Skip to content
PodBase
Οδός Στρατηγού Καλλάρη: Ο Σπαρτιάτης Ηγέτης και η Υπέρτατη Θυσία

Οδός Στρατηγού Καλλάρη: Ο Σπαρτιάτης Ηγέτης και η Υπέρτατη Θυσία

Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία
Αύγουστος 25, 2026 00:21:35
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Σε αυτό το επεισόδιο, ταξιδεύουμε στη Θεσσαλονίκη, στην εμβληματική οδό Στρατηγού Καλλάρη και ξετυλίγουμε τη συγκλονιστική ζωή του ανθρώπου που της έδωσε το όνομά του. Ο Αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Καλλάρης υπήρξε ένας θρυλικός ηγέτης των Βαλκανικών Πολέμων, ο πρώτος στρατιωτικός διοικητής της απελευθερωμένης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Υπουργός Στρατιωτικών και Γερουσιαστής. Πίσω όμως από τον ένδοξο στρατιωτικό και τον πολιτικό με το αδιάβλητο ήθος κρύβεται η τραγωδία ενός πατέρα που πρόσφερε την ίδια του την οικογένεια στην Ελλάδα. Θρηνώντας δύο γιους που έπεσαν ηρωικά στην πρώτη γραμμή, τον Σπύρο στο Μπιζάνι το 1912 και τον Άγγελο στο Ουσάκ το 1922, ο Καλλάρης ενσάρκωσε το αρχέτυπο του αρχαίου Σπαρτιάτη πολεμιστή, θέτοντας το εθνικό καθήκον πάνω από τον προσωπικό πόνο. Σε αυτό το επεισόδιο εξερευνούμε:

    • Τον άνθρωπο και τον στρατιωτικό: Από τη Σχολή Ευελπίδων και τις ιστορικές νίκες στο Σαραντάπορο και το Κιλκίς, μέχρι τις προτάσεις του για τον εκσυγχρονισμό της παιδείας και τη συμμετοχή του σε μεγάλα δημόσια έργα.
    • Την ψυχική αντοχή: Τη συγκλονιστική στιγμή που στάθηκε αλύγιστος μπροστά στη σορό του γιου του στο πεδίο της μάχης, δίνοντας αμέσως μετά το σύνθημα για τη συνέχιση του αγώνα.
    • Την κληρονομιά του: Την αγωνιστική δράση των θυγατέρων του, Αγγελικής και Χρυσηίδας, στην Αντίσταση και τον αγώνα τους για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης.
    • Την οδό Καλλάρη σήμερα: Μια περιήγηση στα μεσοπολεμικά νεοκλασικά κτίρια της Θεσσαλονίκης, από τις παλιές αποθήκες άλατος και το Μέγαρο Πάνα έως την Ένωση Συντακτών, και η σύγχρονη πεζοδρόμησή της.

Ακούστε την ιστορία ενός ηγέτη που «τη μέρα πολέμησε σαν στρατηγός και το βράδυ θρήνησε σαν πατέρας».

Music provided by: www.pixabay.com and www.mobygratis.com

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Σήμερα σκέφτηκα να σας εξηγήσω το πώς μερικές φορές επιλέγω ποια οδό θα μοιραστώ μαζί σας. Για παράδειγμα, αυτές τις μέρες του Αυγούστου που είναι όλα άδεια, έτυχε να κατέβω στο κέντρο για να κάνω κράτηση για ένα φιλικό ζευγάρι που θα ερχόταν από το εξωτερικό. Όλοι μας λοιπόν, λίγο πολύ, περπατώντας στο κέντρο της πόλης, έχουμε βρεθεί σε αυτή την κλασική κατάσταση του, ξέρετε, του αυτόματου πιλότου.

Περπατάμε βιαστικά, περνάμε ας πούμε τη διαγώνιο, ρίχνουμε μια ματιά στη ταμπέλα που γράφει «Οδός στρατηγού Καλάρη» και συνεχίζουμε το δρόμο μας για έναν καφέ στην παραλία ή δεν ξέρω για κάποια δουλειά. Και θα μου πείτε, είναι άλλη μια ονομασία, άλλη μια άσφαλτος, ένας άλλος δρόμος, άλλο ένα σημείο στο χάρτη. Είναι αυτό που λέμε η γεωγραφία της καθημερινότητας.

Τις περισσότερες φορές αυτά τα ονόματα λειτουργούν βασικά απλώς ως συνδεταγμένες για να βρούμε πού έχουμε παρκάρει ή πού έχουμε δώσει ραντεβού. Σπάνια σταματάμε να αναρωτηθούμε ποιος ήταν πραγματικά αυτός ο άνθρωπος. Και εδώ ξεκινάει η έμπνευση για αυτή την περιήγηση στον χώρο, στον χρόνο και στα γεγονότα. Είμαι ο Γιάννης Στεφανίδης και σας καλωσορίζω σε ένα ακόμη επεισόδιο της σειράς των podcast «Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία».

Αυτό που ακριβώς συνέβη έκανα και εγώ την ερευνά μου. Συγκέντρωσα στοιχεία από τα αρχεία της ίδιας της οικογένειας, ιστορικά αφιερώματα μέχρι και σύγχρονα αστικά ρεπορτάζ για την πολεοδομία. Θέλουμε να δούμε ποιος ήταν αυτός ο στρατηγός, τι απέγιναν τα παιδιά του και πώς η ιστορία αυτού του δρόμου έρχεται σε ευθεία σχεδόν ηρωνική σύγκρουση με το πώς του συμπεριφερόμαστε εμείς σήμερα.

Και η ηρωνία είναι όντως το κεντρικό μοτίβο εδώ πέρα. Αλλά για να νιώσουμε το βάρος αυτής της ηρωνίας στο σημερινό πεζόδρομο, ή καλύτερα δρόμο ήπιας κυκλοφορίας, νομίζω πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε την ψυχοσύνθεση του ίδιου του Κωνσταντίνου Καλάρη. Ποιος ήτανε πριν γίνει ταμπέλα ας πούμε. Γιατί πριν γίνει οδοξασμένος στρατηγός ήταν ένας άνθρωπος της επιστήμης.

Γεννήθηκε το 1858 στην Αθήνα και ήταν γιος του φρουράρχου Αθηνών Γεωργίου Καλάρη από τα ψαρά. Εισήλθε στην στρατιωτική σχολή Ευελπίδων. Αλλά το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ορκίστηκε ανθιπολογαγός μηχανικού. Ήταν ένας μηχανικός του στρατού. Και το λέω αυτό γιατί έτσι τους ξεχωρίζουμε από τους πολιτικούς μηχανικούς. Η επιλογή αυτή του διαμόρφωσε έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, δηλαδή δεν ήταν απλά ένας στρατιώτης που βαράει προσοχές.

Ήταν ο άνθρωπος των μαθηματικών, των δομών, των διαδικασιών. Στην σημερινή αναλογία ήξερε από project management και αυτό έχει τεράστια σημασία για την νοοτροπία που επέδειξε αργότερα σε πολύ κρίσιμες στιγμές. Έτσι λοιπόν, στα πρώτα χρόνια της θητείας του, η δουλειά του δεν ήταν να πολεμάει, αλλά να χτίζει. Συμμετείχε στον σχεδιασμό και την κατασκευή σπουδαίων δημόσιων έργων σε μια Ελλάδα που τότε προσπαθούσε, ξέρετε, προσπαθούσε να εξυγχρονιστεί. Μιλάμε για έργα κοινής ωφελείας από την Κέρκυρα μέχρι και το Μαρκόπουλο.

Δεν ήταν ένας ας πούμε σκληροτράχυλος πολεμοχαρής αξιωματικός. Ήταν ένας δημιουργός. Ένας αρχιτέκτον. Και μάλιστα στην Κέρκυρα είναι που έκανε και την οικογένειά του. Βρέθηκε εκεί ως καθηγητής στο προπαρασκευαστικό σχολείο Εφέδρων και γνώρισε την Νικολίνα Τόμπρου, την οποία και παντρεύτηκε. Και εδώ έχει πολύ ενδιαφέρον το πολιτικό υπόβαθρο της σύζυγου του.

Η Νικολίνα ήταν απόγονος μιας ισχυρής πολιτικής οικογένειας των Επτανήσων. Ο πατέρας της ήταν ριζοσπάστης γερουσιαστής από αυτούς που είχαν υπογράψει την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα το 1864. Άρα μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους που ενώνονται μεταξύ τους. Από τη μία έχουμε τον στρατητικό μηχανικό, τον άνθρωπο της τάξης, του κράτους, της πειθαρχίας.

Και από την άλλη έχουμε μια γυναίκα μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον ριζοσπαστών πολιτικών που πάλευαν για αλλαγές. Και μαζί κάνουν 7 παιδιά. 7. Σε μια εποχή που η Ελλάδα βρίσκεται μονίμως στο χείλος κάποιας εθνικής καταστροφής. Ή κάποιου πολέμου. Και η τραγωδία τους χτυπάει την πόρτα πολύ νωρίς. Πριν καν αρχίσουν οι μεγάλοι πόλεμοι.

Το 1900 χάνουν τη μικρή τους κορή από τύφο. Τραγικό θα μου πείτε. και αυτό είναι απλά το πρώτο μεγάλο πλήγμα. Το γεγονός όμως που μας αποκαλύπτει πραγματικά ποιος είναι ο Κωνσταντίνος Καλάρης έρχεται λίγο αργότερα. Γιατί οι δοκιμασίες και τα πλήγματα διαδέχονται το ένα μετά το άλλο και νομίζω πως είναι η στιγμή να πάμε σε αυτές τις δοκιμασίες.

Προχωράμε μια 12η αιτία και βρισκόμαστε στους Βαλκανικούς πολέμους. Εδώ έρχεται το επόμενο χτύπημα. Μιλάμε λοιπόν για ακόμη μια μεγάλη τραγωδία. Ας δούμε λίγο το ιστορικό πλαίσιο. Ο Καλάρης είναι πλέον μια εμβληματική στρατητική μορφή. Μπαίνει με τον στρατό στη Θεσσαλονίκη, γίνεται ο πρώτος της δίκητης μετά την απελευθέρωση.

Αλλά τον Δεκέμβριο του 1912 ο στρατός μεταφέρεται στο μέτωπο της Ιππήρου για να απελευθερώσει τα Ιωάννινα. Και εκεί, στο παγωμένο μέτωπο της Σιπήρου, η λογική του μηχανικού που λέγαμε πριν θα συγκρουστεί μετοπικά με το ένστικτο του πατέρα. Ο γιος του Κάλαρη, ο Σπύρος, έχει μόλις αποφυτίσει από την στρατιωτική σχολή Ευελπίδων.

Νεαρός ανθιπολοχαγός, ένα παλικάρι 21 χρονών. Βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Τραυματίζεται μέσα σε μία μάχη, αλλά δεν υποχωρεί. Λίγες μέρες μετά όμως αρρωσταίνει βαριά. «Βρισκόμαστε στην παραμονή της κρίσιμης μάχης της Μανολιάσας, με κρύο, λάσπη, άθλιες συνθήκες». Ο γιατρός εξετάζει τον νεαρό Σπύρο και το απαγορεύει ρητά να πολεμήσει.

Δεν θα άντεχε ο οργανισμός του, ήταν εξαντλημένος. Ο Σπύρος όμως έχει το πείσμα του πατέρα του προφανώς. Αρνείται να μείνει πίσω. Φοράει τη στολή του, προσπαθεί να πάει στη μονάδα του και τον κρατάνε με το ζόρι. Φωνάζουν λοιπόν τον γιατρό και ο γιατρός απελπισμένος καλεί τον πατέρα του, τον στρατηγό. Και εδώ ειλικρινά έχω μείνει άφωνος διαβάζοντας αυτή τη σκηνή.

Είναι συγκλονιστική. Ο στρατηγός ακούει τον γιατρό, γυρνάει, τον κοιτάει και του λέει «Γιατρέ σας παρακαλώ να τον αφήσετε. Εάν αισθάνετε τον εαυτό του καλά, πρέπει να πάει». Ο γιατρός από την άλλη επιμένει ότι η ιατρικά είναι ακατάλληλος, αλλά η απόφαση είναι τελεσίδικη και όλοι ξέρουμε πως θα καταλήξει αυτό. Στις 7 Δεκεμβρίου ο Σπύρος ρίχνεται στη μάχη και πέφτει νεκρός.

Το ίδιο βράδυ το άψυχο σώμα του μεταφέρεται στο στρατόπεδο λίγα μέτρα μακριά από τη σκηνή του πατέρα του. Ο γιατρός συγκλονισμένος διστάζει να πάει να το τοπεί και οι άλλοι αξιωματικοί του λένε να περιμένει. Σκέφτονται πως αν πάνε να το τοπούνε τώρα την παραμονή της κρίσιμης μάχης ο στρατηγός θα καταρρεύσει. Λογικό θα μου πείτε. Και μαζί του έτσι θα καταρρεύσει και το μέτωπο. Έτσι τον αφήνουν και περνάει η νύχτα και το λένε το επόμενο πρωί. Έχω διαβάσει λοιπόν την περιγραφή των εφημερίδων της εποχής.

Δυσκολεύομαι ακόμα και τώρα να χωρέσει αυτό στο μυαλό μου. Ο στρατηγός μπαίνει στη σκηνή πλησιάζει το φορείο και αντί να καταρρεύσει στέκεται αλήγηστος. Σιωπηλός. Στέκεται όρθιος για ένα τέταρτο. Χαϊδεύει τα μαλλιά του παιδιού του, του πιάνει τα χέρια και του λέει «Παιδί μου, πώς πάγωσαν έτσι τα χεράκια σου» και μετά σφίγγει τα δόντια και λέει την ιστορική φράση «Έβγε πίπι μου, έκανες το καθήκον σου».

Η ημέρα αυτή είναι η ημέρα ευτυχίας δια των στρατηγών και δυστυχίας δια των πατέρα. Ανατριχιαστικό. Γυρνάει την πλάτη και διατάζει τους υπόλοιπους αξιωματικούς. Κύριοι, επί των ύπων. Αλλά εδώ θέλω να κάνω και λίγο τον συνήγορο του διαβόλου. Γιατί αλήθεια, πώς μπορεί ένας σύγχρονος γονιός να το δεχτεί αυτό. Μιλάμε απλώς για ένα ακραίο αρχαιοελληνικό, σπαρτιάτικο ήθος. Ή μήπως δεν είναι η έλλειψη συναισθήματος, αλλά το συντριπτικό βάρος της ηγεσίας. Τι ακριβώς συνέβη. Σκεφτείτε, τον κοιτούσαν εκείνη τη στιγμή χιλιάδες στρατιώτες που η δική τους γη κινδύνευε. Αυτό το ερώτημα είναι ίσως το πιο ουσιαστικό και η απάντηση μας δίνεται από τους πολεμικούς ανταποκριτές της εποχής που έζησαν μαζί του και έγραψαν.

Έγραψαν χαρακτηριστικά. Την ημέρα πολέμησε σαν στρατηγός και το βράδυ θρύνησε σαν πατέρας. Δεν ήταν ανέσθητος άνθρωπος. Καταλάβαινε. Ήξερε πως αν είχε καταρρεύσει μπροστά στο στράτευμα το μήνυμα θα ήταν ότι η ζωή του δικού του γιού άξιζε περισσότερο από τη ζωή των παιδιών των απλών στρατιωτών. Έκρυψε λοιπόν την ανθρωπιά του πίσω από τη στολή γιατί το καθήκον απαιτούσε τον ηγέτη.

Είναι και πάλι ο άνθρωπος που δεν επιτρέπει ρογμές στα θεμέλια. Ακόμα και όταν αυτά τα θεμέλια πλακώνουν το δικό του σπίτι. Και λίγους μήνες μετά, στην μάχη του Κιλκής, στις 21 Ιουνίου του 1913, στέλνει εκείνο το περίφημο, λιτό σχεδόν, λακωνικό τηλεγράφημα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Τρεις λέξεις. Αναγγέλο Νίκην Κιλκής.

Τρεις λέξεις. Ούτε φανφάρες, ούτε τίποτα. Ίσως έχοντας όλο αυτό τον οπό πένθος μέσα του. Αλλά η μοίρα δεν είχε τελειώσει την οικογένεια Καλάρη, θα υπάρχει και η συνέχεια. Αλλά πριν από αυτή θα κάνουμε ακόμα μία στάση. Στο 1916 και τον Εθνικό Διχασμό. Βρισκόμαστε στην περίοδο του Εθνικού Διχασμού. Η χώρα έχει κοπεί στα δύο.

Στη Θεσσαλονίκη εκδηλώνεται το κίνημα της Εθνικής Άμυνας από τον Βενιζέλο. Και ο Καλάρης, κρίνοντας τα πράγματα αυστηρά στρατιωτικά, συμφωνεί απολύτως με την ουσία του κινήματος. Πιστεύει και αυτός ότι η Ελλάδα πρέπει να μπει στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αλλά διαβάζοντας τις πηγές φαίνεται ότι αρνήθηκε να συμμετάσχει στο κίνημα. Όντως αρνήθηκε. Δηλαδή βλέπεις ότι η χώρα πάει προς τον κρεμό, συμφωνείς απόλυτα με τους άλλους που λένε ότι πρέπει να μπούμε στον πόλεμο, αλλά όταν σου λένε έλα μαζί μας, εσύ λες όχι. Πώς βγάζει νόημα αυτό.

Εδώ ακριβώς φαίνεται η λογική του μηχανικού που λέγαμε πριν. Σύμφωνα με τα αρχαία λοιπόν, ο Καλάρης πιστεύει ακράδαντα ότι το κράτος πρέπει να μείνει ενωμένο, ειδικά σε περιόδους κρίσης. Ήτανε κατηγορηματικά αντίθετος σε κάθε ανάμειξη του στρατού στην πολιτική, ακόμα και αν θεωρούσε ότι η πολιτική απόφαση ήταν σωστή. Δεν ήθελε να νομιμοποιήσει την διάσπαση της χώρας.

Το καθήκον προς το θεσμό ήταν το πιο υπέρτατο για αυτόν, Πάνω από την προσωπική του άποψη. Πάνω από ό,τι πίστευε ο ίδιος. Νομίζω τώρα ότι αρχίζω να τον καταλαβαίνω. Ως μηχανικός είναι σαν να έβλεπε το κράτος ως ένα κτίσμα, ως ένα κτίριο. Ένα οικοδόμημα. Πολύ ωραία εικόνα θα μου πείτε. Δηλαδή, όταν χτίζεις ένα σπίτι, δεν σε νοιάζει τόσο η διακόσμηση.

Η διακόσμηση μπορεί να είναι, ξέρετε, τα πολιτικά κόμματα, οι παρατάξεις. Αυτό όμως που σε νοιάζει είναι τα θεμέλια, σωστά? Το ενιαίο κράτος. Αν ραγίσουν τα θεμέλια, αν ο στρατός χωριστεί, το κτίριο θα καταρρεύσει. Και αυτός δεν μπορούσε να επιτρέψει ρογ μέσα στα θεμέλια, ακόμα και αν διαφωνούσε με το τι χρώμα ήταν βαμμένο το σπίτι.

Αυτή είναι μια τέλεια αναλογία θα έλεγα. Είναι η άκαμπτη αφοσίωση στα θεμέλια. Η πεποίθηση ότι οι κανόνες είναι πάνω απ' όλα. Είναι ο πυρήνας του. και δυστυχώς αυτή ακριβώς η αφοσίωση θα τον οδηγούσε σε άλλες πιο σκληρές δοκιμασίες. Μετά από λίγο δηλώνει παρέτηση. Ας προχωρήσουμε τώρα στο 1922. Η Μικρασιατική Εκστρατεία είναι ένα νέο χάοδες μέτωπο.

Είναι ένα νέο χτύπημα για τον στρατηγό. Ο δεύτερος γιος του, ο Άγγελος, ακολούθησε και αυτός, τι άλλο, την στρατιωτική καριέρα. Ήταν ελοχαγός πυροβολικού και βρισκόταν στα βάθη της Μικράς Ασίας. Μέσα στις πηγές λοιπόν, από το αρχείο της οικογένειας Καλάρη, βρήκα ένα στοιχείο που νομίζω είναι η πιο σπαρακτική λεπτομέρεια.

Μια καρτ-ποστάλ. Αυτή η καρτ-ποστάλ με την καρδερίνα. Ο Άγγελος λοιπόν στέλνει τον Αύγουστο του 1922 μία κάρτα στην μικρότερη αδελφή του, τη Χρυσίδα. Της γράφει. Ξεσπά η άτακτη οπιστοχώρηση. Ο στρατός διαλύεται. Αλλά ο λοχαγός δεν υποχωρεί, μένει πίσω στη μάχη της Σουσάκ και με το πυροβόλο του καλύπτει τους στρατιώτες που έτρεχαν να σωθούν.

Και εκεί σκοτώνεται. Στην αρχή θεωρούν ότι αγνοείται. Όλοι πίστευαν ότι εχμαλωτίστηκε. Χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να επιβεβαιωθεί ο θάνατός του. Όμως αυτή τη φορά ο Καλάρης δεν ήταν δίπλα του, βρισκόταν στην Αθήνα, όπου του πρότειναν να μπει στην Ανακριτική Επιτροπή για την Καταστροφή. Και εκείνος, ο απολύτως θεσμικός στρατιώτης αρνείται, γιατί θέλει πρώτα απ' όλα ως πατέρας πια να μάθει πώς σκοτώθηκε το δεύτερο παιδί του.

Και ίσως είναι η μοναδική στιγμή που ο πατέρας μπήκε μπροστά από τον αξιωματικό. Οι εφημερίδες αναφέρθηκαν με σεβασμό στον νεαρό πεσόντα και τον ηρωικό πατέρα του. Ο Κωνσταντίνος Καλάρης συνέχισε την προσφορά του για την πατρίδα, αλλά στράφηκε προς τον κοινωνικό τομέα. Τον ενδιέφερε η εκπαίδευση των νέων και έκανε προσπάθειες για τον εξυγχρονισμό και την χρηματοδότηση των εκπαιδευτικών κέντρων.

Και τελικά, τελικά πέθανε το 1940, έχοντας παραδώσει μια μελέτη για την άμυνα της χώρας στον Μεταξά. δούλευε για τα θεμέλια μέχρι το τέλος. Μην ξεχνάτε ότι και ο μεταξάς ήταν αξιωματικός του μηχανικού. Οπότε έχουμε δύο γιους χαμένους στο πεδίο της μάχης. Στο όνομα του κράτους. Στο όνομα του έθνους. Και εδώ έρχεται η μεγάλη ανατροπή που με άφησε πραγματικά άφωνο.

Και αναφέρομαι στις κόρες του. Τι έγιναν τα υπόλοιπα παιδιά. Ιδιαίτερα η Χρυσίδα. Το μπεμπεκάκι που έλαβε την κάρτα. Ως πατέρας και εγώ σκέφτομαι ότι αν το κράτος μου είχε στερήσει δύο γιους τα υπόλοιπα παιδιά θα ήθελαν να ήταν μακριά από αγώνες. Είναι η λογική αντίδραση. Αλλά τα παιδιά του Καλάρη είχαν τον DNA του πατέρα τους.

Στην κατοχή η Αγγελική προσέφερε μέσω του Ερυθλού Σταυρού αλλά η Χρυσίδα έκανε μια επιλογή που φαντάζεται απίστευτη. Εντάχθηκε στον ΕΑΜ. Σοβαρά τώρα. Η κόρη του στρατηγού έγινε μια αντάρτισσα των πόλεων, τύπωνε προκηρύξεις, έγραφε συνθήματα με πέτρες στα βουνά και το ίδιο το κράτος που ο πατέρας της έκτησε μετά τη κυνήγησε.

Τη κυνήγησε αλίπητα. Στον εμφύλιο πόλεμο καταδικάστηκε δύο φορές εις θάνατον. Φυλακίστηκε και αργότερα στη Χούντα του 1967 βρέθηκε εξόριστη στη Γιάρο. Είναι τρομερή η ηρωνία. Από την μία ο πατέρας, ο ορισμός του συστήματος και από την άλλη η κόρη του που ουσιαστικά απειλούσε το σύστημα. Είναι η ειρωνία στην επιφάνεια, αλλά στο πυρήνα τους ο πατέρας και η κόρη ήταν ίδιοι, ανεξάρτητα από την ιδεολογία.

Είχαν την ίδια φλόγα, την αυτοθυσία για τις ιδέες τους. Έβαλαν το πιστεύω τους πάνω από τη ζωή τους. Και αυτές οι δύο αδελφές, μετά την μεταπολίτευση, διέσωσαν και διέδωσαν το αρχείο της οικογένειας, τα γράμματα για τα οποία μιλάμε εμείς σήμερα. Είναι εδώ που συνδέονται τα νήματα και οι τελείες. Αλλά ας γυρίσουμε πίσω στη γεωγραφία.

Να δούμε πώς αυτό το παρελθόν αποτυπώνεται σήμερα στη Θεσσαλονίκη, στην οδό στρατηγού Καλάρη. Η Καλάρη λοιπόν είναι ένας διαγώνιος δρόμος που ενώνει το παραλιακό μέτωπο με την Παύλου Μελά. Παλιά πως να λέγονταν άραγε. Ήταν η οδός Βίκτορο Σουγκώ και σύμφωνα με τα ρεπορτάζ αυτός ο δρόμος είναι ένα ψηφιδωτό όλης της νεότερης ιστορίας.

Η ιστορία που ξεκινάει από κάτω, από τον Ιδρώτα της Εργατιάς στη γωνία με την παραλία, μια και εκεί υπήρχαν αποθήκες του άλατος. Έφερναν το αλάτι με ένα βαποράκι, τη λευκή και οι λιμενεργάτες το ξεφόρτωναν. Και σε ένα άλλο ισόγειο ήταν το εντευτήριο του Ηρακλή. Αλλά όσο ανεβαίνει στο δρόμο βλέπει στην αστική ανάπτυξη. Όπως είναι το κτίριο του Κωνσταντινίδη που σήμερα στεγάζει την Ένωση Συντακτών Υμερισίων Εφημερίδων Μακεδονίας Στράκης.

Χτίστηκε το 1925 ως ιδιωτική κατοικία του Κωνσταντινίδη. Αρχιτέκτονας αναφέρεται στην οικοδομική άδεια ότι ήταν ο Ιωάννης Παπουνάς. Είναι τετραόροφο και ανήκει στην οικοδομική περίοδο που ακολούθησε τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 17 με την εφαρμογή του πολιοδομικού σχεδίου του Ερνέστεμπραρ. Πέρασε φυσικά από οικονομικές περιπέτειες, πληστηριασμούς και στην κατοχή χρησιμοποιήθηκε και ως καταφύγιο, καθώς διέθετε υπόγειο με ιδιαίτερα ενισχυμένους τοίχους.

Σήμερα μετά την αναπαλαίωσή του αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ιστορικά κτίρια του κέντρου και φιλοξενεί μεταξύ άλλων πολιτιστικές εκδηλώσεις στην ταράτσα του. Προχωράμε λίγο πιο πάνω και μέχρι το 1969 υπήρχε το Μέγαρο Πάνα με τον χαρακτηριστικό Τρούλο και εδώ διάβασα κάτι για αυτό το Μέγαρο που είναι άλλη μια ηρωνία.

Ο Τρούλος λοιπόν, γιατί έτσι το λέγανε με τα πολεμικά, στέγασε τα γραφεία της CIA. Ακριβώς εκεί, στον τρίτον όροφο, ήταν τα γραφεία της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Φανταστείτε το. Στην οδό του στρατηγού Καλάρη, του οποίου η κόρη κυνηγήθηκε για τις κομμουνιστικές της πεπιθήσεις, ήταν τα γραφεία της CIA. Είναι σαν φάρσα της ιστορίας.

Αλλά η Καλάρη είχε και ζωή. Είχε ταβέρνες όπως τα Βαρελάκια, ενώ στη γωνία της λεωφόρου Νίκης με την Οδό βρίσκονταν το θρηλυκό καφενείο και μπιλιαρδάδικο Πτή Παλέ, ένα ιστορικό στέκι της δεκαετίας του 50 μέχρι και το 1970. Στον ακάλυπτο χώρο του οικοπαίδου λειτουργούσε και μια γραφική ταβέρνα με κλιματαριά. Θα μου πείτε τώρα πώς τα ξέρουμε όλα αυτά.

Όλα αυτά τα γνωρίζουμε γιατί υπήρχε ο φωτογράφος Γεώργιος Λυκίδης, ο πρόσφυγας από τον Πόντο, που ήρθε το 1922 με τα ρούχα του και τη μηχανή του. Χάρη σε αυτόν έχουμε φωτογραφίες της οδού και όχι μόνο. Και ήταν σημαντικός και για το ήθος του. Στη κατοχή οι Γερμανοί τον είχαν φυλακίσει και πριν φύγουν για τα στρατόπετα συγκέντρωσης πολλοί Εβραίοι, του εμπιστεύτηκαν τις περιουσίες τους για να τις κρύψει.

και όταν επέστρεψαν οι λιγοστοί επιζώντες τους τα έδωσε όλα πίσω. Άνθρωπος απόλυτης ακαιρεότητας. Ακαιρεότητα. Μια λέξη που συνδέει τον στρατηγό Καλάρη, τους γιους του, την κόρη του Χρυσίδα, τον Λυκίδη και αυτό μας φέρνει με πάταγο στο σήμερα. Γιατί είναι σοκαριστικό το πώς συμπεριφερόμαστε εμείς τώρα σε αυτόν τον χώρο.

Στην οδό καταραίει ο μύθος της σύγχρονης πόλης. Και γιατί το λέω αυτό. Γιατί υπήρχαν και φυσικά υπάρχουν και σήμερα αυτοκίνητα παντού. Ανεβασμένα στα πλακάκια, στις πλάκες για τους τυφλούς, ο πολίτης βλέπει το πεζοδρόμιο και σκέφτεται «Α, ωραία, βρήκα μια θέση δίπλα στο μπαρ». Αποουσία αστυνόμευσης αλλά και ο απόλυτος οχαδελφισμός.

Και γι' αυτό έγινε πρόσφατα η ανάπλαση του δρόμου. Η οδός εντάχθηκε σε ένα πρόγραμμα πεζοδρόμησης με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Σταύρους Νιάρχος. Ο στόχος ήταν να γίνει ένας φιλικός δρόμος με πράσινο και έτσι τα βράδια να μην μετατρέπεται σε ένα απέραντο πάρκινγκ. Και εδώ κρύβεται άλλη μια ηρωνία. Έχεις έναν δρόμο αφιερωμένο στο στρατικό καλάρι.

Έναν άνθρωπο που θυσίασε τα παιδιά του για τους κανόνες και το κράτος. Και σήμερα, οι πολίτες, οι νεοέλληνες, αγνοούν τον πιο στοιχειώδη κανόνα συμβίωσης. Να μην παρκάρουν στο πεζοδρόμιο. Απλά για να μην περπατήσουν. Είναι ένα αιχυρό χαστούκι στην νύμη μας. Είναι σαν με κάθε ρόδα αυτοκινήτου να διαγράφουμε λίγο από αυτό που τιμάμε.

Είναι τραγικό. Αλλά είναι η σύγχρονη Ελλάδα. Ας μην αρχίσω πάλι. Οπότε, ας κάνουμε έναν απολογισμό. Ξεκινήσαμε από τα σχέδια ενός μηχανικού Βρεθήκαμε στα βουνά της Υπήρου Νιώσαμε τον πόνο στη Μικρά Ασία και την Καρδερίνα Είδαμε και μία κόρη στην εξωρία Και φτάσαμε στο σήμερα Στα παρκαρισμένα τζιπ στο πεζοδρόμιο Και όλα αυτά με βάζουν σε σκέψεις Γιατί τα αστικά τοπία δεν είναι απλώς γεωγραφία Είναι εκαθρέφτες των αξιών μας Αν ο στρατηγός Καλάρης περπατούσε σήμερα εκεί ίσως να συνειδητοποιούσε κάτι τραγικό.

Ότι η μάχη για την οποία θυσίασε τα παιδιά του, η μάχη για μια κοινωνία με σεβασμό και κανόνες, δεν νικήθηκε ποτέ. Την χάνουμε ακόμα. Ή ίσως να είναι μια υπενθύμηση. Ότι αυτή η μάχη είναι καθημερινή. Και μακάρι να είναι μόνο η μάχη χαμένη. Και όχι ο πόλεμος. Σας ευχαριστώ που για ακόμη μια φορά περπατήσατε μαζί μου και σε αυτόν τον δρόμο.

Συνεχίστε να με ακολουθείτε και να γνωρίσετε την πόλη Και κάτι τελευταίο Στο bio μου μπορείτε να βρείτε και την καινούργια εφαρμογή Για να ακούτε όλα τα επεισόδια Και να έχετε την εικόνα στο χάρτη της πόλης Να είστε όλοι καλά Στεφανίδης over and out

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00