Skip to content
PodBase
Μέχρι Θανάτου... ο Γιαννάκης Καλομοίρης

Μέχρι Θανάτου... ο Γιαννάκης Καλομοίρης

Μέχρι Θανάτου
Ιούλιος 27, 2026 01:05:14 Σεζόν 5 Επεισόδιο 153
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

"Όταν τη γνώρισε, φορούσε κοντά παντελονάκια" κατέθεσε η μητέρα του.

Ένα παιδί που έχασε τον εαυτό του. Ένα παιδί που έχασε τη ζωή του.

Κλείσε τη συνεδρία σου με ένα πιστοποιημένο ψυχοθεραπευτή και χρησιμοποίησε τον κωδικό 27mexrithanatou για 27 ευρώ έκπτωση στην πρώτη συνεδρία ή το πρώτο πακέτο συνεδριών μέσα από το app της Hiwell: https://hiwell.app/meexriithanatou

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

να κρύβεται, ακόμα και όταν μιλούσαν πια όλοι για αυτό. Γιατί το μυστικό της σχέσης τους, το πήρε μαζί του στον τάφο του ο Γιαννάκης Καλομύρης. Γεια σας, είμαι η Αθηνά και σας καλωσορίζω σε αυτό το podcast Αληθινών Εγκλημάτων. Μπορείτε να δείξετε την υποστηρίξή www.lizymail.com Δεν νιώθεις πια ο εαυτός σου. Μερικές μέρες με δυσκολία κάνεις ακόμη και τα πιο απλά.

Άλλες φορές δεν μπορείς να σηκωθείς από το κρεβάτι. Και άλλες σου είναι αδύνατο να κοιμηθείς. Η ταλαιπωρημένη ψυχική υγεία έχει αιτίες, συμπτώματα, λύση. Η HiWell, η μεγαλύτερη και ασφαλέστερη online πλατφόρμα ψυχοθεραπείας στην Ελλάδα, Διαθέτει χιλιάδες έμπειρους και πιστοποιημένους ψυχολόγους, αλλά και διαιτολόγους και ειδικούς σε θέματα διατροφής.

Όλοι τους με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Οι συνεδρίες γίνονται με βιντεοκλήση, από την άνεση του προσωπικού σας χώρου και μπορούν να ξεκινήσουν τώρα, με μία δωρεάν 15 λεπτή δοκιμή. Με χρήση του κωδικού 27-θανάτου εξασφαλίζεται 27 ευρώ έκπτωση στην πρώτη σας συνεδρία ή στο πρώτο πακέτο συνεδριών. Λίνκ θα βρείτε στην περιγραφή του επεισοδίου.

Προχεδόν 100 χρόνια μετά, στεγάζει το Κακουριοδικείο Αθηνών. Σήμερα, αυτή τη Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου του 1924, ξεκινά εδώ η δίκη που θα γράψει τον επίλογο σε μία από τις πιο πολύ συζητημένες υποθέσεις της εποχής. Μία εποχή στην οποία γενικώς κυριαρχεί το δράμα. Δύο χρόνια από τη μικρή ασιατική καταστροφή που άλλαξε την ελληνική ιστορία Μία μόλις ημέρα από την τραγωδία στο κινηματογράφο Πανόραμα Το προηγούμενο απόγευμα πάνω από 550 άνθρωποι παρακολουθούσαν εκεί την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν «Σκυλίσια ζωή»

Παρεξήγηση ή ανόητη φάρσα κάποιος φώναξε ξαφνικά φωτιά Ο πανικός για επιβίωση και μια στενή ξύλινη σκάλα από τον εξώστη οδήγησαν στο θάνατο 26 παιδιά τα οποία στριμώχτηκαν και ποδοπατήθηκαν. Τελικά φωτιά δεν υπήρχε. Και ενώ στις εφημερίδες αναλύονται οι συνθήκες αυτού του φοβερού δράματος, ένα άλλο δράμα με άρωμα πιο σκανδαλώδες και ιδιωτικό ετοιμάζεται να παιχτεί.

Η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας βρίσκει τον κόσμο να στριμώχνεται και εδώ, στη δικαστική αίθουσα, στους διαδρόμους και τα στενά απ' έξω. Κάποιες καρφαλώνουν στα πρεβάζια των παραθύρων, μέχρι που ένα μάλιστα θα σπάσει. Ο πρόεδρος καλεί τον υπέτιο μπροστά του και τον τιμωρεί με 24 ώρες κράτηση και φυσικά την ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημιάς.

Ένας θάνατος τους έχει μαζέψει όλους εδώ σήμερα Ένας θάνατος που συνέβη 15 μήνες νωρίτερα σε συνθήκες σκοτεινές Στη θέση του κατηγορούμενου κάθεται μία νέα γυναίκα πλαισιωμένη από τους συνηγόρους της αλλά και έναν διερμηναία που έχει οριστεί από το Υπουργείο Εξωτερικών Η γυναίκα κοιτά την περισσότερη ώρα στο πάτωμα αποφεύγοντας με μαεστρία τη ματιά των σκητσογράφων και το φακό των φωτογράφων οι οποίοι διψούν να την αποτυπώσουν.

Οι δημοσιογράφοι πασχίζουν να την περιγράψουν στις σημειώσεις τους. Είναι αυτή η γυναίκα ικανή να ξεσηκώσει με την ομορφιά της τέτοια πάθη. Φορά χακί ταγέρ, μπλούζα κεντριτής στο στήθος και μαύρο καπέλο με χρωματιστές κορδέλες. Είναι εμφανίσιμη, με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, αλλά αν δεν κουβαλούσε πάνω της τη φήμη της ξελογιάστρας δολοφόνου, θα την πρόσεχε άραγε κανείς.

Τα λεπτά της χαρακτηριστικά, η λεπτή της μύτη, η περιποιημένη της εμφάνιση, τίποτα δεν προδίδει ότι έχει περάσει τόσο καιρό στη φυλακή. Όταν θα σηκώσει το κεφάλι της για να ζητήσει λίγο νερό Λάμψεις από τυφλασσό σκόνη θα την τυφλώσουν Υπάρχει και μια άλλη γυναίκα στην αίθουσα Πιο κοντή, πιο στραγγυλή, πιο ναυρική Αυτή η γυναίκα δεν έχει περάσει ούτε μια ημέρα στη φυλακή Κι όμως τα μάτια της φανερώνουν ότι τους τελευταίους 15 μήνες Έχει καταδικαστεί στην εσχάτη των ποινών Αυτή, της μάνας που έχασε το παιδί της Οι δύο γυναίκες που άλλοτε ήταν σαν οικογένεια Τώρα βρίσκονται αντιμέτουπες σε μια μάχη Θα έλεγε κανείς, αν μη τι άλλο, ευθυνών Ανάμεσά τους, και από τη μεριά της πολιτικής αγωγής Και από αυτή της υπεράσπισης Μεγάλα ονόματα της εποχής Ένας πρώην υπουργός, ένας πρώην βουλευτής Ένας πρώην πρόεδρος πρωτοδικών ένας καθηγητής πανεπιστημίου και πατέρας του τότε δήμαρχου, ακόμη και ένας ποιητής.

Η κατηγορία που βαραίνει τη λεπτεπίλεπτη γυναίκα είναι για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και για το έγκλημα «αναιρέσεως» από την αρχαία ελληνική λέξη «αναιρώ», δηλαδή «σκοτώνω», «εξοντώνω». Η εξόντωση διαπράχθηκε. Έγινε όμως εν γνώση και εκ προθέσεως, έγινε εν βρασμό ψυχικής ορμής ή από αμέλεια μέσα σε ένα τραγικό και τυχαίο συμβάν.

Αυτό καλούνται να συζητήσουν και να αποφασίσουν πρόεδρος και ένορκοι σε μια διαδικασία που θα κρατήσει συνολικά εννέα ημέρες. Οι γονείς που παρήστανται ως πολιτικοί ενάγοντες δεν φαίνεται να είναι σε απόλυτη σύμπνοια Ο πατέρας, ο γενικός επιθεωρητής και αρχιμουσικός σε όλες τις στρατιωτικές μπάντες των Αθηνών ο ιδρυτής του ελληνικού και εθνικού οδείου ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης Μανώλης Καλομύρης δηλώνει πως έχει παρετηθεί από αποζημίωση για ψυχική οδύνη Ζητά μόνο μία δραχμή για να δείξει συμβολικά πως τα χρήματα δεν χωράνε σε τούτη τη δικαστική αίθουσα Συνεσταλμένος και συναισθηματικός θα καταλάβει το λάθος της κίνησής του Όταν από την υπεράσπιση θα σηκωθούν θα βγάλουν μία δραχμή από τη τσέπη και θα του την προσφέρουν λέγοντάς του «Ειδού η αποζημίωσης δια την ψυχική οδύνη»

Έτσι ικανοποιηθήκατε και δεν έχετε πλέον λόγων παραστάσεως εδώ Η ομάδα της μητέρας, της Χαρίκλιας Καλομύρη, καθηγήτριας μουσικής στο Ο2, είναι διαφορετικά προετοιμασμένη. Ζητούν 200.000 δραχμές αποζημίωση. Η δίκη ξεκινά με τη δική της κατάθεση, που όμως μου θυμίζει λίγο το παιχνίδι της τυφλόμυγας. Μπορώ να αγγίξω, μπορώ να ακούσω τις φωνές, μπορώ να τρέξω, αλλά κρατώ τα μάτια μου ερμητικά κλειστά.

Έτσι, κερδίζω μόνο αν υποθέσω σωστά Και από αυτά που γίνονται γύρω μου, δεν έχω ουσιαστικά την παραμικρή εικόνα Το δωμάτιο Μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και την ήττα του Ελευθέριου Βενιζέλου ο κύριος Μανούλης Καλομύρης αναγκάζεται να απαραίτηθει από τις τάξεις του στρατού Τα οικονομικά της οικογένειας αμέσως στενεύουν.

Στις αρχές του 1921 αποφασίζουν να υπενικιάσουν ένα από τα δωμάτια του σπιτιού τους. Το σπίτι είχε οχτώ δωμάτια. Όπως συνηθιζόταν παλιά, το κάθε δωμάτιο είχε τη δική του ξεχωριστή χρησιμότητα. Αυτό το δωμάτιο που ήθελαν να νικιάσουν βρισκόταν στο πάνω πάτωμα, μόνο του, και είχε και κάζι. Βάζουν λοιπόν αγγελία στην εφημερίδα και κατά το Φεβρουάριο εμφανίζεται ένας κύριος περικλής τριανταφύλλου, αρχιτέκτονας γύρω στα τριάτα και ζητά να το δει Φαίνεται πως του άρεσε αφού λίγο αργότερα επέστρεψε μαζί με μια κοπέλα την οποία σύστησε όταν ερωτήθηκε ως γυναίκα του Η κοπέλα δεν μιλά ελληνικά.

Η 26χρονη Μαργκερίτ Ουαλόν, Μαργαρίτα στην Ελλάδα, είναι Γαλλίδα υπήκοος γεννημένη στο Βέλγιο και το τελευταίο διάστημα που βρίσκεται στη χώρα συνεννοείται με όποιον δεν μιλά γαλλικά με τη γλώσσα του σώματος. Αυτό βέβαια συμβαίνει κυρίως με το βοηθητικό προσωπικό, αφού οι Αθηναίοι αστείοι, οι αριστοκράτες και οι έμποροι μιλούν εκτενώς γαλλικά, τα οποία θεωρούνται η διεθνής γλώσσα της διπλωματίας, του εμπορίου και της υψηλής κοινωνίας.

Τέλος πάντων, το ζευγάρι που μέχρι τότε έμενε σε μία πανσιόν, μετακομίζει στο δωμάτιο αφού δίνουν για συστάσεις ονόματα κοινών γνωστών από πολλοί ευυπόλοιπτες οικογένειες. Στο πάνω δωμάτιο λοιπόν ο Περικλής και η Μαργαρίτα Στο υπόλοιπο κάτω σπίτι ο κύριος Μανώλης, η κυρία Χαρύκλια Ο 14χρονος γιος τους Γιαννάκης και η μικρότερη αδερφή του Κρινό Το πρώτο διάστημα δε συναντούν οι μεν τους δε σχεδόν καθόλου Κατά το Πάσχα του 1921 ένα λιποθυμικό επεισόδιο της Μαργαρίτας στο οποίο έσπευσαν από κάτω να βοηθήσουν, σπάει επιτέλους τον πάγο της τυπικότητας και φέρνει την οικογένεια κοντά στο ζευγάρι.

Ο Περικλής και η Μαργαρίτα είναι καλεσμένοι στο πασχαλινό εορταστικό τραπέζι και από τότε, σιγά-σιγά, οι επαφές αυξάνονται και πολλαπλασιάζονται. Κομβικό σημείο για την εξέλιξη των σχέσεών τους είναι όταν ο Περικλής, για να αποφύγει μάλλον τις πολλές συγκινήσεις, αποφάσισε να ανακοινώσει τη φυγή του για το μέτωπο της μικραιασιατικής εκστρατείας με δύο επιστολές.

Μία προς τη Μαργαρίτα που την αποχαιρετά και μία προς την οικογένεια Καλομύρη, από τους οποίους ζητά να μην εγκαταλείψουν την αγαπημένη του σύζυγο, αλλά να συνεχίσουν να τη φροντίζουν. Και αυτό ακριβώς θα κάνουν. Η Μαργαρίτα γίνεται προέκταση της οικογένειάς τους. Για να τη βοηθήσουν μάλιστα οικονομικά, τώρα που ο περικλής και το εισόδημα που έφρανε στο σπίτι έλειπαν, της σύστησαν στον τεράστιο κύκλο τους για να παραδίδει μαθήματα γαλλικών.

Τρώνε μαζί, τις κρατούν συντροφιά, διασκεδάζουν ο ένας τον άλλο. Το φθινόπορο εκείνης της χρονιάς, όταν η οικογένεια αποφασίζει να νοικιάσει το σπίτι που βρισκόταν σε χαμηλότερο όροφο της πολυκατοικίας Η διοκτήτρια συμφωνεί η Μαργαρίτε να συνεχίσει να μένει στο αρχικό δωμάτιο Όμως η κοπέλα είναι κάθετη Ο ομφάλιος Λόρος που έχει αναπτύξει με την οικογένεια Καλομύρη δεν είναι αρκετά μακρύς για να τους χωρίζουν τόση όροφη Θα αφήσει το δωμάτιο και θα τους ακολουθήσει.

Στο ίδιο σπίτι. Τώρα η πόρτα της βλέπει στον ίδιο διάδρομο. Η τύχη της είναι η τύχη τους. Συντροφιά Η Μαργαρίτα τρέφει βαθιά ευγνωμοσύνη για τη φροντίδα της οικογένειας Καλομύρη. Ένας τρόπος να τους το ανταποδώσει είναι να συντροφεύει τον 14χρονο Γιαννάκη στους διάφορους περιπάτους του. Στην αρχή ήταν πάντα μαζί τους μια Ρωσίδα εκπαιδευτικός, αλλά καθώς υπήρχε πια οικονομική δυσκολία, η Ρωσίδα σταμάτησε να εργάζεται για την οικογένεια.

Μαργαρίτα και Γιαννάκης παίρνουν τις βόλτες τους στον κήπο του Ζαπίου, πηγαίνουν στο θέατρο, παίρνουν χρόνο τα μεσημέρια στο δωμάτιό της, όπου εκείνοι ράβοι ρούχα παίζουν σαν παιδιά στο σαλόνι. Τα Χριστούγεννα τα περνούν μαζί, κλεισμένοι στην κάμαρα, να εκτρέφουν μεταξοσκόλικες. Οι γονείς είναι διαρκώς απολογητικοί προς τη Μαργαρίτα.

Σίγουρα ένα μικρό αγόρι θα είναι αφόρητα ενοχλητικό για μια νεαρή γυναίκα χωρίς παιδιά. Αλλά η Μαργαρίτα δεν σηκώνει κουβέντα. Ο Γιαννάκης της κρατά θαυμάσια συντροφιά. Είναι ένα παιδί που μάλλον μοιάζει λίγο παραπάνω στον πατέρα του και έχει ανεπτυγμένη τη καλλιτεχνική του φύση Είναι επιμελής μαθητής, προσεκτικός, υπάκουος, συναισθηματικός Φυτά στη δραματική του οδείου, κάνει ιδιαίτερα μαθήματα με φιλόλογο διαβάζει Ιούλιο Βέρν και Τολστόη γράφει εκπληκτικά ποίηματα και μικρά διηγήματα Μοιάζει λιγάκι εύθραυστος και φιλάσθενος Έχει απόλυτα προσκοληθεί στη «μαντάμ», όπως τη φωνάζει, σε αντίθεση με την αδελφή του που δεν δείχνει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στην ιοθετημένη Νικάρισα.

Κάποια στιγμή, μάλλον πριν την επίσημη λήξη του πολέμου, ο περικλής τριανταφύλλου επιστρέφει στην Ελλάδα και τη Μαργαρίτα. Ενσωματώνεται αμέσως στο οικογενειακό κλίμα που έχει καλλιεργηθεί εν τη αποσία του και αρχίζει να απολαμβάνει και εκείνος, ως ένα βαθμό, τη συντροφιά του μικρού Γιαννάκη. Όπως αργότερα θα εξομολογηθεί ο ίδιος, ένιωθαν και οι δύο πως το παιδί ήταν κάπως παραμελημένο.

Ότι οι γονείς του, απασχολημένοι στις εργασίες τους και τις κοινωνικές τους υποχρεώσεις, δεν ήταν όσο έπρεπε παρόντες στη ζωή του και έτσι ο μικρός τριγυρνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας εκτός σπιτιού, χωρίς ιδιαίτερο έλεγχο και κοιμόταν αργά, αφού τους παρακολουθούσε να παίζουν χαρτιά με τους διάφορους καλεσμένους τους.

Ένιωθαν λοιπόν ότι η συντροφιά τους βοηθούσε το Γιάννη να περνά τις ώρες με περισσότερη ψυχαγωγική ποιότητα. Το καλοκαίρι του 1922. Η κυρία Χαρίκλια παίρνει τα δύο παιδιά της και φεύγει για σπέτσες. Ο δεκαπεντάχρονος Γιαννάκης φαίνεται να περνά καλά και να απολαμβάνει τις ολιγοήμερες καλοκαιρινές διακοπές τους. Σε ένα φύλλο του εκεί θα διηγηθεί μια ιστορία που στο φύλλο θα φανεί βγαλμένη εξ ολοκλήρου από το μυαλό του.

Ο Γιαννάκης θα πει πως έχει σχέσεις με μία παντρεμένη, ότι είναι πολύ ερωτευμένη μαζί του. τόσο που του είπε πως αν το πει σε κανέναν ή αν την αφήσει θα τον σκοτώσει. Είναι Αύγουστος όταν η μητέρα και τα δύο της παιδιά επιστρέφουν από τις Πέτσες με προορισμό όμως όχι το σπίτι στην Αθήνα αλλά το εξοχικό του στην Κηφισιά η οποία βέβαια το 1922 θεωρείται πρώτης τάξη ως εξοχή.

Στο δρόμο συναντούν τη Μαργαρίτα η οποία είχε μόλις τελειώσει από ένα της μάθημα Η κοπέλα παρακαλεί την κυρία Χαρίκλια να μην πάρει μαζί της το Γιαννάκι αλλά να τον αφήσει στην Αθήνα ώστε να τη συνοδεύσει αύριο στο θέατρο μιας και ο Περικλής θα λείπει για δύο ημέρες για κυνήγι Στην αρχή η μητέρα λέει όχι όμως ο Γιαννάκις την νικετεύει σχεδόν σπαρακτικά και έτσι εκείνη πείθεται Άλλωστε ο πατέρας του θα είναι μαζί του στο σπίτι Τι πειράζει Την επόμενη μέρα το απόγευμα, Γιαννάκης και Μαργαρίτα ετοιμάζονται για τη βόλτα τους Ο κύριος Καλομύρης έχει έντονα δυσανασχετήσει που η γυναίκα του το επέτρεψε Όπως ο ίδιος θα καταθέσει όταν θα έρθει η σειρά του, είναι λίγος καιρός τώρα που το σπίτι έχει χωριστεί ουσιαστικά στα δύο Εκείνος και μία από τις αδελφές της γυναίκας του είναι της άποψης πως η σχέση του Γιαννάκη με τη Μαργαρίτα έχει ξεπεράσει τα όρια της διακριτικής συμβίωσης και της απλής παρέας και έχει πια φτάσει σε μία κατάσταση που χρειάζεται παρέμβαση.

Στο άλλο μέτωπο, η Χαρίκλια με την άλλη αδερφή της βρίσκουν ωριακά κομικές τις ανησυχίες τους, τις οποίες αμέσως απορρίπτουν. Θεωρούν τη Μαργαρίτα μια γυναίκα ηθική και το Γιαννάκη ένα παιδί καλομεγαλωμένο που ποτέ δεν θα τουλμούσε να εκθέσει την οικογένειά του με έναν τέτοιο σκανδαλώδη τρόπο Ο Μανώλης Καλομύρης κοντεύει να πιστεί από τη γυναίκα του Όμως απόψε νιώθει μια εσωτερική φαγούρα που δεν μπορεί να αγνοήσει Ίσως φταίει ο τρόπος που η Μαργαρίτα και ο Γιαννάκης έμπλεξαν τα μπράτσα τους καθώς αναχωρούσαν για το θέατρο.

Έμοιαζαν πραγματικά με ανδρόγυνο. Ο κύριος Μανώλης αποφασίζει πως καλό θα ήταν να μείνει απόψε ξύπνιος και να τους περιμένει. Όμως η ώρα περνά και εκείνος αποκοιμιέται με τα ρούχα στο κρεβάτι του. Όταν ανοίξει τα μάτια του θα είναι δύο ταξιμερώματα. Σηκώνεται και πάει καρφή για το δωμάτιο του γιού του. Ανοίγει την πόρτα και η καρδιά του βυθίζεται.

Το κρεβάτι του Γιαννάκη είναι άδειο και τα ρούχα του απλωμένα πάνω του. Πού είναι το παιδί στις δύο ταξιμερώματα με τις πιτσάμες του? Η φαγούρα του Καλομύρη εξαπλώνεται σε όλο του το σώμα. Βαδίζει στο διάδρομο με κατεύθυνση το δωμάτιο της Μαργαρίτας. Βρίσκει την πόρτα της κλειστή, αλλά από μέσα βγαίνει φως. Ακούει ψήθυρους.

Καθώς σκέφτεται τις επόμενες κινήσεις του, σκοντάφτει στο σκοτάδι του σπιτιού σε ένα έπιπλο και ο θόρυβος που κάνει τον αποσυντονίζει. Τώρα ξαφνικά νιώθει εκείνος ένοχος. Νιώθει τροπή. Νιώθει σαν τον κλέφτη στο ίδιο του το σπίτι. Επιστρέφει στο δωμάτιό του και περιμένει. Λίγο αργότερα θα βρει το Γιαννάκι σκεπασμένο πίσω στο κρεβάτι του.

Θα μείνει με την εντύπωση ότι ο ύπνος του ήταν προσποιητός Η βραδιά αυτή άφησε σε όλους μία πικρή γεύση Και θα συζητηθεί πολλές φορές και από πολλές πλευρές κατά τη δίκη Είναι φανερό πως το αγόρι βρισκόταν στο δωμάτιο της Μαργαρίτας Η κλειστή πόρτα, το ακατάλληλο της ώρας και της ενδυμασίας Το κρυφό και το μυστικό που πλανιόταν στον αέρα χώρισαν την ιστορία αυτή στο πριν τη νύχτα με το χαμομήλι και στο μετά αυτής.

Η νύχτα με το χαμομήλι, γιατί στο τραπέζι του πρωινού την επόμενη ημέρα, Μαργαρίτα και Γιαννάκης διηγήθηκαν στον πατέρα πως το προηγούμενο βράδυ πριν το θέατρο δείπνησαν μαζί στο εστιατόριο Αβέρωφ και πως ο Γιαννάκης άρχισε έπειτα να νιώθει πόνο στο στομάχι. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι και ο πόνος δεν είχε ακόμη υποχωρήσει Η Μαργαρίτα του έψησε λίγο χαμομύλι και τον έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι της μέχρι να νιώσει καλύτερα Γιατί δεν είχε ο Γιαννάκης ενημερώσει τον πατέρα του για τον πόνο και ανταυτού είχε απευθυνθεί στη Μαντάμ Ποιος ο λόγος που η πόρτα ήταν κλειστή Γιατί η Μαργαρίτα δεν είχε ενημερώσει τον πατέρα του ίδιο βράδυ Γιατί αν και άκουσε το θόρυβο στο διάδρομο που σήμαινε πως ο πατέρας είχε σηκωθεί Δεν έσπευσε να ανοίξει την πόρτα του δωματίου για να του πει που είναι ο γιος του Εκείνη η κλειστή πόρτα θα βασανίζει το μανόλε Καλομύρη για καιρό Η δειλία του να τη χτυπήσει και να ρωτήσει αν είναι ο γιος του μέσα Η ντροπή του για το αν θα αποδεικνυόταν ότι έχει δίκιο στις υποψίες του

αλλά και αν θα αποδεικνυόταν ότι δεν έχει, ο φόβος του για το τι κρυβόταν από πίσω και το αν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να συμβαίνουν πράγματα ανίερα στο σπίτι του, είναι το ζουμί αυτής της ιστορίας. Γιατί φαίνεται πως οι γονείς, χωρίς να το καταλάβουν, είχανε πομιστεί μία ντροπή που δεν τους αναλογούσε.

Γιατί δεν υπάρχει ντροπή στο να ερμηνεύεις Εμμυνεύεις και να αναγνωρίζεις τα σημάδια που δείχνουν ότι το ανήλικο παιδί σου χειραγωγείται από έναν ενήλικο του κοντινού του περιβάλλοντος. Ντροπή είναι να τα αγνοήσεις σκοπίμως, γιατί δεν ξέρεις πώς να βοηθήσεις ουσιαστικά το παιδί, ή ακόμα χειρότερα, γιατί δεν είσαι έτοιμος για τις δύσκολες συνέπειες.

Πάντως, ο κύριος Καλομύρης στη δίκη θα το παραδεχτεί. «Αν το παιδί μέσα στο δωμάτιο ήταν η κόρη του και όχι ο γιος του, θα είχε σπάσει την πόρτα». Μια παραδοχή που φωτίζει μια εγκληματική αδικία που τη συναντάμε αναλύωτη μέχρι και σήμερα και επιτρέπει σε ανήλικα έφηβα αγόρια να κακοποιούνται από μεγαλύτερες γυναίκες χωρίς την ίδια κοινωνική κατακραυγή με «όταν οι ρόλοι είναι αντεστραμμένοι».

Γιατί έτσι γίνονται άντρες, γιατί έτσι θα μάθουν τα κόλπα, γιατί κάπου πρέπει να ξεθυμάνουν, γιατί αυτή είναι η φαντασίωση των ενηλίκων, γιατί η γυναίκα που τα παραβίασε πιθανά ήταν ελκυστική. Οδός Νικοδήμου Δεν ήταν στα αλήθεια παντρεμένοι. Όπου χρειαζόταν, τη σύστηνε ως σύζυγό του και ελάχιστοι γνώριζαν την αλήθεια. Αυτό, για την Ελλάδα του 1922, αποτελούσε μεγάλο σκάνδαλο.

Μια γυναίκα ανήπαντρη, που μένει στο ίδιο σπίτι με έναν άντρα με τον οποίο είναι ζευγάρι, αποκαλείται μετρέσα, αιρωμένη. Μια γυναίκα που έχει ατιμαστεί που είναι τέτοιας ποιότητας χαρακτήρως και ήθους που δέχεται να φέρεται ο σύζυγος αλλά που δεν είναι αρκετά καλή, καθαρή και τίμια για να της φορέσουν στεφάνι Την έχουν σπιτώσει ως ερωμένη αλλά δεν φέρει το όνομα του σύζυγου γιατί πιθανά δεν την εγκρίνει η οικογένειά του ή γιατί η ίδια θέλει να είναι ελεύθερη και διαθέσιμη για να πηγαίνει με πολλούς Ο Περικλής λοιπόν σκέφτηκε πως οι σχέσεις τους με την οικογένεια Καλομύρη έχουν γίνει τόσο στενές που αργά ή γρήγορα η αλήθεια θα μαθαινόταν και όχι μόνο θα εξέθετε την οικογένεια σε κουτσομπολιά και κριτική που τους είχαν δώσει δωμάτιο αλλά θα έπρεπε να δικαιολογήσει το ψέμα και την προδοσία Το καινούριο διαμέρισμα βρίσκεται στον αριθμό 1 της οδόνα Βάρχου Νικοδήμου πάνω στη διασταύρωση με την οδό φιλελήνων, φάτσα στο ζάπιο.

Η πολυκατοικία είναι νεόκτιστη και αριστερά και δεξιά από την κεντρική της είσοδο έχει δύο μικρά διαμερίσματα, δύο δωματίων το καθένα που πιάνουν δύο ρόφους. Με την πόρτα τους αντικριστά στη σκάλα της πολυκατοικίας, το ένα δωμάτιο είναι εκεί στο εισόγειο και το δεύτερο στο τέλος μιας μικρής εσωτερικής στριφογυριστής σκάλας που οδηγεί στο ημι-υπόγειο.

Ο Περικλής και η Μαργαρίτα έπιασαν το δεξί. Η οικογένεια Καλομύρη πήρε την εξέλιξη ως μια θετική αλλαγή. Ό,τι και αν συνέβαινε στα αλήθεια μεταξύ του Γιαννάκη και της Μαργαρίτας με τη γυναίκα πια έξω από το σπίτι τους, το παιδί θα μπορούσε επιτέλους να μαζέψει το μυαλό του και να αφοσιωθεί ξανά στα μαθήματά του, ειδικά τώρα που είναι Σεπτέμβριος.

Στην πράξη όμως λίγα άλλαξαν Το καινούριο διαμέρισμα του τριανταφύλλου είναι ούτε πέντε λεπτά από τον Καλομύρη Και που τους χάνεις, που τους βρίσκεις, πάλι μέσα στα πόδια τους είναι Κάθε Κυριακή φαγητώ όλοι μαζί στο σπίτι τον Καλομύρη Με τα σκάκι μέχρι αργά, περίπατη με το Γιαννάκι, θέατρα, μπάνια στο φάλυρο Το μόνο που άλλαξε είναι πως το παιχνίδι είχε ξεκλειδώσει μία καινούργια πίστα.

Αυτή του διαμερίσματος στην οικοδήμου, όπου ο Γιαννάκης ξημεροβραδιαζόταν. Κάπου εκείνη την εποχή το παιδί παθαίνει μία σοβαρή μόλυνση στο γόνατό του, το οποίο πρίστηκε από τη φλεγμονή και μάλιστα χρειάστηκε και χειρουργείο. Τη Μαργαρίτα μόνο θέλει κοντά του. Ζητά από τη μάνα του να του τη φέρει και εκείνη τρέχει. Περνά δίπλα στο κρεβάτι του ώρες ατελείωτες, να τον φροντίζει και να τον παρηγορεί.

Έχει πια φτάσει το Πάσχα του 1923. Ο δεκαεξάχρονος πια Γιαννάκης περνάει καθημερινά από το σπίτι της Νικοδήμου. Τρέχει απευθείας μετά το σχολείο και μένει σταθερά μία ώρα. Γυρνά πάντα στο σπίτι του καθυστερημένος, παραμελεί τα μαθήματα, αμελεί της θεραπείας του για το γόνατο και το δόντι που τον πονά και δεν φαίνεται να υδρώνει ιδιαίτερα το αυτί του με τις παρατηρήσεις της μάνας του Τρεις Κυριακές Κυριακή, 24 Ιουνίου 1923 Τη χαρήκλια καλομύρη με τα παιδιά της έχουν καλέσει σε μία βάφτιση που θα γίνει στις 4 στο μεσημέρι Ετοιμάζονται, ντύνονται, μα λίγο πριν φύγουν Ο Γιαννέκης λέει ότι πρέπει επιγόντως να πάει από της Μαργαρίτας Καθώς πρέπει να δώσει κάτι γραμματόσημα της επαναστάσεως που μαζεύει για τη συλλογή του ο Περικλής Η μητέρα γίνεται έξαλλη, αλλά το παιδί την αγνοεί και φεύγει Φεύγει και εκείνη για τη βάφτιση, αφήνοντας πίσω εντολή στο βοηθητικό προσωπικό Να πούν στο Γιάννη μόλις γυρίσει να τσακιστεί να πάει να τη βρει Ο Γιάννακης δεν εμφανίζεται ποτέ στη βάφτιση

Όταν η κυρία Καλομύρη επιστρέψει στο σπίτι θα τον βρει εκεί Και μαζί του θα είναι και η Μαργαρίτα Μαλώνει το παιδί της για την ανυπακοή και την ασυνέπειά του Αλλά η Μαργαρίτα θα σπεύσει να τον υπερασπιστεί Θα πει ότι δεν φταίει ο Γιαννάκης αφού εκείνη ήταν αυτή που τον καθυστέρησε καθώς ντυνόταν για να έρθει μαζί του στο σπίτι τους μιας και ο Περικλής έλειπε και φοβόταν να μείνει μόνη Κυριακή 1η Ιουλίου 1923 Μία εβδομάδα ακριβώς μετά το σκηνικό με τη βάφτιση Ο Γιαννάκης παίρνει την άδεια από τη μητέρα του να πάει για μπάνιο στη θάλασσα με τη Μαντάμ Τα θαλασσινά μπάνια κάνουν καλό και στο γονατό του Στην αρχή η μητέρα φέρνει αντήρηση Αλλά όπως πάντα τελικά τον αφήνει να φύγει Όταν στις 5 το απόγευμα πέρασε να τον πάρει Παρέλαβε ένα γιανάκι βαθιά μελαγχολικό Τόσο που επικοινώνησε με τον παθολόγο Κυριακή 8 Ιουλίου 1923 Πέρασε μια εβδομάδα ακόμη όπου το παιδί, με αφορμή και δικαιολογία τη συλλογή των γραμματοσύμων του Περικλή, βρίσκεται σχεδόν καθημερινά στο σπίτι τους.

Πηγαίνει μαζί με τον καλό του φίλο Ιωάννη Χόρν, τον 12χρονο γιο του θεατρικού συγγραφέα και αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού Παντελή Χόρν και αδερφό του μεγάλου ηθοποιού Δημήτρη Χόρν, Στο ταχυδρομείο αγοράζει τα γραμματώσιμα, αφήνει τον Ιωάννη και καταλήγει πάλι στις Μαργαρίτες. Μα πώς τυχαίνει σχεδόν πάντα όταν ο Γιαννάκης πηγαίνει να δώσει τα γραμματώσιμα να είναι οι ώρες που ο Περικλής εργάζεται και λείπει.

Με αφορμή αυτό η μητέρα θυμάται κάτι παρόμοιο και το διηγείται στη δίκη. Περιγράφει λοιπόν πως πάντα κάθε Παρασκευή η ίδια έφευγε στις τρεις. Για κάποιο λόγο έκτακτο μια Παρασκευή καθυστέρησε και αντί για τις τρεις έφυγε στις πέντε από το σπίτι. Σχεδόν έξω από το σπίτι της έπεσε πάνω στη Μαργαρίτα, η οποία ήταν καλυμμένη με ένα πυκνό βέλο.

Όταν η κυρία Χαρίκλια τη ρώτησε τι έκανε εκεί, εκείνη προσποιήθηκε ότι είχε μπερδέψει τις μέρες και αγνοούσε πως ήταν Παρασκευή Τέλος πάντων πίσω στην Κυριακή Αυτή την Κυριακή το ζεύγος τριάντα φίλου κανονίζει να πάει με ένα φιλικό του ζευγάρι μονοήμερη εκδρομή στο Λουτράκι Αφού και το παιδί το θέλει ζητούν από τους καλομύρι να έρθει και ο Γιάννακης μαζί Οι γονείς λένε όχι στην αρχή αλλά σαν κατάρα που πάντα πιάνει Το όχι γίνεται εύκολα ναι και ο Γιαννάκης διανυκτερεύει από το Σάββατο στο σπίτι της Νικοδήμου για να μπορέσουν να ξεκινήσουν στις πέντε το πρωί της επομένης.

Το αγόρι επιστρέφει την Κυριακή το απόγευμα στο σπίτι του πεζό και ταλαιπωρημένο. Φαίνεται πως είναι σε μεγάλη στεναχώρια. Δεν μιλά πολύ και δεν καταφέρνει να φάει ούτε το βραδινό του. Στις πιεστικές ερωτήσεις της μητέρας του απαντά μόνο ότι έκανε δύο φορές μπάνια στη θάλασσα και γι' αυτό είναι πολύ κουρασμένος Η μελαγχολία του είναι τόσο έντονη που η μάνα έρχεται απελπιστικά καθυστερημένα σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα Το παιδί πρέπει να αποκοπεί από αυτή τη σχέση Έχει γίνει ευέξαπτος, αφθάδης, αμελής ανυπάκουος και ζωηρός.

Έχει φοβερές μεταπτώσεις στη διάθεσή του και τώρα έχει πέσει σε κατάθλιψη. Η αλλαγή στη συμπεριφορά και το χαρακτήρα του αποτυπώνεται ακόμη και στα ποίηματά του τα οποία φανερώνουν μία δυσάρεστη ωριμότητα που πρέπει να είσαι αφελής για να αποδώσεις αποκλειστικά στην εφηβεία. «Θυσιάστηκα στο βωμό της αγάπης» γράφει στο ένα ενώ στο άλλο δίνει τίτλο «Ήμουν ως την Μπόρνη»

αναγκάζοντας τον πατέρα του να του το πάρει από τα χέρια και να το σκίσει πριν καν το διαβάσει. Έγινε πολλής λόγω στη δικαστική αίθουσα σχετικά με την καλλιτεχνική έμπνευση και το αν τα έργα, ειδικά τα συγγραφικά, βασίζονται σε εμπειρίες αληθινές. Μπορεί άραγε να γράψει ένας καλλιτέχνης για πράγματα που δεν έχει βιώσει ο ίδιος και να τα περιγράψει με ακρίβεια και το σωστό συνέστημα.

Μπορεί ένας έφηβος να γράψει ποίηματα αφιερωμένα στο σαρκικό έρωτα και την παράνομη αγάπη χωρίς να έχει αγγίξει ποτέ του γυναίκα. Από την άλλη, πρέπει να έχεις σκοτώσει άνθρωπο ή να έχεις πολεμήσει στο μέτωπο για να γράψεις ένα έργο με θέμα την ανθρώπινη βία. Και τελικά, τι άλλο χρειάζονταν ως απόδειξη αυτοί οι άμυροι γονείς για να πάρουν χαμπάρι ότι ο Γιαννάκης χανόταν σε μια άνηση μάχη.

Το τι έγινε εκείνη την Κυριακή μαθαίφθηκε πολύ αργότερα. Όταν ο Περικλής εξήγησε ότι κατά το μεσημεριανό γεύμα στο λουτράκι το παιδί φερόταν άτακτα και έτρωγε στηριζόμενο στην πλάτη του. Εκείνος το μάλωσε και το αποκάλεσε ηλίθιο. Τότε ο Γιαννάκης του απάντησε και αυτός που συναναστρέφεται με τον ηλίθιο τι είναι προκαλώντας τελικά τσακωμό και ψύχρα μεταξύ τους.

Αυτές οι τρεις συνεχόμενες Κυριακές ήταν τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην κορυφή του μεγάλου κατήφορου. Δεν το ήξερε ακόμη κανείς, όμως το παιδί μετρούσε λίγες ημέρες ακόμη ζωής. Τετάρτη, 11 Ιουλίου. Ο Γιαννάκης πέρασε το πρωινό του κάνοντας διάφορες δουλειές και πηγαίνοντας στον οδοντίατρο. Γύρισε στη μία και μισή, έφαγε και έπεσε για ύπνο.

Όταν ξύπνησε με το καλό, πήρε άδεια από τη μητέρα του να διπνήσει το βράδυ στο σπίτι του μικρού Χόρν και έφυγε από το σπίτι νωρίς το απόγευμα. Στη βόλτα του Γιάννακη με τον φίλο του, η κουβέντα ανάβει, καθώς τα δύο αγόρια αρχίζουν να μιλούν για τον έρωτα και τις γυναίκες. Ο Γιάννακης δεν κρατιέται και αρχίζει να καυχαίται για τις προχωρημένες και ολοκληρωμένες σεξουαλικές του εμπειρίες.

Ο Χόρν, που όλο αυτό το διάστημα έχει δει πολλές υποπτεσκινήσεις μεταξύ Γιαννάκη και Μαργαρίτας, ίσως επειδή είναι μικρός και αθώος, ή για να τον πειράξει, του λέει πως δεν τον πιστεύει και του του λέει ψέματα. Ο Γιαννάκης πει μόνοι που τον ηρωνεύεται ο Χόρν και του αποκαλύπτει πως η γυναίκα για την οποία μιλά είναι κάποια που ξέρει και ο ίδιος καλά.

Η Μαντάμ, η Μαργαρίτα ο Αλών. Ο Χόρν εξακολουθεί να τον πειράζει και έτσι ο Γιαννάκης, για να του αποδείξει ότι λέει την αλήθεια, τον παίρνει και κατευθύνονται στο σπίτι της οδού Νικοδήμου. Είναι περίπου 8 και μεση το βράδυ, όταν τα δύο αγόρια κοντοστέκονται έξω από το παράθυρο της γαρσονιέρας. Ο Γιαννάκης χτυπά το τζάμι του παραθύρου που βλέπει προς το δρόμο Η Μαργαρίτα εμφανίζεται πίσω από το πατζούρι Τη ρωτά αν είναι μέσα ο Περικλής για να του δώσει γραμματόσημα Όχι δεν είναι, απαντά εκείνη και κάνει να χαθεί ξανά μέσα στο σπίτι Ο Γιαννάκης τη ζητά να του ανοίξει να μπει για να τη δει Έχω δουλειά τώρα, σιδερώνω τα ρούχα του αντρός μου Το απάντησε πάντα στα γαλλικά Το παιδί αναστατώνεται Η Μαργαρίτα τον απορρίπτει μπροστά στο φύλλο που προσπαθεί να πείσει για τις σχέσεις τους Αρχίζει να χτυπά επίμονα και συνεχόμενα το παράθυρο «Ουρλαπόρτ» φωνάζει, δηλαδή «άνοιξε την πόρτα»

«Είσαι ιερωμένη μου» Χτυπάει, χτυπάει, χτυπάει Και αν συνεχίσει έτσι θα αρχίσει να μαζεύεται κόσμος Την ακολουθεί από παράθυρο σε παράθυρο Αλλά η Μαργαρίτα δεν ανοίγει Ανεβαίνει τα μαρμάρνα ασκαλοπάτια της εισόδου της πολυκατοικίας Και πάει στην εξώπορτα του διαμερίσματος Τη χτυπάει και αυτή με δύναμη Με χέρια στην αρχή και με τα πόδια έπειτα «Ανοίξέ μου αμέσως! Είσαι ιερωμένη μου και όλοι το ξέρουν! Άνοιξε!»

Η φασαρία είναι μεγάλη Κι έτσι δεν θα περάσει ώρα μέχρι η Μαργαρίτα να ανοίξει τελικά την πόρτα Να τον βάλει μέσα και να την ξανακλείσει πίσω του Ο Ιωάννης Χόρν που έμεινε απ' έξω πλησιάζει κοντά για να ακούσει τι θα γίνει. Ακούει θορύβος και άγκο μαχητά σαν να γίνεται πάλι. Η Μαργαρίτα είναι έξω φρενών. Πράγματι, όπως εκείνη θα καταθέσει στη δικαστική αίθουσα, ενώ από το ακροατήριο δεν θα ακούγεται ούτε ανάσα, μόλις ο Γιαννάκης μπήκε στο διαμέρισμα, σήκωσε το χέρι και τον χαστούκησε απειβδισμένη για να σταματήσει να φωνάζει.

Ο Γιαννάκης όμως σήμερα δεν είναι ο Γιαννάκης Στα μάτια του έχει μια φλόγα παράξενη Θα της ανταποδώσει το χαστούκι «Φύγε!» του φωνάζει η γυναίκα και τον σπρώχνει πίσω προς την πόρτα Αλλά ο Γιαννάκης μπαίνει πιο μέσα στο σπίτι Και αρχίζει τώρα να κατεβαίνει τη μικρή εσωτερική σκάλα προς το κάτω δωμάτιο Η Μαργαρίτα τον ακολουθεί και τον τραβά «Γιατί δεν μου άνοιγες που σου το ζητούσα? Μήπως έχεις άλλον μέσα»

Η Μαργαρίτα τον βρίζει και τη βρίζει και εκείνος. Σπρώχνονται και φωνάζουν. Το αγόρι πιάνει τη γυναίκα και τη ρίχνει στον τιβάνι. Πέφτει πάνω της και τυλίγει τα χέρια του γύρω από το λαιμό της. «Γιατί δεν μου άνοιγες! Γιατί δεν μου άνοιγες!» Η γυναίκα δεν μπορεί να απαντήσει ακόμη και να ήθελε. «Απάντησέ μου γιατί θα σε σκοτώσω!»

Τα δάχτυλά του την πιέζουν και είναι αδύνατο να μιλήσει. Με το χέρι της τον γρατζουνά στο πρόσωπο και τον τραβά από το κολάρο για να τον αποθήσει Ο Γιαννάκης σταματά να την πνίγει και σηκώνεται από το ντιβάνι «Είσαι άνανδρος» του φωνάζει και απαιτεί να φύγει αμέσως «Άνανδρος, ε, τώρα θα δεις» της είπε Και πήγε σε ένα μεγάλο έπιπλο δίπλα του, άνοιξε το σιρτάρι που είχε ανοίξει κι άλλες φορές στο παρελθόν γιατί εκεί έβαζε τα γραμματόσημα ο Περικλής, βρήκε ένα κουτί που το καπάκι του στεκόταν στραβά, γιατί δεν έκλεινε καλά, και πήρε από μέσα ένα περίστροφο τύπου Μπράουνιγκ.

Το έσφιξε στο χέρι του. «Θα σε σκοτώσω και θα σκοτωθώ!» Η Μαργαρίτα σηκώνατε και πάει προς το μέρος του. Άφησε το περίστροφο. «Γιατί φοβάσαι!» Κάνει να του το πάρει, αλλά το παιδί σταματά ξαφνικά να προβάλλει αντίσταση και αρχίζει να πέφτει αργά προς το παράθυρο. Η Μαργαρίτα λέει και επιμένει πως δεν άκουσε ποτέ τον παραμικρό θόρυβο.

Ο Χόρν που είναι απ' έξω θυμάται πως η φασαρία έπαψε όταν ακούστηκε ένας κρότος. Η Ιώμη του Γιαννάκη είναι ακουμπισμένη στον τιβάνι τα πόδια του προς τον τουλάπι. Δεν μιλά αλλά ανασένει με κόπο. Η Μαργαρίτα τον τραβά από το μανίκι και του ζητά να σηκωθεί επιτέλους και να φύγει «Είναι περιττό να μου κάνεις κωμωδία» του φωνάζει Τα μάτια του Γιαννάκη γυαλίζουν και δεν της απαντά Η Μαργαρίτα καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά Κάνει στην άκρη το σακάκι του και ανοίγει λίγο το πουκάμισο Τότε βλέπει το αίμα Τρέχει στο παράθυρο και φωνάζει το θυρωρό αλλά εκείνος δεν την ακούει «Για το Θεό ένα γιατρό»

Θα περάσουν περίπου πέντε λεπτά όταν ο κύριος τριανταφύλλου θα εμφανιστεί από την πλευρά του Ζαπίου ανυποψίαστος. Η Μαργαρίτα θα ξαναβγεί στο παράθυρο και θα τον φωνάξει. «Ο Γιαννάκης σε πληγώθη», θα του πει. Ο Περικλής, ο μικρός Χόρν και ο Θυρορός τρέχουν στο φαρμακείο να βρουν βοήθεια, ενώ φωνάζουν στο δρόμο αν υπάρχει κάποιος γιατρός να τους βοηθήσει.

Τελικά φτάνουν μέχρι την πλατεία Συντάγματος και πιάνουν ένα ταξί Επιστρέφουν στο σπίτι, παίρνουν το σώμα του παιδιού που είναι φανερό ότι είναι ένα βήμα πριν το θάνατο και το βάζουν στο κάθισμα Το ταξί φτάνει στο πολιτικό νοσοκομείο μόνο για να επιβεβαιώσουν εκεί οι γιατροί το μοιραίο «Ο γιος του μαέστρου είναι νεκρός» γράφει η εφημερίδα Θα είναι σχεδόν δέκα και μισή όταν ένας αξιωματικός χτυπά την πόρτα στο σπίτι των Καλομύρη και ζητά από τον πατέρα να τον ακολουθήσει Ο κύριος Μανώλης παίρνει το καπέλο του και βγαίνει βιαστικός Μια παγομάρα απλώνεται σε όλα τα δωμάτια Ο αξιωματικός τον οδηγεί σε ένα υπηρεσιακό όχημα Μέσα βρίσκεται ήδη ο περικλής, ο οποίος φαίρεται σαν να είναι μεθυσμένος Κλαίει με λιγμούς και μιλά χωρίς να μπορεί να αρθρώσει σωστά ούτε λέξη.

Την υπόθεση αναλαμβάνει το δεύτερο αστυνομικό τμήμα χωροφυλακής πλάκας. Η Μαργαρίτα θα συλληφθεί μέσα στο διαμέρισμα. Άλλοι θα την περιγράψουν σε άθλια κατάσταση να περιμένει στον τιβάνι. Και άλλοι θα πούν πως τη βρήκαν να ταΐζει από ένα πιατάκι το σκυλάκι της, ενώ η κοπέλα που τη βοηθούσε με τις δουλειές καθάριζε ήδη τα αίματα.

Στο νοσοκομείο που προσπάθησαν να σώσουν το παιδί, οι γιατροί του έκοψαν τα ρούχα. Γυμνό, λευκό και παγωμένο, το βλέπουν τώρα όλοι. Ανάμεσά τους και ο πατέρας του. Σε όλους δίνεται η εντύπωση πως ο Γιαννάκης έχει πυροβοληθεί στην πλάτη με τη σφαίρα να βγαίνει από μπροστά. Από την αυτοψία μάλιστα που έγινε στο χώρο, διαπιστώθηκε πως το βλήμα είχε χτυπήσει την πόρτα μιας ντουλάπας σε ύψος κάτι παραπάνω από ένα μέτρο από το πάτωμα.

Το βλήμα αυτό καθ' αυτό αγνοούνταν για μερικές μέρες και τελικά βρέθηκε μέσα στην τσέπη του σακακιού του Γιαννάκη. Κανείς δεν ομολόγησε ποιος το έβαλε εκεί. Ο Ιατροδικαστής Την εξέταση του σώματος του αγοριού αναλαμβάνει ο Ιατροδικαστής Δημήτρης Ξάνθης. Το σώμα φτάνει το επόμενο πρωί στο ιατροδικαστικό εργαστήριο που βρισκόταν τότε στην οδό Σοκράτους.

Δεν συνοδεύεται από κανένα πιστήριο. Είναι απολύτως γυμνό. Ο κύριος Ξάνθης μελετά τις πληγές του σκοτωμένου νέου και σημειώνει στο ειδικό βιβλίο των νεκροτομών ότι έχει πυροβοληθεί με σφαίρα περιστρόφου η οποία εισήλθε από τη δεξιά ομοπλάτη και εξήλθε από το άνω τριτημόριο του αριστερού του βραχίωνα. Ο θάνατος προήλθε από εσωτερική αιμορραγία στο θώρακα.

Μάλιστα, στο τραύμα της πλάτης διέκρινε περίκαυμα, που σημαίνει ότι ο πυροβολισμός είχε γίνει σχεδόν εξεπαφής. Στα βλέφαρα, στα φρύδια, στο σαγόνι, στα μάουλα και μπροστά στον τράχυλο έφερα εκδορές και νυχές. Πράγμα που φανέρονε πως πριν το παιδί πυροβοληθεί, είχε προηγηθεί πάλι. Η Μαργαρίτα θα πάρει μέρες να καταλήξει σε μια εκδοχή του τι συνέβη μέσα στο μικρό δωμάτιο που ο Γιαννάκης ήθελε διακαώς να μπει Με το λαιμό της πρισμένο και κόκκινο θα περιγράψει τελικά τα όσα σας έχω ήδη πει Καταλήγοντας ότι προφανώς ο πυροβολισμός έγινε κατά λάθος Ενώ εκείνη προσπαθούσε να πάρει από το αγόρι το όπλο για να μην κάνει κανένα κακό Τα ευρήματα του γιατροδικαστή όμως έλεγαν την ιστορία αλλιώς Γιατί αν το παιδί πυροβολήθηκε στην πλάτη εξεπαφής Τότε δεν μπορεί το όπλο να εκπυρσοκρότησε κατά λάθος Έτσι η ιστορία που διαμορφώθηκε και καταγράφηκε και στο βούλευμα Με το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη η δεσποινίδα Μαργαρίτα Ουαλών Έλεγε πως η γυναίκα σκοπίμως πυροβόλησε όταν ο Γιαννάκης είχε γυρισμένη την πλάτη του

είτε γιατί έδωσε τέλος στη σχέση τους και έκανε να φύγει είτε γιατί εκείνη βαρέθηκε τους Μπελάδες και θέλησε να το ξεφορτωθεί Και κάπως έτσι, μετά από μήνες όπου η υπόθεση μονοπόλησε το ενδιαφέρον των Αθηναίων φτάσαμε σε τούτη τη δίκη Η Μαργαρίτα, η μικρή γαλιδούλα έγινε για πολλούς η αδίστακτη αιρωμένη η πλανέφτρα που σκότωσε έναν από τους πολλούς εραστές της Ένα παιδί. Το παιδί του αγαπημένου σε όλους, μαέστρου Μανώλη Καλομύρη.

Τη δεύτερη ημέρα της δίκης, ο πρόεδρος αποφάσισε πως ένορκοι και πραγματογνώμονες πρέπει να μεταβούν στο σπίτι της οδού Νικοδήμου για να δουν από κοντά το δωμάτιο που δολοφονήθηκε ο Γιαννάκης. Οι δημοσιογράφοι της εποχής περιγράφουν πως, αν και οι καταθέσεις και οι στοιχομυθίες είχαν δραματικό χαρακτήρα, το κλίμα στην αίθουσα ήταν ψύχραμο.

Ίσως γιατί για το θάνατο του νέου έφταγαν πολύ περισσότεροι από τη Μαργαρίτα. Κι ήταν όλοι εκεί μαζεμένοι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η κατάθεση του μικρού Χόρν. Το παιδί το διέκρινε μία αφοπλιστική ειλικρίνεια και αφέλεια με αποτέλεσμα συχνά να προκαλεί τα γέλια στην έδρα και το ακροατήριο. Μία φοβερή για μένα στιγμή είναι όταν ο πρόεδρος τον ρώτησε αν το θύμα που ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερό του ήταν ψηλότερο από εκείνον.

«Τότε ναι, τώρα όχι», απάντησε το παιδί. Περιέγραψε πως είχε από νωρίς καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει μεταξύ της Μαργαρίτας και του φίλου του. Στους περιπάτους τους στο Ζάπιο, ο Γιαννάκης τον έδιωχνε από κοντά του για να μπορεί να μείνει μόνος με τη γυναίκα. Όταν έπαιζαν μια φορά έξω από το σπίτι εμφανίστηκε η Μαργαρίτα του είπε κάτι χαμηλόφωνα και ο Γιάννακης την ακολούθησε ζητώντας από τον Χόρν να μείνει πίσω με την αδερφή του Τις υποψίες του τις επιβεβαίωσε ο ίδιος ο Γιάννακης όταν περίπου πέντε μήνες πριν το θάνατό του του είπε ότι αγαπιόταν με τη Μαργαρίτα από τότε που ο κύριος Τριανταφύλου είχε φύγει για το μέτωπο και του ζήτησε να μην το μαρτυρήσει πουθενά.

Πού να φανταζόταν τότε ο μικρός Χόρν πως θα τα έλεγε όλα ενώπιον του δικαστηρίου. Το παιδί προσπάθησε να μεταφέρει ακόμα σε δικαστές και ενόρκους πως η σχέση του Γιαννάκη και της Μαργαρίτας ενείχε μπόλικες δόσεις τοξικότητας. Διηγήθηκε πως δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Γιαννάκης είχε εκρήξεις ζήλιας απέναντί της. Θυμάται πως μια φορά που είχαν πάει στο σπίτι της και την είχαν βρει ντυμένη, τη ρώτησε εκνευρισμένος αν ετοιμάζεται να πάει κάπου.

Όταν εκείνη του είπε πως δεν σκοπεύει να πάει πουθενά, δεν την πίστεψε και άρχισε να τη ρωτά αν έχει κανονίσει να συναντηθεί με κάποιον και ποιον περιμένει εκείνα έτσι όμορφη. Η Μαργαρίτα χαμογελούσε και τον έλεγε τρελό, γιατί προφανώς έβρισκε τη ζήλια του χαριτωμένη. Παρόμοιες κοινές ακραίες ζηλοτυπίας διηγήθηκαν και φίλες της Μαργαρίτας, οι οποίες κλήθηκαν να καταθέσουν.

Είπαν πως ο Γιαννάκης, στην όταν συχνά έξω από το σπίτι της, ήταν αναζητούσε από την άλλη μεριά του τζαμνιού. Ότι έμπαινε στο σπίτι και όταν τις έβλεπε όλες μαζεμένες εκεί να ετοιμάζονται για περίπατο, απαιτούσε από τη Μαργαρίτα να μην τις ακολουθήσει και να μείνει στο σπίτι. Στις βόλτες των γυναικών στο Ζάπιο, ο Γιαννάκης εμφανιζόταν από το πουθενά και τις ακολουθούσε κατά πόδας.

Την έπαιρνε παράμερα και τη ζητούσε να γυρίσει στο σπίτι. Μια φορά, της είχε σφίξει τόσο τα χέρια από τα νεύρα του, που αυτά πρίστηκαν και αναγκάστηκε να πει στον περικλή πως είχε στραμπουλήσει τον καρπό της. Καθόταν σε διπλανό τραπέζι από αυτό που κάθονταν οι φιλενάδες για καφέ και τη σκετούσε επίμονα μέχρι να του σπάσει τα νεύρα.

Είναι λογικό και προφανές ότι ο Γιαννάκης θα είχε και αντικρουόμενα συναισθήματα και για τον ίδιο τον Περικλή, ο οποίος ήταν για τη Μαργαρίτα σαν σύζυγος. Το παιδί τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε, αλλά την ίδια στιγμή πρέπει να τον ζήλευε και φρικτά, κάτι που εξηγεί και τις εντάσεις που συχνά δημιουργούνταν μεταξύ τους και έκαναν τον έφηβο να έχει απότομες εξάρσεις στη διάθεσή του, όπως τότε στην εκδρομή του στο λουτράκι.

Στη δική της κατάθεση, η Μαργαρίτα αρνείται ότι τα συναισθήματα είχαν αμοιβαίο χαρακτήρα. Περιέγραψε πως ο Γιαννάκης άλλαξε ξαφνικά, χωρίς εκείνη να τον έχει προκαλέσει. Πως της έφερνε λουλούδια, της έλεγε πως την αγαπά, αλλά όταν εκείνη του ζητούσε εξηγήσεις, εκείνος ντρεπόταν και απαντούσε πως την αγαπά, όπως αγαπά και τον περικλεί.

Το παιδί ήταν ζωηρό, παράφορο, σχεδόν τρελό. Με άρπαζε από τα χέρια, με φιλούσε και άλλοτε ξαφνικά με αποθούσε. Εθίμωνε και είχε καταπληκτικής αντιθέσεως εναλλαγάς στους τρόπους του, που καθιστούσαν ανεξήγητον το χαρακτήρα του. Τα συναισθήματά της για το παιδί ήταν πάντα και μονοφιλικά, σχεδόν μητρικά. Όταν ο Γιαννάκης ξεκίνησε να τη διεκδικεί σχεδόν αιμονικά να ζηλεύει και να παρεκτρέπεται εκείνη προσπάθησε να το απομακρύνει Ειδικά μετά το σκηνικό στο Λουτράκι συζήτησε με τον Περικλή και συμφώνησαν ότι πρέπει σταδιακά και με προσοχή οι σχέσεις τους να κοπούν Γι' αυτό και όταν εμφανίστηκε ο Γιαννάκης εκείνη τη μοιραία τετάρτη η Μαργαρίτα του μίλησε ψυχρά και δεν δέχτηκε να το ανοίξει Δεν έβλεπα καλά.

Η μεγάλη ανατροπή στη δίκη ήρθε από εκεί που κανείς δεν περίμενε. Γράφτηκαν σελίδες επί σελίδων για τα όσα υπόθηκαν για μέρες πολλές στη δικαστική αίθουσα. Με τις καταθέσεις να ξεκινούν από νωρίς το πρωί και να συνεχίζονται και μετά από τις σύντομες μεσημεριανές διακοπές. Ή ατροδικαστές, πραγματογνώμονες, βιβλία και συγγράμματα.

Η συζήτηση είχε μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά θα σας τη συμπτύξω όσο μπορώ για να την καταλάβετε. Στο εδόλιο του μάρτυρα κλήθηκε λοιπόν ο ιατροδικαστής κύριος Δημήτρης Ξάνθης, που είχε φέρει εις πέρας την εκροψία νεκροτομή. Από την εξέτασή του όμως προέκυψε κάτι το συγκλονιστικό. Ενώ ο βοηθός του και πολλοί γιατροί από το νοσοκομείο συμφώνησαν μαζί του ότι η σφαίρα είχε εισέλθει στο σώμα του Γιαννάκη από πίσω καθώς είχαν παρατηρήσει περίκαυμα στην πληγή και επειδή το άνοιγμα στο βραχείο να είχε μεγαλύτερη επιφάνεια όπως παρατηρείται συχνά στις πληγές εξόδου ο ιατροδικαστής είχε κάνει ένα μεγάλο σφάλμα Επειδή βιαζόταν να παραδώσει τα συμπεράσματά του δεν ζήτησε να του φέρουν τα ρούχα του παιδιού.

Όταν τις επόμενες ημέρες τα ρούχα έφτασαν από τη χωροφυλακή στα χέρια του καθηγητή ιατροδικαστικής κυρίου Γεωργιάδη, όλα άλλαξαν. Γιατί το σακάκι και το πουκάμισο μαρτυρούσαν ότι τα πράγματα είχαν γίνει ανάποδα. Στο αριστερό μανίκι των ρούχων υπήρχαν ξεκάθαρα ίχνη πυρίτιδας και κάψιμο από το περίστροφο που προφανώς είχε ακουμπήσει εκεί.

Στο αντίστοιχο σημείο της πλάτης, οι ίνες των υφασμάτων, στην οποία από τη σφαίρα, είχαν φορά που φανέρονε ότι το βλήμα είχε εξέλθει από εκεί και όχι εισέλθει. Το περίκαυμα που ήταν βέβαιος ο κύριος Ξάνθης ότι είχε δει, ήταν πασαλήματα από ιόδιο που οι γιατροί είχαν εφαρμόσει στις πληγές. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τα τραύματα στο πρόσωπο του παιδιού και στο λαιμό της Μαργαρίτας κατέρρυπταν την εκδοχή του βουλεύματος, ότι δηλαδή η Μαργαρίτα πυροβόλησε το Γιαννάκι πισώπλατα Ήταν προφανές ότι είχε προηγηθεί πάλι, ή πάλι που επιβεβαίωσε και ο μικρός Χόρν ότι άκουσε και από τη φορά του πυροβολισμού και τη θέση των σωμάτων ότι η Μαργαρίτα και η Ανάκης ήταν σε σύγκρουση ο ένας μπροστά στον άλλο.

Τα ρούχα του νεκρού έφηβου καταφθάνουν στην αίθουσα και ο πρόεδρος ζητά από τον κύριο Ξάνθη να τα δει για πρώτη του φορά. Ο ιατροδικαστής, αφού τα κοιτά, παραδέχεται μπροστά στο εμβρόντιτο ακροατήριο ότι έκανε λάθος. «Ομολογώ εκ των υστέρων ότι απλανήθη. Η έκθεσής μου είναι πεπλανημένη και πρέπει να θεωρηθεί άκυρος». Τότε ο πρόεδρος του Κακουριουδικίου φώναξε «Άλλη μόνο κύριε ιατροδικαστά.

Η έκθεσή σας ή του δυνατόν να στείλει έναν άνθρωπο εις τηλεμητόμο». Ο κύριος Ξάνθης εξήγησε ότι βιαζόταν πολύ και ότι δεν βλέπει καλά, καθώς έχει μοιοπία. Ο καθηγητής Γεωργιάδης θα εξηγήσει ακόμη περισσότερο τα ευρήματα και μάλιστα θα αποκαλύψει πως πραγματοποίησε για την υπόθεση πειράματα σε άλλο νεκρό σώμα, με τα ίδια ρούχα και το ίδιο περίστροφο και σφαίρες και κάθε φορά κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα.

Η σφαίρα είχε μπει από τον αριστερό βραχίο να έξεπαφής και σε κλείσει κάτι που εξηγούσε και ότι ο κρότος του πυροβολισμού δεν ήταν καθαρός και άλλοι τον άκουσαν ενώ άλλοι όχι Για να δείξει τι εννοεί σήκωσε τη μαργαρίτα για επιτόπου επίδειξη Και αφού οι ειδικοί κατέληξαν ότι το όπλο εκπυρσοκρότησε κατά την πάλη και προφανώς δεν υπήρχε δόλος και πρόθεση από τη μεριά της κατηγορούμενης και ο μικρός Χόρν είχε περιγράψει την ακραία κατάσταση του Γιαννάκη, όποιος μπήκε σαν τάβρο στο σπίτι της Μαργαρίτας, αφού τη φώναζε απ' έξω με τρέσα, τότε τι κάνουμε όλοι εδώ.

Νέα ημέρες πέρασαν. Ο Ισαγγελέας στην αγόρευσή του φώναξε πως η Μαργαρίτα είναι αθώα και συμπλήρωσε πως και επίτηδες να είχε σηκώσει το όπλο για να σκοτώσει το Γιαννάκη, πάλι αθώα θα έπρεπε να ανακηρυχθεί, αφού ακόμα και η χειρότερη πόρνη έχει δικαίωμα να αρνηθεί την είσοδο στον πελάτη της και να θυμώσει αν τη βρίζουν.

Ο συνήγορος της πολιτικής αγωγής καταλάσπωσε τη Μαργαρίτα, όχι για τη θέση της στη σχέση με το παιδί, αλλά για την καταγωγή της. Είπε πως ο Περικλής τη γνώρισε στο Παρίσι, όπως γνωρίζουν οι φοιτητές της Γαλλίδας στα μπαρ, ότι είναι μετρέσα του από το 1909 και ότι τον έχει ακολουθήσει από το Παρίσι στην Αγγλία πίσω στο Παρίσι και τώρα στην Ελλάδα αλλά εξακολουθεί να μην την έχει κάνει η γυναίκα του γιατί προφανώς γνωρίζει το σκοτεινό της παρελθόν Μετά από διάσκεψη ενός μόλις τετάρτου η Έδρα ανακοίνωσε την απόφαση Η 29χρονη Μαργαρίτα Ουαλόν κυρίεσθε αθώα Το πλήθος μέσα και έξω από το κακούριο δικείο, συνεπαρμένο από το κλίμα, ξεσπάσεζε το κραυγές.

Τις ημέρες που ακολούθησαν δεν ήταν λίγες οι αντιδράσεις. Κάποιοι κατηγόρησαν τον Ισαγγελέα για μεροληψία, επειδή ήταν τάχα μου ο καθολικός, όπως καθολική ήταν και η Μαργαρίτα, και άλλοι είπαν ότι ο ιατροδικαστής Γεωργιάδης είπε πως η σφαίρα μπήκε από το χέρι, γιατί είχε επατρευτεί κι αυτός Γαλίδα. Η Μαργαρίτα πάντως, πριν στεγνώσει το μελάνι των εφημερίδων με το αποτέλεσμα της δίκης, είχε επιβιβαστεί στο γαλλικό πλοίο Pierre Lotti από Πειραιά προς Μασαλία.

Αθώα Δεν έχω λόγο να μην πιστέψω την επιστήμη και τους πραγματογνώμονες ότι η φορά της σφαίρας ήταν αυτή στην οποία κατέληξαν και ότι πολύ πιθανά τα πράγματα μέσα στο μικρό δωμάτιο να εκτελήχθηκαν όπως περίπου τα περιέγραψε η Μαργαρίτα. Η αλήθεια είναι ότι έχω πιστεί πως η γυναίκα δεν ήθελε να δολοφονήσει το παιδί. Είναι όμως η Μαργαρίτα ου αλόναθόα.

Μου είναι αδύνατο προσωπικά να πιστέψω πως τα αισθήματα του Γιαννάκη ήταν ξαφνικά, απροκάλεστα και μονομεροί. Δεν είναι βεβαίως τόσο παράξενο, εφόσον κατοικούσαν όλοι στο ίδιο σπίτι, που η Μαργαρίτα προσκάλεσε κάποιες φορές στο αγόρι, σε κάποια βόλτα ή στο θέατρο. Όμως ένας ενήλικας δεν μπορεί ποτέ να είναι φίλος με ένα παιδί.

Δεν υπάρχει καμία συνθήκη φιλική κατά την οποία ένα μικρό αγόρι μπορεί να κλίνεται με τις ώρες στο δωμάτιο μιας ενήλικης γυναίκας πάνω από δέκα χρόνια μεγαλύτερης του. Δεν υπάρχει τίποτα το φυσιολογικό σε αυτή την αιμονική προσκόλληση του ενός τον άλλο, σε αυτή την καθημερινή και σκόπιμη επαφή. Ακόμη κι αν το αγόρι με την είσοδό του στην εφηβεία είχε σκέψεις και ορμές τις οποίες αδυνατούσε να ελέγξει, η Μαργαρίτα ήταν υπεύθυνη να το βάλει στη θέση του, ακόμα κι αν χρειαζόταν να μιλήσει στους γονείς του.

Όμως τα όσα περιγράφουν οι μάρτυρες φανερώνουν πως μάλλον το παιδί δεν είχε κατασκευάσει μια φαντασίωση για την οποία είχε πείσει τον εαυτό του και προσπαθούσε να πείσει και τους φίλους του αλλά είχε παρασυρθεί σε έναν ερωτικό δεσμό τον οποίο εκθίαζε μέχρι και στα ποίηματά του Θεωρώ αδύνατο ένα τόσο μικρό παιδί να πήρε από μόνο του τέτοιες ελευθερίες και να παρενόχλησε ουσιαστικά μια μεγαλύτερη του γυναίκα από το πουθενά.

Η Μαργαρίτα τον άγγιζε, τον άφηνε να τη φιλήσει, του έδειχνε τα ρούχα της και του ζητούσε τη γνώμη του για αυτά. Τον έπαιρνε από το παιχνίδι με το ψιθύρισμά της, τον είχε πλάει τη συνέχεια και τήλιγε το χέρι της στον πράτσο του. Τον κρατούσε στο δωμάτιό της ενώ η μητέρα του τον περίμενε και γελούσε με τις ζήλες και τις σκηνές που της έκανε.

Τον περίμενε όταν ο Περικλής έλειπε από το σπίτι και τον συναντούσε όταν έφευγε η μητέρα του τις Παρασκευές. Τον έβαζε στο κρεβάτι της όταν ο πατέρας του κοιμόταν. Η Μαργαρίτα δεν ήταν θύμα της αιμονής του. Ήταν θήτης που έπλασε το παιδί από τα 14 του μέχρι τα 16. Που ρούφηξε σαν βαμπύρ το πάθος της ανοριμότητάς του. που διασκέδασε τη μοναξιά της και την πλήξη της μέχρι που τα πράγματα σοβάρεψαν και ο κόσμος άρχισε να τους υποψιάζεται.

Έτσι η πόρτα που πάντα άνοιγε για πρώτη φορά έμεινε κλειστή. Η Μαργαρίτα μπορεί να είναι αθώα για ανέρεση με δόλο είναι όμως απολύτως ένοχη για όλα τα άλλα. Και για όσους ακόμα δεν μπορούν να πιστούν ότι μια γυναίκα μπορεί να κάνει grooming σε ένα έφηβο αγόρι Απλά αντιστρέψτε τους ρόλους και κάντε τον έφηβο ένα κορίτσι και τη Μαργαρίτα έναν 29χρονο άντρα.

Δεν πρόκειται για ένα ζευγάρι με σκανδαλώδη διαφορά ηλικίας, αλλά για μια τραγική ανισορροπία δυνάμεων, όπως στη μία πλευρά της ζυγαριάς βρίσκεται ένα παιδί, ένα πλάσμα που υπόκεινται σε εξαιρετικές νευρολογικές, συναισθηματικές και κοινωνικές μεταμορφώσεις. Και αυτό κρίνεται και εκ του αποταλέσματος, καθώς το παιδί έχασε τελικά τον έλεγχο και δεν είναι καθόλου απίθανο, η δίκη να αφορούσε τελικά, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, το θάνατο της Μαργαρίτας.

Δεν έχει σημασία αν ο Γιαννάκης έδειχνε να επιθυμεί τη Μαργαρίτα, να την αποζητά και να τη διεκδικεί. Η συνένεσή του δεν έχει σημασία, γιατί ένα παιδί απλά δεν μπορεί να συνενέσει στις συναισθηματικές ή σεξουαλικές σχέσεις με έναν ενήλικα. Αν η Μαργαρίτα μεταφερόταν 100 χρόνια μετά, στο σήμερα η ποινική δικαιοσύνη θα την αντιμετώπιζε τελείως διαφορετικά.

Αν ο χρόνος γυρνούσε 100 χρόνια πριν, στην εποχή που ο Γιαννάκης χανόταν, θα ευχόμουν οι γονείς του να είχαν επιδείξει το παιδαγωγικό σθένος που πιθανά θα του έσωζε τη ζωή. Η γυναίκα που σκοτώνει. 1930 Αγόρι μου έλα ξύπνα και γύρε στην αγκαλιά μου. Τα χάδια σου μη μαρνιέσαι. Μα γιατί δεν μου μιλάς. Κοιμάσαι μήπως χρυσό μου.

Σε άλλους κόσμους πλανιέσαι. Γιατί ακίνητος στέκεις. Έλα πες μου δύο λόγια πια Α, σπαχίδι τους πέτει, έλα θέλουν και ρόγια πια.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00