Μέχρι Θανάτου... ο μικρός Νικόλας Κουμπλής
Μέχρι ΘανάτουΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Είναι καλοκαίρι του 1961. Στο βουνό του Παρνασσού φωνάζουν το όνομά του. Στη σπηλιά, στις στάνες, στα ξωκλήσια, βαθιά μέσα στο ελατόδασος.. Πού κρύβεται η αλήθεια για τον μικρό Νικόλα..;
Κλείσε τη συνεδρία σου με ένα πιστοποιημένο ψυχοθεραπευτή και χρησιμοποίησε τον κωδικό 30mexrithanatou για 30 ευρώ έκπτωση στην πρώτη συνεδρία ή το πρώτο πακέτο συνεδριών μέσα από το app της Hiwell: https://hiwell.app/30mexrithanatou
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Πώς μέσα σε αυτόν τον ρευστό κύκλο της ζωής, ένας θάνατος παρουσιάζει τέτοια παραφωνία. Πώς είναι δυνατόν τα χέρια που έμειναν ασάλευτα και τα χέρια που κλείστηκαν σε χειροπέδες να είναι όλα τόσο μικρά. Η ιστορία που θα σας πω είναι αυτή του μικρού Νικόλα Κουμπλή. μπορείτε να βρείτε στη σελίδα του podcast, στο facebook και το instagram.
Περιμένω τα μηνύματά σας και στο email μέχρι.thanatou.podcast.gmail.com Δεν χρειάζεται να έχει συμβεί κάτι μεγάλο για να καταλάβεις ότι δεν είσαι στα καλύτερά σου. Μπορεί απλώς να έχεις λιγότερη ενέργεια, να δυσκολεύεσαι να συγκεντρωθείς, να κοιμάσαι με δυσκολία ή να νιώθεις ότι πιέζεσαι περισσότερο από ό,τι συνήθως. Δεν χρειάζεται να τα διαχειρίζεις όλα μόνος σου.
Μέσα από την online πλατφόρμα ψυχοθεραπείας της Highwell μπορείς να μιλήσεις με έναν από τους πάνω από 2.000 διαθέσιμους και επιστοποιημένους επαγγελματίες ψυχολόγους για να βρεις τον ειδικό που ταιριάζει σε σένα. Η πρώτη 15 λεπτή συνεδρία γνωριμίας είναι δωρεάν ενώ στην πλατφόρμα είναι πια διαθέσιμη και επιστοποιημένη διατροφολόγη.
Με τον κωδικό 30ΜΕΧΡΙΘΑΝΑΤΟΥ διεκδικείται έκπτωση 30 ευρώ στην πρώτη σας συνεδρία ή στο πρώτο πακέτο συνεδριών. Λινκ θα βρείτε στην περιγραφή του επεισοδίου. Σε αυτό το επεισόδιο θα μιλήσω για άσχημα πράγματα που συνέβησαν σε μικρά παιδιά. Κάποιες από τις περιγραφές είναι σκληρές. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να αποφύγω.
Αφού αλλιώς δεν θα γίνω κατανοητή. Παρνασσός Εδώ έγιναν όλα. Το βουνό είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής σε αυτή την ιστορία. Όχι το βουνό όπως το ξέρουμε σήμερα, του σαλέ, του χιονοδρομικού κέντρου και των πολυόροφων χειμερινών εξοχικών, αλλά το βουνό των δύσβατων μονοπατιών, των πολυάριθμων κοπαδιών από γίδια και πρόβατα.
Το βουνό που ήταν γεμάτο με βοσκοτόπια και στάνες και ανθρώπους που το βουνό ήταν επέκταση του ίδιου του στο εαυτό. Ανθρώπους που αναπαύονταν στη σκιά της κεφαληνιακής ελάτης, που ήξεραν ποια πλαγιά πιάνει πιο πολύ χιόνι, που οι διαδρομές που διάλεγαν περνούσαν πάντα από μία ποτίστρα που η επιστροφή τους στο σπίτι σημαίνε του λιγότερο δύο ώρες πεζοπορία.
Αυτό το βουνό, πριν την κατασκευή του ασφαλτόδρομου του 1967, ήταν ένα άλλο βουνό. Ένας παρνασσός ζωντανός, με έναν αρχαίγωνο και μυστηριακό παλμό. Παρασκευή, 21 Ιουλίου 1961 Η οικογένεια Κουμπλή διαμένει σε μια καλύβα που έχει φτιαχτεί από πέτρες και κλαδιά ελάττου, στην θέση κρόκκι. Δεν είναι αυτό το σπίτι τους. Το σπίτι τους είναι αρκετές εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα του βουνού, στους ιστορικούς Δελφούς.
Εκεί, σε ένα κεντρικό δρόμο του οικισμού, ο πατέρας, ο Γεώργιος Κουμπλής, διατηρεί κρεοπολείο. Η οικογένεια Κουμπλή είχε παραδοσιακά πάντα ζώα και ο Γιώργος έχει κληρονομήσει ένα κοπάδι περίπου 200 εγωπροβάτων που βόσκουν στις πλαγιές του Παρνασσού. Τώρα το καλοκαίρι ο Γιώργος με τη γυναίκα του Παναγιώτα, τη Θιμνιούλα 10, την Παγώνα 7 και τον Νικολάκη 3 ετών έχουν ανέβει από τους Δελφούς στα 1230 μέτρα υψόμετρο στο Κρόκκι.
Το κρόκι είναι ένα καταπράσινο άνοιγμα με εντυπωσιακή θέα στην νοτιοδυτική πλευρά του ορεινού όγκου, πίσω από το πυκνό ελατόδασος του βουνού. Εδώ υπάρχουν κι άλλες τέτοιες καλύβες, σαν αυτή που μένει η οικογένεια Κουμπλή, περίπου 20, άλλων οικογενειών από τους Δελφούς που ανεβαίνουν μόλις πιάσουν οι πρώτες καλοκαιρινές ζέστες.
Εκείνη την Παρασκευή, τα τρία μικρά παιδιά είναι στην καλύβα με τη γιαγιά τους, αφού οι γονείς τους εργάζονται στο κρεοπολείο. Πριν καλά-καλά μεσημεριάσει, στην καλύβα εμφανίζεται ο μικρός Θανάσης. Ο δεκαεξάχρονος Θανάσης Μπαλάσκας από την Αγόριανη, που σήμερα στο χάρτη θα τη βρείτε ως επτάλοφο, από την άλλη μεριά του βουνού, στα βορειοδυτικά του Όγκου, είναι το βοσκοπέδι του Κουμπλή.
Περνά με τα γίδια και τα πρόβατα του αφεντικού του και χαιρετά τη μάμη και τα παιδιά Κοιτάει το αγοράκι που μπλέκεται στη φούστα της γιαγιάς του και λέει Φέρε τον Νικολάκη γιαγιά να τον πάρω να ξεσκάσει λίγο Θα πάω με τα γίδια ως τη βρύση να τα ποτίσω και μετά θα στον εφέρω πίσω Η βρύση στο κρόκι δεν είναι η γραφική βρύση με τις πέτρινες χούφτες όπως ίσως τη φαντάζεστε Είναι μια βρύση σε ένα χωμάτινο πλάτωμα που το νερό της γίνεται σε μεγάλες, ορθογόνιες, βαθμιδωτές ποτίστρες.
Η βρύση σφίζει πάντα από ζωή. Άλογα, γαϊδούρια, κοπάδια από αγελάδες και πρόβατα, περαστικοί με το παγούρι τους. Όλοι συναντιούνται στο νερό, να ξαποστάσουν και να ξεδιψάσουν. Από την καλύβα των κουμπλήν, η ποτίστρα είναι δεν είναι 200 μέτρα. Η γιαγιά θα πει όχι Ο Νικολάκης είναι πολύ μικρός για να τον αφήσει από τα μάτια της Το βοσκοπέδι όμως επιμένει Και το νήπιο έχει ξετρελαθεί στην ιδέα να συνοδεύσει με το αγόρι τα πρόβατα Έχει ξαναπάει άλλη μία φορά με τον πατέρα του και του άρεσε πολύ Μετά από λίγη σκέψη η γιαγιά τελικά θα το επιτρέψει Το παιδί και τα μάτια σου φωνάζει στο θανάση Καθώς τα δύο αγόρια ξεμακραίνουν πιασμένα χέρι-χέρι Στην ποτίστρα στο Κρόκη πολλά ζευγάρια μάτια βλέπουν το θανάση να φτάνει με τον Νικολάκη Άντρες, γυναίκες και παιδιά Με την έλευση του κοπαδιού όμως, ο δεκαεξάχρονος βοσκός συνειδητοποιεί πως δύο από τα γύθια έχουν απομακρυνθεί πολύ Θα βάλει το παιδί να καθίσει κοντά στη βρύση, θα του πει να μην κουνηθεί και θα φύγει να πάει να τα πιάσει
Ο βοσκός Γκίκας με τα γελάδια του, ο λαδιάς και ο τσάπλαρης που έπιναν νερό Ο Σκαρμούτσος, η Διαμαντοπούλου που πότιζε το γαϊδουράκι της με το γιο της και την κόρη μιας γειτόνισσας Όλοι κοιτούν το τρίχρονο αγόρι να χαζολογάει περιμένοντας μόνο πλάες της ποτίστρες Να παίζει με το χώμα και τις πέτρες Κι ένας ένας με σειρά που θα αλλάξει ανάλογα με το ποιος λέει την ιστορία θα αρχίσουν να φεύγουν.
Ο μικρός Νικόλας θα μείνει μόνος και υπό τίστρα στο κρόκι θα γίνει το σημείο μηδέν για ένα τραγικό μυστήριο που στην πραγματικότητα δεν θα λυθεί ποτέ. Να πέρασε μισή ώρα, να πέρασαν 45 λεπτά, όχι παραπάνω. Η γιαγιά δίνει στη θυμινιούλα και την παγώνα λίγα μπισκότα στα χέρια και τους λέει να πάνε στη βρύση, να βρουν το μωρό, να του δώσουν λίγο να φάει γιατί είχε φύγει νηστικό και μετά να γυρίσουν πίσω και οι τρεις μαζί γιατί έχει μεσημεριάσει και δεν είναι καλό να τα χτυπάει ο ήλιος.
Τα δύο κορίτσια περπατούν τη μικρή απόσταση αλλά όταν φτάνουν στη βρύση ο Νικολάκης δεν υπάρχει πουθενά. Ο Θανάσης είναι μόνος, ανήσυχος και τους λέει πως τον άφησε μόνο για λίγο, αναγκαστικά για να πιάσει οι δύο γίδια που έφυγαν και όταν γύρισε δεν ήταν πια εκεί. Τα κορίτσια κοιτούν και αυτά γύρω για το παιδί αλλά δεν το βλέπουν πουθενά.
«Αν έπαθε κάτι ο Νικολάκης ο πατέρας μας θα σε θάψει τρία μέτρα κάτω από τη γη» λένε στο μικρό βοσκό και τρέχουν πανικόβλητες για την καλύβα ώστε να ειδοποιήσουν τη γιαγιά τους. Η μυστηριώδης και ξαφνική απουσία του Νικολάκη έγινε γρήγορα ένα τόμινο απελπισίας. Η γιαγιά με τις αδελφές του νηπίου επιστρέφουν στη βρύση αγκιστρωμένες από την πίστη ότι το παιδί ή απομακρύνθηκε λίγο και χάθηκε στο τοπίο από προσανατολισμένο ή κάποιος που ήρθε στη βρύση το βρήκε μόνο και το πήρε μαζί του προς αναζήτηση των γονιών του.
Η περιοχή γύρω από τις καλύβες, τα μονοπάτια που έφευγαν από τη βρύση, οι κοντινές στάνες, Όλα γίνονται φίλο και φτερό. Και κάθε ντόπιος που συναντούν, κάθε περιπατητής, κάθε βοσκός που τον ρωτούν αν έχει δει το παιδί, ενσωματώνεται αυτομάτως στην άτυπη ομάδα αναζήτησης. Η ώρα περνάει πιο γρήγορα από όσο θέλουν. Το «Μα πού πήγε το παιδί» γίνεται «Το παιδί χάθηκε».
Οι γονείς ειδοποιήθηκαν και έφτασαν κι αυτοί άμεσα στο σημείο. Με τα γόνατα κομμένα από φόβο αρχίζουν να φωνάζουν το όνομα του παιδιού τους και η βονή τους ταξιδεύει στις χορταριασμένες πλαγιές του βουνού χωρίς να βρίσκει απάντηση Για ένα παιδί τριών ετών, σε ένα περιβάλλον τόσο χαοτικό και απρόβλεπτο πολλά μπορούν να πάνε πολύ γρήγορα στραβά Σε αυτή την ηλικία το παιδί μπορεί να καλύψει με μικρά διαλύματα πεζό απόσταση μέχρι και δύο χιλιόμετρα Όμως σε έδαφος με πέτρες μικρές και μεγάλες, με έντονη κλήση, ανηφορική ή κατηφορική και το σημαντικότερο, με φόβο, πανικό, εξάντληση, αφιδάτωση και πείνα οι αντιδράσεις ενός νηπίου μπορεί να είναι εντυπωσιακά απρόβλεπτες Μπορεί να αλλάξει απότομα κατεύθυνση παραπάνω από μια φορά Μπορεί να καθυλωθεί σε ένα σημείο για ώρα γιατί έχει τρομάξει ή μπορεί να κρίνει ότι ένα κατά τα άλλα θανάσιμο άλμα είναι ασφαλές.
Δεν θα ξεχάσω πριν λίγο καιρό στην παραλία μια σκηνή που διαδραματίστηκε μπροστά μου και πολύ με προβλημάτισε σε σχέση με τις αντιδράσεις ενός νηπίου τέτοιας περίπου ηλικίας. Ένα αγοράκι, περίπου δυόμιση ετών, παίζει εκεί που σκάει το κύμα με τα παιχνίδια του. Δεν είναι μέσα στη θάλασσα. Αν θυμάμαι καλά, είναι τελείως στεγνό και φοράει παπούτσια.
Κινείται περισσότερο ανάμεσα στις ξαπλώστρες. Η μητέρα του το παρακολουθεί περικές δεκάδες μέτρα μακριά. Ο μεσαίου μεγέθους σκύλος ενός ζευγαριού, που ήταν δεμένος στη ξαπλώστρα τους, αντιδρά όταν το παιδί πλησιάζει. Σηκώνεται και του γαυγίζει επιθετικά. Τον είπε όπου δεν είχε από πριν εντουπίσει το σκύλο, τρόμαξε τόσο πολύ, που αυτομάτως πέταξε ό,τι παιχνίδια κρατούσε στα χέρια του, έβαλε τα κλάματα, έκανε μεταβολή και αντί να περπατήσει προς τη μητέρα του η οποία είχε δει τι είχε συμβεί και το πλησίαζε φωνάζοντας το όνομά του περπάτησε με σταθερό βήμα προς τη θάλασσα μπήκε μέσα χωρίς να κοντοσταθεί και συνέχισε να προχωρά μέχρι που το κάλυψε τελείως το νερό και χάθηκε από τα μάτια μας.
Όλα αυτά συνέβησαν μέσα σε δευτερόλεπτα και η μητέρα του πρόλαβε και το τράβηξε έξω αμέσως. Θέλω με αυτό το παράδειγμα να πω πως ένα παιδί τριών ετών που μπορεί να μιλήσει και να εκφράσει σε ένα βαθμό τα συναισθήματά του Ταυτόχρονα μπορεί, υπό συνθήκες, να φερθεί με τρόπο που οι οικοί του δεν θα περίμεναν ποτέ Και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, το να βρεθεί ο Νικολάκης το συντομότερο δυνατό, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου Κατά το απόγευμα πια, το νήπιο δεν είναι ο μόνος αγνοούμενος Ο Θανάσης δεν είναι πουθενά Η μάνα και ο πατέρας έχουν περάσει σε μια αλόφρονη κατάσταση Η Παναγιώτα ουρλιάζει και χτυπά το στήθος της Ο Γιώργος βαδίζει προς πάσα κατεύθυνση Ψάχνει, φωνάζει το όνομα του παιδιού του ασταμάτητα Μέχρι ο πολεμός του κλείνει και το μόνο που ακούγεται πια είναι κάτι που μοιάζει περισσότερο με γρήλισμα.
Οι Δελφοί είναι ανάστατοι. Οι περισσότεροι κάτοικοι έχουν ανέβει μέχρι το κρόκκι και ψάχνουν μαζί με τους υπόλοιπους. Στις αυτοσχέδιες εθελοντικές ομάδες προστίθενται άνδρες της χωροφυλακής υποδιοίκησης Δελφών, ενώ λίγο αργότερα, που η εξαφάνιση πήρε επίσημα μεγάλες διαστάσεις, την αναζήτηση άρχισε να κατευθύνει ο διοικητής της ανωτέρας διοικήσεως χωροφυλακής Στερεάς Ελλάδος.
Τα στοιχεία είναι λίγα. Οι μάρτυρες που βρίσκονταν στη βρύση όταν έφτασαν τα δύο παιδιά, αυτοί οι συγκεκριμένοι που σας ανέφερα πριν, όλοι συμφωνούσαν στην κεντρική ιδέα των καταθέσεών τους. Ο Θανάσης άφησε μόνο τον Νικολάκη για να πάει να βρει τα ζώα που ξεμάκρυναν από το κοπάδι. Όταν και ο τελευταίος αναχώρησε από την ποτίστρα, το νήπιο εξακολουθούσε να είναι μόνο.
Από εκεί και πέρα, κανείς άλλος στην ευρύτερη περιοχή δεν είχε δει ή ακούσει κάτι σχετικά με το παιδί. Στις αδελφές του Νικολάκη, ο Θανάσης είπε πως όταν επέστρεψε μαζί με τις γίδες, το παιδί ήταν άφατο. Η πρώτη σκέψη είναι λοιπόν πως ό,τι έγινε θα έγινε τα λίγα λεπτά που ο Θανάσης αποουσίαζε από την ποτίστρα. Ο ίδιος ο Θανάσης όμως δεν είναι εκεί για να δώσει εξηγήσεις στους γονείς και τους χοροφύλακες.
Κάποια στιγμή πάνω στο χάος και την αναμπουμπούλα της αναζήτησης έφυγε. Και κάπου εδώ άρχισαν τα πράγματα να περιπλέκονται ακόμα περισσότερο. Η εξαφάνιση του Νικόλα συνέπεσε με μια άλλη εξαφάνιση Πριν από μια εβδομάδα, στις 15 Ιουλίου, στο χωριό Χρυσό, το διπλανό εκ των Δυτικών από τους Δελφούς Μια 45χρονη γυναίκα, η Νίκη Κοτοπούλη, παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών, έφυγε από το σπίτι της και χάθηκε Διάφορες μαρτυρίες την περιέγραφαν να τριγυρνά σε ξέφωτα του βουνού Οπότε και το απόσπασμα της χοροφυλακής που την αναζητούσε κινούνταν σε αυτές τις τοποθεσίες Όταν έγινε γνωστή η εξαφάνιση του Νικόλα Εκείνο το απόσπασμα των χοροφυλάκων ενημέρωσε τους χοροφύλακες που αναζητούσαν το παιδί Πως αργά το απόγευμα είχαν συναντήσει το Θανάση Ο δεκαεξάχρονος που τον γνώριζαν και τον χαιρέτησαν Τους φάνηκε ιδιαίτερα ήρεμος Μίλησαν για λίγο για την αγνοούμενη γυναίκα από το χρυσό Η βοσκή ήταν μια ιδιαίτερη χρήσιμη κατηγορία μαρτύρων του βουνού Και εκεί πάνω στην κουβέντα ο Θανάσης τους είπε πως ο Νικολάκης του Κουμπλή
Είχε χαθεί αλλά ευτυχώς τον βρήκαν μετά από λίγο να παίζει κάτω από ένα πέφκο Καθώς περνούσε η ώρα, κι άλλοι μάρτυρες εμφανίστηκαν και κατέθεσαν ότι συνάντησαν το Θανάση Όπως φαίνεται, το παιδί είχε πάρει το δρόμο για το σπίτι του Καθώς ήταν στο δρόμο που ένωνε τους δελφούς με την αγόριανη Στον πρώτο περαστικό που συνάντησε, του είπε πως ήταν αναστατωμένος γιατί είχε χάσει το ρολόι του Ενώ πριν αποχαιρετιστούν, τον ρώτησε αν είχε δει κανέναν άλλο στο δρόμο Σε δύο γυναίκες που συνάντησε πριν τους χοροφύλακες δεν ανέφερε καθόλου τον Νικόλα αλλά τους είπε πως είχε χάσει μερικά γύθια από το κοπάτι του κουμπλή Με τότε και με εκείνα η ξαφνική φυγή του Θανάση από τον τόπο που χάθηκε το παιδί ενώ όλοι το αναζητούσαν η ψύχρεμη σχεδόν αδιάφορη στάση του η ανησυχία του που περιοριζόταν μόνο στο πόσοι άνθρωποι ακόμα χρησιμοποιούσαν το μονοπάτι και το γεγονός ότι σε κανέναν δεν είχε πει την αλήθεια για την επίγουσα και σοβαρότατη εξαφάνιση του νηπίου, μόνο ένα αποτέλεσμα έχει.
Το αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο δεκαεξάχρονος έχει κάτι να κρύψει. Η νύχτα πέφτει στο βουνό. Δεν υπάρχει κομμάτι γης που να μην στέκεται άνθρωπος που ψάχνει. Δεν περνάει λεπτό που να μην αντιχύσει το σπαρακτικό κάλεσμα. Με το σκοτάδι να τυλίγει το δάσος και τους γκρεμούς Μία σκέψη αρχίζει να κυριαρχεί Πολύ δύσκολα ένα χαμένο τρίχρονο παιδί Θα επιβιώσει από αυτές τις συνθήκες Αν είναι ακόμα ζωντανό Όλοι οι άϊπνοι πεζοπορούν χωρίς σταματημό μέσα στη νύχτα Παίρνοντας δύναμη από τον ίδιο τον πατέρα Που με κινητήρια δύναμη την αδρεναλίνη δεν έχει καθίσει ούτε λεπτό Στον αντίποδα του πατέρα που διοχετεύει την αγωνία του σε ξέφρενη δράση, η μάνα έχει γονατίσει.
Σκέφτεται το μωρό της να κλαίει και να την αποζητά, το φαντάζεται τραυματισμένο, το νιώθει να τρέμει από την κούραση και τον νυχτερινό κρύο του υψομέτρου, αγωνιά στη σκέψη πως όταν θα καταρρεύσει κουρασμένο, τα τσακάλια θα του γευτούν. Ανοίγει το πουκάμισό της και σκίζει τη σάρκα του στήθους με τα νύχια της, τραβά τα μαλλιά της και τα ξεριζώνει.
Οι δυο της κόρες κλαινεπλάει στα πόδια της και ο θρήνος τους συνεχίζεται μέχρι το πρωί. Ο Νικολάκης παραμένει άφαντος. Σχεδόν 24 ώρες από την εξαφάνιση, το Σάββατο 22 Ιουλίου, οι χωροφύλακες εντοπίζουν το Θανάση στο πατρικό του σπίτι στην Αγόριανη και αμέσως τον συλλαμβάνουν. Τον οδηγούν στο τμήμα των Δελφών και ξεκινούν να τον ανακρίνουν σχετικά με τα όσα συνέβησαν και οδήγησαν στην εξαφάνιση του νηπιού.
Μιας και απέναντί τους έχουν ένα δεκαεξάχρονα αγόρι, όπως οι ίδιοι θα υποστηρίξουν αργότερα, η προσέγγιση τους είναι μάλλον συγκαταβατική. Όπως και να έχει, ο Θανάσης θα δώσει σε αυτή τη φάση μία και μοναδική εκδοχή. Όταν γύρισε στη βρύση με τις γίδες, το παιδί είχε ήδη χαθεί. «Γιατί έφυγε από το μέρος πριν φτάσουν οι γονείς του Νικολάκη, αφήνοντας πίσω μάλιστα το κοπάδι και δεν εμφανίστηκε ξανά να δώσει εξηγήσεις, γιατί φοβόμουν το αφεντικό», τους απαντά.
Φοβόταν τις συνέπειες, καθώς το παιδί είχε χαθεί, ενώ ήταν υπευθύνη του. Για ό,τι τον ρωτούν, έχει μία απάντηση. Οι απαντήσεις μεταξύ τους, όμως, δεν έχουν μία φυσική συνέπεια. Η ιστορία του Θανάση έχει κενά και έτσι αποφασίζεται να παραμείνει στο τμήμα. Το δεύτερο 24ωρο η αναζήτηση επεκτείνεται ακόμη περισσότερο. Οι ντόπιοι εθελοντές είναι εκατοντάδες.
Βοσκοί και κυνηγοί αποδεικνύονται πολύτιμοι, καθώς προσπαθούν να ετοιπήσουν και να ακολουθήσουν πιθανά ίχνη του παιδιού ή και ζώων, ξέρουν τα μονοπάτια σαν την παλάμη του χεριού τους Τα βράχια και τους κρεμούς καλύτερα απ' τον καθένα. Οπλίτες του τάγματος εθνοφυλακής αμήνης. Εκπαιδευμένοι ορειβάτες. Αγρότες που εκατέλειψαν το θέρο και δηλώνουν το παρόν για να βοηθήσουν να βρεθεί το παιδί.
Ξοκλήσια, στάνες, πηγάδια και δεξαμενές. Τίποτα δεν μένει χωρίς να ερευνηθεί. Ως ειδικοί παρατηρητές, οι βουνίσια αράζουν σε πέτρες και παρατηρούν για ώρες στον ουρανό τις κινήσεις των όρνεων και των κοράκων. Τα πτωματοφάγα πτεινά κάνουν κύκλους στον ουρανό όταν εντοπίζουν τροφή κάτω και κράζουν για να ειδοποιήσουν το τέρι τους.
Οι παρατηρητές αναφέρουν τις κινήσεις στις ομάδες αναζήτησης. Το μόνο που εντοπίζουν όμως εκείνη τη μέρα είναι ένας νεκρός ασβός. Ο Γιώργος Κουμπλής δεν γυρνάει ούτε για λίγο στην καλύβα. Όταν το πυκνό σκοτάδι δεν του επιτρέπει πια να ψάξει, ξαπλώνει στη ρίζα κάποιου δέντρου και κλείνει για λίγο τα μάτια. Όταν ο ύπνος δεν τον παίρνει, αλλά τα πόδια δεν τον βαστούν να σηκωθεί, φωνάζει εντολές σε όσους συνεχίζουν ακόμα.
Την Κυριακή, 23 Ιουλίου, το τρίτο εικοστετράωρο της εξαφάνισης, Ο αγνοούμενος Νικολάκης γίνεται πρωτοσέλιδος στις περισσότερες ελληνικές εφημερίδες. Η φωτογραφία του δημοσιεύεται παντού, με έκκληση στους αναγνώστες να απομνημονεύσουν τα χαρακτηριστικά του, μήπως και καταφέρουν να τον αναγνωρίσουν κάπου εκτός Παρνασσού.
Ίσως, ποιος ξέρει, κάποιος εντόπισε το παιδί να τριγυρνά μόνο του σε αυτό το στενό χρονικό παραθυράκι και το κατέβασε σε κάποιο χωριό, το πήγε σε κάποιο νοσοκομείο, το έδωσε σε κάποιο σπίτι μέχρι να μάθει τι νοσοί είναι. Η μάνα βρίσκει το φύλλο μιας εφημερίδας με τη φωτογραφία του παιδιού της στο εξώφυλλο και την κρύβει στον κόρφο της.
Η εικόνα του, ζωντανό και χαμογελαστό την παραλύει. Η σκέψη πως το τρυφερό του σώμα, αυτό που το μεγάλωσε με χάδια και τα ίσματα, το τσιμπολογάνε τώρα τα όρνια, την κάνει να μυρολογεί. Να μην το φάνε τα κοράκια, αυτό που δεν έχει γνωρίσει ακόμη τα σπουργίτια. Την ίδια εκείνη ημέρα σηκώνεται ελικόπτερο της ελληνικής βασιλικής αεροπορίας, το οποίο επιχειρεί να φωτογραφίσει την περιοχή από ψηλά.
Τι να σου κάνει όμως, το δάσος είναι τόσο πυκνό, που το μόνο που βλέπουν είναι ένα ενιαίο, πράσινο, φυλόδε στρώμα και από το έδαφος από κάτω δεν φαίνεται ούτε εκατοστό. Μετά από τρεις ώρες πτήσης επιστρέφει στη βάση του άπραγο. Η νύχτα έπεσε ξανά. Η φωνή του Γιώργου Κουμπλή σκίζει τη δροσιά. «Πού είσαι παιδί μου, μίλησέ μου, δεν με λυπάσαι»
Τέταρτο εικοστετράωρο. Δευτέρα, 24 Ιουλίου. Τα άρθρα των εφημερίδων εξηγούν πως το να βρεθεί ισό το παιδί στο βουνό, είναι πια αδύνατο. Εκτιφλωτικός ήλιος την ημέρα, παγωνιά τη νύχτα, πείνα, δίψα και κακουχίες. Όλοι συμφωνούσαν πως πια αναζητούσαν ένα σώμα, τουλάχιστον να επιστρέψουν αυτό στους γονείς. Θαύματα όμως γίνονται.
Ποιος θα τολμήσει να ανακοινώσει το τέλος των ερευνών. Κι αν το μωρό, με τη ζωή του να κρέμεται από μια κλωστή, κρατά τις τελευταίες δυνάμεις του και ακούσουν τη φωνή του πίσω από την επόμενη πέτρα Ο κουμπλής τον αναζητά αρρωστημένα Όποιος τον ήξερε πριν χαθεί το παιδί του και τύχαινε να τον δει τώρα δύσκολα θα τον αναγνώριζε Το πρόσωπό του είχε σκαφτεί από βαθιές επίπονες ρητίδες το βλέμμα του χαμένο Μοιάζει σαν να γέρασε δέκα χρόνια σε τέσσερις ημέρες Μία μέρα δένεται με σχοινιά και κατεβαίνει σε μια χαράδρα τρακοσίων μέτρων.
Με μικρά άλματα εξετάζει κάθε πέτρα και σχισμή. Τίποτα. Μήπως ο Νικολάκης κρεμίστηκε από τις φεδριάδες πέτρες που άλλοτε εκτελούσαν ρίχνοντας από κει τους βέβυλους του μαντίου των Δελφών. Μήπως βρήκε καταφύγιο μέσα στο κορίκι ο άντρο, το σπήλαιο με τους εντυπωσιακούς ταλακτήτες, μαζί με το θεό Πάνα και τις κορίκιες νύμφες.
Μήπως το βρήκε εκείνη η κοτοπούλη, η γυναίκα που χάθηκε και το πήρε για δικό της Και μαζί τριγυρνάνε το βουνό τρώγοντας ρίζες και λαγούς Η Νίκη και ο Νικόλας Μα στα αλήθεια τι μπορεί να απέγινε το μικρό παιδί Πώς προλάβαινε να χαθεί μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας Γιατί δεν έχουν καταφέρει να βρουν ούτε ένα κομμάτι ύφασμα από τα ρούχα του Ενώ η αναζήτηση άρχισε σχεδόν αμέσως Πώς δικαιολογείται το γεγονός Πως δεν τον έχει δει κανείς να περιπλανιέται Πώς δεν έχουν εντοπίσει ακόμη ούτε το νεκρό του σώμα Ενώ το βουνό ολόκληρο έχει γίνει φύλλο και φτερό Οι θεωρίες είναι οι εξής Πρώτον, ο Νικολάκης πανικοβλήθηκε Από την ώρα που περνούσε και έμενε μόνος Αδύνατο λόγο της ηλικίας του να αντιληφθεί Αν έχουν περάσει δύο λεπτά ή δύο ώρες Κοιτά γύρω του και δεν βλέπει απολύτως κανένα Θέλει τη μαμά του, ξεμακραίνει από τη βρύση, χάνεται και κάποια στιγμή υποκύπτει από τις κακουχίες της άγριας φύσης Το γιατί δεν έχουν βρει ό,τι απέμεινε από εκείνον ή δεν τον έχουν μυρίσει είναι ένα μυστήριο
Δεύτερον, το παιδί βρήκε το θάνατο από ατύχημα Μπορεί η ίνα έπεσε στη γούρνα της ποτίστρας και να πνίγηκε Η ίνα τον πέτυχε κατά λάθος ο Θανάσης με καμία πέτρα που προοριζόταν για κάποιο ζώο. Ο βοσκός πανικοβλήθηκε και φοβούμενος στις συνέπειες έκρυψε το πτώμα επιμελώς. Τρίτον, το παιδί βρήκε το θάνατο αλλά όχι από ατύχημα.
Ο Θανάσης επιχείρησε να το κακοποιήσει ή έδρασε από ζήλια προς την οικογένεια του αφεντικού του και το σκότωσε. Ο κουμπλής αδυνατή να πιστέψει ότι ο μικρός Θανάσης έκανε κακό στο παιδί του Ο ίδιος είναι ένας καλός και φιλίστιχος άνθρωπος που δεν είχε ποτέ του αδικήσει κανέναν Το Θανάση τον είχε σαν παιδί του και πάντα του φερόταν με αγάπη Δεν μπορεί ο κόσμος να είναι τόσο σκληρός, αποκλείεται Πιο πιθανό του φαινόταν να το πήρε η κοτοπούλη ή να το απήγαγε κάποιο άγνωστο άτεκνο ζευγάρι παρά αυτό Η Παναγιώτα από την άλλη είχε απολύτως πιστή.
Βροντάει το στήθος της και φωνάζει πως ο βοσκός της έφαγε το μωρό και παρακαλεί τους χοροφύλακες να βρουν τρόπο να τον κάνουν να πει την αλήθεια. Το δεκαεξάχρονο αγόρι παραμένει υποκράτηση. Στην εικόνα του, πολλοί από εμάς τους μεγαλύτερους, θα αναγνωρίσουμε φωτογραφίες των πατεράδων μας, που ήταν παιδιά περίπου εκείνη την εποχή.
Παιδιά αδύνατα, με μακριά χέρια, κοκαλιάρικα γόνατα, πεταχτά αυτιά και μαλλιά παρμένα με την ψηλή Μοιάζει μικρότερος από όσο είναι Και σου δίνει την εντύπωση, από την εμφάνισή του μόνο, πως σίγουρα δεν μπορεί να χωρίσει ούτε δυο γαϊδουριών άχυρα Φαίνεται όμως πως τα φαινόμενα απατούν Ο Θανάσης έχει αποδειχτεί ικανότατος να ανταπεξέλθει στις, κατά γενική ομολογία, στρεσογόνες συνθήκες και της κράτησης και της ανάκρισης.
Στο κελί του είναι ήρεμος, δεν φωνάζει, δεν κλαίει και κοιμάται σαν πουλάκι. Για την ανάκρισή του έχει έρθει αυτοπροσώπος, ο διοικητής χωροφυλακής άμφισας, ενώ ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης έχει δώσει εντολή το παιδί να μην τολμήσει να βγει από τη χώρα αν βρεθεί έστω και προσωρινά ελεύθερο. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει αν το κάνει από αφέλεια ή σκοπιμότητα, αλλά μοιάζει σαν να παίζει διαρκώς με τα νεύρα των ανακριτών.
Κάνει πως δεν ακούει τις ερωτήσεις, αναγκάζοντάς τους να τις επαναλαμβάνουν διαρκώς και μετά κάνει ότι δεν τις καταλαβαίνει. Προετοιμάζεται να πει κάτι που φαίνεται σημαντικό Αλλά προσποιείται τελικά ότι το ξεχνάει Οι ανακριτές πέφτουν στην παγίδα Και κάνουν το μεγάλο λάθος να τον ταΐσουν ενδεχόμενα Με την ελπίδα να δουν κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά Ή τη γλώσσα του σώματός του Μήπως, Θανάση, το πέτυχες κατά λάθος το παιδί με καμιά πέτρα Και μήπως σου ξέφυγε το παιδί και έπεσε σε κανένα γκρεμό Και ξέρεις που είναι και δεν μας το λες Κάπου κάπου ο Θανάσης φαίνεται να πηγαίνει με τα νερά τους και κάπως σαν να συμφωνεί με κάποιο από τα σενάρια Ο συνταγματάρχης που έχει αναλάβει την υπόθεση τρεις φορές δίνει εντολή ο βοσκός να πάει με συνοδεία στο κρόκκι και να τους δείξει πού είναι το σώμα του μωρού και τις τρεις φορές τον πήγαν στα σημεία που τους είχε οδηγήσει η κουβέντα και τις τρεις ο Θανάσης άλλαξε γνώμη μόλις έφτασαν Δεν είπα ότι ξέρω που είναι, απλά κάτι το λέει μέσα μου
Τους λέει και όλοι νιώθουν πως τους δουλεύει ψιλόγαζη Μετά τον έπιανε κάτι σαν απελπισία και τους έλεγε πως αν συνεχίσουν αυτό το βιολί θα πέσει ο ίδιος στον κρεμό Κανείς δεν μπορεί να πει με το χέρι στην καρδιά τι ρόλο έχει στην εξαφάνιση του Νικολάκη ο Βοσκός Έχουν απέναντί τους ένα ελαφρόμυαλο 16χρονο αγόρι ή έναν πονηρό έφηβο Ο πατέρας του Θανάση τον επισκέπτεται στο κρατητήριο και τον παρακαλεί να συνεργαστεί και να πει, αν ξέρει, όλη την αλήθεια.
Η οικογένειά τους, του λέει, έχει καταντροπιαστεί στην περιοχή. Και ο ίδιος, στην απέναντι πλευρά αυτής της τραγικής ζυγαριάς, έχει στοιχιώσει το προάβλιο του τμήματος των Δέλφων και ξεροσταλιάζει, περιμένοντας να μάθει νέα για το δικό του παιδί. Όταν δεν είναι στο τμήμα, είναι στο βουνό Αναζητώντας και εκείνος με ζήλο τον Νικολάκη Ίσως προσπαθώντας να αποσυμφορήσει την κατάσταση Λέει στους χωροφύλακες πως το παιδί του είναι καλό Αλλά είναι μυθομανές Ότι πριν γίνει βοσκός εργάστηκε ως βοηθός ενός οδηγού ταλίκας Και η άσφαλτος, εντός εισαγωγικών, τον ξύπνησε περισσότερο από όσο έπρεπε Οι συγχωριανοί του έχουν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα Κάποιοι τον περιγράφουν ως ένα λαμπρό παιδί που ήταν άριστο στα γράμματα Έβγαλε την πρώτη γυμνασίου με 17 και είχε τέτοιες προοπτικές που όταν ο πατέρας του του έδωσε εντολή να σταματήσει το σχολείο για να εργαστεί και να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια οι καθηγητές του επαναστάτησαν και τον παρακάλεσαν να ανακαλέσει
Η άλλη πλευρά δίνει μια τελείως διαφορετική εκδοχή του Θανάση. Μιλάνε για έναν έφηβο πονηρό, χειραγωγό και διεφθαρμένο. Ένα παιδί ευφυές και υπερσεξουαλικό που ασελγούσε σε γαλοπούλες, κατσίκες και μικρά παιδιά. Ο ίδιος είχε μάλιστα ήδη ομολογήσει ότι είχε επιχειρήσει να βιάσει μια γάτα. Σοβαρότατες κατηγορίες που ίσως είναι και η απάντηση στο μυστήριο της εξαφάνισης του Νικολάκη Στις πλαγιές του Παρνασσού ο κόσμος έχει πια αραιώσει Στις εφημερίδες τα άρθρα για το χαμένο παιδί σπρώχνονται στις πιο πίσω σελίδες Όσο περνούν οι μέρες το βουνό αρχίζει να καταπίνει την ιστορία Ίσως να κατάπιε και το Νικολάκη Οι άνθρωποι ένας ένας επιστρέφουν στις δουλειές τους και η απελπισία των γονέων απαντά στις ερωτήσεις με παραφυσικές απαντήσεις.
Οι βοσκοί λένε πως οι αγελάδες τους σταματούν σε σημεία του βουνού και αρνούνται πεισματικά να προχωρήσουν, σημάδι ότι εκεί κοντά υπάρχει φάντασμα. Οι γυναίκες στέλνουν γράμματα με όνειρα που είδαν για το πού είναι το παιδί και η αναζήτηση προσαρμόζεται αναλόγως. Νεράιδες και εξωτικά, βγαλμένα από την τοπική μυθολογία, γίνονται ύποπτα για την απαγωγή του παιδιού 27 του μήνα, οι γονείς ανακοινώνουν 20.000 δραχμές αποζημίωση για όποιον βρει τον Νικολάκη Βροχή και αέρας μαστιγώνουν το τοπίο, αλλά η αναζήτηση δεν πάβει Τα πέντε εκπαιδευμένα σκυλιά που ήταν προγραμματισμένα να βοηθήσουν τελικά δεν έρχονται γιατί ο αέρας παίρνει τις μερωδιές και η βροχή ξεπλένει τα ίχνη.
Ένας τεράστιος βράχος αποκολάται και παραλίγο να λιώσει δύο χωροφύλακες. 28 του μήνα, ο Γιώργος κουμπλίζει για πρώτη φορά η καταλήπη το βουνό. Κατεβαίνει με το κτέλ στην Αθήνα και πηγαίνει σαν αυτοχόσπιτο στα κάτω πετράλωνα. Έχει ραντεβού με ένα μέντιουμ. Το Μέντιουμ του λέει ότι έπρεπε να του έχει φέρει κάτι προσωπικό του παιδιού για να το πιάσει Τελικά δεν μπορεί να τον βοηθήσει γιατί ο έντονος πόνος του πατέρα κάνει παρεμβολές 29 του μήνα Ο κουμπλής επιστρέφει στους Δελφούς και ζητά να σταματήσουν οι έρευνες Παρακαλά τη χωροφυλακή να δώσει περισσότερο βάρος στην ανακριτική διαδικασία Το βουνό δεν μιλάει, να μιλήσουν οι άνθρωποι Τρίτη, 15 Αυγούστου.
26 ημέρες από τότε που εξαφανίστηκε ο Νικολάκης. Ο τόπος ετοιμάζεται για τα πανηγύρια της Παναγίας. Ο Παρνασσός γεμίζει παραθεριστές. Ο νεαρός Χαράλαμπος Καρακώστας είναι ο παραγιός του αδερφού του Κουμπλή, του θείου δηλαδή του Νικολάκη, και βοσκάει τα πρόβατα του αφεντικού του. Το κοπάδι βρίσκεται στη θέση Καλάνια, σε μία από τις ψηλότερες και ωραιότερες περιοχές του βουνού.
Ένα πανέμορφο εσωτερικό οροπαίδιο σε υψόμετρο 1375 μέτρων. Είμαστε πολύ μακριά από τη βρύση. Σχεδόν δύο ώρες πεζοπορία προς τα πάνω. Για να φτάσει κανείς εδώ, έχει αφήσει το χωματόδρομο, που τελειώνει στα 800 μέτρα υψόμετρο, και έχει συνεχίσει την ανάβαση μέσα από το πυκνό δάσος. Είναι περίπου δέκα το πρωί και ο βοσκός Καρακώστας ψάχνει κάτι γιουδοπρόβατα από όπου μακρύνθηκαν Στη ρίζα ενός ελάττου, μέσα σε πέτρες και άγριους θάμνους Κάτω από τα όρναια που πετούσαν και έκραζαν σε κύκλους θα βρει τον Νικολάκη Ό,τι έχει απομείνει Το μικρό σώμα είναι εξαπλωμένο μπρούμητα Είναι ντυμένο, αλλά λείπουν τα παπούτσια που δεν είναι πουθενά εκεί γύρω Το κεφάλι στέκει μόνο του, μακριά από το σώμα, σε απόσταση τριών περίπου μέτρων Ο βοσκός τρέχει, κατεβαίνει ως το δρόμο και ειδοποιεί τις αρχές Στο σημείο φτάνει η χοροφυλακή, μαζί με δύο ντόπιους γιατρούς για να κάνουν αυτοψία, τον εισαγγελέα και τον ανακριτή Παρατηρώντας τη σκηνή, γίνεται αμέσως φανερό πως τα ζώα και η φύση έχουν αλλοιώσει τα στοιχεία
Με ποσότητα αίματος, σπλαχνικών υγρών και μαλλιών να εντοπίζονται σε άλλο παρακείμενο σημείο καταλαβαίνουν πως το κορμάκι σύρθηκε από τα αρπακτικά Εκεί που τελικά το εναπόθεσαν, τα στοιχεία της φύσης ανέλαβαν τα υπόλοιπα Από ένα σημείο του σώματος και κάτω, το στέρνο, η κοιλιά και τα πόδια λόγω του υψόμετρου και ότι ήταν συνεχώς εκτεθειμένα στον ήλιο του καλοκυριού είχε ως αποτέλεσμα το δέρμα να σκληρίνει και να ξεραθεί σε μια φυσική παραλλαγή της μομνιοποίησης.
Από το στήθος και πάνω, το σώμα ήταν μονίμως στη σκιά και την υγρασία. Η διαδικασία της αποσύνθησης επιταχύνθηκε, προσελκύοντας με τη μυρωδιά όρνια και τσακάλια. Τα χέρια ξεγυμνώθηκαν από σάρκα και το κεφάλι που το διεκδίκησαν τα ζώα αποκόπηκε. Είχε μείνει πια μόνο το γυμνό κρανίο Οι γονείς ειδοποιήθηκαν ότι ο Νικολάκης βρέθηκε Η μάνα δεν τόλμησε να ανέβει στα καλάνια Το σοκ την είχε παραλύσει και κινδύνευε η ζωή της Ο πατέρας είπε στους δημοσιογράφους Πως είχε ευαίσθητη υγεία Και πως μάλιστα είχε κοντύψει να πεθάνει κατά τον τοκετό Είπε όμως, κι αυτό λύνει και μια απορία που πάντα είχα Ότι καλύτερα που το βρήκανε στο νεκρό να μην μείνουν με το βάρος για όλοι τους στη ζωή.
Ο κομπλής πάντως ανέβηκε. Στάθηκε πάνω από το σώμα, κοίταξε γύρω του χαμένος, έκλαψε και μετά έσκυψε, πήρε μια τούφα μαλλιά από το κρανίο και το έβαλε μέσα από το πουκάμισό του. Οι αρχές στέλνουν τηλεγράφημα στον προϊστάμενο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών, κύριο Δημήτρη Καψάσκη, να μεταβεί στο βουνό με ελικόπτερο για αυτοψία και μετά για νεκροτομή.
Αυτό όμως δεν είναι εφικτό και έτσι το σώμα κανονίζουν να το πάνε στην Αθήνα. Όχι ακόμη όμως. Ο κόσμος έχει μαζευτεί στα καλάνια για να το δει και ο κουμπλής θέλει συνέχεια να το αγγίζει. Έτσι, για να μην αλλοιωθούν τα στοιχεία ακόμα περισσότερο, οι αρχές αποφασίζουν να πούν ψέματα ότι το έχουν ήδη στείλει στην Αθήνα, το τοποθετούν μέσα σε μεγάλη νάιλον σακούλα, μετά μέσα σε ένα μικρό ξύλινο κασόνι και το κρύβουν μυστικά μέσα στο ναό του Αγίου Αθανασίου έξω από τους Δελφούς.
Διανυκτερεύουν κρυφά εκεί και την επομένη, την Τετάρτη, το επιστρέφουν στο σημείο όπου βρέθηκε και το στείνουν όπως ακριβώς ήταν όταν εντοπίστηκε. Από τις φυλακές Ανηλίκων Αθηνών ο Θανάσης φτάνει με συνοδεία χωροφυλάκων σιδροδρομικός. Περπατούν στο χωματόδρομο το δρόμο και μετά βγαίνουν στο δάσος. Κάθε λίγο τον ρωτούν προς τα που να πάνε.
Αλλά το βοσκοπέδι δεν πέφτει στην παγίδα. «Δεν ξέρω», απατά. Όταν φτάνουν στα καλάνια, στο σημείο που βρίσκεται το σώμα, ο Θανάσης κοιτά οπουδήποτε άλλου εκτός από εκεί. Στέκεται σχεδόν πάνω από τον Νικολάκη, αλλά κάνει πως δεν τον βλέπει. Μετά που λίγη ώρα μήχανε σιωπής, ένας αξιωματικός του λέει «Έλα, Θανάση, μπροστά σου είναι το παιδί».
Χαμηλώνει το βλέμμα και κοιτά το σώμα. Είναι ανέκφραστος και ασυγκίνητος. «Τον αναγνωρίζεις» «Ναι» «Πώς» «Από τα ρούχα και τις κάλτσες». «Πόσο έπεσαν τα παπούτσια του» «Δεν ξέρω». Για ώρα μένει σιωπηλός. Δεν απαντά σε καμία άλλη ερώτηση. Οι χοροφύλακες που ήλπιζαν σε αναπαράσταση παίρνουν τώρα το δρόμο της επιστροφής. Καθώς κατηφορίζουν προς τα αυτοκίνητα, ο Θανάσης βάζει τα κλάματα.
Χωρίς να σταματήσουν το περπάτημα, αρχίζουν να τον ρωτούν ξανά τι συνέβη. Κι εκεί, κάτω από τα έλατα, ο βοσκός θα ομολογήσει. Λέει πως φεύγοντας για να βρει τις δύο γίδες, έδωσε στο παιδί να κρατήσει το σακί με το αλάτι γιατί το πήγαινε για τη ροκόμηση. Μισό λεπτό να σας εξηγήσω. Για την παρασκευή τυριού χρησιμοποιείται ένα πολύ αγνό, χοντρό, άνω της 98% καθαρότητας αλάτι.
Αυτό το αλάτι, τα εγωπρόβατα και τα λιπά μυρικαστικά το αγαπούν πολύ, γιατί η τροφή τους, τα χόρτα, έχει έλλειψη σε νάτριο και χλώριο. Επίσης, η κατανάλωση αλατιού τα κάνει να διψάνε και να πίνουν περισσότερο νερό, οπότε και έχουν καλύτερη πέψη και παράγουν και περισσότερο γάλα. Τέλος πάντων το βλέπουν σαν εκλεκτή λιχουδιά και συχνά εκτινοτρόφοι το βάζουν στις ταΐστρες ή σε ειδικές πλάκες και τα ζώα γλύφουν όση ποσότητα θέλουν.
Λέει λοιπόν ο Θανάσης πως το παιδί έμεινε μόνο κρατώντας το σακί με το αλάτι και τα ζώα για να το φάνε το ποδοπάτησαν και το κεράτησαν. Πράγματι, στη βρύση είχε βρεθεί ένα σακιαλάτι σκισμένο και οι μάρτυρες επιβεβαίωσαν πως είχαν δει τον Νικολάκη να κρατά μισή οκά Όταν επέστρεψε στη βρύση, το νήπιο ήταν νεκρό Φοβούμενος πως θα τον κατηγορήσουν για το θάνατο του παιδιού το πήρε στα χέρια και περπάτησε μέχρι κάτι μικρούς κέδρους περίπου 200 μέτρα μακριά και το έκρυψε εκεί Επέστρεψε πάνω στην ώρα που ήρθαν οι αδερφές του και τους είπε πως το μωρό χάθηκε.
Όταν στη βρύση άρχισε να μαζεύεται κόσμος και ξεσηκώθηκαν όλοι οι δελφοί ήρωστις δύο και μισή το μεσημέρι χωρίς να γίνει αντιληπτός επέστρεψε στο σημείο που τον είχε κρύψει τον πήρε κάτω από τη μασχάλη και ανέβηκε προς καλάνια. Με το βάρος του παιδιού και το φόβο μη τον δουν έκανε πάνω από τέσσερις ώρες να φτάσει. Όσο εκείνος ομολογούσε στο βουνό Στις 4.30 το μεσημέρι, από το τζιπ της εγκληματολογικής υπηρεσίας, αποβιβάζεται ομάδα χωροφυλάκων και μια νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού που το συνοδεύει και παραδίδουν το παιδί στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών στην Οδό Μασσαλίας.
Την νεκροψία νεκροτομή αναλαμβάνει ο κύριος Καψάσκης με βοηθό τον κύριο Αγιουτάντη. Τα ευρήματα αναδεικνύουν μια σχεδόν ποιητική διχοτόμηση. Η μουμιοποιημένη πλευρά του σώματος έχει καταφέρει να κρατήσει όλα τα σπλαχνικά όργανα σε εξαιρετική κατάσταση Η καρδιά, οι πνεύμονες, το ζυκώτι, το στομάχι και τα έντερα ήταν όλα ακέραια Κατά την εξέτασή τους, ο γιατροδικαστής εξεπλάγει Δεν υπάρχει το παραμικρό τραύμα Δεν υπάρχει καμία ρήξη, δεν υπάρχει πουθενά αιμοραγία Το ίδιο και το δέρμα Κανένας μόλοπας, κανένα τραύμα, ούτε μία γρατσουνιά Όταν ο ιοντροδικαστής αφαιρεί τη σάρκα και μελετά τα ωστά Παρατηρεί ακριβώς το ίδιο Όλα τα ωστά του παιδιού είναι σε άψοχη κατάσταση Χωρίς κατάγματα, χωρίς πασίματα Το κρανίο, το τόσο ταλαιπωρημένο από τα τσακάλια και τα πουλιά Μαρτυρά το ίδιο Δεν υπάρχει κανένα απολύτως τραύμα ούτε από πέτρα ούτε από πέσιμο.
Από τι πέθανε τελικά το παιδί. Ο γιατροδικαστής καταλύει ότι η αιτία του θανάτου του μάλλον κρύβεται στο μοναδικό πράγμα που αποουσιάζει από το σώμα. Από το κρανίο έχει αποκολυφθεί και λείπει η κάτωση αγώνα και όλο το σύστημα του λάριγκα μαζί με τα οστά του λαιμού. «Αν πρέπει να στοιχηματίσει, θα ποντάρει στο θάνατο από ασφυξία».
«Δεν υπάρχει καμία περίπτωση το Νικολάκη να τον σκότωσαν τα ζώα». Ο Θανάσης καταλήγει στο ειρηνοδικείο όπου η ανάκριση συνεχίζεται. Εντωμεταξύ δεκάδες βοσκοί που έχουν μάθει τα νέα της υποτιθέμενης ομολογίας εμφανίζονται και ζητούν να καταθέσουν. Ορκίζονται πως σε όλοι τους τη ζωή, αλλά και αυτοί των προγόνων τους δεν έχουν ακούσει ποτέ ξανά γιδοπρόβατα να επιτίθενται έτσι σε άνθρωπο.
Εξηγούν πως τα ζώα αυτά φοβούνται πολύ και με μία φωνή ή μία απλή κίνηση του χεριού αντιδρούν και απομακρύνονται. «Τα γίδια είναι γίδια και όχι λιοντάρια», φωνάζουν. Οι έπειροι ανακριτές και οι χοροφυλακοί είναι βέβαιοι πως ο δολοφόνος του παιδιού κάθεται μπροστά τους. Όμως για εκατοστή φορά νιώθουν πως ο Θανάσης τους εμπέζει όλους Προσπαθώντας να σεβαστούν τον νεαρό της ηλικίας του Και να του φερθούν ανθρώπινα Του δίνουν σοκολάτες και καραμέλες όποτε το ζητούσε Για να τον καλοπιάσουν Και τώρα, σχεδόν ένα μήνα μετά Ακόμα δεν ξέρουν τι συνέβη στον Νικολάκη Με τα αποτελέσματα της νεκροτομής Να αποκλείουν τα όσα τους είπε στην ομολογία του Όλα αναγκαστικά ξεκινούν πάλι από την αρχή Η επικρατούσα θεωρία είναι πως όταν γύρισε ο Θανάσης στη βρύση, είδε το παιδί να τον περιμένει μόνο αφού όλοι οι άλλοι είχαν φύγει.
Υπακούοντας στα, από ό,τι φαίνεται, κακοποιητικά σεξουαλικά του ένστικτα, το παρέσυρε σε μικρή απόσταση και προσπάθησε να το βιάσει. Το παιδί πιθανά άρχισε να κλαίει και εκείνος του έκλεισε τη μύτη και το στόμα ή έβαλε τα χέρια γύρω από το λαιμό του. Το αν ήθελε να το σκοτώσει ή απλά να το σοπάσει, κανείς δεν ξέρει Αν τον είπε όντως βιάστηκε πάντως, δεν μπόρεσε να διαπιστωθεί από την ιατροδικαστική εξέταση Αν και το παντελόνι του έχει ένα ύποπτο σκίσιμο Η αποσύνθεση έχει επηρεάσει την εικόνα του εντέρου τόσο, ώστε να μην μπορούν να βγουν ασφαλείς συμπεράσματα Πάντως τα ρούχα του Θανάση δεν είχαν αίματα Κάτι που ενισχύει και επιβεβαιώνει Πως αποκλείεται να κουβάλισε για τόσες ώρες Ένα παιδί που είχε ποδοπατηθεί από ζώα Όσο και να τον πιέζουν να τους αποκαλύψει Αν το κίνητρο είναι σεξουαλικό Εκείνος δεν ανταποκρίνεται Κάνει πως δεν καταλαβαίνει που το πάνε Και τελικά λέει μόνο Ποτέ δεν θα σκεφτόμουν τέτοιο πράγμα για το μωρό Λίγο αργότερα Κάπου στο δρόμο για καλάνια
Βρίσκεται ξεχασμένη η κλίτσα του Ο Θανάσης κατηγορείται επίσημα για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, δια αγνώστων μέσων. Στις 19 Αυγούστου γίνεται η κηδεία του Νικολάκη στους Δελφούς. Η αδελφή του Ευθυμούλα αγκαλιάζει το μικρό φέροτρο και φωνάζει «μωράκι μου», ενώ η μητέρα ευχαριστά με αναφιλητά την Παναγία, που της φανέρωσε έστω και έτσι το παιδί της.
Όσο κλαίνε στους Δελφούς, κλαίνε και στην Αγόριανη. Οι δύο οικογένειες ήταν τόσο δεμένες στο παρελθόν, που ο Κουμπλής, ακόμα και τώρα, δεν μπορεί να το πιστέψει πως ο Θανασάκης ευθύνεται για όλα. Η δίκη ξεκινά στις 24 Νοεμβρίου 1961, στο τριμελές δικαστήριο ανηλίκων άμφυσας. Μιας και ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος, η διαδικασία γίνεται και κλεισμένον των θυρών.
Ούτε δημοσιογραφική κάλυψη υπάρχει, ούτε φωτογραφίες. Αν και κάποιοι ρεπόρτερ κατάφεραν να στήσουν αυτοί και να μεταφέρουν έστω τα βασικά. Η δίκη κράτησε 11 ώρες και ολοκληρώθηκε το ίδιο βράδυ. Ο Θανάσης Μπαλάσκας έφτασε στο δικαστήριο με τη γνωστή του έκφραση αφελούς αυτοπεποίθησης. Όταν οι γονείς του Νικολάκη όμως αποπειράθηκαν να τον λιντσάρουν, κλείστηκε τρομαγμένος σε ένα παρακείμενο γραφείο μέχρι να ξεκινήσει η δίκη.
Επειδή δεν έχει κλείσει τα 17 έτη, οριακά δικάζεται ως ανήλικος και αν βρεθεί ένοχος, δεν μπορεί να καταδικαστεί σε θάνατο ή ισόβια αλλά το πολύ, στη χειρότερη, σε 20 έτη Οι μάρτυρες είναι συνολικά 15 μαζί με τους γονείς Εκτός από τους παρόντες στη βρύση, όλοι οι άλλοι το μόνο που κάνουν είναι να σχηματίζουν υποθέσεις, ακόμα και οι ειδικοί και οι μάρτυρες στη βρύση, ακόμα κι αυτοί, δημιουργούν χάος.
Αντιλαμβανούμενοι πως ανάλογα τι θα πούν, δεν αποκλείεται να θεωρηθούν ύποπτοι κι αυτοί, καταθέτουν τη σειρά που εγκατέλειψαν τη βρύση όπως τους βολεύει. Κανείς δεν ήθελε να μείνει τελευταίος μόνος με το μωρό. Πάντως, επειδή το πλάτωμα της βρύσης είναι μεγάλο και όλοι έφυγαν με μικρή χρονική απόσταση ο ένας από τον άλλο, μπορούσαν αποδειδηγμένα, ακόμα και από μακριά, να βλέπονται μεταξύ τους καθώς αποχωρούσαν.
Ο Θανάσης, που αντιλήφθηκε αμέσως την ευκαιρία, άρχισε να φωνάζει από τη θέση του ότι αυτοί έφαγαν τον Νικολάκη και προσπαθούν να του ρίξουν τώρα το φταίξιμο. Ο πατέρας Γιώργος, που σέρνει τα βήματά του μέχρι το Ευαγγέλιο, υποστηρίζει την κατηγορία και φαίνεται να συμφωνεί πως το παιδί του έφυγε στα χέρια του Θανάση. Όταν έρχεται η δική του σειρά, ο πατέρας του Βοσκού λέει πως αν το παιδί του ήταν ένοχο θα το είχε ομολογήσει τουλάχιστον στον ίδιο Καθώς μιλά, κουνά τον πράτσο του που έχει περασμένο ένα μαύρο περιβραχιόνιο Ένα μήνα πριν, μέσα σε όλη αυτή την τραγωδία πέθανε το μεγάλο του παιδί, 21 ετών, από ξαφνική ανακοπή Θα πει πως ήταν από τον καημό του για το Αθανάση Η υποστήριξη του κατηγορούμενου προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την αβεβαιότητα για τον τρόπο θανάτου και αποκαλύπτει πως τέσσερις ημέρες μετά την εξαφάνιση του παιδιού ένας γιατρός εξέτασε το θανάση και δεν βρήκε κανέναν ερεθισμό στα γεννητικά του όργανα Δεν μπορώ να καταλάβω τι νόημα έχει αυτό
Τι είδους ερεθισμό περίμεναν να έχει και γιατί να είναι ορατός τόσες ημέρες μετά Επίσης, το αν ολοκληρώθηκε η διείσδυση με γεννητικό όργανο, λίγη σημασία έχει Μπορεί να μην κατάφερε ή να μην πρόλαβε Μπορεί να προσπάθησε με τόσους άλλους τρόπους που να έκαναν τον Ήπιο να νιώσει άβολα και να βάλει τα κλάματα Ο ίδιος ο Θανάσης, όταν έρχεται η σειρά του να καταθέσει Ισχυρίζεται πως όλες του οι ομολογίες ήταν προϊόν βίας ότι τον βασάνισαν σωματικά και πνευματικά επί ένα μήνα και ο μόνος λόγος που άντεξε τόσο καιρό είναι γιατί ειλικρινά δεν έχει ιδέα τι συνέβη στο παιδί.
Ακόμα και η ψευδή σωμολογία που έδωσε στο δάσος, αυτή κατά την οποία τον Νικολάκη τον σκότωσαν τα ζώα την σκαρφίστηκε επειδή του έταξαν πως θα αποφυλακιστεί σε έξι μήνες το πολύ και θα γυρίσει σπίτι του. Ο Ισαγγελέας ζητά την καταδίκη του για ανθρωποκτονία εξ αμέλειας Είναι έτσι σαν να λέει δεν ξέρουμε τι έγινε Πιστεύουμε ότι κάτι έκανε ο Θανάσης Δεν έχουμε το θάρρος να είμαστε σκληροί μαζί του Οπότε ας τον φυλακίσουμε έστω για λίγο Η έδρα δεν συμφώνησε στο κομμάτι της αμέλειας Ένοχος Ποινή από 8 έως 15 έτη σε σοφρονιστικό ίδρυμα Το πόσο ακριβώς θα παραμείνει έγκλειστος θα αποφασιστεί ανάλογα τη διαγωγή του.
Στην οικογένεια του θύματος εκδικάζεται αποζημίωση για ψυχική οδύνη 10.000 δραχμές. Όλοι είναι μοδιασμένοι. Κανείς δεν νιώθει την πολυαναμενούμενη κάθαρση. Η ομολογία δεν έβγαζε νόημα ούτως ή άλλως, μα την πήρε και αυτή πίσω. Οι γονείς δεν έχουν ιδέα πως τελικά πέθανε το παιδί τους. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ξέρει αν ο Θανάσης είναι ο αληθινός ένοχος.
Μα κι αν είναι, δεν ξεχυλώνει κι άλλο η τραγωδία. Παιδί να σκοτώνει παιδί δεν είναι απέσιο. Η υποστήριξη του Θανάση άσκησε αμέσως έφεση στην απόφαση και η υπόθεση πέρασε στο εφετείο ανηλίκων Αθηνών. Δυστυχώς, δεν κατάφερα να βρω το αποτέλεσμα αυτής της δίκης. Υπάρχουν ελάχιστες φωτογραφίες του Νικολάκη Έζησε πολύ λίγο σε μια εποχή που οι ιδιωτικές φωτογραφίες ήταν μικρή πολυτέλεια Το λιλιπούτιο σώμα στις πέτρες παραμένει ακόμα ένα μεγάλο μυστήριο Λίγες ημέρες πριν ξεκινήσει η δίκη Μέσα σε ένα φρεάτιο του βουνού βρέθηκε και το σώμα της Νίκης Κοτοπούλη Άραγε ο σύγχρονος παρνασός Έχει ακόμα νεράιδες και εξωτικά.
Κόβουν ακόμα το δρόμο των κοπαδιών τα φαντάσματά του.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα