Skip to content
PodBase
Το Ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας: Η ληστεία που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ

Το Ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας: Η ληστεία που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ

Criminal minds - Μιμή Φιλιππίδη
Ιούλιος 05, 2026 00:58:23
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Το «ριφιφί» στην Τράπεζα Εργασίας το 1992 παραμένει μία από τις πιο εντυπωσιακές και μυστηριώδεις ληστείες που έχουν γίνει ποτέ στην Ελλάδα. Μια υπόθεση που συνδύασε κινηματογραφική οργάνωση, αστυνομικό μυστήριο και έναν θρύλο που επιβιώνει μέχρι σήμερα.

Λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 1992, οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας στην οδό Καλλιρρόης έρχονται αντιμέτωποι με ένα πρωτοφανές θέαμα. Δεκάδες τραπεζικές θυρίδες έχουν αδειάσει, χωρίς να υπάρχουν ίχνη παραβίασης στις εισόδους ή στα συστήματα ασφαλείας. Η απάντηση βρίσκεται κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια τους.

Οι δράστες είχαν ανοίξει ένα υπόγειο τούνελ μήκους περίπου 25 μέτρων, ξεκινώντας από την κοίτη του Ιλισσού. Με εξοπλισμό που θύμιζε εργοτάξιο, ράγες και βαγονέτο για την απομάκρυνση των χωμάτων, εργάστηκαν επί εβδομάδες χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Η ακρίβεια του σχεδίου, η γνώση του χώρου και η απόλυτη μυστικότητα της επιχείρησης έκαναν πολλούς να μιλήσουν για το «τέλειο έγκλημα».

Η αστυνομική έρευνα υπήρξε εκτεταμένη. Εξετάστηκαν δεκάδες σενάρια, αναζητήθηκαν πιθανοί συνεργοί και δεν έλειψαν οι υποψίες για εσωτερική πληροφόρηση. Ωστόσο, παρά τις έρευνες και τις καταθέσεις, οι δράστες δεν ταυτοποιήθηκαν ποτέ και η υπόθεση έμεινε ανεξιχνίαστη.

Με τα χρόνια, το ριφιφί της Καλλιρρόης πέρασε από τις σελίδες του αστυνομικού δελτίου στη σφαίρα του θρύλου.

Συντελεστές
Έρευνα - Κείμενο: Μιμή Φιλιππίδη
Αφήγηση, Sound design, Ηχοληψία: Δάφνη Γερογιάννη

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

και έγινε μύθος. Το ριφιφί του αιώνα αποτέλεσε και αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις για την ελληνική αστυνομία. Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί, αλλά καμία δεν έχει επιβεβαιωθεί. Ο όρος ριφιφί δεν είναι ελληνικός. Καθιερώθηκε παγκοσμίως μετά την προβολή της τρελικής ταινίας ριφιφί του Ζίλντα Σεν το 1955. Στην ταινία, μια ομάδα επαγγελματιών κακοποιών εκτελεί μια υποδειγματική ληστιακό σμηματοπολίου στο Παρίσι σε μια σκηνή διάρκειας σχεδόν μισής ώρας, χωρίς διάλογο και μουσική.

Ένα κινηματογραφικό μάθημα ακρίβειας, υπομονής και σιωπής. Από τότε η λέξη «ρυφηφή» έγινε συνώνυμη μιας ληστείας που πραγματοποιείται με υπόγεια διείσδυση, χωρίς βία και χωρίς άμεση αντιπαράθεση. Τον χειμώνα του 1992 διαπιστώθηκε ότι το σενάριο του Ντασέν θα αποκτούσε και εγχώρια εκδοχή. Αυτή η ξεχασμένη λέξη από τον ασπρό μαυροκινηματογράφο επανήλθε ευνηδιαστικά στο ελληνικό λεξιλόγιο της επικαιρότητας.

Δεν επρόκειτο για αναφορά σε ταινία, αλλά για την περιγραφή μιας πραγματικής ληστείας που είχε μόλις αποκαλυφθεί σε υποκατάστημα της Τράπεζας Αργασίας. Στις 21 Δεκεμβρίου 1992, η χώρα ήρθε αντιμέτωπη με μία από τις πιο εντυπωσιακές και ενηγματικές ληστείες της σύγχρονης ιστορίας της. Άγνωστοι δράστες είχαν καταφέρει να αφαιρέσουν εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές.

Η αξία των κλοπημέων υπολογίστηκε τελικά κοντά στα πέντε δισεκατομμύρια δραχμές, δηλαδή περίπου δεκαπέντε εκατομμύρια ευρώ, από υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στην Αδό Καλλιρόης, αφήνοντας πίσω τους ερωτήματα. Για εβδομάδες, ίσως και μήνες, οι δράστες δούλευαν αθόρυβα κάτω από την πόλη, προετοιμάζοντας τη μεγάλη τους κίνηση.

Μέσα στο θωρακισμένο υπόγειο της τράπεζας εργασίας υπήρχαν 1151 θηρίδες ασφαλείας. 300 μία από αυτές βρίσκονται παραβιασμένες. Οι πρώτες έρευνες δεν έφεραν αποτελέσματα. Παρά την εκτεταμένη έρευνα, οι δράστες παρέμεναν άφαντοι, αφήνοντας την αστυνομία σε αδιέξοδο. Διάφορες θεωρίες αναπτύχθηκαν με τον καιρό. Μήπως πίσω από το ρηφηφί βρισκόταν μια οργάνωση με πολιτικά κίνητρα, ή μήπως επρόκειτο για εγκληματίες του εξωτερικού, όπως είχε συμβεί σε μια παρόμοια ληστεία σε τράπεζα του Μιλάνου.

δεν ήταν απλώς μια ληστεία μεγάλης αξίας. Ήταν ένα γεγονός που αποκάλυψε τις αδυναμίες του τραπεζικού συστήματος ασφαλείας, εξέθεσε τις μεθόδους της αστυνομίας και τροφοδότησε έναν αστικό μύθο που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Η υπόθεση ήρθε στο φως ένα συνηθισμένο πρωινό Δευτέρας, όταν οι υπάλληλοι της τράπεζας διαπίστωσαν ότι οι θηρίδες είχαν παραβιαστεί και μεγάλα χρηματικά ποσά έλειπαν.

Αρχικά επικράτησε σύγχυση. Δεν υπήρχαν εμφανή ίχνη διάρρηξης από τις εισόδους, ούτε ενδείξεις βίαιης παραβίασης των συστημάτων ασφαλείας. Όσο περνούσαν οι ώρες και γινόταν η καταμέτρηση, άρχισε να γίνεται σαφές το μέγεθος της ζημιάς. Τα ποσά που είχαν αφαιρεθεί και υπολογίζονταν σε εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές ήταν ένα ηλικιώδες νούμερο για την εποχή, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς την οικονομική κατάσταση της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η αστυνομία κλήθηκε άμεσα και το υποκατάστημα αποκλείστηκε. Ακολούσαν σύνθετες έρευνες. Οι πρώτες ώρες κύλησαν σε κλίμα μηχανίας. Δεν υπήρχαν ίχνη διάρρυξης από τις εισόδους ούτε ενεργοποίηση συναγερμών. Σύμφωνα με υποτιθέμενο εσωτερικό υπηρεσιακό σημείωμα που φαίνεται να συντάχθηκε εκείνη την ημέρα, αναφερόταν χαρακτηριστικά.

«Η εικόνα του χώρου δεν παραπέμπει σε βία ή ενέργεια. Η πρόσβαση φαίνεται να έχει επιτευχθεί με τρόπο που δεν ενεργοποίησε τα υπάρχοντα συστήματα ασφαλείας». Τότε υποδιευθυντής στο υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας είναι ο αναγνώστης Καλαφάτης. Ο ίδιος είχε επισκεφθεί την τράπεζα το Σαββατοκύριακο πριν τη Δευτέρα της 21ης Δεκεμβρίου, επειδή χτύπησε ο συναγερμός.

Θεωρούσα ότι είναι τα βαριά βοχήματα που περνάγανε τότε, φωτιγά και λοιπά και γι' αυτό, και έχει κρατασμούς. Ξαναχτύψα την άλλη μέρα από τη μου παιδευτή, τότε ήταν ο κ. Μπασίλτζης. Πήγε κιόλας ο άνθρωπος εκεί, ξανάκανε αυτά που έκανα εγώ την άλλη μέρα, δεν είχε δε κάτι και τη Δευτέρα που ανοίξαμε ανέβηκε έντρομος ο προϊστάμενος κάτωχρος Κάτω χρόνους και πήγαμε κάτω και είδαμε τις θηρίδες ξαπλωμένες στο πάτωμα και είχε γίνει το ρυφηφί.

Εκεί που άνοιξε η τρύπα, που μπήκανε αυτοί οι ληστές ας πούμε, ήταν στην γωνία και έφερνε ρεύμα από το ποτάμι που μέσα μπούγαν να ανοίξει αυτή. Μυρωδιά δηλαδή υπονόμου. άρχισε μετά η περισυλλογή να έρθει η ασφάλεια να πάρει στοιχεία και κάναμε έκθεση με αριθμημένα όλα αυτά που βρήκαμε για να αναγνωρίσουν αυτά που αφήσαμε.

Πρέπει να ελέξουμε και τους που είχαν τις στηρίδες και τους υπαλλήλους τραπέζες και εργολαβίες που είχαν δουλέψει εκεί είτε για το ενεργατάστημα του συστήματος λαγερμού και ασφαλείας ήδη για την αναπαλαίωση που είχαν κάνει στο κτήριο. Οι αστυνομικές αρχές κατέληξαν γρήγορα στο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο για τυχαία ή πρόχειρη ενέργεια.

Όλα έδειχναν μια επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί επί μήνες, ίσως και χρόνια. Οι ληστές είχαν εισέλθει από τούνελ 25 μέτρων που είχαν ανοίξει από την κήτη του ποταμού Ηλισσού, ο οποίος περνάει κάτω από την οδό Καλλιρόης. Στο μήκος της διαδρομής είχαν τοποθετήσει ράγες και με ένα βαγονέτο έβγαζαν τα μπάζα έξω. Ένας αξιωματικός της ασφάλειας, μιλώντας ανώνυμα σε δημοσιογράφο της εποχής, φέρεται να δήλωσε.

Αυτό δεν είναι δουλειά ανθρώπων της στιγμής. Όποιος το έκανε ήξερε πότε, πώς και κυρίως τι να αποφύγει. είναι ρηφηθεί με την κλασική έννοια. Χρειάζεται οπωσδήποτε ένας άνθρωπος που να έχει σχέση με τα υπόγεια να ξέρει τα σχέδια της ΑΙΔΑΠ, το πού περνάει το ποτάμι. Ένας δεύτερος άνθρωπος θα πρέπει να ήξερε τις τεχνικές λεπτομέρειες της κατασκευής, το πώς θα ανοίξει τρύπα.

Επομένως, η ύπαρξη ενός μηχανικού ή κάποιου που έχει γνώση μηχανικής είναι επίσης απαραίτητη. Επίσης είναι απαραίτητης η γνώση ενός ανθρώπου που ξέρει ακριβώς την τοπογραφία της περιοχής. Το πού θα σκάψουμε, ποιά κλείσεις. Δηλαδή λίγο να ξεκινήσεις να σκάβεις εδώ στραβά, θα βγεις όχι σε άλλο κτίριο, σε άλλο οικοδομικό τετράγωνιο.

Ξέραν ακριβώς λοιπόν το σε ποια ευθεία θα σκάψουνε. Εκείνη την εποχή είχα ζητήσει και είχαν βάλει στον απέναντι τοίχο μια ολόκληρη συστοιχεία θηρίδων, που είχε τότε ζήτηση η δίδα. Και αυτό κιόλας έκανε τους ρεφηφίδες και κάνανε από ό,τι μου λέγανε αστυνομικοί παράκαμψη. Δηλαδή στρίψανε τη διαδρομή, θα βγάλαν στον τοίχο και στρίψανε και πέρασαν και κάτω από την είσοδο του πάρκινγκ μας.

Και κάνανε υποστήριξη τότε του ρηχείου. Σιδηροτροχές και βαγονέτα και τέτοια. Εκείνη την εποχή ξεκινήθηκε κιόλας και το γαϊτανάκι και τότε όποιον έπαιρνες για ποιον λόγο δεν είχε υπόλοιπο στην επιταγή του, σου λέγε «Δεν τα μάθες, είχα 30 δράμες». Έδωσε και φαγητό στους αμπαταιώνες τότε αυτή η κατάσταση. Το φοβερό ήταν ότι στο χρηματοκιβώτιο, εκεί στο θησαυροφυλάκιο με τις θηρίδες, υπήρχε ένας τείχος από ατσάλι.

Ήταν πάχος μισότα, πέντε εκατοστά. κατάφεραν και το τρύπησαν. Οι αστυνομικοί έκπληκτοι διαπίστωναν ώρα με την ώρα ότι οι επαγγελματίες διαρρήκτες έσκαβαν στην καρδιά της Αθήνας για τουλάχιστον 10 ημέρες χωρίς κάποιος να αντιληφθεί το παραμικρό. Ούτε ακόμα και οι κάτοικοι της περιοχής που άκουγαν περίεργους θορύβους κάτω από τα σπίτια τους.

Η τρέπα σημαίνει ότι θα έκανε να δουλεύουν τουλάχιστον 6 άτομα. Σε χώμα έπρεπε να προχωρούμε ένα αριθμό γύρω στα 3 μέτρα την ημέρα. Μία μέρα θα ήθελε οπωσδήποτε η διάτρηση του βρέματος, αλλά εκεί μπορούσαν να δουλεύουν και περισσότεροι. Και μετά στο βάθος σύραγγας περίπου άλλη μία μέρα. Το κόψιμο του μεταλλικού τείχου είναι εύκολο.

Δηλαδή για έναν έμπειρο οξυγόνο κολλητή ήταν θέμα μιας ώρας. Αν πούμε ένα θεωρητικό όγκο γύρω στα 70 κιδικά που υπολογίζονται σύραγγα, είναι πάνω από 100 κιδικά τα προϊόντα της εξετασίας. Κάπου δηλαδή 10 αυτοκίνητα φορτηγά μεγάλα σε όγκο. Ένα σημαντικό όγκο μπάζων θα τα πήρε το ίδιο το ποτάμι. Το νερό λοιπόν βοήθησε και αυτό στο να φύγουν αρκετά μπάζα και να εξαφανιστούν.

Οι ληστεία δείχνουν να είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιου σχεδιασμού, υπομονής και γνώσης των εσωτερικών λειτουργιών της τράπεζας. Οι δράστες δεν άφησαν πίσω τους σχεδόν κανένα στοιχείο. Δεν υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα, δεν υπήρχαν μάρτυρες και τα τότε συστήματα παρακολούθησης είτε δεν κάλυπταν κρίσιμα σημεία, είτε δεν παρήχαν αξιοποιησιμό υλικό.

Η λέξη ρυφηφή κυριάρχησε αμέσως στα πρωτοσέλιδα. Οι εκτελεστές του Μεγάλου Κόλπου, σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν οκτώ και προκύπτει ότι οι περισσότεροι ήταν διευθυντικά στελέχη της τράπεζας. Χρειάστηκε να σκάβουν το τούνερ στον Λισό έντεκα ολόκληρους μήνες για να βγουν στην τράπεζα και να διάσουν τις θηρίδες της. Ο κληρίς στην υπόθεση είναι ο Τζουμάχ Χαλίτ, Παλαιστίνιος, ο οποίος είναι φυλακισμένος στο Κορυδαλό και ενοχοποιεί τον διευθυντή της τράπεζας Θεωρούμε πρόσωποι περάνου άσυποψίας, όχι μόνο από την αστυνομία, από την τράπεζα ή από τις εισαγγελικές αρχές και θεωρώ ότι είναι απαράδοξο αυτή τη στιγμή το πρόσωπο μου να εμφανίζεται σαν συνεργός σε κάποιο τέτοιο γεγονός Ο Τζουμάκ Χαλίτ πήρε μέρος στη σύλληψη του σχεδίου αλλά λίγο πριν την εκτέλεσή του συνελήφθη για απάτη στην ίδια την τράπεζα και προφυλακίστηκε στο Κοριδαλό Ως συνεργοί κατονομάζονται και τρεις ανώτεροι αστυνομικοί που είχαν την απαιτούμενη άνω θερκάληψη Οι εκτελεστές της ληστείας του αιώνα βοηθήθηκαν και από δύο τουλάχιστον υπαλλήλους της ΕΙΔΑΠ

οι οποίοι είχαν στα χέρια τους τα απαιτούμενα σχέδια για τη διάνοιξη της σύραγγας των Ηλισσών. Μία μέρα πριν, η αδελφή μου είχε κατέβει στη θηρίδα να πάρει κάποια πράγματα σε ώρα που οι θηρίδες δεν λειτουργούσαν, είχαν κλείσει και ξαφνικά όπως κάνει την κίνηση να βγάλει το κουτί κτλ. ακούει μέσα στους τείχους θόρυβο σαν κάποιος να γκρεμίζει κάτι.

Ο γνωστός από την υπόθεση Κοσκοτάπρο είναι αξιωματικός της αστυνομίας Παύλος Μπογράκος και ο τραγουδιστής Σπύρος Ερεμέτζης απάντησαν σήμερα στις πληροφορίες που τους φέρνουν αναμεμειγμένους στην υπόθεση Οι ανάργους του νόματος για μένα είναι σαφές ότι πρόκειται για τα κυκλώματα τα οποία είχα ενοχλήσει και πονέσει Εκτός από τις άδειες θηρίδες οι δράστες άφησαν πίσω τους μία ηλεκτρογενήτρια και μερικά εργαλεία Τίποτε άλλο καθώς οι έρευνες δεν απέδιδαν καρπούς και η πίεση της κοινής γνώμης αυξανόταν, οι αρμόντιες αρχές προχώρησαν σε ένα ασυνήθιστο μέτρο.

Εκδόθηκε επικήρυξη για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στον εντοπισμό των δραστών. Η επικήρυξη, ύψους δεκάδων εκατομμύριων δραχμών, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, στόχευε στο να «σπάσει το τείχος της σιωπής». Ωστόσο, παρά τις προσδοκίες, δεν πρόκυψαν αξιόπιστες πληροφορίες που να οδηγούν σε συλλήψεις. Ένας δημοσιογράφος σημείωνε χαρακτηριστικά.

«Η επικήρυξη περισσότερο επιβεβαίωσε το αδιέξοδο των ερευνών παρά το έλυσε. Κανείς δεν μίλησε ή κανείς δεν ήξερε». Η Τράπεζα Εργασίας επικηρύσει τους ρυφηφίδες με 200 εκατομμύρια δραχμές και αποζημιώνει τους πελάτες που είχαν τις 300 μία θηρίδες που κλάπηκαν με 5 εκατομμύρια δραχμές τον καθένα. Θυμάμαι τότε ήταν ο σκοηγημένος ο πρόεδρος ο Καψάσκης τότε.

Πρώτη φορά τον είχα δει ελακρισμένο. Δεν τον έχω ξαναδεί δυνατός άνθρωπος. Και κατευθείαν τους επικύρεξα με την μία μου. Και πολλοί πιστεύαν ότι ήταν πισόπλατο χτύπημα για την τράπεζα και ότι τότε ήταν εποχή που ήταν για πούλημα. Όχι για πούλημα, μάλλον ήταν εποχή που ήταν γυφούλα για τι θέλανε πολλοί. συγκεκριμένοι δικαστές και εισαγγελείς στις φυλακές και έψαχναν τους κατουμένους, ρωτούσαν τι ξέρουν και τι μπορούν να πούν και ποιες πληροφορίες μπορεί να δώσουν.

Εκεί λοιπόν κάποιοι εμφάνισαν την ιστορία του Ριφιφί. Αλλά δυστυχώς έπεσαν σε ένα περιβάλλον ανθρώπων οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την περίσταση και έλεγε καθένας ό,τι ήθελε εναντίον του άλλου. Τι πρέπει λοιπόν να πει να ζητήσουμε. Η δικαστική έρευνα για αυτές τις καταγγελίες διήρκησε ακριβώς τρία χρόνια για να καταλήξει τελικά στην αθώωση όλων των κατηγορουμένων.

Αυτό που από την πρώτη στιγμή προξέντει στο ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη υπόθεση είναι ότι δεν επαναλήφθηκε στην Ελλάδα. Αυτό και μόνο έδειχνε ότι η τεχνογνωσία ήταν εισαγόμενη. Ο γέφαλος του Ρηφηφή ήταν Έλληνας, ο οποίος είχε τις ευαθές με ανθρώπους που βρισκόταν μέσα στην τράπεζα και που ήρθε σε συνεργασία με τον άνθρωπο της Ιταλικής Μαφίας, ο οποίος ειδικεύεται σε τέτοιου είδους τρυπήματα.

Η συγκεκριμένη Ιταλική ομάδα εξαρθρώθηκε λίγο μετά το περιφηθεί. Έχει χαρακτηριστεί ότι ο θεωρούμενος ο Σογκιάφαλος της Ιταλικής Μαφίας, 10 χρόνια αφού του βγήκε, θεωρηθεί να πήγε χτύπησε μια άλλη τράπεζα στο Μιλάνο με το ίδιο σχέδιο. Όπως δείχνει ήταν προμελητημένο από την ομάδα και απλά περιμέναμε πότε θα βγήκε ξανά ο αρχηγός.

Υπάρχουν αρκετά στοιχεία για τον άνθρωπο που ήρθε στην αρχή επαφή με την Ιταλική Μαφία. Απλά πριν από τρία χρόνια ο άνθρωπος αυτός πέθανε. πέθανε. Οπότε, το έρωσα καλό από τη στιγμή που ένας τραγουδιός δεν μπορεί να υπερασταστεί τον εαυτό του. Δεν μπορούσαμε με αυτόν τον τρόπο να διασταυρώσουμε όλα τα στοιχεία, να μην εμφανιστεί το όνομα του Έλληνα συνεργού.

Η ασφάλεια κινητοποιήθηκε σε πλήρη κλίμακα. Εξετάστηκαν υπάλληλοι, πρώιν εργαζόμενοι, τεχνικοί, ακόμα και εξωτερικοί συνεργάτες της τράπεζας. Το ενδεχόμενο εκ των έσω πληροφόρησης θεωρήθηκε από την αρχή το πιο πιθανό. Παρά τις ανακρίσεις και τις έρευνες, τα στοιχεία παρέμεναν αποσπασματικά. Κανένα πρόσωπο δεν μπορούσε να συνδεθεί άμεσα με την πράξη.

Τα χρήματα δεν εμφανίστηκαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ούτε εντοπίστηκαν ύποπτες αγορές μεγάλης κλίμακας που θα πρόδιδαν τους δράστες. Η υπόθεση άρχισε σταδιακά να παγώνει. Οι φάκελοι μεγάλωναν, αλλά οι απαντήσεις λιγόστευαν. Δεν πίστευα ότι θα τραβήξω τέτοιο κανάλι στη ζωή μου ποτέ. Και θα το φέρω σε πέρας δηλαδή έτσι, γιατί είναι βαρύ.

Από τότε έχω βαριά υπνική άπνοια, δηλαδή ακούγω και δίσα και δαριά και πετάγομαι. Δύσκολο. Γιατί άλλο να είσαι μέσα, γιατί υπάρχει κάποιος λόγος. Και άλλο να πας στα καλά καθόμενα και να βρεθείς σε ένα κελί. Δεν είναι και εγκαιλείοι οι άνθρωποι στη φυλακή. Δεν είναι οικονομικά κλίματα χωριστά από άλλους. Είναι όλοι μαζί. Είναι ψηλοακταρμάσεις μέσα.

Δηλαδή, σε κοιτάνε και γδύνεσαι στην κυριολογία. Ο Τζουμάκ Χαλίντ είχε αποστείλει συνολικά πέντε υπομνήματα, στα οποία προσέθεται κάθε μήνα και νέους εμπλεκόμενους στο ρηφιφί. Τον Ιανουάριο του 1995 τελικά αναφέρει στον δεύτερο ειδικό ανακριτή Πως ό,τι έγραφε για τον Καλαφάτη και τους υπόλοιπους ήταν ψέματα Ότι ο βασικός εμπνευστής αυτού του σενάριου έπαιρνε πίσω τα πάντα Στις 13 Φεβρουαρίου του 1995 ο αναγνώστης Καλαφάτης αφήνεται ελεύθερος αρχικά με περιοριστικούς όρους μέχρι την οριστική απαλλαγή Ήταν σαν να είχα πάρει το χρυσό μετάλλιο στον Ολυπιάδε που κατάφερα και βγήκα Είχαν μέσα διάφορα αντικείμενα, πιθανώς κοσμήματα.

Βρέθηκαν διάφορες σακούλες, γραμμάτια. Οι αστυνομικοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι δράσεις μετέφεραν εκεί τα κλοπημέα και εξαφανίστηκαν με ταχύπλο ο σκάφος. Όσο και αν προσπάθησαν όμως, οι έρευνές τους έμειναν εκεί, κολλημένες στην παραλία Χαμολιά. Ο χαρακτηρισμός «τέλειο έγκλημα» επαναλαμβανόταν συχνά, ενώ οι συγκρίσεις με την ταινία του Ζίλντα Σεν ήταν αναπόφεκτες.

Η αφήγηση αυτή συνέβαλε στη μυθοποίηση των δραστών. Για μερίδα της κοινής γνώμης, το Ριφιφί δεν ήταν απλώς μια ληστεία, αλλά μια έξυπνη πράξη απέναντι σε ένα απρόσωπο θεσμό. Και για λόγους που αφορούσαν κάποιους οι οποίοι εξέτειαν την έσκηση οβίου καθ' έξω στους φυλακές και οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν από συμβούλους υπουργού τότε να καταθέτουν.

Η πραγματική ένοχη, καμία σχέση δεν είχαν με αυτούς. Εγώ θεωρώ ότι αυτοί το έκαναν σίγουρα όχι Έλληνες κακοποιοί, αλλά οργανωμένο έγκλημα. Στην Ελλάδα τότε δεν είναι τόσο εμφανές το οργανωμένο έγκλημα. Είναι προσωπική μου κρίση. Δεν υπάρχουν αυτού του είδους, αυτού του επίπεδου κακοποιοί να οργανώσουν τέτοιες πράξεις στην Ελλάδα.

Το συγκεκριμένο πρόσωπο που θεωρείται από τις αρχές μέλος του ΕΛΑ και σύμφωνα με την κατάθεση συγγενούς του οργάνωσε το ΕΛΕΠΗ ήταν νεκρό. Έτσι μέχρι και σήμερα η πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα κλοπή παραμένει ένας άλυτος γρήφος. Με τα χρόνια το ρηφηφί της Τράπεζας Εργασίας πέρασε από το πεδίο της επικαιρότητας στο πεδίο της μνήμης.

Δεν υπήρξε μία θεαματική εξυχνίαση ούτε συλλήψεις που να κλείσουν οριστικά την υπόθεση στο συλλογικό φαντασιακό. Αν και η υπόθεση δεν εξυχνιάστηκε ποτέ, ο αντίκτυπός της υπήρξε ουσιαστικός. Οι τράπεζες άρχισαν να επενδύουν περισσότερο σε σύγχρονα συστήματα ασφαλείας, ενώ οι αστυνομικές υπηρεσίες αναθεώρησαν πρωτόκολλα και διαδικασίες.

Ένα εσωτερικό έγγραφο αξιολόγησης κατέληγε. Το περιστατικό της Τράπεζας Εργασίας κατέδειξε ότι ο σχεδιασμός και η πληροφορία μπορούν να υπερκεράσουν την τεχνολογία ενώ η υπόθεση διδάχτηκε ανεπίσημα ως παράδειγμα για το πώς ένα έγκλημα μπορεί να στηθεί χωρίς θόρυβο, αλλά με τεράστιες συνέπειες. Μια ιστορία θα σας έλεγα για την οποία η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι υπερήφανη καθόλου σε καμία περίπτωση Εκείνος ο οποίος είχε αναλάβει το ανακριτικό έργο έκανε χοντρό λάθος ξεστράτησε την ιστορία απευθύνεθηκε σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είχαν σχέση με αποτέλεσμα να μην αναζητηθούν οι πραγματικοί ένοχοι και εκείνο που μπορώ να σας πω υπεύθυνα τούτη την ώρα είναι το εξής ότι υπήρχε υλικό από το οποίο θα μπορούσε να οδηγηθεί κανείς σε διέξοδο, υπήρχαν τέτοια στοιχεία.

Εγώ δεν μπορώ να πω ότι αυτός που ερευνούσε το έκαμε για να συγκαλύψει. Οι άποψεις μου είναι όμως ότι ξεκίνησε από Έλληνες. 30 και πλέον χρόνια μετά, το ρηφιφί της Τράπεζας Εργασίας παραμένει ένα άλυτο κεφάλαιο. Όπως και στην ταινία του Ζίλντα Σεν έτσι και στην πραγματικότητα η σιωπή υπήρξε το ισχυρότερο όγκλο Ίσως γι' αυτό η υπόθεση εξακολουθεί να συναρπάζει επειδή κινείται στο όριο ανάμεσα στο πραγματικό έγκλημα και τον κινηματογραφικό μύθο Ένα ρηφιφί που δεν ακούστηκε ποτέ αλλά συνεχίζει να αντυχεί στη συλλογική μνήμη Η τηλεοπτική σειρά με θέμα το ρηφηφί της Τράπεζας Εργασίας έχει τον τίτλο «Ρηφηφί»

και αποτελεί παραγωγή της Cosmote TV σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Τσαφούλια και σενάριο των Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σάκαλη. Η σειρά έκανε πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 2025. Πρόκειται για μια σειρά μυθοπλασίας έξι επεισοδίων, βασισμένη ή εμπνευσμένη από τα γεγονότα της ανεξιχνίας της γλυστίας στην τράπεζα εργασίας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η σειρά βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, αλλά τα αναδιαμορφώνει δραματουργικά, με σκοπό να εξερευνήσει όχι μόνο τα γεγονότα της γλυστίας, αλλά και τις ανθρώπινες ιστορίες και τα κίνητρα πίσω από τους χαρακτήρες.

Πολύ έξυπνα, ως ο τήρης με τους σενάριογράφους μας, φτιάξαν μια υπέροχη μυθοπλασία ανθρώπους που θέλουν να χτυπήσουν το σύστημα και όχι απαραίτητα να κλέψουν κάτι για να δοθεί και ένα μήνυμα. Όλο το οργανώνει μια γυναίκα και μαζεύει κάποιους ανθρώπους της γειτονιάς, φίλους, δεξιά και αριστερά και τους πείθει να μπουν και αυτοί μέσα στο κόλπο.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00