Skip to content
PodBase
Μια Κυριακή από τη ζωή του Αντώνη Φωστιέρη

Μια Κυριακή από τη ζωή του Αντώνη Φωστιέρη

Μια Κυριακή από τη ζωή σου
Μάιος 31, 2026 00:40:15 Σεζόν 2 Επεισόδιο 76
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Πιστεύει πως η ποίηση δεν αλλάζει τον κόσμο, αλλά βοηθά τον άνθρωπο να μη χαθεί μέσα του.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

ΣΚΑΙ ΠΟΤΚΑΣΤ Μια Κυριακή από τη ζωή του Αντώνη Φωστιέρη Είναι ποιητής Μπορούμε να πούμε ότι αυτή είναι η δουλειά σας Ότι συστήνεστε έτσι Αν κάποιος ρωτήσει τι δουλειά κάνετε Θα πείτε είμαι ποιητής Όχι βέβαια δεν θα πω γιατί ούτε δουλειά είναι Αλλά και να ήταν πάλι δεν θα μπορούσα να συστήθω Δεν ξέρω πως μπορεί να περιγραφεί Ακριβώς η δραστηριότητα κάποιου Ο οποίος γράφει έστω Συστηματικά ποιήση αλλά δουλειά, εργασία, βιοπορισμός δεν είναι σε καμία περίπτωση και από την άλλη και κυρίως αυτό δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ για τον εαυτό μου τη λέξη ποιητής διότι η λέξη δεν λειτουργεί ως δηλωτική ιδιότητα αλλά περισσότερο ως τίτλος τιμής.

Και αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε που ξέρω και πολλούς ανθρώπους οι οποίοι μπορεί να είναι πετυχημένοι σε άλλους τομείς της ζωής της επιστήμης, της επιχειρηματικότητας Αλλά αν έχουν γράψει έστω και 10-20 ποίηματα και τα έχουν τυπώσει, από μόνοι τους συστήνονται ποιητές. Αυτό δεν μου αρέσει, διότι καταλαβαίνω ότι η ποίηση εξακολουθεί, μολονότι δεν έχει μεγάλο κοινό, εξακολουθεί όμως να απολάβει ενός σεβασμού και ενός κύρους και στο ευρύτερο κοινό, οπότε το να θελήσει κάποιος να χρησιμοποιήσει τη λέξη ποιητής είναι σαν να οικιοποιείται, να σφετερίζεται το κύρους και το σεβασμό που έχουν όλοι για την ποίηση και να θελήσει να το μεταφέρει και στον εαυτό του.

Και τι δουλειά λέτε ότι κάνετε όταν σας ρωτάει κάποιος άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Δικηγόρος λέω μόνο ότι δεν δικηγόρησα. Αλλά είναι κοινικά επίσης ένα δικηγόρο. Λέτε ένα ψέμα δηλαδή. Έτσι και λοιπόν και η ποίηση είναι πολύ συνηθισμένη στα ψέματα. ο Ισίωδος βάζει τις μουσες να μιλάνε για τον εαυτό της και να λένε ότι ίδμεν ψεύδεα λέγει πολλά ετήμη συνομία δηλαδή ότι ξέρουμε να λέμε πολλά ψέματα που μοιάζουν πάρα πολύ με αλήθειες.

Πού γεννηθήκατε? Στην Αθήνα. Υπάρχει μια ανάμνηση από την παιδική σας ηλικία που μπορεί να σας καταδιώκει με έναν τρόπο? Το ρήμα καταδιώκω, κατά κάποιον τρόπο νομίζω ότι παραπέμπει σε ένα εφιάλτη μπορεί να έχει κάποιος. Έχω μια εικόνα πολύ έντονη από τη δική μου ηλικία, από την πολύ νεαρή ηλικία, όταν τριών ετών ήμουν στην Αμοργό.

Εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά η καταγωγή μου είναι από την Αμοργό. Από τα κατάπολα της Αμοργό ήταν και οι δύο μου γονείς, ο Θόδωρος και η Σοφία. Και όταν ήμουν τριών χρονών, δηλαδή 9 Ιουλίου του 1956 ακριβώς, έγινε ο πολύ μεγάλος σεισμός της Αμοργού. Είναι πολύ γνωστός ο σεισμός της Αμοργού, μόνον ό,τι στην πραγματικότητα ήταν τσουνάμι.

Και τον έζησα γιατί έτυχε να είμαι εκεί και έχω πολύ έντονη την ανάμνηση αυτού του γεγονότος. Ήταν μια πραγματικά πολύ ζωηρή, πολύ έντονη εικόνα, γιατί είδα τα νερά του λιμανιού να τραβιούνται όλα με μια πολύ μεγάλη βοή, να γίνεται το λιμάνι όλο από θάλασσα να γίνεται ένας κάμπος τα φύκια να φαίνονται σαν θάμνη και μετά πάλι με μια πολύ μεγάλη βοή να έρθει ένα τεράστιο κύμα και να πετάξει τις βάρκες, τα καΐ και όλα στους λεώνες.

Αν η ανάμνηση δεν είναι της καταδίωξης και είναι μια ευχάριστη έχετε μια ευχάριστη που σας ακολουθεί? Πολλές ευχάριστες. Θα έλεγα ίσως επειδή η μνήμη υπάρχει από πρεσβειοπία Βλέπουμε τα μακρινά και η μνήμη κρατάει τα μακρινά με μεγαλύτερη ενάργεια ενώ δυσκολεύεται να βλέπει τα κοντινά. Και πάλι δηλαδή από τα καλοκαίρια αυτά, κυρίως τα μαθητικά καλοκαίρια στην Αμοργό, έχω τις ωραιότερες αναμνήσεις ή πάντως τις πιο έντονες γιατί συν τις άλλες την εποχή εκείνη η Αμοργός δεν είχε ακόμα ηλεκτρικό.

Ήμασταν σε μια κατάσταση λίγο αρχαιοληνική ή βυζαντινή θα έλεγα Δηλαδή ανάβαμε λιχνάρια ή λάμπες πετρελαίου ή του λαδιού Σε σπάνιες περιπτώσεις ήταν οι λεγόμενες λουκς που άναβαν με μια τρόμπα και έδιναν μεγαλύτερο φως Και αυτό έδινε μια ατμόσφαιρα σχεδόν μυστικιστική τα βράδια όπου ήταν και τα σπίτια πολύ λιγότερα βέβαια από ό,τι είναι τώρα και έβλεπε κανείς τα φωτάκια αυτά μέσα από τα σπίτια ήταν λίγο σαν ένας επίγειος αστερισμός.

Πότε γράψατε το πρώτο σας ποίημα? Το έγραψα 11 χρονών. Είμαι μαθητής του Δημοτικού. Χειμώνα ή καλοκαίρι στην Αμοργό? Όχι, δεν ήταν στην Αμοργό. Ήταν στην Αθήνα. Στην Αμοργό πήγαινα μόνο τα καλοκαίρια αλλά το είχα γράψει Άνοιξη και μιλούσε για την Άνοιξη και μιλούσε για το Μάη. Ήταν βέβαια ένα πολύ άτεχνο, αφελές και απλοϊκό ποίημα αλλά νομίζω ότι ήταν ο καρπός του θαυμασμού που είχα από τα ποίηματα που διάβαζα κυρίως στα αναγνωστικά του σχολείου.

Είχατε ήδη δηλαδή μία κλίση στο να διαβάζετε ποίηματα. Κλίση ιδιαίτερη δεν είχα, την απέκτησα καθοδόν γιατί τα αναγνωστικά πάντα είχαν και κάποια ποίηματα και περιέργως θα έλεγα με μαγνήτησαν πολύ περισσότερο τα ποίηματα παρά τα πεζά κείμενα. Δηλαδή θαύμαζα πολύ αυτή την ικανότητα της ποίησης να μπορεί να λιχνίζει τα γεγονότα, τις σκέψεις, τα αισθήματα και να κρατάει μόνο τα απαραίτητα, την ουσία.

Και μολονότι στα αναγνωστικά του Δημοτικού καταλαβαίνετε και εσείς ότι τα ποίηματα δεν ήταν και πολύ προχωρημένα και αυτά ήταν αρκετά αφελή και απλοϊκά. παρόλα αυτά είχαν τη δύναμη να δημιουργούν μια συγκίνηση που δεν δημιουργούσαν τα πεζά κείμενα. Πώς το εξηγείτε σήμερα? Δεν θέλω να το εξηγήσω, προτιμώ να μην τα πολυεξηγούμε αυτά τα πράγματα γιατί η τέχνη όλη, η λογοτεχνία όλη και ακόμα ειδικότερα επίσης θα έλεγα ότι στηρίζεται σε ένα είδος μαγείας.

Εάν προσπαθήσει κανείς όλα αυτά να τα εξορθολογήσει, ίσως να χαθεί εν τέλει η μαγεία τους. Εκείνη την περίοδο που είστε έντεκα και γράφετε το πρώτο σας ποίημα νιώθετε διαφορετικός σε σχέση με τους άλλους σαν εσείς να είστε φτιαγμένος από διαφορετικό υλικό. Ένιωσα λίγο ή ένιωθα λίγο διαφορετικός αλλά όχι προς τα πάνω θα έλεγα προς τα κάτω.

Δηλαδή και αν μου δημιουργούσε ένα σύμπλεγμα δεν ήτανε ανωτερότητες, ήταν κατωτερότητες διότι όλα τα άλλα παιδιά είχαν άλλες ασχολίες, δηλαδή έπαιζαν συνέχεια μπάλα, είχανε μανία με τα αθλήματα κτλ. Εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια, μόνο ότι με τα παιδιά της γειτονιάς πάντα πέζαμε πόλεμο και διαβάζω τώρα και μου κάνει εντύπωση που λένε ότι υπάρχει έτσι βία και στα μικρά παιδιά.

τα μικρά παιδιά πάντα είναι βία νομίζω και μιλάμε για την παιδικότητα και εξοραίζουμε αυτή την παιδική ηλικία πιστεύοντας ή παρουσιάζοντάς την ότι είναι σε μια παραδοσιακή κατάσταση όμως όλοι ξέρουμε ότι τα παιδιά έχουν και αντιπάθειες και μίση και μπούλινγκ πάντα γινόταν στα σχολεία δεν γίνεται μόνο σήμερα δεν ξέρω αν έχει αλλάξει ο τρόπος ή η ένταση Δεν παίζατε πάντως με τους άλλους Έπαιζα, έπαιζα, τέτοια έπαιζα, αλλά δεν έπαιζα ποτέ μπάλα, μπάσκετ, τέτοια πράγματα, ούτε μου άρεσαν τα αθλητικά καθόλου.

Μου άρεσε όμως να παίζω πόλεμο, ας πούμε, παίζαμε πετροπόλεμο, φτιάχναμε. Με ό,τι και να αυτό συνεπάγεται. Ναι, και είχα υποστεί αρκέτες τέτοιες συνέπειες, επανειλημμένος τρέχαμε στον Ευαγγελισμό, στον Πρώτον Βοηθειόν, πήγαμε και έκανα αντιτετανικό κτλ. Πώς διαλέξατε το αντικείμενό σας γιατί βρεθήκατε στη νομική. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζα ότι θα πήγαινα στη φιλολογία.

Γιατί από πολύ μικρή ηλικία η κλίση μου ήταν στα φιλολογικά γενικά θα έλεγα. Αλλά για δύο λόγους δεν πήγα στη φιλολογία. Ο ένας είναι ότι όλοι οι καθηγητές μου στο σχολείο επειδή ήμουν πολύ καλός μαθητής Ήμουν πάντα δηλαδή από το δημοτικό και στο γυμνάσιο και στο λίγιο και τα λοιπά. Ήμουν πολύ καλός μαθητής. Είσαι ασθενόπουσιολόγος, εντάξει.

Καλά, αυτό είναι το λιγότερο. Είσαι ασθενόμος. Την πρώτη μου συνέντευξη την έδωσα μαθητής της τετάρτης δημοτικού σε μία δημοσιογράφο πολύ νεαρή τότε που θυμάμαι ότι λεγόταν Έμι Πανάγου και είχε έρθει από την εφημερίδα Νίκη που έβγαζε ο Μάριος Πλωρίτης. σχολείο αλλά πρότυπο σχολείο και είχε ζητήσει τον καλύτερο μαθητή των τριών τελευταίων τάξεων και ήρθε λοιπόν και θυμάμαι το κείμενο που έγραψε μετά και λέει ένα μελαχρινό αγοράκι ο Αντωνάκης Φωστιέρης μας είπε τα εξής Ήταν μια καταξίωση αυτή για σας που λίγο σας προκάλεσε και μια ίντρικα για το μέλλον Κατά κάποιον τρόπο ναι αλλά να σας πω κάτι μπορεί να ακούγεται περίεργο αλλά μου άρεσε το σχολείο και μου άρεσε η γνώση, μου άρεσε να διαβάζω, δηλαδή δεν το έκανα καταναγκαστικά ούτε για να πάρω βαθμούς, όπως επίσης μου άρεσε από πολύ μικρή υλικέ το τυπωμένο χαρτί, γενικά είχα ένα φετιχισμό με το τυπωμένο χαρτί, το βιβλίο, το περιοδικό, ακόμα και η εφημερίδα, μη σας πω ότι ακόμα και τις διαφημίσεις, ας πούμε, προτιμούσαν να διαβάζω παρά οτιδήποτε άλλο.

Το δεύτερο βασικό λόγο που δεν πήγα στη φιλολογία είναι το ότι επειδή είχε ήδη προχωρήσει αυτή η ενασχόλησή μου με το λόγο και 16 χρονών είχα βγάλει την πρώτη μου ποιητική συλλογή, την οποία την απέσυρα σύντομα και 18 πριν τελειώσω το σχολείο έβγαλα τη δεύτερη. Οπότε ήταν σαφές ας πούμε ότι με ενδιέφερε πολύ περισσότερο η λογοτεχνία από τη διόποτε άλλο αλλά δεν ήθελα αυτό να γίνει αντικείμενο βιοπορισμού.

Δεν ήθελα να κάνω την αγάπη μου, ας πούμε, να την κάνω αντικείμενο κατά κάποιο τρόπο βιοποριστικής εκμετάλλευσης. Οπότε πήγα στο πιο κοντινό που φαινόταν να είναι τα νομικά. Σημειωτέρω ότι και οι φιλόλογοι όλοι μου έλεγαν μην πας φιλολογία, μην πας φιλολογία γιατί θα πας χαμένος. δεν ξέρω τι εννοούσαν, ίσως οι ίδιοι ήταν δυσαρεστημένοι από την επαγγελματική τους ζωή και έτσι πήγα στην νομική και μάλιστα στις πανελλήνες τις εισαγωγικές όπως λέγονταν τότε πέρασα πρώτος στην νομική Αθηνών και τέλωσα και με Άριστα, δηλαδή θέλω να πω δεν το έκανα έτσι ως αγκαρία και γενικά σας είπα η γνώση μου άρεσε όποια και αν ήταν αυτή, βέβαια πάντα ας πούμε σε αυτό το πεδίο των θεωρητικών Και αφού τελειώσατε με Άριστα, μετά τι έγινε?

Λόγω του Άριστα πήρα υποτροφία, μια πολύ καλή υποτροφία του Γαλλικού κράτους και πήγα στο Παρίσι, τέσσερα χρόνια, και έκανα και μεταπτυχιακά. Τα οποία τα έκανα και αυτά, αλλά μου έδωσαν και τη μεγάλη ευκαιρία να ζήσω σε μια εποχή που ακόμα το Παρίσι είχε διατηρήσει αυτό το χαρακτήρα της πόλης, της πρωτεύουσα των φώτων, ας πούμε, μεταφορικά βέβαια, και υπήρχαν ακόμα άνθρωποι πολύ σημαντικοί, ακόμα και σπουδαία ελληνική παρικία πνευματική.

Δηλαδή πρόλαβα τον Αξιλώτον, τον Καστοριάδη, αλλά και όχι μόνο τους Έλληνες, τον Σβορώνο. Παρακολουθούσα πολύ τακτικά, πέρα από τα μαθήματα της νομικής που έπρεπε να τα παρακολουθώ, παρακολουθούσα τα μαθήματα και τις ομιλίες του ΚΑΠΑΘΙΤΑ ΔΙΜΑΡΑ στον Ιερνικό Ινστιτούδιο της Ορδόνης, τις ομιλίες του Φουκώ, τα μαθήματα του Λεβίστρος και αυτόν που παρακολουθούσα βέβαια κάτι εξοχήν, δεν έχανα ποτέ μάθημά του, ήταν ο Ρολάν Μπάρτ, ο οποίος ήταν πολύ σπουδαίος ομιλητής.

Τα μαθήματά του γίνονταν στο Κολέζ Ντε Φρανς και ήταν και ο αγαπημένος των περισσοτέρων. Συγκέντρωνε πολύ μεγάλο αριθμό ακροατών και μαθητών. Σήμερα πώς θα εξηγήσετε σε κάποιον γιατί ήταν σπουδαίος Ήταν από τους βασικούς και από τους πρώτους εισηγητές της ημιολογίας Και εκείνη την εποχή αυτό είχε αρχίσει να ανθίζει πολύ Ήταν εξαιρετικός δάσκαλος και ομιλητής όπως σας είπα Και επίσης ήταν πρωτότυπος Δηλαδή μια πρωτότυπη θεωρία του ήταν αυτή η γνωστή σήμερα Γύρω από το θάνατο του συγγραφέα Ο θάνατος συγγραφέα ήταν ο τίτλος κιόλας ενός βασικού του έργου, που με δύο λόγια υποστήριζε ότι ένας συγγραφέας από τη στιγμή που παράγει, γράφει ένα έργο, αυτό το έργο αποκόπτεται από τον ίδιο, αποκόπτεται ο αμφάλιος λόρος και μετά αρχίζει να ζει το έργο μόνο του ερήμην του δημιουργού.

Αυτό με είχε ενθουσιάσει και βέβαια λέω έτσι είναι. Τώρα να πω την αλήθεια ύστερα από τόσα χρόνια που το βλέπω λίγο πιο ψίγρεμα νομίζω ότι ίσως να είναι πολύ απόλυτη αυτή η θεωρία με την έννοια ότι όταν κάποιος γράφει ένα κείμενο το γράφει γιατί έχει κάποιες προθέσεις κάτι θέλει να πει και σε κάποιους θέλει να απευθυνθεί.

αγνόστους κυρίως παραλήπτες αλλά απευθύνεται σε κάποιους όταν γράφει κάτι και κυρίως όταν το δημοσιεύει το δημοσιοποιεί, το κυκλοφορεί, το τυπώνει επομένως και ο αναγνώστης νομίζω ότι πρέπει ως ένα βαθμό να προσπαθήσει να ανοιχνεύσει αυτή την πρόθεση του συγγραφέα. Δηλαδή να μην πεθαίνουν συγγραφέας σαν αυτά τα έντομα τα οποία μετά τη γονιμοποίηση πεθαίνουν αφιωμάτως και αυτά τα έντομα είναι πάντα τα αρσενικά ξέρετε Μια Κυριακή από τη ζωή του Αντώνη Φωστιέρη είναι ποιητής Κύριε Φωστιέρη ανήκετε στην εμβληματική γενιά του 70 αν γυρίσετε πίσω και στα χρόνια του Παρίσιου ποιο είναι το συνδετικό στοιχείο αυτής της γενιάς, δηλαδή τι ενώνει εσάς με άλλους ανθρώπους που πορεύτηκαν όχι μόνο στη μπίηση και στα γράμματα και στη λογοτεχνία αλλά και σε άλλες τέχνες και πού είναι αυτή η γενιά σήμερα, πώς έχει εξελιχθεί Ας ξεκινήσουμε από το τέλος Δυστυχώς η γενιά αυτή σήμερα είναι αποδεκατισμένη Πολλά από τα μέλη της έχουν φύγει είναι εκτός του κόσμου τούτου έχουν χαθεί τα τελευταία χρόνια ιδίως αρκετοί ποιητές

ήταν και αρκετά μεγαλύτεροι δηλαδή εγώ είμαι από τους νεότερους αυτής της γενιάς και πρέπει να πω ότι αυτή η γενιά δημιουργήθηκε κατά κάποιο τρόπο από εξωτερικούς παράγοντες, δηλαδή από κριτικούς, από μελετητές οι οποίοι με δικά τους κριτήρια σκέφτηκαν ότι αυτοί οι ποιητές που είχαν εμφανιστεί εκεί γύρω στη δεκαετία του 70 είχαν κάποια κοινά στοιχεία.

Θα έλεγα, εμείς δηλαδή μεταξύ μας δεν είχαμε καμία προσυνεννόηση οι περισσότεροι δεν είχαμε και σχέσεις στην αρχή ο ένας με τον άλλο αλλά εκ των υστέρων βλέπω ότι υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία τα οποία όμως διαφοροποιούνται από ένα σημείο και πέρα στον καθένα δηλαδή το ότι η γενιά του 70 έχει ονομαστεί και η γενιά της αμφισβήτησης νομίζω εν τέλει ότι δεν είναι λαθασμένος χαρακτηρισμός γιατί υπήρξε ένα πνεύμα και ένα κλίμα γενικής αμφισβήτησης στη βάση αυτής της γενιάς Απλώς η αμφισβήτηση είχε διαφορετικούς αποδέχτες και διαφορετικούς στόχους.

Δηλαδή σε άλλους η αμφισβήτηση αυτή κατευθυνόταν προς τα κοινωνικά, προς τα ιστορικά, προς τα πολιτικά γεγονότα, σε άλλους προς την ίδια τη γλώσσα, σε άλλους προς μια υπαρξιακή αναζήτηση. Υπήρξε δηλαδή μια εξακτίνωση αυτής της αμφισβήτησης προς διάφορες κατευθύνσεις. και θα έλεγα μάλιστα ότι ίσως όλα τα χρόνια τα οποία έχουν περάσει από τότε μέχρι σήμερα που είναι πολλά, αρκετές δεκαετίες, αυτό το πνεύμα αυτής της αμφισβήτησης, αμφιβολίας, επανεξέτασης των πραγμάτων, νομίζω ότι έχει διατηρηθεί αλλά έχει εκφραστεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Ωστόσο θεωρείτε ότι ανήκετε εκεί. Τι να σας πω, υποτίθεται ότι αυτοί που ανήκουμε τέλος πάντων σε αυτή τη γενιά, αν ανήκουμε, πληρούμε κάποιες προϋποθέσεις, μερικές από τις οποίες είναι εντελώς τυπικές, δηλαδή να έχουμε γεννηθεί μέχρι το 1955, να έχουμε βγάλει το πρώτο μας βιβλίο γύρω στο 1970, εγώ το πρώτο το έβγαλα το 1969 και το δεύτερο το 1971, κυρίως αυτό, αυτά είναι τα τυπικά.

Τώρα από εκεί και πέρα όμως επειδή πάρα πολλοί διαθέτουν αυτά τα τυπικά προσώπητα ή αυτά τα χαρακτηριστικά, από εκεί και πέρα ήταν θέμα πια επιλογής των κριτικών, των μελετητών, τώρα πια και των ιστορικών της λογοτεχνίας ας πούμε, τους ποιους θα περιλάβουν σε αυτή τη γενιά και βέβαια δεν συμφωνούν όλοι ως προς τα μέλη της γενεάς αυτής και η γενιά του 70 ανοίγει και κλείνει λίγο σαν ακορδεών.

άλλοτε μπαίνουν περισσότεροι, άλλοτε λιγότεροι. Τέλος πάντων αυτά θα τα δείξει κάποια στιγμή ο χρόνος, αν τα δείξει κιόλας. Ήταν μια ωραία δεκαετία για σας η δεκαετία του 70? Ήταν και δεν ήταν, γιατί τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας, όπως ξέρετε, ήταν τα χρόνια της δικτατορίας και τα πράγματα δεν ήταν καθόλου ρόδινα, αλλά μπορεί να μην ήταν ρόδινα ως προς την γενικότερη κατάσταση και το γενικότερο κλίμα, όμως για το χώρο της λογοτεχνίας νομίζω ότι αυτό μπορεί να έδρασε έως και ευεργετικά με την έννοια ότι υπήρξε ένα κλίμα και ένα πνεύμα αντίδρασης το οποίο κινητοποίησε ακόμα περισσότερο ανθρώπους να στραφούν στη γραφή.

Μια Κυριακή από τη ζωή του Αντώνη Φωστιέρη είναι ποιητής Αν και ο ίδιος αμφισβητεί τον τίτλο Δεν ξέρω Θα ξαναρωτήσω Αν κάποιος χρειάζεται να μάθει κάτι για εσάς Τι θα πείτε Σπούδασα νομική Αλλά με έκλεψε η ποιησή Αν θέλει να μάθει κάτι για εμένα Δεν θα θέλει να μάθει κάτι για το πρόσωπό μου Οπότε ενδεχομένως να θελήσει να διαβάσει κάποιο ποίημα Αν τον ενδιαφέρει Υπάρχει ένα ποίημα που θα ξεχωρίζετε Από τα πόσα έχετε γράψει Νομίζω ότι είναι γύρω στα 300 Ένα μπορείτε να ξεχωρίσετε και να του πείτε να έχω γράψει αυτό Ε όχι βέβαια ένα πήμα είναι πολύ δύσκολο Δεν υπάρχει ένα που είναι το καλύτερό σας Α δεν το ξέρω ούτε και μπορώ να το πω Ή υπάρχεται περισσότερο από ότι σε κάποιο άλλο Όχι όχι δεν μπορώ να ξεχωρίσω ήταν όλα τους παιδιά μου που λένε Αλλά θα έλεγα ότι τα πήματα κατά κάποιο τρόπο τώρα που τα βλέπω και συγκεντρωμένα και εκ των υστέρων, νομίζω ότι έχουν ακολουθήσει μία πορεία η οποία είναι κατά κάποιο τρόπο αδιάσπαστη, δηλαδή και θεματικά και μορφικά.

Νομίζω ότι αυτά τα 50 χρόνια μέσα στα οποία εκδόθηκαν όλες οι ποιητικές μου συλλογές έχουν ένα κοινό κλίμα, μια κοινή ατμόσφαιρα και ως προς τη θεματική τους και ως προς την εκφραστική τους. Εδώ ήτανε κάποτε ένα πείημα Εμπόδιο του καιρού, φτερό των πόθων Ερήπιο κατάντησε Μια μαύρη τρύπα κι άσκημη κατάντησε Τέσσερις πέντες τύχοι που καπνίζουν Τα θέματα στην ποίηση είναι πολύ λίγα αν θελήσουμε να τα δούμε έτσι κάπως ψυχρά και αποστασιοποιημένα.

Δηλαδή να είναι 10, να είναι 15, να είναι τι, να είναι η ζωή, ο θάνατος, ο έρωτας, οι κοινωνικοί αγώνες, η ξενιτιά. Είναι λίγα, πάρα πολύ λίγα. Τόσο λίγα που ένας ποιητής, τον οποίο αναφέρει ο Αριστοφάνης, αυτόν λέγω ήταν χειρίλος και ήταν ποιητής από τη Σάμμο, ήταν απελπισμένος και έλεγε ότι τώρα πια όλα τα θέματα έχουν δοθεί και θα έχουν προσεγγίσει εμείς από εδώ και μπρος τι θα κάνουμε από τότε έχουν περάσει 2.500 χρόνια βέβαια και εξακολουθούν πολλοί να γράφουν ποιήματα γιατί σημασία έχει το προσωπικό βλέμμα δηλαδή τα θέματα μπορεί να είναι τα ίδια στον πυρήνα τους αλλά ο καθένας τα προσεγγίζει αλλιώς ο καθένας τα ζει διαφορετικά και σε τελευταία ανάληση να σας πω και κάτι κατά τη γνώμη μου η ποίηση δεν εξαντλείται στα ποίηματα ούτε ταυτίζεται με τα ποίηματα.

Το ποίημα θα έλεγα ότι είναι μια προσπάθεια να συλλάβεις και να αποτυπώσεις την ποίηση. Αλλά δεν είναι η ίδια η ποίηση. Η ίδια η ποίηση είναι ένα αίσθημα το οποίο μπορεί να έχεις ανα πάσα στιγμή και για το κάθε τι. Είναι ο τρόπος που εισπράττεις, που βλέπεις τον κόσμο, την ύπαρξη, τους άλλους ανθρώπους, τον ίδιο σου τον εαυτό.

είναι ένας τρόπος μαγείας, έκπληξης, έντασης, αυτή δηλαδή την έκπληξη και την απορία και τη μαγεία που μπορεί να έχει το μικρό παιδί όταν πρωτοαντικρίζει τον κόσμο. Αν μπορεί κανείς αυτό να το συντηρήσει εφόρου ζωής και να διατηρήσει την παιδικότητά του ή ακόμα και την εφηβικότητά του σε όλη του τη ζωή, αυτό το πράγμα είναι πάρα πολύ κοντά κατά τη γνώμη μου στην αίσθηση της ποίησης, πολύ περισσότερο από πολλά ποίηματα.

Δηλαδή θα έλεγα τώρα και ας μην φανεί προκλητικό ότι υπάρχουν πάρα πολλά ποίηματα τα οποία νομίζω ότι δεν περιέχουν ποίηση. Ούτε προέρχονται ούτε εκβάλλουν στην ποίηση. Ενώ μπορεί κανείς να συναντήσει την ποίηση στην ζωή, στην καθημερινότητά του σε πολλούς διαφορετικούς χώρους. Ένα ποίημα έχει αντίκρισμα στην πραγματική ζωή. Μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο ο οποίος είναι σε άδειο έξοδο.

Ενδεχομένως ναι, αρκεί το ποίημα ή ο συγκεκριμένος ποιητής με τον οποίο έρχεσαι σε επαφή να είναι συμβατός με τη δική σου ιδιοσυγκρασία, με το δικό σου ψυχισμό, με το δικό σου αίσθημα Θα λέγα ότι το να διαβάζει ποίηση κάποιος είναι λίγο σαν να γίνεται μια μετάγγιση μια μετάγγιση αισθήματος, σκέψεων, ακόμα και τρόπου όρασης, βλέμματος Είναι μια μετάγγιση και όπως ας πούμε στη μετάγγιση του αίματος πρέπει να είναι είτε όμοια είτε συμβατή η ομάδα του δότη και του λήπτη, θα έλεγα ότι κάπως έτσι συμβαίνει και στην πείση εάν κανείς θέλει να αισθανθεί μια ταύτιση με το ποίημα ή με το έργο ενός ποιητή.

Δράφετε για έναν ή για πολλούς, έχετε έναν αναγνώστη στο μυαλό σας. Εάν είναι ένας ο αναγνώστης, αυτός ο ένας δυστυχώς ή ευτυχώς είμαι εγώ. Και όχι μόνο εγώ το συγκεκριμένο άτομο, αλλά κάθε άνθρωπος που γράφει ένα ποίημα είναι ταυτοχρόνως και ο αναγνώστης. Είναι ο αναγνώστης και είναι και ο κριτικός, διότι θα κληθεί και να αποφασίσει εάν αυτό το ποίημα είναι ποίημα και αν πρέπει να το δημοσιοποιήσει ή όχι.

Άρα δηλαδή κάνει μια κατεξοχήν κριτική εργασία. Τα απευθύνω με μεγάλο δισταγμό προς την ίδια την ποίηση, δηλαδή θέλω να πω ότι προσπαθώ το κείμενο το οποίο προκύπτει να ανταποκρίνεται σε κάποια δεδομένα της ποίησης αυτής καθ' αυτήν. Κανείς δεν μαθαίνει την ποίηση πηγαίνοντας σε μια σχολή, ούτε παίρνει κάποιο δίπλωμα. Επομένως είμαστε όλοι αυτοδίδακτοι ή υπάρχει ένας ετεροδιδακτισμός.

Ο ένας διδάσκεται από τον άλλο. Και είμαστε, θα έλεγα, πολύ περισσότερο αναγνώστες, γιατί για να γράψει κάποιος δέκα ποίηματα πρέπει να έχει διαβάσει χίλια ποίηματα. Για να καταλάβει και περί τίμος πρόκειται. Δηλαδή, μέσα από τις θεωρίες δεν μπορεί κάποιος να καταλάβει τι είναι η ποίηση, γιατί για να την καταλάβεις στην πραγματικότητα πρέπει να πω ότι πρέπει να την ερθανθεί.

Όχι απλώς να διαβάσει περί τι νοσπρόκειται και ποιοι είναι οι κανόνες. Γιατί μπορεί να υπάρχουν κάποιοι κανόνες, όπως λόγω χάρη στην παραδοσιακή ποίηση, που πρέπει να ακολουθήσεις σε ένα συγκεκριμένο μέτρο ή μια συγκεκριμένη ομοιοκαταλήξη. Αλλά αυτά είναι τεχνικά θέματα τα οποία είναι μέσα, είναι απλώς τα εργαλεία προκειμένου να μπορέσεις να εκφράσεις αυτό που σε κινητοποιεί.

Αυτό που σε κινητοποιεί είναι η ποίηση, δεν είναι το να γράψεις οι άμβους ή οι αναπέστους. Υπάρχει ποιητής που σας επηρέασε, ένας, πολλοί. Υποθέτω πολλοί, βέβαια. Άλλωστε ξεκινώντας από τόσο μικρή ηλικία, είναι πολύ φυσικό αυτό. Και οι ποιητές ανάλογα και με την ηλικία αλλά και με την επαφή που είχα με την ποιητή γιατί λίγο λίγο άρχισα να έρχομαι σε επαφή με πολύ περισσότερα ποιήματα, έργα, ποιητές και ενδεχομένως να με επηρεάζουν ή μάλλον να μου αρέσουν κατά διαστήματα διάφοροι ποιητές.

Υπάρχει ένας τον οποίο υποκλίνεστε. Αν πρέπει να επιλέξω έναν αυτό θα είναι ο Καβάφης βέβαια αλλά υπάρχουν και αρκετοί άλλοι ποιητές με το έργο των οποίων επικοινωνώ με μεγάλη χαρά και αισθητική ευφροσύνη. Για πολλά χρόνια διευθύνατε το περιοδικό Λέξη. Φαντάζομαι ότι εκεί και εκδότης και αναγνώστης πολλών όχι μόνο ποιημάτων αλλά και λογοτεχνικών κειμένων Σας επηρέασαν όλα αυτά που διαβάσατε, όλα αυτά που χρειάστηκε να διαβάσετε, όχι μόνο για να καλύψετε την ύλη του περιοδικού, αλλά και για να ευχαριστηθείτε, να κάνετε και ένα διαχωρισμό.

Φανταζόμαστε θα είχατε πολύ υλικό στη διάθεσή σας και έπρεπε να κάνετε και κάποια οικονομία. Επηρέασαν τη δουλειά σας, γράψατε στην πορεία διαφορετικά, ίσως γιατί δεν έπρεπε να τη γράψετε κάποιον άλλον ή γιατί αυτό που σκεφτόσασταν μπορεί ήδη να το είχε προλάβει κάποιος άλλος. Όχι, δεν νομίζω ότι έπαιξε τέτοιο ρόλο η ενασχολήσή μου με την έκδοση του περιοδικού.

Πρώτα πρώτα πρέπει να πω ότι το περιοδικό δεν το έβγαζα μόνος μου. Το ξεκινήσαμε με τον Θανάση Νιάρχο, το γενάλη του 1981 και το εκδίδαμε μέχρι το τέλος του 2010, δηλαδή 30 χρόνια ακριβώς. Αλλά πέραν από τη χαρά που μου έδωσε εμένα τουλάχιστον η εργασία αυτή, γιατί ήταν μια παράπλευρη, στην πραγματικότητα αυτό ήταν μια παράπλευρη δραστηριότητα στην ποιητική μου κατεξοχή δραστηριότητα και παράπλευρη ως προς τη σχέση μου με την ίδια την ποιήση.

Διαφορετικά δεν ξεκίνησε ούτε προχώρησε ως μια καθαρά εκδοτική προσπάθεια. Αλλά πέραν από τα ίδια τα κείμενα μου έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία να γνωρίσω, να έρθω σε πολύ στενή επαφή με ανθρώπους πολύ σημαντικούς, οι οποίοι θα λέγαμε ότι ακόμα και μόνο με την παρουσία τους ή με τη σχέση και με την επικοινωνία μαζί τους, λειτουργήσαν λίγο ως δάσκαλοι σε πολλά επίπεδα.

Και ήταν άνθρωποι οι περισσότεροι, έτσι μεγάλης καλλιέργειας, μεγάλης ευαισθησίας και ταυτόχρονα ήταν και χαριτωμένοι άνθρωποι, δεν ήταν ξέρετε στριφνοί και περίεργοι και απρόσιτοι κτλ. είχαν χιούμορ, είχαν την αίσθηση της μια χαρά της ζωής διότι ο Πλάτων είχε πει για τη φιλοσοφία ότι είναι μελέτη θανάτου εγώ θα έλεγα ότι η ποίηση είναι μια μελέτη ζωής δηλαδή η ποίηση ακόμα και όταν μιλάει για το θάνατο και τουλάχιστον η δική μου μιλάει πάρα πολύ για το θάνατο αλλά αυτό το κάνει με έναν τρόπο αποτροπαϊκό δηλαδή σαν να θέλει να τον διώξει, να τον εξορκίσει Τα ποίηματά σας έχουν μεταφραστεί και σε πολλές διαφορετικές γλώσσες Είναι τα ίδια ποίηματα που έχετε γράψει αυτό, μπορείτε να το ελέγξετε Για τις γλώσσες που ξέρω κατά κάποιο τρόπο μπορώ να έχω κάποια γνώμη Δηλαδή κυρίως για τα γαλλικά, λιγότερο για τα αγγλικά, ακόμα λιγότερο για τα γερμανικά Τώρα σε άλλες γλώσσες, τις οποίες δεν γνωρίζω, εκεί σηκώνω τα χέρια ψηλά, γιατί ούτε ξέρει που τα ξέρω, ούτε Λουμάνικα.

Παρ' όλα αυτά είναι μια κάποια καταξίωση για έναν ποιητή να μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες, να ταξιδεύει η ελληνική γλώσσα στον υπόλοιπο κόσμο. Δεν ξέρω αν μπορούμε να το πούμε καταξίωση, αλλά πάντως μια μεγάλη ικανοποίηση, μια μεγάλη χαρά είναι. Μέχρι στιγμή έχουν βγει 32 βιβλία, 32 μεταφράσεις των ποιημάτων μου σε διάφορες γλώσσες και διάφορες χώρες βέβαια.

Αλλά αυτό που με ευχαριστεί είναι το ότι η απόφαση για τη μετάφραση και την έκδοση αυτών των μεταφράσεων έγινε από ανθρώπους τους οποίους δεν τους ήξερα. Δηλαδή όχι μόνο δεν το ζήτησα ποτέ αλλά υπάρχουν ακόμα και σήμερα μεταφραστές τους οποίους δεν τους γνώρισα ποτέ. Τι πιστεύετε ότι είναι αυτό που αρέσει στην ποίησή σας.

Και δεν μπορώ να το πω εγώ καθόλου. Όχι. Καθόλου. Ούτε περνάει από το μυαλό σας. Κοιτάξτε, θα έλεγα τώρα... Τι είναι το πιο αγωιτευτικό σε εσάς. Ναι, καλά, δεν μπορώ να λέω τώρα τέτοια πράγματα, αλλά για να μην θεωρηθεί κιόλας ότι κάνω έτσι τον ψεύτο με τριόφρονα, θα έλεγα ότι ίσως ένα στοιχείο μπορεί να έχει βοηθήσει και αυτό να είναι κατά κάποιο τρόπο το διανοητικό στοιχείο το οποίο με ενδιαφέρει να υπάρχει μέσα στην ποίηση.

Δηλαδή δεν νομίζω ότι η ποίηση μπορεί να αρκείται και να εξαντλείται σε μια ωραία περικοκλάδα λέξεων. Αλλά πρέπει κατά το δυνατόν να προσπαθεί να εισδύσει σε βαθύτερα στρώματα και διανοητικά και πνευματικά και ψυχικά. Στη τελευταία ανάλυση θα λέγω ότι η ποίηση, η σοβαρή ποίηση εν πάση περιπτώσει, εύχομαι δηλαδή να προσπαθεί να μιλάει για τα πάντα.

Εκτός από καταξίωση ή θαυμασμό δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να αισθάνεται καλά σε σχέση με το έργο του. Νιώσατε ποτέ περιφρόνηση για τη δουλειά σας. Όχι, δεν μπορώ να πω ότι αισθάνθηκα κάτι τέτοιο. Αντίθετα πρέπει να πω ότι πάντα έτρεφα και εξακολουθώ να τρέφω ένα πολύ μεγάλο σεβασμό και μεγάλη αγάπη προς όλους τους ανθρώπους οι οποίοι έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ασχοληθεί με την ποίηση.

είτε γράφοντας είτε διαβάζοντας είτε προσπαθώντας να εισδύσουν στο κλίμα της ποίησης και με έχει συγκινήσει πολύ αυτό το ποίημα του Καβάφη για τους ποιητές άγνωστοι που είναι γιατί τους έχω γνωρίσει από πολύ νωρίς, δηλαδή από 15-16 όνως σύχναζα στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας του Μάριου Βαγιάνου όπου κάθε εβδομάδα μαζεύονταν ποιητές, πεζογράφοι, καλλιτέχνες κτλ οι περισσότεροι από τους οποίους για να μην πω ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ή στην ολότητά τους ήταν άγνωστοι εντελώς αλλά έβλεπες ότι είχαν όλοι μια μεγάλη ζέση απέναντι στο αντικείμενο της τέχνης και αγαπούσαν την ίδια την τέχνη και πάντα ήλπισαν ότι μέσω της τέχνης θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν και με ένα μεγαλύτερο κοινό και ήταν ένα δράμα το ότι αυτό δεν μπορούσαν να το κάνουν όμως αυτό για μένα τουλάχιστον είναι ένα στοιχείο που μεγάλωνε ακόμα περισσότερο τη μεγάλη σημασία που είχαν αυτοί οι άνθρωποι και που απέδιδαν αυτοί οι άνθρωποι στην τέχνη διότι δεν είχαν και κανένα όχι μόνο υλικό όφελος που ούτως ή άλλως δεν θα είχαν

αλλά δεν είχαν και κανένα ηθικό όφελος. Τίποτα. Πολλοί από αυτούς είχαν σχεδόν θυσιάσει τη ζωή τους. Δηλαδή είχα γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι δεν έκαναν οικογένεια γιατί ήθελαν να αφοσιωθούν στο έργο τους. ένα έργο το οποίο ήταν χωρίς αναγνώριση όμως ή έχασαν τη δουλειά τους ή δινοπάθησαν ή δεν έκαναν δουλειές οι οποίες θα τους απέδιδαν έτσι και οικονομικά εισοδήματα αλλά ήθελαν να έχουν χρόνο για να ασχοληθούν με το γράψιμο και όλο αυτό το πράγμα άνευ αντικειμένου και άνευ αντικρίσματος είναι πολύ μεγάλη υπόθεση αυτή επίσης άνθρωποι οι οποίοι ασχολήθηκαν με την πίσια αντί να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο Υπάρχουν χίλια πράγματα που είναι στη ζωή που θα μπορούσαν να ασχοληθούν και όμως ασχολήθηκαν με αυτό.

Ποιο σειρματόσκυνο μας έχει ενώσει ως θανάτου. Εσείς περικοκλάδες ένα πύργο που θα πέσει. Ποιηματά μου σας μισώ με το καταραμένο μίσος που έχουμε στον εαυτό μας. Μια Κυριακή από τη ζωή του Αντώνη Φωστιέρη. Είναι ποιητής. Ποια είναι η βαθύτερη ανάγκη του ποιητή. γιατί θέλει οπωσδήποτε να γράψει Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να το απαντήσω και υποθέτω ότι και στον καθένα μπορεί να είναι και διαφορετική η ανάγκη αλλά για να μιλήσω προσωπικά πρέπει να πω ότι κάθε τι που σκεφτόμουν ή που αισθανόμουν και τα λοιπά ταυτοχρόνως μέσα μου όχι κάθε τι, κάθε τι σημαντικό ενώ είχε αρχίσει να παίρνει μια μορφή και μέσα στο λόγο Δηλαδή δεν με ενδιέφερε να αποτυπώσω ένα βίωμα και μάλιστα νομίζω ότι αυτή η αιμονία για το βιωματικό στοιχείο στη λογοτεχνία μας οδηγεί σε λαθασμένους δρόμους γιατί δεν είναι ημερολόγιο καταγραφής των πεπραγμένων μας το ποίημα.

το ποίημα πρέπει να έχει μια ευρύτητα. Αυτό που έλεγε ο Αριστοτέλης να μιλάει για τα καθόλου και όχι για τα καθέκαστον. Γι' αυτό είχε πει κιόλας ότι είναι σπουδαιότερη η πείσή από την ιστορία γιατί ασχολείται με τα καθόλου, δηλαδή όχι απλώς με τις γενικότερες ιδέες ή τα γενικότερα φαινόμενα, αλλά με την ουσία αυτών των φαινομένων.

Και δεν ασχολείται με τα καθέκαστον, δηλαδή με την περιγραφή, με την αφήγηση, με τις λεπτομέρειες των πραγμάτων αλλά αυτές όλες οι λεπτομέρειες πρέπει κάπου να εκβάλουν και κάπου να διηθώνται να κάπως ας πούμε να βγαίνει από όλο αυτό το πράγμα ένας τελικός πυκνός χυμός Διαβάζουμε στην Ελλάδα τόσο όσο γράφουμε πολλοί λένε πως στην Ελλάδα οι περισσότεροι γράφουν παρά διαβάζουν είναι έτσι Ο Πλούταρχος στους παράλληλους βίους μιλώντας για το Φωκίωνα το στρατηγό λέει ότι κάποτε πήγε να επιθεωρήσει ένα στρατιωτικό άγημα και όταν τέλωσε την επιθεώρηση ο Φωκίων είπε «Πολλούς ωρός στρατηγούς, ο λίγους δε στρατιώτας».

Αλλάξατε ποτέ την προσωπική σας ιστορία για χάρη ενός έρωτα. Κάνατε μια υπέρβαση. Υποθέτω πως πρέπει να έχω κάνει, αλλά αυτή τη στιγμή δεν θυμάμαι κάτι πολύ συγκεκριμένο. Περίμενα από εσάς που τόσο έχετε γράψει για τον έρωτα να πείτε κάτι πολύ θεαματικό Όχι και να υπήρχε δεν θα το έλεγα Θα το γράφατε όμως χωρίς πρόσωπα Και αν θα το έγραφα θα το έγραφα πολύ υπενικτικά Γιατί όπως σας είπα νομίζω ότι είναι κατά κάποιο τρόπο εκμετάλλευση και κατάχρηση Του λόγου τον να μιλάει κανείς για τα προσωπικά του βιώματα πολύ άμεσα θέλοντας απλώς να τα απαθανατήσει.

Δεν είναι φωτογραφικός φακός η ποίηση. Κάπως με απογοητεύεται τώρα γιατί είχα την εντύπωση πως ο ποίητής ζει περισσότερο τον έρωτα από ότι οι αναγνώστες. Άλλο το να τον ζει και άλλο το να τον γράφει. Ίσα ίσα που στην πραγματικότητα γράφουμε αυτό πιστεύω δηλαδή γράφουμε κυρίως αυτό που δεν μπορούμε να ζήσουμε. Αυτό που ζούμε το ζούμε και αναλώνεται στη ζωή.

Α και δεν χρειάζεται καταγραφή. Και δεν χρειάζεται καταγραφή. Ιδίως αν είναι κάτι ευχάριστο όπως τις περισσότερες φορές μπορεί να είναι ο έρωτας, το να καταγραφεί νομίζω ότι είναι άσκοπο. Και όταν κανείς είναι και ευτυχής, σπανίος θέλει να γράψει, όπως είχε πει και ο Βαλερή, οι αισιόδοξοι γράφουν άσχημα. Αυτό είναι αλήθεια, γιατί είναι δύσκολο να ταυτιστείς με αυτό που γράφει για κάτι καταπληκτικό.

Ποιο είναι το βασικό κίνητρο της ζωής σας Έχει αλλάξει μέσα στα χρόνια Τι έχετε παρατηρήσει Γιατί ξυπνάτε το πρωί Τι θέλετε να κάνετε Πολλές φορές και διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους Αλλά αυτό που με χαροποιεί Ξυπνώντας Είναι το ότι βρίσκομαι ακόμα Εν ζωή και Είναι σημαντικό κανείς να σκέφτεται Την ύπαρξή του ως Η ύπαρξη η οποία του δόθηκε Την οποία θεωρούμε Ότι είναι ένα κεκτημένο αλλά δεν είναι και εκτιμένο δηλαδή μας έχει δοθεί δεν ξέρουμε πότε και πώς και γιατί ούτε την αφετηρία καλά καλά ξέρουμε και κυρίως δεν ξέρουμε βέβαια και την απότερη κατάληξη επομένως η ίδια η ύπαρξη είναι αυτό είναι το μεγαλύτερο θαύμα και η μεγαλύτερη μαγεία είναι το να μπορεί κανείς να συνειδητοποιεί ανα πάσα στιγμή το πόσο σημαντικό είναι το ότι του δόθηκε ένας εαυτός τον οποίον τον έχει και με τον οποίον ταυτίζεται.

Δηλαδή το έχει και το είναι ταυτίζονται σε ένα ον το οποίο παίρνει το όνομά μας ή του δίνουμε εμείς το δικό μας. Γιατί πιστεύετε ότι η διανόηση δεν μπορεί να επηρεάσει τη μαζική κουλτούρα? Δεν είπα ότι δεν μπορεί να την επηρεάσει, απλώς δεν μπορεί να την επηρεάσει άμεσα. Και αυτό που πολλές φορές έχει υποθεί ή που κάποιοι μπορεί να θεωρούν ότι με τη λογοτεχνία ή ειδικά με την ποίηση ότι μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο αυτό βέβαια είναι ένα φληνάφημα και απέχει πάρα πολύ από την πραγματικότητα το να αλλάξεις τον κόσμο δεν μπορεί να το πετύχεις με τέτοια μέσα Αυτό όμως που μπορεί να πετύχει η ποίηση είναι το να σε βοηθήσει να μην σε αλλάξει εσένα ο κόσμος Εσύ δεν αλλάζεις τον κόσμο αλλά σε βοηθάει να μην σε αλλάξει ο κόσμος και αυτό νομίζω ότι είναι αρκετά σημαντικό Για ποιο επίταυμα της ζωής σας νιώθετε περήφανος, καμιά φορά Θα έλεγα για τα δύο παιδιά μου, για τους δύο γιους μου, τον Θοδωρή και τον Νικόλα Που είναι πραγματικά έτσι σπουδαία παιδιά Για μένα είναι η γη της επαγγελίας, που η γη είναι ο πληθυντικός της λέξης, ο γιος έτσι

Πόσο χρονών είναι 30 και 33 Οι ίδιοι δεν ασχολούνται με την πίεση ειδικά, δεν γράφουν πήματα έχουν άλλες πλήσεις, άλλα ταλέντα πραγματικά τα οποία εγώ δεν είχα. Θεωρείτε τον εαυτό σας πετυχημένο. Α δεν ξέρω ότι όχι, ούτε πετυχημένο ούτε αποτυχημένο. Η επιτυχία ενδεχομένως έγινε στο ότι μπόρεσα να κάνω σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πράγματα που αγαπούσα και που μου άρεσαν και που ήθελαν και το γεγονός ότι μπόρεσα να ζήσω και μέσα σε ένα περιβάλλον ανθρώπων οι οποίοι ήταν ενός πολύ ψηλού επίπεδου και με τους οποίους μπόρεσα να επικοινωνήσω σε μεγάλο βαθμό.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Κι εγώ περισσότερο. Μια Κυριακή από τη ζωή του Αντώνη Φωστιέρη. Είναι ποιητής. Ιχογράφης, υπεξεργασία, μοντάζ, Νίκος Χατζιοανίδης. Σύμβολος περιεχομένου, Τζένι Πουπουλίδου. Είμαι η Κωνσταντίνα Βαρσάμη και σας ευχαριστώ. Ακούσατε το podcast μια Κυριακή από τη ζωή σου. Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο της σειράς και για να ανακαλύψετε και τα υπόλοιπα podcast του Sky ακολουθήστε μας στο Spotify και στα Apple Podcast ή ακούστε μας μέσα από το sky.gr και skyradio.gr Sky Podcast

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00