καταδίκη με τον τρόπο που πολλοί ανέμεναν Οι αλλεπάλληλες διαδικαστικές εμπλοκές και ερμηνείες περιμειωμένου καταλογισμού δημιούργησαν την εντύπωση μιας υπόθεσης που γλιστρούσε μέσα από τα χέρια της δικαιοσύνης.
Στις επόμενες δικαστικές φάσεις, εφέσεις και νέες δίκες, όταν η υπόθεση είχε ήδη λάβει τεράστια δημοσιότητα και είχε μετατραπεί σε μία από τις πιο συζητημένες ποινικές υποθέσεις της εποχής, εν επλάκει ο Αλέξανδρος Λικουρέζος. Η υπερασπιστική γραμμή συνέχισε να στηρίζεται έντονα στο ζήτημα της ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου με στόχο την αναγνώριση μειωμένου καταλογισμού ή την αποτροπή βαριάς ποινής.
Σε μεταγενέστερη φάση, αποφάσεις που ερμηνεύτηκαν από μερίδα της κοινής γνώμης ως αθωωτικές ή επίικης, ενίσχυσαν την αγανάκτηση. Το όνομα του Νάσιουτζικ έγινε συνώνυμο όχι μόνο της φρίκης, αλλά και της δικαστικής ασάφειας. Εκμεταλλευόμενος νομικά κενά και ευνοϊκές συνθήκες κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα και να καταφύγει στο Παρίσι Η φυγή του θεωρήθηκε πρόκληση Ο τύπος μιλούσε για σκάνδαλο και για ανεπάρκεια των αρχών να διασφαλίσουν την παρουσία του μέχρι την τελεσίδικία Στη γαλλική πρωτεύουσα έζησε για ένα διάστημα σχετικά διακριτικά επιχειρώντας να απομακρυνθεί από την δημοσιότητα που τον ακολουθούσε Ωστόσο, το παρελθόν του δεν μπορούσε να παραμείνει κρυφό Οι ελληνικές αρχές κινήθηκαν για την επιστροφή του Ενώ η υπόθεση συνέχισε να απασχολεί την διεθνή επικαιρότητα Τελικά, έπειτα από διπλωματικές και δικαστικές ενέργειες Οδηγήθηκε στην φυλακή Η τελική του καταδίκη, έστω και καθυστερημένα Θεωρήθηκε από πολλούς μια μορφή δικαίωσης Για το θύμα και τον κόσμο των κραμάτων που είχε πληγεί
μέσα από τόσες δικονομικές περιπέτειες. Πόσο επηρέαζε η κοινωνική θέση των εμπλεκομένων την εξέλιξη της υπόθεσης και κυρίως τι οδήγησε έναν άνθρωπο σε τέτοιο παραλήρημα βίας. Ο Νάσιουτζικ καταδικάστηκε από το εφετείο σε 15 χρόνια κάθριξη το 1993. Αποφυλακίστηκε το 1995 καθώς έκανε χρήση των ευνοϊκών διατάξεων για τους ηλικιωμένους καταδικαστέντες.
Απεβίωσε στις 17 Φεβρουαρίου 2005. Με τη σύζυγό του, τη μεταφράστρια και συγγραφέα Ζωή, απέκτησαν δύο κόρες, την αρετή και την συγγραφέα Παυλίνα Νάσιουτζικ, μητέρα του Νίκου Ρωμανού που συνελήθη τον Φεβρουάριο του 2013 και καταδικάστηκε για απόπειρα ένοπλης ληστείας. Κάθε άνθρωπος τελικά οφείλει το τελικό του κοίταγμα και το αποτύγωμα που θα αφήσει στην ιστορία στον εαυτό τους, σε κανέναν άλλο.
Εγώ νιώθω προσωπικά ότι ο μύθος της ελληνικής μεταπολευτικής δημοκρατίας τελείωσε με τη δολοφονία του Αλέξανδρου Υπάρχει διαφθαρά τρομερή, υπάρχουν σκάνδαλες όλους τους τομείς Υπάρχει μια διεφθαρμένη εξουσία η οποία χρειάζεται μια διεφθαρμένη αστυνομία τη χρειάζεται γιατί δεν μπορεί μία να συνεπάρξει χωρίς την άλλη Πιστεύω ότι πολλές φορές στη ζωή πολλών ανθρώπων υπάρχει μια σκοτεινή ροχμή που χωρίζει στα δύο μια ζωή Στη δική μου την περίπτωση η δική μου σκοτεινή ροχμή που χώριζε στα δύο τη ζωή μου Ήτανε αυτή η ιστορία του πατέρα μου που στη δική μου την περίπτωση τουλάχιστον είχε πάρει πιο δραματικές διαστάσεις, συναισθηματικά για μένα, γιατί ήταν και δημόσια, δεν ήταν κάτι το οποίο είχε παραμείνει στα πλαίσια της οικογένειας.
Η δολοφονία του Θανάση Διαμαντόπουλου άφησε βαθύ αποτύπωμα. Στον χώρο της λογοτεχνίας λειτουργήσε ως τραυματική υπενθύμηση ότι ακόμα και η πιο ήσυχη κύκλη δεν είναι άτρωτη στη βία. Στην κοινωνία γενικότερα ανέδειξε ζητήματα ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, δικαστικής ευθύνης και δημόσιας ηθικής. Η υπόθεση μελετήθηκε αργότερα από νομικούς και εγκληματολόγους ως παράδειγμα σύνθετης διαπλοκής μεταξύ ψυχικής υγείας και ποινικού δικαίου.
Το στοιχείο των 97 χτυπημάτων έμεινε χαραγμένο στη συλλογική μνήμη ως σύμβολο ακραίας μανίας, μια πράξη που ξεπερνούσε τη λογική της απλής ανθρωποκτονίας. Παρά το πέρασμα των ετών, η δολοφονία του Θανάση Διαμαντόπουλου παραμένει ένα από τα πιο συγκλονιστικά εγκλήματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, μια σκοτεινή σελίδα που συνδέει τον κόσμο των γραμμάτων με την ομιβία, την δικαστική αβεβαιότητα και την ανθρώπινη τραγωδία.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα