1157 To πάθος της υπερηφάνειας 📄💬🔖
Ομιλίες A' Μητροπολίτη Λεμεσού ΑθανάσιουΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Τι είναι η υπερηφάνεια; Θεωρείται από τους Πατέρες σαν αιτία όλων των πτώσεων, όλου του κακού, ρίζα και γέννημα.
Ηχογραφήθηκε: Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2006
Για την απομαγνητοφώνηση (📄) πατήστε εδώ, ή χρησιμοποιήστε το σύνδεσμο για τη σελίδα επεισοδίου από την εφαρμογή σας.
Αυτό το επεισόδιο περιέχει υπότιτλους (💬). Μπορείτε να τους προβάλετε χρησιμοποιώντας μια εφαρμογή συμβατή με Podcast 2.0 ή μια εφαρμογή που υποστηρίζει τη λειτουργία στίχων.
Τα ακόλουθα κεφάλαια (🔖) έχουν προστεθεί στο αρχείο. Μπορείτε να μεταβείτε σε οποιοδήποτε από αυτά χρησιμοποιώντας τη λειτουργία κεφαλαίων στην εφαρμογή σας. Για iPhones συνιστούμε το Overcast και για τα Android το Podcast Addict.
00:00 Προσευχή.
00:36 Εισαγωγή.
01:17 Τι είναι η υπερηφάνεια.
02:19 Ο Θεός και ο υπερήφανος.
03:29 Πως θεραπεύεται.
04:32 Εκ φύσεως υπερήφανοι.
05:17 Βασιλιάδες, όχι δούλοι.
05:43 Ο πιο δυστυχισμένος.
07:03 Η Κλίμακα του Αγ. Ιωάννου.
07:43 Ο 23ος λόγος της Κλίμακας.
08:16 «Άρνησης του Θεού».
09:36 Ουσία της αμαρτίας.
10:19 «Εφεύρεσης των δαιμόνων».
10:47 «Εξουδένωσης ανθρώπων».
13:31 Ο ατάραχος μοναχός.
14:30 Τα σκουλήκια.
15:25 «Μητέρα κατακρίσεως».
17:25 Άλλο η κρίση, άλλο η κατάκριση.
18:48 «Απόγονος των επαίνων».
19:40 Δεν με θυμήθηκε/πρόσεξε.
20:46 Η ντροπή.
22:09 Η ομπρέλα.
24:15 Το ζαχαροπλαστείο.
25:29 Η άνεση του γ. Ενώχ.
26:37 Ο γ. Ενώχ στο γιατρό.
29:41 Ο γ. Ενώχ κ’ το τυροπιτάδικο.
31:20 Η απλότητα του γ. Ενώχ.
33:05 «Απόδειξη ακαρπίας».
33:18 «Διώχνει τη βοήθεια του Θεού».
33:57 «Πρόδρομος της τρέλας».
34:37 «Πηγή θυμού».
35:44 Ουαί και αλίμονο.
37:07 Θύμωναν στη φαντασία τους.
38:02 «Θύρα υποκρισίας».
38:55 «Φύλακας αμαρτημάτων»
39:34 «Δημιουργός ασπλαχνίας».
41:25 «Πικρός κριτής».
42:44 Γλυκύτητα του γ. Παϊσίου.
43:37 «Απάνθρωπος δικαστής».
44:01 Ο Σολομών και το μωρό.
44:31 Η δικαιοσύνη του Θεού.
45:54 Τα σταφύλια του γέροντα.
47:01 Ένα τρίβολο αγκάθι.
48:15 Τέλος ομιλίας.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
[Προσευχή] [παύση] Είχαμε μιλήσει τις προηγούμενες φορές για τα δύο πάθη, τα μεγάλα πάθη, τα οποία πολεμούν τον άνθρωπο, που ήταν... είπαμε, η φιλαργυρία και... η φιλαυτία. Και τώρα θα δούμε το άλλο πάθος, που είναι το μεγαλύτερο από όλα τα πάθη, και το οποίο γεννά και τα πάθη τα υπόλοιπα, το οποίο είναι το πάθος της υπερηφανείας.
[απευθύνεται στο κοινό] Είναι πραγματικά... όπως είναι αδύνατον να πεις τι είναι ταπείνωσης, να ορίσεις την ταπείνωση, έτσι είναι αρκετά δύσκολο, δεν ξέρω αν είναι και αδύνατο, να πεις έτσι έναν ορισμό για την υπερηφάνεια. Τι είναι η υπερηφάνεια; Γι' αυτό κάθε φορά που έχομε να πούμε για την υπερηφάνεια κάτι, καταφεύγομε σ’ αυτά που οι Πατέρες είπαν σαν δείγματα της υπερηφανείας.
Γιατί θεωρείται από τους Πατέρες η υπερηφάνεια σαν αιτία όλων των πτώσεων. Όλων των πτώσεων. Και όλου του κακού, ρίζα και γέννημα, είναι η υπερηφάνεια. [παύση] Στη Γραφή λέγει ότι ο Θεός «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται». Ίσως είναι... από τις μοναδικές ή η μοναδική περίπτωση, όπου φαίνεται τόσο σκληρός ο Θεός μέσα στη Γραφή.
Δηλαδή όχι μόνο δεν ευλογεί τον υπερήφανο, όχι μόνο δεν συμπράττει μαζί του, όχι μόνο τον εγκαταλείπει ας πούμε, έτσι τον αφήνει τον υπερήφανο, αλλά αντιτάσσεται στον υπερήφανο. Δηλαδή τι σημαίνει αντιτάσσω; Το καταλαβαίνετε έτσι; Στέκομαι μπροστά του και τον σπρώχνω να πάει πίσω. Δεν τον αφήνω να κάνει βήμα. Τον σπρώχνω πίσω.
Τον πολεμώ δηλαδή αυτόν τον υπερήφανο. Σκεφτείτε πόσο δύσκολο πράγμα είναι, να σε πολεμά ο Θεός. Να ανθίσταται ο Θεός εσένα. Στην υπερηφάνεια, ο Θεός ανθίσταται. Ο Θεός «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται». Στέκει μπροστά τους και δεν τους αφήνει να πάνε μπροστά. Γιατί; Από κακία; Θίγεται ας το πούμε ο Θεός; Όχι. Γιατί δυστυχώς, η υπερηφάνειά μας, ο εγωισμός μας δηλαδή, δεν θεραπεύεται εάν δεν συντριβεί.
Δεν θεραπεύεται. Πρέπει να σπάσει. Είναι σαν να έχεις μια πέτρα, που τι θα της κάνεις της πέτρας; Δεν μαλακώνει ας πούμε, δεν... όσο και αν την ποτίζεις, όσο και αν τη χαϊδεύεις, όσο και την παρακαλείς, δεν γίνεται. Λοιπόν, η πέτρα σπάζει. Όταν σπάσει και γίνει χίλια κομμάτια τότε διαλύεται. Και ο υπερήφανος άνθρωπος δεν θεραπεύεται.
Μόνο σπάζει. Και το ότι ο Θεός στέκει μπροστά του και αν κοιτάζεται σ' αυτόν είναι ακριβώς για να σπάσει αυτή την «επηρμένην οφρύν» όπως λέγει και η λέξης, το επηρμένο φρόνημα του υπερηφάνου ανθρώπου, και να το συντρίψει, για να καταλάβει, να συνέρθει, να έρθει σ' εαυτόν, να καταλάβει τι του γίνεται. Βέβαια, όπως κάθε φορά, πριν ερευνήσομε το πάθος αυτό της υπερηφάνειας, βλέπομε πως λειτουργούσε αυτό το πάθος, πριν γίνει πάθος.
Δηλαδή, πώς είμαστε όταν μας έπλασε ο Θεός. Ναι, πράγματι, εκ φύσεως είμαστε υπερήφανα όντα, αλλά με την καλή έννοια. Δηλαδή, ο Θεός μας έκανε άρχοντες, έτσι. Μας έκανε αρχοντόπουλα ο Θεός. Μας έδωσε τη δυνατότητα να άρχομε πάσης της χτίσεως. Έκαμε αυτόν τον κόσμο όλον, και τον έδωσε στα δικά μας χέρια. Και έκαμε τον άνθρωπο βασιλιά της χτίσις.
Και είμαστε πλασμένοι να είμαστε βασιλιάδες. Και είμαστε πλασμένοι ελεύθεροι. Δεν είμαστε πλασμένοι να είμαστε δούλοι κανενός. Άρα μέσα στην ελευθερία που επλάστηκα και μέσα στη θέση που έχω, ναι έχω αυτή την αρχοντιά και την άνεση που μου δίνει η δημιουργία μου. Όμως, δεν παρέμειναν τα πράγματα έτσι, έσπασε αυτή η ομορφιά που μου έδωσε ο Θεός.
Και διεστράφη η καλή εκείνη θέσης, η καλή άποψης του πράγματος, διεστράφη και έγινε πλέον υπερηφάνεια και εγωισμός. Ο οποίος κυριολεκτικά κατασκοτώνει τον άνθρωπο, τον κατασκοτώνει. Ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος του κόσμου είναι ο υπερήφανος. Ο υπερήφανος δεν μπορεί ποτέ ούτε να χαρεί, ούτε να αγαπήσει τον άλλον άνθρωπο, ούτε να τον αποδεχτεί, ούτε- κανέναν απολύτως.
Είναι ο πιο δούλος από όλους τους δούλους. Γιατί είναι δουλωμένος μέσα στον φοβερό πάθος του εγωισμού και της υπερηφανίας του. Ποτέ δεν μετανοεί. Πάντοτε δικαιολογείται. Πάντοτε έχει άλλοθί. Πάντοτε έχει κάποιο λόγο. Ποτέ δεν κάμνει λάθη. Μπορεί να λέει ότι έκαμα λάθος, αλλά κατά βάθος δεν το αποδέχεται. Ο υπερήφανος άνθρωπος είναι κλεισμένος μέσα στα σίδερα του ατομισμού του, και είναι καταδικασμένος να είναι μόνος του.
Ο υπερήφανος με κανέναν δεν κοινωνεί, γιατί ζει μέσα στην κόλαση της μοναξιάς του και του εγωισμού του. Αλλά, επειδή... για να πούμε για την υπερηφάνεια θέλει μεγάλη σοφία. Γι' αυτό κάθε φορά δανείζομαι, από το λόγο του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος του Σιναΐτου, που έγραψε έναν ωραίο λόγο, τον [23ο] λόγο της Κλίμακος, αυτό το ωραιότατο, το περίφημο, ιατρικό εγχειρίδιο της πνευματικής εν Χριστώ ζωής.
Που λέγεται Κλίμαξ, σκάλα δηλαδή. Αυτό σημαίνει κλίμακα, σκάλα. Κάθε σκαλοπάτι μιλάει και για ένα συγκεκριμένο θέμα. Το [23ο] λοιπόν σκαλοπάτι το αφιερώνει στην υπερηφάνεια. Και μας λέγει πολλά πράγματα για το τι είναι η υπερηφάνεια. Για να καταλάβομε και εμείς τι είναι αυτό το πάθος. Και είναι τόσο... πολυδιάστατο, τόσο ε...
πολυκέφαλο, που δεν μπορείς με έναν ορισμό να το πετύχεις. Θα σου φύγει από αλλού. Πρέπει να πεις χίλια πράγματα για να πετύχεις το κέντρο αυτού του φοβερού αυτού πάθους. Λέγει λοιπόν ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στον [23ο] λόγο περί υπερηφανίας. Τι είναι η υπερηφάνεια, λέγει. Η υπερηφάνεια είναι – θα σας το διαβάζω στα Νέα Ελληνικά, γιατί τα αρχαία που είναι τόσο ωραία, όμως μπορεί να μην τα καταλαβαίνετε.
Η υπερηφάνεια λοιπόν είναι, άρνησης του Θεού. Την ονομάζει άρνηση του Θεού. Γιατί; Ο υπερήφανος αρνείται τον Θεό; Ναι, τον αρνείται τον Θεό. Γιατί δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από αυτόν. Ο ίδιος είναι Θεός του εαυτού του. Μπορεί να μην το παραδέχεται θεωρητικά, αλλά θεοποιεί τον εαυτόν του. Ίσως αυτή η θεοποίηση του εαυτού μας, να είναι και ένας από τους καλύτερους ορισμούς για το τι σημαίνει η υπερηφάνεια.
Θεοποίηση όλου του είναι μας. Της γνώμης μου, της άποψης μου, της προσωπικότητάς μου, του ονόματός μου, της θέσης μου, της δύναμής μου, της κοσμικής μου δύναμης, της πνευματικής μου δύναμης, οποιασδήποτε άποψη του εαυτού μου. Θεοποιώ τον εαυτό μου, και αρνούμαι τον Θεό. Και δεν μπορώ να έχω εμπιστοσύνη στον Θεό. Ο υπερήφανος άνθρωπος δεν εμπιστεύεται τον Θεό.
Γιατί εμπιστεύεται τον εαυτόν του και όλα όσα είναι γύρω του. Όπως λέγαμε, ποια είναι η ουσία της αμαρτίας. Η ουσία της αμαρτίας είναι ακριβώς ότι σε βγάζει από τον στόχο ο οποίος έχει σαν κέντρο τον Θεό και σου βάζει άλλους στόχους. Γιατί η φιλαργυρία είναι αμαρτία; Γιατί σου δίνει την ελπίδα σου όχι στον Θεό αλλά στα χρήματα.
Η φιλαυτία, γιατί σου δίνει την ελπίδα σου στην αγάπη του εαυτού σου, του σώματος σου, της ζωής σου, ξέρω ‘γω των πραγμάτων που σε περιβάλλουν. Η υπερηφάνεια λοιπόν είναι άρνησης του Θεού, γιατί σε βγάζει από το να έχεις απόλυτη ελπίδα στον Θεό και σχέση με τον Θεό, και αντί του Θεού τοποθετεί τον εαυτό του ο άνθρωπος.
Είναι άρνησης του Θεού. Είναι εφεύρεσης των δαιμόνων. Τι άλλο θα ήταν; Είναι εφεύρεσης των δαιμόνων. «δαιμόνων εὕρημα» λέει στα αρχαία. Είναι δαιμονική εφεύρεσης, και πάει πιο κάτω, είναι εξουδένωσης των ανθρώπων. Ο υπερήφανος άνθρωπος εξουδενώνει τον άλλον άνθρωπο. Μετά πολλής ευκολίας τον κάνει τον άλλον άχρηστο. Είτε με τα λόγια του, είτε με τα έργα του, είτε και με ένα βλέμμα του ακόμα. Έτσι, ξέρετε ότι είναι πολύ εύκολο να σκοτώσεις τον άλλον και με το βλέμμα σου.
Είτε με τη ζωή σου, με την ύπαρξή σου. Ακόμα ξέρετε, ακόμα και με την καλή μας ζωή μπορεί να σκοτώσομε τον άλλον άνθρωπο. Με ποια έννοια το λέω αυτό; Όταν δεν προσέχομε. Και εμφανίζομε τρόπον τινά την καλοσύνη του εαυτού μας, σ’ έναν άνθρωπο που έχει χίλια προβλήματα. Βλέπετε ο Θεός όταν έγινε άνθρωπος, δεν ήρθε σε εμάς να μας θαμπώσει με την αγιότητά του.
Δεν επαρουσιάστηκε να λάμπει υπέρ τον ήλιο, με τη θεϊκήν του δόξα και τη θεϊκήν του αγιότητα. Αλλά έκρυψε όλη την υπόσταση της θεότητάς του μέσα στην ταπείνωση της ανθρωπίνης φύσεως. Ο ταπεινός άνθρωπος δεν φαίνεται πουθενά. Δεν θαμπώνει τον άλλο, δεν κραυγάζει, δεν φωνάζει να λέει χίλια πράγματα. Είτε με την αρετή του είτε με οτιδήποτε.
Ο ταπεινός άνθρωπος κρύβεται. Ζει ήσυχα, όμορφα. Ποτέ δεν νομίζει ότι είναι κάτι άλλο από τους άλλους ανθρώπους. Και έτσι δεν εξουδενώνει ποτέ κανέναν. Ο υπερήφανος εύκολα εξουδενώνει τον άλλον. Ποιος είναι εκείνος; Και γιατί είναι εκείνος; Και ποιος είσαι εσύ; Και τέτοια πικρά λόγια τα οποία, είτε λέμε, είτε τα πιστεύομε πολλές φορές.
Ακούει κανείς καμιά φορά κάποιες συνταγές. Κάποιος άνθρωπος ας πούμε είναι πληγωμένος από κάποιον άλλο. Και βέβαια του λέμε, περιφρόνα τον, μην του δίνεις σημασία. Τι είναι εκείνος και θα κρίνει εσένα; Τι είναι εκείνος και θα σου πει εσένα αυτά τα πράγματα; Και νομίζομε ότι θεραπεύομέ τον τον πληγωμένο άνθρωπο. Όχι μόνο δεν τον θεραπεύομε, αλλά του αυξάνομε τις προϋποθέσεις να γίνει χειρότερο από ό,τι ήταν προηγουμένως.
Δεν θεραπεύεται έτσι ο άνθρωπος. Με το να εξουδενώνει τον πλησίον του. Με το να κάμνει τον άλλο σκουπίδι μπροστά στον εαυτό του για να νομίζει ότι κάτι είναι. Σας είπα κάποτε μια ιστορία που τη λέγει στον Αββά Δωρόθεο, ε... για κάποιον ασκητή, έναν μοναχό, ο οποίος στο κοινόβιον, δεν εθύμωνε ποτέ του. Του έκαναν οι άλλοι πατέρες παρατηρήσεις ελέγχους επιπλήξεις εκείνος τους άκουγε απαθώς.
Ο Αββάς Δωρόθεος τον είδε, και λέει, αυτός ο μοναχός πρέπει να είναι πολύ ενάρετος για να μη θυμώνει ποτέ του, και να αντιμετωπίζει τις επιπλήξεις και τις παρεμβάσεις και τις κακίες, έτσι αταράχως. Κάποια στιγμή λοιπόν που κάτι έγινε μες το μοναστήρι και κάποιοι επέπλητταν εκείνον τον μοναχό, και αυτός αταράχως άκουγε, τον πλησίασε ο Αββάς Δωρόθεος, και του λέγει, πες μου αδελφέ, πώς τα καταφέρνεις και είσαι τόσο ατάραχος όταν οι άλλοι σε επιπλήττουν;
Λέει, τι, τους σκύλους θα λάβω υπόψη μου; Όταν το άκουσε αυτό λέει, έφρυξε. Καταπληγώθηκε και λέει, αυτό ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να απαντήσει. Γιατί ενόμιζε ότι αντιμετώπιζε τους άλλους με ταπείνωση, αλλά τους εξουδένωνε μπροστά του, λέει, εγώ είμαι αυτός που είμαι, θα λάβω υπόψη μου τα σκουλήκια ας το πούμε. Το ακούμε καμιά φορά έτσι, τα σκουλήκια θα λάβω υπόψη μου;
Εγώ είμαι αετός, δεν έχω να λάβω άλλους ανθρώπους υπόψη, άλλα όντα. Αυτό βέβαια είναι απερίγραπτη αθλιότητα της ψυχής του ανθρώπου. Η εξουδένωση λοιπόν των ανθρώπων, είναι δείγμα της υπερηφάνειας. Όταν βλέπεις τον εαυτό σου να εξουδενώνει άλλους, τότε κατάλαβε ότι έχεις μέσα σου αυτήν την αρρώστια της υπερηφάνειας. Και πάει πιο κάτω.
Μητέρα της κατακρίσεως. Η υπερηφάνεια γεννά την κατάκριση. Γιατί κρίνει τον άλλο άνθρωπο συνέχεια. Τον κατακρίνει. Όχι τον κρίνει, τον κατακρίνει. Τον καταδικάζει τον άλλο άνθρωπο. Τον πετάει στην άκρη. Τον βγάζει άχρηστο. Τον καταδικάζει. Γιατί; Γιατί είναι αυτός κριτής των πάντων. Γιατί δεν εβίωσε ότι και εσύ είσαι άνθρωπος όπως και οι άλλοι.
Και εκείνος σαν άνθρωπος όπως και εσένα. Έστω κι αν κάμνει λάθος, έστω κι αν κάμνει πράγματα άσχημα, γιατί τον κατακρίνεις; Εσύ δεν έκαμες λάθη στη ζωή σου; Εσύ δεν επλήγωσες άλλους; Εσύ δεν έκαμες πράγματα άσχημα στη ζωή σου; Πώς δικαιούσαι να κατακρίνεις τον άλλο άνθρωπο τη στιγμή που κι εσύ είσαι όμοιος άνθρωπος με εκείνον, και έχεις τα ίδια ελαττώματα που είχε και εκείνος, υπό άλλη μορφή, υπό άλλες περιστάσεις, αλλά είναι το ίδιο.
Πώς κατακρίνεις τον αδερφό σου; Ο ταπεινός άνθρωπος δεν κατακρίνει ποτέ κανέναν, γιατί ξέρει ότι όλοι είμαστε άνθρωποι. Και να τον δει τον άλλο με τα μάτια του να αμαρτάνει, δεν τον κατακρίνει. Δεν λέει ότι, τι ωραία πράγματα κάμνει ο άλλος, δεν είναι ανόητος ο ταπεινός. Όχι, ξέρει τι κάμνει, ξέρει πολύ καλά τι κάμνει, δεν τον κατακρίνει όμως.
Γιατί ξέρει ότι όλοι είμαστε το ίδιο, άνθρωποι. Και ενώπιον του Θεού είμαστε όλοι ακάθαρτοι. Μπορεί να μην έκαμα το ίδιο που κάμνει ο άλλος. Μπορεί εκείνος να σκότωσε και εγώ να μη σκότωσα. Εντάξει. Στο εξωτερικό φαινόμενο μπορεί να μην έκαμα το ίδιο, έκαμα όμως χίλια άλλα, παρόμοια, και χειρότερα, ή με άλλον τρόπο. Άρα, πώς μπορώ εγώ, που είμαι και εγώ το ίδιο, ένοχος και κατάδικος ενώπιον του Θεού και υπόδικος να κρίνω τον άλλο γιατί κάμνει αμαρτίες;
Άλλο η κρίσης, και άλλο η κατάκρισης. Κρίση έχομε όλοι οι άνθρωποι, και πρέπει να έχομε κρίση. Είμαστε λογικά όντα. Αν δεν έχω κρίση, πώς θα επιλέξω το αγαθό στη ζωή μου; Πώς θα πω ότι αυτό το πράγμα είναι καλό, και αυτό είναι κακό, και διαλέγω το καλό. Σημαίνει κρίνω. Πώς θα πω ότι αυτοί οι άνθρωποι με βοηθούν, με ωφελούν, είναι καλοί άνθρωποι, και γίνομαι μαζί τους φίλος, και δέχομαι βοήθεια.
Και να πω ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν με ωφελούν, με βλάπτουν. Δεν τους κατακρίνω, δεν λέω... δεν τους καταδικάζω, αλλά όμως με βλάπτουν, γιατί είναι αδύνατοι άνθρωποι, γιατί είμαι και εγώ χειρότερα αδύνατος, και εκ της αδυναμίας μου βλάπτομαι από αυτούς τους ανθρώπους. Είναι κρίσης. Πώς θα κρίνω να πω ότι αυτό είναι αλήθεια και αυτό είναι ψέμα;
Διαλέγω την αλήθεια και απορρίπτω το ψέμα. Κρίνω. Χρειάζεται η κρίσης. Η κατάκρισης όμως είναι αμαρτία. Το να καταδικάσεις τον άλλον άνθρωπο, αυτό είναι αμαρτία. [παύση] Είναι μητέρα της κατακρίσεως λοιπόν η περηφάνια. Γεννά την κατάκριση. Όταν βλέπομε ότι κρίνομε, τότε πρέπει να καταλάβομε ότι έχομε τη μητέρα της κατάκρισης μέσα μας.
Απόγονος των επαίνων. [παύση] Μητέρα της κατάκρισης, και παιδί των επαίνων. Έτσι. Όταν μας επαινούν, και μας λένε καλά λόγια, και μας κολακεύουν, και μας μας αρέσει, και... λέμε ας πούμε, όχι εντάξει, δεν τα δεχόμαστε ας πούμε, αλλά από μέσα μας... [ασαφής φράση] που λέμε. [ακροατήριο γελά] Και αρεσκόμαστε σ’ αυτά τα καλά λόγια, και αναπαυόμαστε ας πούμε. Και τι ωραία ας πούμε, τι ωραία λόγια που είπε για μένα ας πούμε. Και τα σκεφτόμαστε και τα ξανασκεφτόμαστε και τα ξανασκεφτόμαστε, λοιπόν όλα αυτά τα πράγματα γεννούν την περηφάνια. Κάποιος είμαι. Για να μου δώσουν σημασία, κάποιος είμαι. Δεν είναι δυνατόν να μείνει με τίποτα και να με πρόσεχαν ας πούμε. Έτσι. Όπως... καμιά φορά ας πούμε μερικοί άνθρωποι λένε, μα δεν με πρόσεξες; Συγγνώμη, δεν σε πρόσεξα. Και αμέσως σκανδαλίζεται. Δεν με πρόσεξε. Δεν μου μίλησε. Δεν με θυμήθηκε. Καλά είναι παράξενο πράγμα; Άνθρωποι είμαστε, ένα μυαλό το έχομε εκείνο το καημένο. Πόσα να προλάβει, πόσα θα θυμηθεί; Άντε. Ε βέβαια. Εμένα δεν με πρόσεξε. Ενώ μερικούς άλλους... πρόσεξέ τους. Εγώ πήγα να του μιλήσω, και μίλησε με την άλλη ας πούμε. Δεν μου είπε τίποτε. Πόσα έχω εγώ τέτοια. Έχω πάθει πού είμαι εκ φύσεως ε... απρόσεχτος, ούτε βλέπω ποιος είναι μπροστά μου ας πούμε. Μπορεί να ‘ναι ξέρω ‘γω ένας γνωστός άνθρωπος και να μην καταλάβω ποιος είναι. Και φεύγουν οι άνθρωποι και σκανδαλίζονται [ότι] δεν τους μιλώ, δεν τους βλέπω ξέρω ‘γω, χίλια πράγματα. [παύση]
Αυτό το σημείο, ξέρετε, το είπα και άλλες φορές. Ένα σημείο της υπερηφανίας μας είναι αυτό το οποίο καμιά φορά μας γεννά και την εντροπή, με την κακή έννοια. Ντρέπομαι να πάω κάπου, γιατί λέω θα με δουν όλοι εμένα. Γιατί να σε δουν εσένα; Γιατί να σε δουν εσένα; Ή μπαίνω στην εκκλησία, το λέμε, το ακούμε έτσι; Το είπαμε πολλές φορές, δεν πάω στην εκκλησία λέει. Γιατί; Δεν πάω στην εκκλησία. Γιατί να πάω στην εκκλησία; Να κοιτάζουν όλοι εμένα; Χαρά στο πρόσωπο. [ακροατήριο γελά] Χαρά στην προσωπικότητα η οποία μόλις εισέρχεται εις την εκκλησία, δια της έκπαγλου παρουσίας της, όλοι στρέφονται σ’ αυτό το πρόσωπο. Μα τι ιδέα περί του εαυτού μας έχομε μερικές φορές. Καλά είναι δυνατό όλοι να στραφούμε σ’ εσένα; Και όλοι και τα χίλια άτομα μέσα στην εκκλησία; Πού σε είδανε εσένα μόλις μπήκες από την πόρτα; Ε είναι δυνατόν; Αν νομίζεις δηλαδή ότι όλοι σε είδαν. Ποιος σε είδε; Και ποιος σε πρόσεξε;
Ο ταπεινός άνθρωπος έχει τη ζωή του εύκολη. Πανεύκολη. Περνά οπουδήποτε. Πάει οπουδήποτε, δεν ενοχλείται. Δεν πιστεύει ότι τον προσέχει κανένας. Και γιατί να με προσέξει εμένα κάποιος; Και ποιος να μου δώσει σημασία; Και τι είμαι εγώ; Και γιατί; Ξέρετε πόσο εύκολη είναι η ζωή μας έτσι; Εγώ να σας εξομολογηθώ ταλαιπωρήθηκα από αυτή την ψωροπερηφάνια, που λέμε, γιατί τρεπόμουνα πάρα πολύ. Όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο και πήγα στο Άγιον Όρος, τρεπόμουν πολύ ας πούμε, πάρα πολλά πράγματα.
Και ξέρετε, στο Άγιον Όρος οι παλαιότεροι αγιορείτες δεν είχαν τέτοια... τέτοιες ας πούμε... έτσι... πράγματα. Μπορούσαν να κυκλοφορήσουν οπουδήποτε, και να μην ντραπούν. Μια φορά θυμάμαι, που έβρεχε στη Θεσσαλονίκη. Έβρεχε πάρα πολύ, και είμαστε στην πόρτα της πολυκατοικίας, και περιμέναμε τον γέροντα να έρθει να πάμε κάπου να... για μια δουλειά. Εντάξει, εμείς ας πούμε... Να μη μας δει ο ένας, να μη μας δει ο άλλος, να μη μας σχολιάσει ο άλλος ο άλλος ο άλλος... Βλέπομε από μακριά μια ομπρέλα κόκκινη με κάτι μαργαρίτες άσπρες, και από τη μέση και κάτω ένα ράσο να περπατά. [ακροατήριο γελά] Λέω του άλλου του μοναχού που ήταν μαζί μου, σίγουρα είναι ο γέροντας αυτός. [ακροατήριο γελά] Έρχεται εκεί, ποιος ήταν κάτω από την ομπρέλα; Ο γέροντας μας. - Γέροντα, τι είναι αυτή η ομπρέλα; - Τι είναι; Τι έχει η ομπρέλα; - Είναι γυναίκεια. - Ε; Γυναικεία; Ήμουν σε ένα σπίτι μου, δεν την έδωσε η γυναίκα. Να βραχούμε; - Ε, καλά, δεν είχε μια μαύρη; - Άντε καημένε τώρα... μαύρη κι άσπρη. Ομπρέλα να κάνομε τη δουλειά μας. - Πιάσε την, λέει, πήγαινε την απέναντι. Να την πιάσω την ομπρέλα να πάω απέναντι; Αποκλείεται. [ακροατήριο γελά] Να γίνω... παπί ας πούμε στις βροχές, να πιάσω τη γυναίκεια ομπρέλα να την κρατώ και να πάω απέναντι να αγοράσω πράγματα; Αποκλείεται!
Πού να... που να διανοηθώ ότι θα μπορούσα να κάνω αυτό το πράγμα; Πού να διανοηθώ. Αν είχα την ταπείνωση, θα το έκαμνα. Και ποιος είμαι εγώ; Και τι θα χάσω; Το καλό μόνο; Μα ποιος με ήξερε πρώτα απ' όλα. Ποιος με ήξερε; Και ποιος μου έδινε σημασία; Θυμάμαι μια φορά, είμαστε με έναν άλλο αδερφό, στην πολυκατοικία που μέναμε επάνω, κάτω είχε ένα ζαχαροπλαστείο. Και... λέει ο γέροντας, είχαμε ξένους, πάτε αγοράστε κάποια γλυκά να κεράσομε τους ανθρώπους. Πάμε κάτω, ποιος θα μπει στο ζαχαροπλαστείο να αγοράσει; Μπες πάτερ εσύ, όχι ντρέπομαι. Μπες εσύ, εγώ ντρέπομαι. Μπήκαμε και οι δύο μέσα, μέχρι να βγούμε γίναμε μούσκεμα στον ιδρώτα. Λες και κάναμε φόνο. Ντροπή. Γιατί; Γιατί κατά βάθος, ναι, νομίζαμε ότι κάτι είμαστε ας πούμε και ξέρω ‘γω ... να μας δουν τώρα εκεί και... μοναχούς ας πούμε να αγοράζομε πάστες ας πούμε; Έπρεπε να είμαστε- να μην... άσαρκοι ξέρω ‘γω, να μην τρώμε γλυκά και τίποτα.
Σε βασανίζει όμως αυτό το πράγμα. Όταν απελευθερωθείς από αυτά τα πράγματα, όχι να γίνεις... αναιδής, όχι αυτό, αλλά να μην είσαι άρρωστα κάτω από αυτή την υπόθεση όλη, κινείσαι άνετα με όλους τους ανθρώπους. Δεν έχεις με κανέναν άνθρωπο δυσκολία. Δεν αισθάνεσαι ότι τρέφεσαι από τη σκέψη και την άποψη του άλλου ανθρώπου. Εάν σε αγαπά καλός, εάν δεν σε αγαπά ακόμα καλύτερα. Έλεγε ο γερο Ενώχ, σας είπα για τον γερο Ενώχ άλλες φορές, ένας Ρουμάνος ασκητής, ωραιότατος, που ήρθε από τη Ρουμανία με τα πόδια. Ερχόταν εκεί, όταν ήμουν στο μοναστήρι, ήμουν θυρωρός, και για τους ξένους, ερχόταν και έλεγε, θέλω να μου δώσεις ένα ψωμί. Εγώ για τον πειράξω, του λέω, δεν έχει. Του έλεγα, δεν έχει. Λέει, άκουσε μπρε, ήταν Ρουμάνος, μιλούσε σπασμένα Ελληνικά, άκουσε μπρε, εάν μου δώσεις ένα ψωμί θα μου κάμεις καλό, αν δεν μου δώσεις ψωμί θα μου κάνεις πιο μεγάλο καλό. [ακροατήριο γελά] Του λέω καλά, θα σου δώσω ένα για να μη σου κάνω μεγάλο καλό. Το ‘παιρνε, έφευγε. Όχι; Όχι. Τίποτα ας πούμε. Καμιά δυσκολία, μιαν άνεση. Μιαν άνεση. Αυτό το γεροντάκι, σας το είπα, θα το ξαναπώ. Γιατί και μόνο που το θυμάμαι πραγματικά συγκινούμαι και χαίρομαι τι άνθρωποι σπουδαίοι ήταν αυτοί. Μες στη μακαρία εκείνη την απλότητα που ζούσαν παντού.
Πήγε στον γιατρό του. Μαζί μου πήγε στον γιατρό. Τυχαίναμε να βγαίναμε μαζί από το Όρος, πού πας παππού; Λέει, πάω στον γιατρό. Ε, να σε πάω. Τι είχε; Είχε το στομάχι του. Είχε πρόβλημα μεγάλο. Πάμε στον γιατρό, στο νοσοκομείο, του λέει γιατρός, θα σε εξετάσω γέροντα, ξάπλωσε έτσι με το ράσο, έκανε με τα χέρια του έτσι, να τον εξετάσει. Λέει, βγάλε το ράσο σου. Όχι, λέει, δεν βγάζω το ράσο μου. Ε πώς θα σε εξετάσω; Δεν... όχι, δεν βγάζω το ράσο μου. Βρε παιδί μου βγάζε το ράσο σου, άνοιξε ξέρω ‘γω το ράσο σου. Όχι όχι όχι! Αν μπορείς έτσι λέει γιατρέ καλώς, δεν μπορείς λέει φτάνει. Ε λέει ο γιατρός, δεν μπορώ, να χάνω την ώρα μου με αυτόν; Δεν μπορούμε.
Μπαίνει στο Άγιον Όρος, σε μια βδομάδα τον ξαναβλέπω. Πού θα πας τώρα παππού; Λέει, ξέρεις, είπε ο πνευματικός, ότι έχω μεγάλη υπερηφάνεια. Λέω γιατί; Λέει, πήγα στον γιατρό και δεν έβγαλα το ράσο μου. Και μου είπε ο πνευματικός, τι υπερήφανος είσαι. Εδώ ο Χριστός πάνω στον Σταυρό ξεγυμνώθηκε για να σε σώσει και εσύ ντράπηκες να ανοίξεις το ράσο σου να σε εξετάσει ο γιατρός; Από υπερηφάνεια το έκαμες. Και έτσι λέει θα πάμε στον γιατρό. Πάμε λοιπόν στον γιατρό, του λέει ο γιατρός άνοιξε το ράσο σου, αμέσως ο παππούς, άνοιξε το ράσο του. [ακροατήριο γελά] Τον εξέτασε μια χαρά. Λέει, πάτερ, ακίνητος. Ακίνητος δεν ξέρω ‘γω τι ... διάγνωση έκαμε αλλά του είπε, δεν θα κινηθείς καθόλου. Θα μείνεις στο κρεβάτι και ότι θέλεις θα στο φέρνουν στο κρεβάτι. Θέλεις ξέρω ‘γω νερό, θες... τα πάντα στο κρεβάτι.
Εντάξει. Να ‘ναι ευλογημένο γιατρέ. Εντάξει, έκατσε εκεί, σε μια στιγμή όπως ήταν έτσι με τις κουβέρτες σκεπασμένος, έφυγε ο γιατρός, έφυγαν οι νοσοκόμοι, μου λέει, διάκο, ήμουν διάκος τότε, διάκο λέει, τι είναι γέροντα; Λέει, θέλω να μου αγοράσεις δύο εφημερίδες. [ασαφής] αφού Ελληνικά δεν ξέρει να διαβάζει. Λέω, σημερινές; Λέει, ό,τι να είναι μπρε. Δύο εφημερίδες θέλω. Ε άντε, πήγα έξω, αγόρασα δύο εφημερίδες και του τις έφερα. Τι πήρε και τις έβαλε κάτω από το κρεβάτι του. Λέω, τι θα τις κάμει. Θα τις δώσει δώρο σε κανένα νοσοκόμο; Τι θα τις κάνει; Πέρασε κανένα ώρα έτσι... [ασαφής] ας πούμε... ο κόσμος από το νοσοκομείο, πετάγεται από το κρεβάτι, εγώ ήμουν απέναντι στο καναπέ, απλώθηκε τις εφημερίδες κάτω, και αρχίζει να κάμνει μετάνοιες. Αρχίζει με τον σταυρό του και κάνει μετάνοιες. Σαν ελατήριο. Τακ τακ τακ έκανε μετάνοιες. - Γέροντα, τι κάμνεις εκεί; - Ε τι κάνω εκεί. Κανόνα μου κάνω. - Δεν μπορείς να σηκωθείς από το κρεβάτι. Ο γιατρός το απαγόρευσε. - Λέει, μπρε, ο γιατρός, δεν είναι καλόγερος. Δεν ξέρει ότι πρέπει να κάνω κανόνα εγώ απόψε. [ακροατήριο γελά] Λοιπόν, είχαμε ολόκληρες ιστορίες. Το αποκορύφωμα τι ήταν; Σας το είπα την άλλη φορά. Άσε με τους σεισμούς και εκείνα όλα.
Απέναντι από εκεί που μέναμε από την Αγία Θεοδώρα, είχε ένα τυροπιτάδικο, τώρα έχει και στην Κύπρο τέτοια, είχε δύο κοπέλες ανύπαντρες, οι οποίες πουλούσαν τυρόπιτες, και γάλατα. Ο παππούς εντωμεταξύ απένταρος. Ακτήμων, δεν είχε τίποτα. Επήγαινε στεκόταν έξω από το τυροπιτάδικο εκεί, και κοιτούσε τις τυρόπιτες. Τον έβλεπαν εκεί, του λένε, τι είναι γέροντα, τι θέλετε; Λέει, τυρόπιτος, το τυρόπιτος λέει τον πουλάτε. Λέει, ναι. Πόσα είναι; 50 δραχμές. Λέει, μπορείτε να μου δώσετε ένα τυρόπιτο και εγώ να κάνω 50 δραχμές προσευχή για εσάς; [ακροατήριο γελά] Εντάξει. Καλές κοπέλες. Πάρε γέροντα δεν χρειάζεται. Πάρε μια τυρόπιτα. Όχι λέει, πρώτα προσευχή και ύστερα θα φάω τυρόπιτα. Καθόταν λοιπόν εκεί στην αγωνιά και άρχισε και έλεγε προσευχές προσευχές προσευχές. Τους λέει λοιπόν σε μια στιγμή, τι θέλετε να παρακαλέσω το Θεό, να σας ακούσει; Ε του λέει μια αστειευόμενη, ε πάτερ μου, έστω και τώρα να παντρευτούμε. Λέει, δεν είναι καλύτερα να γίνετε καλογριές; [ακροατήριο γελά] Λέει όχι. Δεν θέλω να γίνομε καλογριές. Καλά. Ε πήγαινε τέλος πάντων μην τα πολυλογούμε, του έδιναν τυρόπιτες οι κοπέλες, ο παππούς έκανε τις προσευχές του εκεί κάθε μέρα, να μην τα πολυλογούμε σε κανένα χρόνο παντρεύτηκαν οι κοπέλες εκείνες. Δεν ξέρω από τις τυρόπιτες του γερο Ενώχ, αλλά μίαν απλότητα θαυμαστή. Μία απλότητα, παντού. Έμπαινε οπουδήποτε μπορείτε να φανταστείτε. Οπουδήποτε μπορεί να φανταστείτε μπορούσε να πάει να μπει. Εάν δεν τον είχα από δίπλα μου, χάνε του. Πηγαίναμε στον δρόμο. Έβλεπε ξέρω ‘γω ... άσε με τα φώτα. Τη νύχτα. Να θέλει να βγούμε στην Εγνατία να δει τα φώτα. Έβλεπε τα φώτα. Έβλεπε τα αυτοκίνητα. Μα τι ωραία λέει, δόξα σοι ο Θεός, τι φώτα είναι αυτά! Τι είναι αυτά τα πράγματα.
Παιγνίδια, παιδικά παιγνίδια στις βιτρίνες. Να κάθεται εκεί να τα βλέπει, να γελά, να κάνει ολόκληρο σαματά, εκεί αυτά. Του έκαμε ένας- του έδωσε ένας σαν παγωτό, ολόκληρη υπόθεσης με το παγωτό. Του έλεγε έναν χρόνο. Μετά διηγείτο στο Άγιον Όρος ότι πήγα Θεσσαλονίκη και έφαγα ένα παγωτό! [ακροατήριο γελά] Ερωτούσε τους άλλους, εσύ έφαγες παγωτό; Όχι. Απλότης. Η ζωή τους άνετη, άνετη. Γιατί; Γιατί είναι ταπεινοί άνθρωποι. Δεν είχαν... ταμπού, δεν είχαν έτσι για τον εαυτό τους τίποτα. Ο ταπεινός άνθρωπος είναι άνετος άνθρωπος. Και κοντά του αναπαύονται όλοι. Και αυτός αναπαύει όλους ανεξαιρέτως. Γιατί είναι κλίνη αναπαύσεως.
Είναι λοιπόν η υπερηφάνεια απόγονος των επαίνων. Όταν μας επαινούν, δυσκολεύομε τη ζωή μας, χτίζομαι είδωλα για τον εαυτό μας, νομίζομε κάποιοι είμαστε και σκλαβωνόμαστε εκεί μέσα. Και ταλαιπωρούμαστε και εμείς ταλαιπωρούμε και τους άλλους. Είναι απόδειξη ακαρπίας. Είναι απόδειξη ότι δεν έχεις τίποτα. Είσαι άκαρπος. Το ότι είσαι υπερήφανος αποδεικνύεις ότι δεν έχεις κανένα καρπό μέσα σου. Τίποτα απολύτως.
Φυγαδευτήριο της βοήθειας του Θεού. Διώχνει τη βοήθεια του Θεού η υπερηφάνεια. Ποτέ δεν ελκύει τη βοήθεια του Θεού. Για ποιο λόγο; Γιατί ποτέ ο υπερήφανος δεν καλεί τον Θεό σε βοήθεια. Ποτέ δεν αισθάνεται ότι έχει ανάγκη να τον βοηθήσει ο Θεός. Πάντοτε αισθάνεται αυτάρκης. Ούτε συμβουλή από κανέναν έχει ανάγκη να πάρει, ούτε βοήθεια από κανέναν έχει ανάγκη να δεχθεί, ούτε να δει τον άλλον έχει ανάγκη. Όλα τα ξέρει, σε όλα είναι αυτάρκης, σε όλα είναι ικανός, δεν έχει τίποτε ανάγκη από κανένα.
Πρόδρομος της παραφροσύνης, πρόδρομος της τρέλας. Ο υπερήφανος άνθρωπος τρελαίνεται. Έχει τόση ιδέα για τον εαυτό του και τόση πίστη σε αυτά τα οποία λέγει και στο οποία πρεσβεύει και ξέρω ‘γω διακηρύττει, που πραγματικά γίνεται σαν τρελός. Δεν καταλαβαίνει τίποτα. Μόνο αυτά που λέει εκείνος, μόνο αυτά τα οποία πιστεύει εκείνος, μόνο σε αυτά που κινείται εκείνος. Είναι τρελός ο άνθρωπος αυτός. Η υπερηφάνεια είναι πρόδρομος της παραφροσύνης.
Είναι πηγή του θυμού. Εδώ είναι που μας πιάνει όλους. Είναι πηγή του θυμού. Βλέπεις μέσα σου τον θυμό, τέλειωσε. Μην ψάχνεις, μη διερωτάσαι. Η πηγή του θυμού είναι η υπερηφάνεια. Θυμώνεις, ίσον υπερηφάνεια. Δεν είναι δυνατόν ο υπερήφανος άνθρωπος να μη θυμώνει. Ούτε είναι δυνατόν αυτός που θυμώνει να μην είναι υπερήφανος. Γιατί ο ταπεινός, έστω και αν του πουν χίλια πράγματα, και να τον υβρίσουν και να τον εξευτελίσουν, και να του αντισταθούν σε αυτά που λέγει, δεν θυμώνει. Γιατί; Γιατί δεν είναι... πώς να πούμε, εμπαθώς προσκείμενος σε αυτά τα οποία πιστεύει και λέγει. Έχει ειρήνη μέσα του. Δεν χαλάει η ειρήνη του, γιατί κάποιος τον αμφισβήτησε, ή κάποιος τον πρόσβαλε, ή κάποιος τον εμείωσε, ή κάποιος τον αδίκησε, ή κάποιος τον κατηγόρησε, ή κάποιος τον συκοφάντησε. Όλα αυτά τα πράγματα, είναι σαν καπνός. Δεν πιάνουν την καρδιά του ταπεινού ανθρώπου.
Αντίθετο ο υπερήφανος, ουαί και αλίμονο. Ουαί και αλίμονο. Και μόνο με την υποψία ότι τον περιφρόνησες, μπορεί να γίνει έξω φρενών. Έχω δει ανθρώπους παιδιά, επωνύμους, μεγάλα αναστήματα της κοινωνίας ας πούμε, που έγιναν έξω φρενών, και έφυγαν από... δείπνα, και από εκδηλώσεις και από αυτά, γιατί έκατσε κάποιος πιο μπροστά από εκείνους. Τι τον έβαλε εκείνον μπροστά από μένα; Εγώ προηγούμαι. Γιατί τον έβαλε εκείνον εκεί; Γιατί επήγε εκείνος μπροστά μου; Και συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Φεύγουν, ας πούμε. Έτσι, φεύγει, γίνεται γελοίος, γίνεται ρεζίλι στον άλλο κόσμο ας πούμε. Έτσι, γιατί ξέρω ‘γω έκατσε εκείνος εκεί και δεν εκάθισε αυτός, γιατί πήγε εκείνος μπροστά και δεν πήγε τούτος, γιατί του έδωσαν του άλλου μια θέση και δεν του το έδωσαν εκείνου, και γελοιοποιείται, γελοιοποιείται. Και γίνεται φωτιά. Και μέσα σε αυτή τη ζάλη του θυμού όλη, δεν καταλαβαίνει τι κάνει. Λέει λόγια, λέει πράγματα, και λες... τι μας κάμνει αυτό το πράγμα, αυτός ο θυμός όλος, ο οποίος γίνεται πραγματικά σαν μια μέθη μέσα στο μυαλό μας και δεν ξέρομε τι μας γίνεται. Γιατί τάχα μας περιφρόνησαν.
Μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει σε τόσο σημείο, που και μόνο με τη σκέψη του, έχω δει ανθρώπους, που έκαμναν φανταστικά σενάρια ας πούμε, σε ώρες που είχαν χρόνο ίσως, πιθανόν, δεν ξέρω που το έκαμναν, εσκέφτονταν ξέρω εγώ ότι κάποιος συμμαθητής τους ή συνάδελφός τους ή ξέρω ‘γω, είπε κάτι για αυτούς. Φανταστικά τώρα, στο μυαλό τους. Και θύμωναν στη φαντασία τους, και γίνονταν θηρία εναντίον του άλλου και γέμιζαν νεύρα ας πούμε και δεν είχε τίποτα, ήταν φανταστικά όλα. Σκέφτηκε ότι είπε έτσι. Του λες, ρε, μα τι κάνεις έτσι ας πούμε. Δημιουργείς μόνος σου ολόκληρο παραμύθι και στο τέλος γίνεσαι έξω φρενών; Σε πιάνουν τα νεύρα, επειδή τάχα ο άλλος πήγε μπροστά σου; Ο άλλος που ξέρει, ο άλλος δεν είναι τίποτε. Είναι τόσο το πάθος αυτό μέσα στον άνθρωπο, που τον αιχμαλωτίζει και κάνει το μυαλό του σαν το καβουρντιστήρι.
Η υπερηφάνεια είναι θύρα της υποκρίσεως, της υποκρισίας. Η πόρτα της υποκρισίας. Ο υπερήφανος άνθρωπος είναι αυτός ο οποίος δεν θέλει τον εαυτόν του όπως είναι, αλλά τον... καλλωπίζει εξωτερικά να φανεί, τον ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων. Τι θα πούνε οι άλλοι για μένα; Να ‘χω καλή γνώμη, να μη φανώ ξέρω ‘γω τώρα ότι ε... θύμωσα ας πούμε, να κάνω ότι χαμογέλασα ας πούμε. Και ξέρετε από κάτι τέτοια χαμόγελα με δόντια ας πούμε που ου... να φας στον άλλον ας πούμε αλλά προσπαθεί να πεις ότι ξέρω ‘γω ένα χαμόγελο ας πούμε. Από μέσα σου βράζεις και γίνεσαι έξω φρενών, αλλά για να μη χαλάσεις την καλή σου εικόνα, το ίματζ που λένε, [ακροατήριο γελά] της εποχής αυτή η λέξη. [παύση] Η υπερηφάνεια είναι φύλακα στους αμαρτημάτων. Φυλάσσει τις αμαρτίες. Φυλάσσει τις αμαρτίες μας. Γιατί; Γιατί η περήφανος δεν μετανοεί ποτέ του. Δεν έχει ανάγκη να μετανοήσει. Όλα τα ‘καμε καλά, όλα είναι καλά, όλα τα ξέρει, όλα τα έχει τακτοποιημένα, όλα τα έχει μέσα του ας πούμε τόσο όμορφα και ωραία, δεν έχει ανάγκη να μετανοήσει. Για ποιο λόγο να μετανοήσει; Αφού είναι όλα καλά σ' αυτό. Τα φυλάττει και τις αμαρτίες του, διπλωμένες, σιδερωμένες, στο μπαούλο του, μόνο με τη διαφορά της παίρνει μαζί του, δυστυχώς.
Δημιουργός της ασπλαχνίας. Η υπερηφάνεια δεν σε αφήνει να ευσπλαχνίσεις τον άλλον άνθρωπο. Δεν σε αφήνει να λυπηθείς στη λύπη του άλλου. Γιατί γίνεσαι σκληρός. Γίνεσαι πολύ σκληρός, και δεν λυπάσαι τον άλλον άνθρωπο. Και να πω και εδώ κάτι... το να λυπάσαι με τον άλλον, είναι και λίγο ανθρώπινο. Έτσι, ένας πονεμένος άνθρωπος, θλιμμένος, ταλαιπωρημένος, πικραμένος, φυσικό να λυπάσαι και εσύ μαζί του. Έχει μια δόση φυσικής σχέσης. Το να χαίρεσαι με τον άλλον όμως τη χαρά του, είναι ανώτερο και αυτό είναι το πνευματικό. Το να λυπάσαι με τον λυπημένο, είναι το ανθρώπινο. Το να χαίρεσαι με τους χαρούμενους, αυτό είναι πνευματικό. Έτσι, κέρδισε ο άλλος ένα εκατομμύριο λύρες. Και έρχεται και σου λέει, ξέρεις, κέρδισα ένα εκατομμύριο λύρες. Λες, αχ, εγώ τις έχασα, δεν τις εκέρδησα ας πούμε. Τον τυχερό, κέρδισε ένα εκατομμύριο λύρες. Ε, μπορούσα να κερδίσω και εγώ, ή τουλάχιστον από μισά; Ας πούμε.
Εντάξει, εγώ χαίρομαι, χάρηκα πάρα πολύ, πάρα πολύ χάρηκα που το άκουσα και που σας είδα και χάρηκα πάρα πολύ. Από μέσα μας όμως... μύλος, μύλος, μύλος. Που να χαρίσεις με τη χαρά του άλλου ανθρώπου, που να χαρίσεις στην επιτυχία του άλλου ανθρώπου, που να ευτυχήσεις στην ευτυχία του άλλου ανθρώπου. Που να πούμε για το μεγαλύτερο, να χαρείς τη χαρά του εχθρού σου, και να ευτυχήσεις στην ευτυχία του εχθρού σου, που πολύ θα ήθελες να τον έβλεπες να βασανίζεται, αντί να έχει ευτυχία.
