Skip to content
PodBase
Ο Ίκαρος
Σεπτέμβριος 17, 2026 00:30:03
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Ο Ίκαρος. Μια από τις πιο γνωστές ιστορίες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, αλλά ίσως όχι όπως την έχουμε ακούσει μέχρι σήμερα.

Ο Δαίδαλος και ο γιος του βρίσκονται παγιδευμένοι στην Κρήτη. Όταν κάθε δρόμος διαφυγής κλείνει, ο Δαίδαλος κατασκευάζει κάτι που κανένας άνθρωπος δεν είχε τολμήσει να φτιάξει πριν: φτερά.

Για τον Ίκαρο, όμως, τα φτερά δεν είναι απλώς ένας τρόπος να ξεφύγει. Είναι η πρώτη του πραγματική γεύση ελευθερίας. Ο ουρανός ανοίγει μπροστά του και, για πρώτη φορά, δεν υπάρχουν τείχη, φρουροί ή όρια.

Μέχρι τη στιγμή που ο πατέρας του τού φωνάζει να κατέβει.

Μια ιστορία για την ελευθερία, την αγάπη ενός πατέρα και την επικίνδυνη στιγμή που η επιθυμία να αγγίξεις τον ουρανό σε κάνει να ξεχνάς πόσο κοντά βρίσκεται η πτώση.

Άκουσε την ιστορία του Ίκαρου στις «Ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα».

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Κάποιες ιστορίες τις ακούμε από παιδιά. Τις μαθαίνουμε στο σχολείο, τις θυμόμαστε χρόνια αργότερα και νομίζουμε πως ξέρουμε ήδη το τέλος. Αλλά μερικές φορές, όταν επιστρέφεις σε μια παλιά ιστορία, ανακαλύπτεις ότι δεν θυμάσαι το σημαντικότερο. Το πώς έφτασαν οι άνθρωποι εκεί. Τι φοβήθηκαν. Τι αγάπησαν. Και τι έχασαν. Απόψε θα ταξιδέψουμε πίσω στην αρχαία Ελλάδα, στην Κρήτη, στη θάλασσα του Αιγαίου και σε έναν πατέρα και έναν γιο που κάποτε πίστεψαν ότι μπορούσαν να ξεφύγουν από τη φυλακή τους πετώντας.

Ο Ήκαρος Ο άνεμος ούρλιαζε πάνω από το Αιγαίο. Ο ήλιος έκαιγε τόσο δυνατά που το φως έκανε τη θάλασσα να μοιάζει με λιωμένο μέταλλο. Ψηλά στον ουρανό δύο σκοτεινές μορφές διέσχιζαν τα σύννεφα. Η μία πετούσε σταθερά, η άλλη ανέβαινε όλο και πιο ψηλά. Ο δέδαλος γύρισε το κεφάλι Ήκαρε, γύρνα προς τα κάτω Ο νεαρός δεν σταμάτησε Τα φτερά του άνοιγαν διάπλατα Καθώς ο άνεμος τον ανέβαζε όλο και περισσότερο Το πρόσωπό του ήταν στραμμένο προς τον ήλιο Και το χαμόγελό του φαινόταν ακόμη κι από απόσταση Ο δέδαλος άρχισε να χτυπά τα φτερά του πιο δυνατά «Ήκαρε, με ακούς. Κατέβα αμέσως. Μην ανεβαίνεις άλλο».

Ο Ήκαρος γύρισε. Τα μάτια του συναντήθηκαν. Για μια στιγμή ο δέδαλος πίστεψε ότι ο γιος του θα υπάκουε. Ύστερα ο Ήκαρος γύρισε ξανά προς τον ουρανό και ανέβηκε. Ο δέδαλος ένιωσε τον φόβο να παγώνει το σώμα του, γιατί ήξερε κάτι που ο Ήκαρος δεν μπορούσε ακόμη να δει. Τα φτερά δεν ήταν φτιαγμένα για εκείνο το ύψος. Ο ήλιος πλησίαζε και το κερί άρχισε να μαλακώνει.

Ένα πούπουλο ξεκόλλησε, πέρασε μπροστά από τα μάτια του Ήκαρου και άρχισε να πέφτει. Ο Ήκαρος το κοίταξε. Για πρώτη φορά το χαμόγελο του χάθηκε. Κοίταξε το φτερό του και είδε ένα μικρό κενό να ανοίγει ανάμεσα στα πούπουλα Ύστερα άκουσε τη φωνή του πατέρα του αυτή τη φορά καθαρά «Ήκαρε, σε παρακαλώ, κατέβα τώρα, άκουσέ με»

Ο Ήκαρος άνοιξε τα χέρια του και προσπάθησε να κατέβει Αλλά ο άνεμος είχε ήδη αρχίσει να περνά μέσα από τα φτερά Ένα δεύτερο πούπουλο έφυγε Μετά ένα τρίτο Το κερί έλειωνε Και ο δέδαλος κατευθυνόταν προς το μέρος του Όσο πιο γρήγορα μπορούσε Ήκαρε, κράτα τα χέρια σου ανοιχτά Και μην κοιτάς κάτω Κοίτα μόνο εμένα Ο Ήκαρος προσπάθησε Το ένα φτερόν λύγησε Και το σώμα του άλυσε να περιστρέφεται «Πατέρα, δεν μπορώ να το σταματήσω».

Ο δέδαλος άπλωσε το χέρι του. «Ήκαρε, κράτα γερά, έρχομαι να σε πιάσω». Ήταν τόσο κοντά. Μόνο λίγα μέτρα, ίσως λίγα δευτερόλεπτα ακόμη. Και τότε το φτερό διαλύθηκε. Ο Ήκαρος έπεσε και ο δέδαλος βούτηξε πίσω του. Κάτω από τα πόδια τους, το Αιγαίο άνοιξε σαν μια απέραντη σκοτειμή άβυσος Όμως η ιστορία δεν άρχισε στον ουρανό Άρχισε χρόνια νωρίτερα, πίσω από πέτρινους τείχους, στην Κρήτη Ο Δέδαλος στεκόταν μόνος μέσα στο λαβύρινθο Είχε τελειώσει το έργο που του είχε αναθέσει ο Μίνωας Κάθε διάδρομος οδηγούσε σε άλλον και κάθε στροφή έκρυβε μια καινούρια στροφή.

Ο ίδιος είχε σχεδιάσει κάθε πέτρα. Κι όμως εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να βρει την έξοδο. Περπάτησε για ώρα, ώσπου άκουσε έναν ήχο. Βήματα. Φρουροί. Ο δέδαλος σταμάτησε, αλλά τα βήματα πλησίασαν. Έτρεξε προς την έξοδο και έφτασε στην πόρτα. Όμως ήταν κλειδωμένη. «Ανοίξτε την πόρτα. Είμαι ο Δέδαλος». Από την άλλη πλευρά ακούστηκε μια φωνή.

«Δέδαλε», ο βασιλιάς είπε, «να μείνεις μέσα. Δεν έχουμε εντολή να σε αφήσουμε να φύγεις». Ο Δέδαλος έμεινα κίνητος. Κοίταξε γύρω του. Τους διαδρόμους που ο ίδιος είχε σχεδιάσει. τους στίχους που ο ίδιος είχε χτίσει. Και τότε κατάλαβε ότι είχε κατασκευάσει την τέλεια φυλακή. Και τώρα ήταν ο κρατούμενός της. Ο Μίνωας δεν χρειαζόταν να τον σκοτώσει.

Τον χρειαζόταν ζωντανό. Ο Δέδαλος γνώριζε τα μυστικά του βασιλείου. Γνώριζε το λαβύρινθο. Γνώριζε πράγματα που ο Μίνωας δεν ήθελε να γνωρίζουν άλλοι Έτσι έμεινε στην Κρήτη Και μαζί του έμεινε ο γιος του, ο Ίκαρος Ο νεαρός είχε μεγαλώσει πίσω από τείχη Ήξερε τους ήχους του παλατιού Ήξερε πότε άλλαζαν οι φρουροί Και ήξερε πότε οι υπηρέτες άφηναν ανοιχτή μια πόρτα Αλλά δεν ήξερε τον κόσμο Κάθε απόγευμα ανέβαινε ψηλά και κοιτούσε τη θάλασσα Μια μέρα ο δέδαλος τον βρήκε εκεί Πάλι εδώ κάθεσαι Ήκαρε Τι κοιτάζεις τόση ώρα τη θάλασσα Κοιτάζω εκεί έξω μπαμπά Εκεί που τελειώνουν τα τείχη Και τι περιμένεις να δεις πέρα από αυτά Ο Ήκαρος έδειξε ένα πουλί που πετούσε πάνω από τα τείχη Αυτό το πουλί μπαμπά μπορεί να φύγει όποτε θέλει Ο δέδαλος δεν απάντησε Ο Ήκαρος χαμογέλασε Εσύ μπορείς να φτιάξεις τα πάντα μπαμπά Όχι τα πάντα Ήκαρε Υπάρχουν πράγματα που ούτε εγώ μπορώ να αλλάξω Τα περισσότερα όμως μπορείς να τα φτιάξεις Μπορείς να φτιάξεις και φτερά μπαμπά «Ο δέδαλος κοίταξε τον Ουλανό.

Ύστερα κοίταξε το γιο του. Ίσως μπορώ να φτιάξω φτερά. Αλλά δεν ξέρω ακόμη αν μπορούν πραγματικά να μας πετάξουν». Ο Ήκαρος χαμουγέλασε. «Το ήξερο ότι μπορείς, μπαμπά». Την επόμενη μέρα, ο δέδαλος πήγε στην ακτή. Μάζεψε ένα πούπουλο. Μετά δεύτερο. Και ύστερα άρχισε να ψάχνει ξύλο. Ο Ήκαρος κατάλαβε αμέσως τι ετοίμαζε. «Το βρήκες, μπαμπά. Θα φτιάξεις τα αλήθεια τα φτερά». «Θα προσπαθήσω, Ήκαρε. Αλλά δεν ξέρω ακόμη αν θα δουλέψουν». «Θα δουλέψουν. Το ξέρω». «Και πώς είσαι τόσο σίγουρος». «Επειδή είσαι εσύ, μπαμπά». Ο δέδαλος δεν απάντησε.

Απλώς συνέχισε Για μέρες δούλευε κρυφά Ξύλο, πούπουλα, κλωστή, κερί Κάθε αποτυχία γινόταν ένα καινούριο σχέδιο Κάθε σπασμένο κομμάτι τον έφερνε λίγο πιο κοντά Ο Ήκαρος παρακολουθούσε Πότε θα πετάξουμε μπαμπά Όταν είμαι σίγουρος ότι μπορούμε «Και πότε θα είσαι σίγουρος ότι μπορούμε» «Όταν σταματήσεις να με ρωτάς κάθε πέντε λεπτά»

Ο Ήκαρος γέλασε «Τότε δεν θα γίνεις ποτέ σίγουρος, μπαμπά» Ο δέδαλος προσπάθησε να μην χαμογελάσει Δεν τα κατάφερε Τελικά τα πρώτα φτερά ήταν έτοιμα Ο δέδαλος τα πήρε στην ακτή πριν ξημερώσει Ο Ήκαρος τον ακολούθησε «Μείνε λίγο πίσω, Ήκαρε» «Θέλω πρώτα να τα δοκιμάσω μόνος μου». «Εντάξει, μπαμπά, θα μείνω πίσω». Ο δέδαλος τον κοίταξε.

«Το εννοώ, Ήκαρε. Μην πλησιάσεις μέχρι να σου πω». «Το κατάλαβα, μπαμπά». Ο δέδαλος φόρεσε τα φτερά και πήρε μια βαθιά ανάσα. Έτρεξε, πίδηξε και για μια στιγμή έπεσε. Ο Ήκαρου σπάγωσε. Ύστερα τα φτερά γέμισαν με τον άνεμο Ο δέδαλος σηκώθηκε Μόνο λίγα μέτρα Αλλά πετούσε Μπαμπά, τα κατάφερες Πραγματικά πετάς Ο δέδαλος προσπάθησε να γυρίσει Αλλά μια ξαφλική ρηπή Τον χτύπησε από το πλάι Το σώμα του στράφηκε Και ένα κομμάτι του φτερού Έσπασε Προσγιώθηκε άτσαλα στην άμμο Ο Ήκαρος έτρεξε κοντά του. «Μπαμπά, είσαι καλά, χτύπησες»

Ο δέβαλος σηκώθηκε και κοίταξε το φτερό. «Είμαι καλά, Ήκαρε, απλώς το φτερό δεν άντεξε τη ρηπή» «Σίγουρα είσαι καλά, μπαμπά» «Ναι, και τώρα ξέρω τι πρέπει να αλλάξω» Κι αν δεν μπορείς να το διορθώσεις, ο δέδαλος τον κοίταξε. «Τότε θα το ξαναφτιάξω, Ήκαρε, μέχρι να πετύχει». Την επόμενη μέρα το δοκίμασε ξανά. Αυτή τη φορά πέταξε περισσότερο.

Μετά περισσότερο. Ύστερα ήρθε η σειρά του Ήκαρου. Ο δέδαλος έδεσε τα φτερά στην πλάτη του. «Μην προσπαθήσεις να μείνεις στον αέρα μόνος σου, Ήκαρε. Άφησε τον άνεμο να σε σηκώσει. Κι αν πέσω, μπαμπά, θα είμαι δίπλα σου και θα σε πιάσω. Κι αν δεν προλάβεις να με πιάσεις...» Ο δέδαλος τον κοίταξε αυστηρά. «Τότε, Ήκαρε, θα κάνεις ό,τι σου λέω και δεν θα πέσεις».

Ο Ήκαρος γέλασε. «Εντάξει, μπαμπά, θα προσπαθήσω να μην πέσω. Πήδηξε. Τα φτερά άνοιξαν. Για μια στιγμή κατέβηκε. Ύστερα ανέβηκε. «Μπαμπά, κοίτα με. Πετάω». «Σε βλέπω, Ήκαρε. Κράτα τον ρυθμό και μην κάνεις απότομες κοιμήσεις». Ο Ήκαρος γύρισε προς το μέρος του. «Με βλέπεις, μπαμπά. Κοίτα πόσο ψηλά είμαι. «Σε βλέπω, Ήκαρε. Τώρα κατέβα λίγο».

«Μόνο λίγο ακόμα, μπαμπά. Θέλω να ανέβω λίγο περισσότερο». «Όχι, Ήκαρε. Κατέβα τώρα και μείνε κοντά μου». Ο Ήκαρος προσγιώθηκε γελώντας. Ο Δέδαλος προσπάθησε να μείνει σοβαρός. «Δεν είναι παιχνίδι, Ήκαρε. Πρέπει να μάθεις να τα σέβεσαι». «Σέβεσαι. Για μένα είναι λίγο παιχνίδι, μπαμπά». Ο δέδαλος τον κοίταξε. Ο Ήκαρος χαμογέλασε.

«Ένα πολύ ωραίο παιχνίδι, μπαμπά». Και τότε ο δέδαλος κατάλαβε ότι η απόδραση θα ήταν μόνο η αρχή. Την τελευταία νύχτα, ο δέδαλος έλεγξε τα φτερά για τελευταία φορά. Ο Ήκαρος καθόταν απέναντί του. «Αύριο θα φύγουμε στα αλήθεια, μπαμπά. Αύριο, Ήκαρε. Αν όλα πάνε όπως τα σχεδιάσαμε, αύριο θα είμαστε ελεύθεροι. Και μετά τι θα κάνουμε, που θα πάμε.

Μετά θα βρούμε ένα μέρος όπου κανείς δεν θα ξέρει ποιοι είμαστε. Και θα μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε». Ο δέδαλος σταμάτησε. «Όχι, Ήκαρε. «Η ελευθερία δεν σημαίνει ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις». Ο Ήκαρος συνοφριώθηκε. «Τότε τι σημαίνει, μπαμπά» Ο δέδαλος σκέφτηκε για λίγο. «Σημαίνει ότι μπορείς να αποφασίσεις πού θα πας και πώς θα ζήσεις».

Ο Ήκαρος χαμογέλασε. «Τότε ξέρω ήδη που θέλω να πάω, μπαμπά». «Πού θέλεις να πας, Ήκαρε» Ο Ήκαρος έδειξε έξω από το παράθυρο. «Παντού». Ο δέδαλος χαμογέλασε. Ύστερα έδεσε τα φτερά στην πλάτη του. «Μόνο πρώτα πρέπει να φτάσουμε εκεί, Ήκαρε». «Άκουσε με το ρε γέμο. Μην πετάξεις πολύ χαμηλά. Η θάλασσα θα βρέξει τα φτερά και θα τα βαραίνει».

Ο Ήκαρος έγνεψε. Και μην ανέβω πολύ ψηλά μπαμπά Το ξέρω Η ζέστη του ήλιου θα μαλακώσει το κερί Ο δέβαλος τον κοίταξε Ακριβώς Και ό,τι κι αν γίνει Μένεις κοντά μου Ο Ήκαρος τον κοίταξε Το υπόσχομαι μπαμπά Δεν θα φύγω από δίπλα σου Πριν ξημερώσει Έφυγαν Πέρασαν από τους διαδρόμους του παλατιού Ο δέδαλος περπατούσε μπροστά και ο Ήκαρος πίσω του Έφτασαν σε μία μικρή έξοδο που οδηγούσε προς την ακτή Ο δέδαλος άνοιξε την πόρτα Ένας φρουρός στεκόταν λίγα μέτρα μακριά και τους είδε Ο δέδαλος πάγωσε Ο φρουρός έκανε ένα βήμα «Ποιοι είστε, τι κάνετε εδώ τέτοια ώρα»

Ο Ήκαρος κοίταξε τον πατέρα του. Ο δέδαλος του έκανε ένα μικρό νεύμα. «Τρέξε, Ήκαρε, τώρα!» έτρεξαν. Ο φρουρός φώναξε. «Φρουροί, σταματήστε τους!» βήματα ακούστηκαν πίσω τους. Ο δέδαλος έτρεχε προς τον βράχο και ο Ήκαρος τον ακολουθούσε. «Πιο γρήγορα, μπαμπά, έρχονται πίσω μας!» «Το ξέρω, Ήκαρε, συνέχισε να τρέχεις!» Ένας φρουρός εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας.

Ο δέδαλος έφτασε στην άκρη. Δεν υπήρχε δρόμος. Μόνο θάλασσα. Γύρισε στον Ήκαρο. «Τώρα, Ήκαρε, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Πήδηξε». Ο άνεμος τον άρπαξε. Ο Ήκαρος πήδηξε πίσω του. Για μια στιγμή το σώμα του έπεσε. «Μπαμπά, δεν μπορώ να κρατηθώ». «Άφησε τον άνεμο να σε σηκώσει, Ήκαρε. Άνοιξε τα χέρια σου». Ο Ήκαρος άνοιξε τα χέρια.

Τα στερά γέμισαν και ξαφνικά βρέθηκε στον αέρα. Πίσω τους οι φρουροί έφτασαν στον κρεμό. Ήταν πλέον πολύ αργά. Ο Ήκαρος γύρισε και τους κοίταξε. Μετά κοίταξε τον πατέρα του και άρχισε να γελά. «Μπαμπά, τα καταφέραμε! Πραγματικά φύγαμε!» πέταξαν πάνω από τη θάλασσα. Η Κρήτη απομακρυνόταν. Ο Ήκαρος κοιτούσε παντού. Νησιά, βράχια, λευκά σύννεφα και κάτω τους το νερό.

«Μπαμπά, κοίτα εκεί κάτω. Βλέπεις το νερό?» «Το βλέπω, Ήκαρε. «Όχι εμένα, μπαμπά. Κοίτα τη σκιά μας. Είναι σαν να πετάει μαζί μας». Ο δέδαλος κοίταξε. Το νερό ήταν τόσο καθαρό που μπορούσαν να δουν τη σκιά τους να γλιστρά στην επιφάνειά του. Ο Ήκαρος γέλασε. «Μπαμπά, είμαστε ελεύθεροι». Ο δέδαλος τον κοίταξε. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν είχε τίποτα να φοβηθεί.

Η Κρήτη ήταν πίσω τους. Ο Μίνωας δεν μπορούσε να τους στάσει. Ο άνεμος ήταν ήρεμος. Τα φτερά λειτουργούσαν. Ο γιος του ήταν δίπλα του. Ο Δέδαλος χαμογέλασε. «Ναι, Ήκαρε, είμαστε ελεύθεροι». Και για λίγη ώρα πέταξαν χωρίς να μιλούν. Ο Ήκαρος έκανε μια απότομη στροφή. Ο Δέδαλος τρόμαξε. «Ήκαρε, τι κάνεις! Μη κάνεις τέτοιες απότομες κινήσεις!»

Ο νεαρός επανήλθε γελώντας. «Το είδες, μπαμπά! Είδες πόσο γρήγορα μπορώ να στρίψω!» «Μην το ξανακάνεις, Ήκαρε! Δεν ξέρεις ακόμη τι μπορεί να κάνει ο άνεμος!» «Μα θέλω να μάθω, μπαμπά! «Θα μάθεις, αλλά πρέπει πρώτα να μάθεις να τον σέβεσαι». Ο Ήκαρος κοίταξε μπροστά. «Θα μάθω, μπαμπά». Και αυτό ακριβώς έκανε. Άρχισε να δοκιμάζει.

Μια μικρή στροφή, μια αλλαγή ύψους, ένα άνοιγμα των φτερών. Κάθε φορά ο δέδαλος του έδινε μια οδηγία και κάθε φορά ο Ήκαρος την εκτελούσε. Ώσπου ο πατέρας του σταμάτησε να φοβάται Κοίταξε το γιο του και κατάλαβε πως δεν ήταν πια το αγόρι που είχε φύγει μαζί του από την Κρήτη Ήταν ένας νέος άντρας που μάθαινε να πετά Ο δέδαλος χαμογέλασε Και τότε για πρώτη φορά σταμάτησε να τον κοιτάζει Μόνο για λίγες στιγμές Κοίταξε μπροστά Κοίταξε τη θάλασσα Κοίταξε τον ορίζοντα Και σκέφτηκε Τα καταφέραμε Όταν γύρισε ξανά προς τον Ήκαρο Ο γιος του είχε ανέβει Λίγο Μετά λίγο ακόμη Ήκαρε Κράτα το ύψος σου Μην ανεβαίνεις άλλο Ο νεαρός γύρισε Ναι μπαμπά Σε άκουσα Τότε κατέβα λίγο Και μείνε εδώ κοντά μου Ο Ήκαρος κατέβηκε Λίγο αργότερα Ανέβηκε ξανά Ο δέδαλος τον κοίταξε Ήκαρε Σου είπα να μείνεις εδώ Γιατί ανεβαίνεις ξανά Εδώ είμαι μπαμπά Απλώς θέλω να δοκιμάσω λίγο ακόμη Αλλά το βλέμμα του είχε ήδη στραφεί αλλού προς το φως προς τον ήλιο ο δέδαλος πλησίασε δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα

οίκαρε δεν προσπαθώ να αποδείξω κάτι μπαμπά τότε γιατί ανεβαίνεις όλο και πιο ψηλά ο οίκαρος χαμογέλασε γιατί μπορώ μπαμπά ο δέδαλος σοβάρεψε οίκαρε άκουσέ με προσεκτικά Όλη μου τη ζωή ήθελα να σε δω ελεύθερο Αλλά ελευθερία δεν σημαίνει ότι πρέπει να δοκιμάζεις τα όρια κάθε στιγμή Ο Ήκαρος κοίταξε τον πατέρα του Μπαμπά, όλη μου τη ζωή ήθελα να δω τι υπάρχει εκεί πάνω Και τώρα το βλέπεις, Ήκαρε Όχι αρκετά, μπαμπά Ο δέδαλος πλησίασε «Άκουσέ με. Μείνε κοντά μου. Δεν χρειάζεται να πας πιο ψηλά».

Ο Ήκαρος τον κοίταξε. Για μια στιγμή έμοιαζε έτοιμος να υπακούσει. Ύστερα χαμογέλασε και ανέβηκε. Ο δέδαλος τον ακολούθησε. «Ήκαρε, γύρνα πίσω σε μένα». Ο νεαρός άνοιξε τα χέρια. Ο άνεμος τον σήκωσε και το πρόσωπό του φωτίστηκε. Δεν έμοιαζε πλέον με κρατούμενο. Έμοιαζε με κάποιον που μόλις είχε ανακαλύψει έναν καινούριο κόσμο.

Ο πρώτος ήχος ήταν σχεδόν ανεπαίσθητος. Ένα μικρό τρίξιμο. Ο Ήκαρος κοίταξε πίσω και ένα πούπουλο έπεσε. «Μαμπά, κάτι δεν πάει καλά με το φτερό μου». Φτερόμουν, ο δέβαλος το είδε. «Ήκαρε, κατέβα, κατέβα τώρα!» Ο Ήκαρος κατέβηκε ή τουλάχιστον προσπάθησε. Το φτερό τρεμόπαιξε και ένα δεύτερο πούπουλο έφυγε. «Μπαμπά, δεν μπορώ να σταθεροποιηθώ».

«Άνοιξε τα χέρια σου, Ήκαρε. Κράτα τα σταθερά». «Το κάνω, μπαμπά, αλλά δεν με κρατάει». «Μην κοιτάς κάτω, κοίτα εμένα». Ο δέδαλος πλησίαζε. Το κερί είχε αρχίσει να λιώνει. Μικρές σταγόνες έπεφταν στον αέρα. Ένα ξύλινο κομμάτι έσπασε και ο Ήκαρος περιστράφηκε. «Πατέρα, φοβάμαι». «Κοίτα εμένα, Ήκαρε, μην κοιτάς κάτω, θα σε φτάσω».

Ο δέδαλος άπλωσε το χέρι του. Ο Ήκαρος προσπάθησε να το πιάσει. Τα δάχτυλά τους σχεδόν άγγιξαν. «Μπαμπά, πιάσε με, σε παρακαλώ». «Κράτα λίγο ακόμη, Ήκαρε, είμαι εδώ». Και τότε το φτερό διαλύθηκε. Ο Ήκαρος έπεσε και ο δέδαλος βούτυξε πίσω του. «Ήκαρε, κράτα μου το χέρι». Για μια στιγμή βρέθηκαν στο ίδιο ύψος. Ο δέδαλος άπλωσε ξανά το χέρι.

Τα μάτια του Ήκαρου συνάντησαν τα δικά του. «Μπαμπά». Και ύστερα το δεύτερο φτερό έσπασε. Ο Ήκαρος χάθηκε μέσα στο φως και έπεσε στη θάλασσα. Ο δέδαλος έπεσε μαζί του. Προσγιώθηκε στο νερό και βούτυξε αμέσως. «Ήκαρε, γέ μου, πού είσαι» «Τίποτα». Ξαναβούτυξε. Έψαξε ανάμεσα στα κύματα. Ανάμεσα στο νερό έβλεπε μόνο πούπουλα, ξύλο και κερί.

Ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει και ο δέδαλος συνέχισε. «Ήκαρε, σε παρακαλώ, απάντησέ μου». Τίποτα. Μέχρι που τον βρήκε. Τον κράτησε στην αγκαλιά του και έμεινε ακίνητος. Για λίγη ώρα δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Ούτε η φωνή του, ούτε τα κύματα. Μόνο ο άνεμος περνούσε πάνω από τη θάλασσα και εκείνος κρατούσε τον γιο του όπως τον είχε κρατήσει αμέτρητες φορές όταν ήταν παιδί.

Μόνο που τώρα ο Ήκαρος δεν άνοιγε τα μάτια του. Αργότερα, σύμφωνα με την παράδοση, ο Δέδαλος τον έθαψε σε ένα νησί που πήρε το όνομα του γιού του, Ικαρία, και η θάλασσα γύρω της, Ικάριο Πέλαγος. Ίσως γι' αυτό η ιστορία μοιάζει ακόμη πιο παράξενη. Γιατί το όνομα του Ήκαρου έμεινε δεμένο με τον τόπο όπου σύμφωνα με τον μύθο τελείωσε η πτήση του.

Όχι με τον ουρανό, με τη θάλασσα. Εκεί όπου έπεσε. Εκεί όπου τον βρήκε ο πατέρας του. Και υπάρχει κάτι ακόμη στην ιστορία που συχνά ξεχνάμε. Ο δέδαλος δεν του είπε ποτέ να μην πετάξει Του είπε να προσέχει Να μην πετάξει πολύ χαμηλά Να μην πετάξει πολύ ψηλά Να μείνει κοντά του Δεν προσπάθησε να του πάρει την ελευθερία Προσπάθησε να του δείξει πώς να την κρατήσει Και ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη δουλειά ενός γονιού να δώσει στο παιδί του τα φτερά και μετά να το αφήσει να πετάξει.

Να θέλει να το προστατεύσει χωρίς να το φυλακίσει. Να ξέρει ότι κάποια στιγμή θα φύγει από δίπλα του και να ελπίζει ότι όταν έρθει εκείνη η στιγμή θα έχει μάθει πώς να μένει στον αέρα. Ο Ήκαρος δεν το έμαθε. Ή ίσως το έμαθε πολύ αργά γιατί η ελευθερία δεν είναι μόνο να μπορείς να πας ψηλότερα. Είναι να ξέρεις πότε πρέπει να κατέβεις.

Ο δέδαλος συνέχισε μόνος. Πέταξε ξανά, αλλά ποτέ δεν ξέχασε εκείνη την ημέρα. Και κάθε φορά που ο άνεμος περνούσε πάνω από τη θάλασσα ίσως να θυμόταν εκείνο το χαμόγελο. Το χαμόγελο του γιού του όταν κατάφερε για πρώτη φορά να πετάξει. Όχι τη στιγμή που έπεσε, τη στιγμή που σηκώθηκε. Και ίσως εκεί βρίσκεται το παράξενο τέλος της ιστορίας.

Ο Ήκαρος πέταξε μόνο για λίγη ώρα. Έζησε όμως, έστω για λίγο, αυτό που ονειρευόταν από παιδί. Δεν είδε ολόκλειο τον κόσμο. Δεν πρόλαβε να ταξιδέψει παντού. Δεν πρόλαβε να γεράσει. Αλλά για λίγες στιγμές ο ουρανός ήταν δικός του. Ο άνεμος όμως δεν σταμάτησε. Συνέχισε να περνά πάνω από το νησί, πάνω από τα βράχια, πάνω από τη θάλασσα.

Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα. Και ίσως αυτό να είναι το μόνο πράγμα που δεν άλλαξε. Ο κόσμος συνέχισε να κινείται. Μόνο ένας πατέρας έμεινε για πάντα εκείνη τη στιγμή. Να κοιτάζει ψηλά και να θυμάται το γιο του όπως ήταν πριν πέσει. Να πετά. Κλείσε τώρα τα μάτια σου. Άφησε τον άνεμο να περάσει. άφησε τη θάλασσα να ησυχάσει και κάπου μακριά πάνω από το Αιγαίο άφησε τον Ίκαρο να πετάξει για λίγο ακόμη.

Αυτό ήταν ένα ακόμη ταξίδι με τις ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα. Απόψε αφήσαμε την ιστορία του Ίκαρου να τελειώσει εκεί όπου άρχισε η σιωπή του Αιγαίου. Ίσως όμως η τελευταία εικόνα που αξίζει να κρατήσεις να μην είναι η πτώση να είναι ένας νέος άνθρωπος που για πρώτη φορά στη ζωή του βρίσκεται πάνω από τα σύννεφα χωρίς τύχη χωρίς φυλακή χωρίς κανέναν να του λέει πού πρέπει να πάει μόνο ο άνεμος και ο ουρανός Καληνύχτα και μέχρι την επόμενη ιστορία να ονειρεύεσαι.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00