Είναι λοιπόν δημιουργός της ασπλαχνίας η υπερηφάνεια, είναι άγνοια της συμπάθειας, δεν ξέρεις να συμπαθείς τον άλλον άνθρωπο, είναι πικρός κριτής, κρίνεις τον άλλον με πικρά λόγια, πικρά λόγια. Στο Άγιον Όρος έλεγαν καμιά φορά ε… έτσι σε συνάξεις που γινόνταν της Ιεράς Κοινότητας ή ξέρω ‘γω των... Σκητών και των Μονών, καμιά φορά άμα είχε κανένα που ήταν έτσι πικρός και αυστηρός στα λόγια του, έλεγαν, είχε μια φράση έτσι αγιορείτικη, γλύκανε λίγο πάτερ, γλύκανε λίγο το λόγο σου. Εντάξει, έκαμε ένα λάθος ο άλλος άνθρωπος, έκαμε λάθος. Είναι ανάγκη να βγεις με αυτή την πικρία όλη να τον εξουδενώσεις; Εντάξει, ωραία, δεν δεχόμαστε αυτό που έκαμε, καταδικάζομε αυτό το λάθος που έκαμε, πες το με ένα γλυκόν λόγο, γλύκανε λίγο τον λόγο σου, μην είσαι πικρός κριτής του άλλου ανθρώπου. Δεν τον φτάνει τον άλλο η ταλαιπωρία του και η δυστυχία του, γίνεσαι και εσύ πικρός ας πούμε και του ποτίζεις όξος και χολή πάνω στη δική του δυστυχία;
Και... ξέρετε, ο γέροντας Παΐσιος, αυτός ο μεγάλος άγιος, όταν μιλούσε για άλλους ανθρώπους, ακόμα και για τον χειρότερο άνθρωπο, σου μιλούσε με τέτοιον τρόπο που σου τον έκαμε συμπαθέστατο, συμπαθέστατο. Με τόση γλυκύτητα περιέγραφε ακόμα και τις δυσκολίες των άλλων ανθρώπων, μέχρι που και που τον διάβολο τον καημένο, δεν τον έλεγε διάβολο, για να μην τον προσβάλλει. Το θεωρούσε- να μην τον πούμε διάβολο να τον προσβάλλομε, τον έλεγε ταγκαλάκι. Δηλαδή... και νομίζεις ότι ήταν κάτι συμπαθητικό πράγμα ας πούμε το διαβολάκι, το οποίο είναι τόσο συμπαθητικό που στο τέλος δηλαδή σκεφτόσουν να... να τον απορρίψεις ας πούμε, ή να τον μισήσεις. Δεν έλεγε... ούτε ήθελε να τον ονομάζει σκληρά και πικρά λόγια.
Είναι πικρός κριτής λοιπόν η υπερηφάνεια. Είναι απάνθρωπος δικαστής. Τάχα είναι δίκαιος, και αποδίδει δικαιοσύνη, και παίρνει μια μάχαιρα και χραπ σε κόβει στη μέση. Δεν τον ενδιαφέρει τίποτε. Να αποδώσει το δίκαιο, το δίκαιο. Μα το δίκαιο, τι είναι το δίκαιο δηλαδή; Να σκοτώσεις τον άλλον άνθρωπο; Έτσι όπως εκεί στην περίπτωση του Σολομώντος, που διεκδικούσαν το μωρό οι δυο μάνες, και για να δείξει τι σημαίνει ο Σολομών μάνα και να δείξει και τη δικαιοσύνη την ανθρώπινη, λέει, εντάξει, το διεκδικάτε και οι δυο; Δεν μπορείτε να αποδείξετε ποιου είναι; Ωραία, πάρτε το μαχαίρι, χραπ, κόψτε το στη μέση και πιάστε από μισό. Ε βέβαια τότε ο λόγος του δικαστή γινόταν αμέσως. Παίρνουν τη μαχαίρα να το κόψουν, η μάνα λέει όχι! Ας το πάρει, δεν πειράζει. Καλύτερα να ζήσει παρά να το κόψουν στη μέση.
Ο απάνθρωπος δικαστής αυτός είναι, δεν τον ενδιαφέρει. Εν ονόματι της δικαιοσύνης, σκοτώνει τον άλλον άνθρωπο. Απάνθρωπος! Νομίζει ότι αποδίδει δικαιοσύνη. Ενώ ο Θεός δεν είναι έτσι. Γι' αυτό λέγει ένας Αββάς, ο Αββάς Ισαάκ, μην πεις τον Θεό ποτέ δίκαιον. Ο Θεός δεν είναι δίκαιος. Γιατί; Γιατί λέει πώς θα πεις τον Θεό δίκαιον αφού ο Θεός ανατέλλει τον ήλιο επί δικαίους και αδίκους και βρέχει επί αμαρτωλούς και αγίους; Έπρεπε να βρέχει μόνο στους αγίους, και όχι στους αμαρτωλούς, και να ανατέλλει τον ήλιο μόνο στους δικαίους, όχι στους αδίκους. Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, ο Θεός είναι αγάπη, έχει άλλη δικαιοσύνη ο Θεός. Η δικαιοσύνη του Θεού δεν είναι σου δώσ' ένα δώσ' του ένα. Σου δώσ' ένα, μη το δώσεις τίποτα. Δώσε καλό αντί κακού. Τι δικαιοσύνη ανθρώπινη είναι αυτή; Δεν μπορεί να είναι δικαιοσύνη. Σου πήρε τα ρούχα σου; Πάρ' τον στο δικαστήριο το ανθρώπινο. Η δικαιοσύνη του Θεού, δώσ' του και τα υπόλοιπα. Πόσα παραδείγματα τέτοια γεμάτο το γεροντικό που τους έκλεβαν τα πράγματα τους, πήγα λέει του κλέψαν’ τα πράγματα του, και άφησαν ένα ράσο στην άκρη, και τους έτρεχε λέει, πάρτε το και αυτό, το ξεχάσατε. Έτσι.
Λοιπόν μια φορά είχαμε ένα γεροντάκι που του έκλεβαν κάποιοι ψαράδες τα σταφύλια του. Έλειπε λοιπόν, επέστρεφε, ο γερο Θεοφύλακτος, και είδε ότι ήταν... στο ένα κληματάκι που είχε εκεί στο καλυβάκι του, του έκλεβαν τα σταφύλια του. Και ο καημένος για να μην τους προσβάλλει, πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα.... σ’ ένα δέντρο μέσα, και περίμενε να τα κόψουν όλα, να φύγουν, και μετά να εμφανιστεί. Και έμεινε πάνω στο δέντρο τρις-τέσσερις ώρες, τους παρακολουθούσε, να μην τους προσβάλλει. Καταλάβατε; Αυτή είναι η δικαιοσύνη του Θεού.
Η υπερηφάνεια είναι αντίπαλος του Θεού, όπως είπαμε προηγουμένως, και ρίζα της βλασφημίας. Ανοίγει το στόμα του, ο υπερήφανος, και όποιον πάρει ο χάρος. [παύση] Ε, θα συνεχίσομε την άλλη φορά μάλλον γιατί δεν έχομε το χρόνο. Ναι ας σταματήσομε καλύτερα να δούμε το θέμα αυτό έτσι πιο... πιο αναλυτικά. [παύση] Πάντως, έτσι για να βάλομε μια τελεία, είναι τόσο λεπτό αυτό το θέμα της υπερηφανίας μέσα μας, που λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, η υπερηφάνεια μοιάζει σαν την άκανθαν την τρίλοβο, που έχει τρία αγκάθια, και όπως τη ρίξεις πάντα ένα αγκάθι είναι πάνω. Δηλαδή, τόσο εύκολα μπορεί να πιάσει τον άνθρωπο, τόσο εύκολα μπορεί να πληγώσει και να τραυματίσει τον άνθρωπο, που πραγματικά χρειάζεται πολύ προσοχή στον άνθρωπο, μέχρι, που να βρει αυτό το πανεύκολο, αλλά και τόσο δύσκολο ταυτόχρονα, μέγα δώρο της ταπεινώσεως. Ο ταπεινός είναι πραγματικά πανελεύθερος, άνετος, ήσυχος, ειρηνικός, δεν έχει καμία δυσκολία, απολύτως καμία δυσκολία. Ούτε αυτός ούτε οι άλλοι άνθρωποι. Όταν δυσκολεύομε τους άλλους, και δυσκολεύομε τον εαυτό μας, να μην ψάχνομε να φορτώνομαι στους άλλους τις αιτίες. Ας κοιτάξομε καλύτερα το δικό μας εαυτό γιατί αυτή είναι η ρίζα των μεγάλων κακών.
Να βάλομε όμως εδώ μια τελεία στο θέμα, θα συνεχίσομε την άλλη φορά, απλώς μόνο να δω μήπως η άλλη φορά είναι Καθαρά Δευτέρα; [ανακοινώσεις, προσευχή, απόλυση]
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα