Skip to content
PodBase
1158 Tα γνωρίσματα της υπερηφάνειας 📄💬🔖

1158 Tα γνωρίσματα της υπερηφάνειας 📄💬🔖

Ομιλίες A' Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου
Φεβρουάριος 27, 2026 00:52:48
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Οργή, αντιλογία, ανταρσία, ιδιορρυθμία, αλαζονεία, φθόνος, πικρία, όλα αυτά τα πράγματα τα οποία καθημερινά δυστυχώς πολλές φορές μας ταλαιπωρούν, δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα συμπτώματα της υπερηφάνειας.

Ηχογραφήθηκε: Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2006

Για την απομαγνητοφώνηση (📄) πατήστε εδώ, ή χρησιμοποιήστε το σύνδεσμο για τη σελίδα επεισοδίου από την εφαρμογή σας.

Αυτό το επεισόδιο περιέχει υπότιτλους (💬). Μπορείτε να τους προβάλετε χρησιμοποιώντας μια εφαρμογή συμβατή με Podcast 2.0 ή μια εφαρμογή που υποστηρίζει τη λειτουργία στίχων.

Τα ακόλουθα κεφάλαια (🔖) έχουν προστεθεί στο αρχείο. Μπορείτε να μεταβείτε σε οποιοδήποτε από αυτά χρησιμοποιώντας τη λειτουργία κεφαλαίων στην εφαρμογή σας. Για iPhones συνιστούμε το Overcast και για τα Android το Podcast Addict.

00:00 Εισαγωγή/Περίληψη
01:43 «Η κενοδοξία»
02:38 «Εξουδένωση πλησίον»
04:03 Στο πλαίσιο της κοσμικής ζωής
04:52 Ο αστυνομικός
05:39 Στην Εκκλησία/Ιατρική
06:41 Ο καθηγητής στην τάξη
08:13 Ο εγκληματίας
09:13 «Αναιδής φανέρωσης κόπων»
09:52 «Εσωτερικός αυτοέπαινος»
10:29 Φαινόμενο μέσης ηλικίας
11:19 Αυτοέπαινος στην εξομολόγηση
12:17 «Μίσος ελέγχων»
13:46 Ο ζυμωμένος στην ταπείνωση
14:20 Ο ενάρετος καθηγητής
16:12 Η απάντηση ενός γέροντα
17:34 Ο υπό κάτω όλων δεν πέφτει
18:26 «Άρνηση της βοήθειας του Θεού»
19:17 Φαρισαϊκή συμπεριφορά
20:16 «Όπου πτώσης κ’ υπερηφάνεια»
21:02 «Αναπληρώνει τα άλλα πάθη»
21:32 «Αντιλέγει με σφοδρότητα»
22:07 Ανδρεία ψυχής
22:44 Αντίδραση χωρίς έλεγχο
23:31 Η σωστή αντίδραση
24:08 Ο επίσκοπος που δεν έβριζε
25:50 Τι είναι/δεν είναι ανδρεία
28:45 «Θέλει να διατάζει»
29:25 «Απώλεια πνευματικού πλούτου»
30:28 «Ωφέλεια η υποταγή»
31:00 Υποταγή κ’ καθημερινή ζωή
32:11 Ευκαιρία να κόψεις το θέλημα σου
33:30 «Σκληρή διαγωγή»
33:49 «Ανάγνωση βίων Αγίων»
34:36 Ο υπερήφανος κ’ ο γ. Παΐσιος
35:09 Σύγκριση με τους Αγίους
36:33 Η «ανάκριση» της υπερηφάνειας
37:28 Συντριβή καρδίας από υπακοή
38:24 Το κέλυφος
39:12 Υπερηφάνεια μέσα από αρετές
40:12 «Η οργή»
40:46 «Η καταλαλιά»
41:29 «Η πικρία»
42:45 «Βλασφημία/υποκρισία/μίσος»
43:19 «Ο φθόνος»
44:04 Το μαλωμένο μωρό
45:02 «Η αντιλογία/ιδιορρυθμία»
45:51 Κάνει το δικό του
46:58 Επίσκεψη στον ναό
47:47 Ο ιδιόρρυθμος άνθρωπος
49:04 Ακτινογραφία του εαυτού μας
50:00 Συμπτώματα, πως τα θεραπεύομε
50:35 Παράνοιες, αρχή αφροσύνης
51:42 Προσγείωση κ’ κρίση
52:05 Τέλος ομιλίας

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Μ. Αθανάσιος: Καλησπέρα, καθίστε. Καλή Σαρακοστή. [παύση] Την προηγούμενη φορά μιλήσαμε για την υπερηφάνεια, και είχαμε διαβάσει μερικά πράγματα από τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, και... θα προσπαθήσομε και σήμερα να συνεχίσομε λίγο έτσι τη μελέτη αυτού του κειμένου, γιατί είναι κάτι που... όλους μας χρειάζεται και όλους μας εγγίζει, και είναι καλό να τα βλέπομε στον εαυτό μας.

[παύση] Λέγει λοιπόν εδώ στο δεύτερο... ας πούμε, δεύτερη παράγραφο. Αφού είπαμε προηγουμένως... περιγράψαμε, έλεγε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τι είναι η υπερηφάνεια; Είναι- το έναν είναι η θύρα της υποκρίσεως, είναι στήριγμα των δαιμόνων, είναι χίλια δυο πράγματα, πικρός κριτής, απάνθρωπος δικαστής, αντίπαλος του Θεού, ρίζα της βλασφημίας, λέγει συνέχεια, «αρχή της υπερηφανίας είναι το τέλος της κενοδοξίας.»

Μέσον, «η εξουδένωση του πλησίον, ...» «... η αναιδής φανέρωσης των κόπων μας, ...» «... ο εσωτερικός αυτοέπαινος, το μίσος των ελέγχων.» Και τέλος, «... η άρνηση της βοηθείας του Θεού, ...» «... η εξύψωση της δικής μας ικανότητος, ...» «... η δαιμονική συμπεριφορά». Λέγει λοιπόν εδώ ο Άγιος ότι «αρχή της υπερηφάνειας ...»

«... είναι το τέλος της κενοδοξίας». Η κενοδοξία, το να θέλεις πράγματα, ας πούμε, το να ποθείς τη δόξαν, την κενή δόξα, τη μάταια δόξα, και αυτός ο πόθος της ματαίας δόξας, είναι η αρχή της υπερηφανείας. Που η υπερηφάνεια είναι κάτι ευρύτερο που έχει μέσα όλα αυτά, την οίηση, την κενοδοξία, την έπαρση, την αλαζονεία, όλα αυτά τα πράγματα, όλα μαζί αποτελούν την υπερηφάνεια, για να μπορέσομε έτσι λίγο να καταλάβομε.

Αρχίζει λοιπόν η υπερηφάνεια απ' αυτό το γεγονός ότι ο άνθρωπος ζητά την ψεύτικη δόξαν, διψά να δοξάζεται, διψά να είναι κάτι. Στη συνέχεια προχωράει η υπερηφάνεια και έχει τα εξής συμπτώματα. «Την εξουδένωση του πλησίον». Το... να εξουδενώνεις τον άλλον άνθρωπο, χωρίς να τον λαμβάνεις υπόψη, χωρίς να σε ενδιαφέρει, χωρίς να τον λογαριάζεις.

Να τον κάμεις σκουπίδι ας πούμε τον άλλον άνθρωπο, να τον διαλύσεις κυριολεκτικά και να μη σε ενδιαφέρει τίποτα, να μην τον λογαριάζεις καθόλου. Όποιος κι αν είναι αυτός ο άνθρωπος. Αυτό το πράγμα, αυτή η κίνησης προς τον άλλον άνθρωπο, το να τον εξουθενώνεις και το να χαίρεσαι επειδή τον εξουθένωσες. Τον έκαμα ας πούμε και δεν ήξερε τι να πει, ή τον έκαμα ας πούμε, τον διέλυσα.

Το λέμε καμιά φορά, έτσι, το ακούμε καμιά φορά, το υφιστάμεθα πολλές φορές, λέμε ας πούμε, του απάντησα με τέτοιον τρόπο που τον εδιέλυσα, τον εξουθένωσα. Αυτό το να χαίρεσαι ας πούμε γιατί πράγματι έκαμες αυτό το «κατόρθωμα», μπορεί μεν από την κοσμική έννοια να είναι νίκη, αν το πει κανείς έτσι, όμως εις την πνευματική ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ένδειξης σοβαρή για την ύπαρξη της υπερηφανίας.

Το να εξουδενώνεις τον πλησίον. Και όταν χρειάζεται ακόμα, δηλαδή κάποιος άνθρωπος έχει κάποια θέση, είσαι διευθυντής ας πούμε κάπου, έχεις ε... μια ευθύνη, για μιαν επιχείρηση, για ένα σπίτι, για... οτιδήποτε, που καμιά φορά είναι ανάγκη να επιβάλλεις... κάτι, στους ανθρώπους οι οποίοι είναι κάτω από τη δική σου επιβλέψη, ή ακόμα είναι ανάγκη και να... ε...

επιβάλλεις συνέπειες σε κάποιον άνθρωπο. Διότι σίγουρα, για να λειτουργήσει κάτι όπως είναι τα δεδομένα τα ανθρώπινα σήμερα, ασφαλώς, δυστυχώς, χρειάζονται και αυτοί οι τρόποι. Πέστε ότι είμαι ξέρω ‘γω αστυνομικός. Τι θα κάμω; Από καλοσύνη θα λέω στους ανθρώπους ότι, κοιτάξτε, αν θέλετε τρέχετε ας πούμε μέχρι 50 χμ, 100 ας πούμε, αν θέλετε. Αν θέλετε και παραπάνω, να είναι ευλογημένο, τρέξτε όσο θέλετε. Από καλοσύνη.

Πιάνω τον ένα ας πούμε... λέει, γιατί τρέχεις παιδάκι μου ας πούμε τόσα πολλά χιλιόμετρα; Δεν το ξέρεις ότι δεν είναι ένα ωραίο πράγμα τούτο; Εντάξει, πήγαινε στο καλό. Ε, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Δηλαδή, ε... υπάρχουν θέσεις στις οποίες πρέπει να επιβάλλεις συνέπειες, πρέπει να επιβάλλεις το ορθόν. Είσαι δικαστής, ξέρω ‘γω, είσαι οτιδήποτε.

Ακόμα και στην Εκκλησία, και στην Εκκλησία. Υπάρχουν περιπτώσεις που επιβάλλεται κάποια ας πούμε... αυστηρότητα, μια τομή. Και στην ιατρική... επιστήμη είναι... ο γιατρός προσπαθεί να σώσει ξέρω ‘γω τον ανθρώπινο, που καμιά φορά για να σώσει όλον τον άνθρωπο, κόβει ένα μέλος του ανθρώπου, για να μην καταστραφεί όλος ο άνθρωπος.

Αυτό βέβαια, μπορεί να γίνει, και μπορεί να επιβάλλεις το ορθόν και το πρέπον, αλλά πάντοτε χωρίς να εξουθενώνεις τον άλλον άνθρωπο. [παύση] Προσπαθώ να το φτιάξω, αλλά θα το εξουθενώσω στο τέλος. [παύση] Είναι ένα πολύ λεπτό σημείο αυτό, πάρα πολύ λεπτό σημείο, και πάρα πολλοί άνθρωποι, ερχόμαστε όλοι μας σε αυτή τη δυσκολία. Δηλαδή...

τι κάμνομε εδώ; Εάν πράγματι, μες την καρδιά μας βασιλεύει η αγάπη, και δεν κινούμαστε εμπαθώς προς τον άλλον άνθρωπο, έτσι, ένας καθηγητής, μπαίνει στην τάξη μέσα, δεν μπορεί να επιβάλλει την πειθαρχία. Τα μωρά παίρνουν τον αέρα του και κάμνουν την τάξη ανάστατη. Και έχομε τέτοιες περιπτώσεις. Τις θυμόμαστε και εμείς από τον καιρό που είμαστε μωρά.

Ε... όταν καταλαβαίναμε ότι ο καθηγητής μας ήταν μαλαχτός, δεν μπορούσε να επιβληθεί, και τι δεν εγίνετο μες εκείνη την τάξη. Χάος. Το αποτέλεσμα ούτε εμείς εμαθαίναμεπου ούτε οι άλλοι που θέλαν να μάθουν μάθαιναν, και ταλαιπωρούσαμε προφανώς και τον δάσκαλο. Επιβάλλεται ο καθηγητής να επιβάλλει την τάξη. Να φωνάξει, να επιτιμήσει, να...

ξέρω ‘γω να βρει τρόπους να επιβάλλει την τάξη μέσα στην αίθουσα. Αυτό μπορεί να το κάμει, χωρίς να κινείται όμως εμπαθώς απέναντι στους άλλους ανθρώπους, με εμπάθεια, αλλά γιατί πρέπει να κάμει κάτι το οποίο ουσιαστικά βοηθά τους άλλους, δεν τους κακοποιεί. Και όταν ακόμα χρειάζεται να λάβει σοβαρές αποφάσεις, ή να επιβάλλει σ’ ένα άλλο άνθρωπο πράγματα εις βάρος του, γιατί διαπράττει λάθη ας πούμε, διαπράττει εγκλήματα, διαπράττει πράγματα τα οποία είναι πολύ βλαβερά και πολύ επικίνδυνα, ναι, ακόμα και αυτόν τον έσχατον άνθρωπον, τον κατά την κρίση των ανθρώπων τελευταίον άνθρωπον του κόσμου, εμείς οφείλομε να μην τον εξουδενώσομε.

Αλλά, μετά πολλής προσοχής και μετά πολλής λεπτότητος να επιβάλλομε το πρέπον και το ορθόν χωρίς την εξουδένωση, του άλλου ανθρώπου. Γιατί ο άλλος άνθρωπος δεν παύει να είναι αδερφός μας, να είναι εικόνα Θεού, να είναι ένας αδύνατος άνθρωπος, ο οποίος μέσα στον περιθώριο της αδυναμίας του διαπράττει αυτό το λάθος, αυτή την αστοχία.

Η εξουδένωση λοιπόν του πλησίον, είναι σύμπτωμα υπερηφανίας. Άλλο σύμπτωμα, «η αναιδής φανέρωσης των κόπων μας». Βέβαια εδώ μιλάει για τους ασκητικούς κόπους των ασκητών για τους οποίους γράφει το βιβλίο, αλλά και το να... φανερώνει κανείς ξέρεις ας πούμε εγώ έκαμα εκείνο έκαμα το άλλο, έκαμα το άλλο, έκαμα το άλλο, προκειμένου να...

παίρνει επαίνους από τους ανθρώπους και να τρέφει την κενοδοξία του, και αυτό ασφαλώς είναι σύμπτωμα της υπερηφανίας. Ο εσωτερικός αυτοέπαινος, το ότι επαινούμε από μόνοι μας στον εαυτό μας, από μέσα μας. Λέμε, μπράβο ρε παιδί μου, τι ωραία τα έκαμες ας πούμε, τι ωραία τα είπες, τι σπουδαίος άνθρωπος είσαι! Μα δεν έχει καλύτερο άνθρωπο από σένα ας πούμε.

Μην κοιτάς που έχει και μερικούς που δεν σε καταλαβαίνουν πόσο σπουδαίος είσαι. Τι ξέρουνε εκείνοι; Που μπορούν να σε καταλάβουν ας πούμε εσένα, που είσαι τόσο μεγάλη προσωπικότητα. Και 'παινεί κανείς τον εαυτόν του. Και δοθείσης ευκαιρίας βέβαια, τα λέμε και έξω. Έξω τα λέμε, έτσι. Παιδιά όσο και μας φαίνεται γελοίον αυτό που λέω, ξέρετε πόσο πραγματικό είναι;

Αυτό παρατηρείται κυρίως στην ηλικία τη δική μου. Φαίνεται ως που πάμε... μεγαλώνομε, χάνομε τον έλεγχο μας, ή αυτά που σκεφτόμαστε τα λέμε και απ' έξω μας. Ναι, δεν βρήκα νέους να αυτοεπαινούνται. Πολύ σπάνια ας πούμε. Αλλά μεσήλικες, «ων ουκ έστιν αριθμός». Και να δείτε τι ωραία τα περιγράφουν ας πούμε. Λέει, πάτερ μου ας πούμε, ρώτα όπου θέλεις.

Μα ξέρεις τι άνθρωπος είμαι εγώ; Δε... ξέρεις ας πούμε, δεν έχει άνθρωπον ας πούμε ο οποίος έχει να πει τίποτα εις βάρος μου εμένα. Είμαι... είμαι δηλαδή... μεγάλη υπόθεση, μεγάλη προσωπικότητα. [παύση] Τα λέμε καμιά φορά και τα λέμε και στην εξομολόγηση. Αυτό είναι η πιο μεγάλη τραγωδία από όλα. Που έρχεται ο άνθρωπος να εξομολογηθεί τις αμαρτίες του, και...

δεν έχει- ανοίγει την καρδιά του ο καημένος και τι να βγάλει από μέσα ας πούμε; Αυτά που έχει η καρδιά. Τον αυτοέπαινο, τον αυτοέπαινο. Και σας είπα, φτάνει σε τόσην ας πούμε... έτσι... ηδύτητα περιγράφοντας τον εαυτό του, που συγκινείται και κλαίει. Κλαίει, τρέχουν τα μάτια του ας πούμε που εθυμήθηκε πόσο καλός άνθρωπος είναι, και πόσα καλά έχει κάμει, και πόσο ας πούμε ενάρετος άνθρωπος είναι.

Που πραγματικά δηλαδή λέει κανείς, ο Θεός να μας φιλάει από τέτοια παραφροσύνη, να μη φτάσομε καμιά φορά να παραφρονήσομε σ’ αυτό το σημείο, που... να αυτοεπαινούμαστε δηλαδή. [παύση] Και άλλο σημείο υπερηφανίας, εδώ αυτό μας πιάνει όλους, το μίσος των ελέγχων. Δεν θέλομε να μας ελέγχει κανένας. Όχι. Ποιος είσαι που θα με ελέγξεις εμένα;

Εγώ μπορώ να σε ελέγξω εσένα, αλλά εσύ δεν μπορείς να με ελέγξεις εμένα. Δεν δέχομαι έλεγχο από κανένα. Έτσι, δεν δέχομαι έλεγχο από κανένα. Αυτό είναι το πιο, έτσι, το πιο... φανερό σημείο παιδιά της ύπαρξης της υπερηφανίας. Ο άνθρωπος ο υπερήφανος δεν δέχεται ελέγχο ποτέ, δεν δέχεται ελέγχο. Γιατί το να σε ελέγξει ο άλλος, σου χαλά την εικόνα σου, σου χαλά την ιδέα σου ας πούμε.

Καταστρέφει αυτό το είδωλο που έφτιαξες. Δεν το δέχεσαι αυτό το πράγμα. Είναι ένα σημείο πάρα πολύ σημαντικό για κάποιον ο οποίος θέλει να δει εάν πράγματι διακατέχεται από το πάθος της υπερηφανίας. Πόσοι καυγάδες γίνονται μες τα στα σπίτια, μες τις οικογένειες, μες τις δουλειές, παντού. Γιατί; Γιατί να με ελέγχεις; Ακόμα και τα παιδάκια ας πούμε.

Θα με ελέγχει η μάνα μου; Θα με ελέγχει ο πατέρας μου; [απευθύνεται στο κοινό] Λοιπόν, θα με ελέγχεις εσύ ας πούμε; [παύση] Και πόσο διαφορετικά είναι ο άνθρωπος ο οποίος εζυμώθηκε μέσα στην ταπείνωση, ο οποίος δέχεται αυτά τα πράγματα αταράχως. Ο άνθρωπος ο πραγματικά ταπεινός, είναι αυτός που όχι μόνο δέχεται τους ελέγχους αταράχως, αλλά παρομοίως και τους επαίνους.

Είτε τον επαινείς, είτε τον βρίζεις, παραμένει και στα δύο πράγματα στην ίδια ειρηνική κατάσταση ας πούμε. Γιατί ούτε τα με, ούτε τα δε τον αγγίζουν. [παύση] Θυμάμαι κάποτε που... έγραφαν για έναν ενάρετον άνθρωπο, ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο, στη θεολογική σχολή, αλλά ήταν ενάρετος άνθρωπος, και βέβαια τον είχαν βάλει στο μάτι διάφοροι, και έγραφαν συνέχεια αντίον του. Συνέχεια.

Ε... πάρα πολύ άσχημα άρθρα στις εφημερίδες. Όταν είμαστε να πούμε φοιτητές θυμάμαι, κάθε μέρα οι εφημερίδες της Βορείου Ελλάδος, της Θεσσαλονίκης, έγραφαν αντίον του έτσι, έτσι, έτσι, πάρα πολλά. Ε... Και υπήρχε και μια άλλη μερίδα βέβαια που τον επαινούσαν πολύ. Οπόταν αυτός δεν απαντούσε. Δεν απαντούσε. Στα πολλά, πολλά, πολλά αποφάσισε να απαντήσει μια φορά.

Και έγραψε ας πούμε ένα σημείωμα στην εφημερίδα και λέει, κοιτάξτε να δείτε κάτι. Μην κουράζεστε, μην κουράζεστε με το να με βρίζετε. Δεν έχουν σημασία για εμένα αυτά τα πράγματα. Είναι σαν να βρίζεις έναν νεκρό. Αν θέλετε να με πληγώσετε βρίζοντάς με, δεν μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα γιατί δεν πληγώνομαι. Αν θέλετε να με βλάψετε, πιο πολύ θα με βλάψετε αν με επαινείτε, παρά αν με βρίζετε.

Αλλά και εκεί λέει, έλεγε, και όταν με επαινείτε, έχω ακούσει τόσες πολλές βρισιές, που πλέον έχει το ένα εξουδετερώσει το άλλο. Δηλαδή και το με και τα δε μου είναι εξίσου ας πούμε αηδιαστικά, φορτικά, δεν τα αποδέχομαι. Πράγματι ο ταπεινός άνθρωπος δεν στέκεται σε αυτά τα πράγματα. Πήγαν κάποτε στον... σ’ έναν γέροντα, ας μην πούμε το όνομα του, σ’ ένα γέροντα, λέει, ξέρεις πάτερ μου, ήμουν σ’ ένα σπίτι και οι άνθρωποι ας πούμε έλεγαν πολύ καλά λόγια για σένα. Έλεγαν ότι είσαι άγιος άνθρωπος, ότι είσαι πολύ καλός και...

χαίρονται που σε γνώρισαν. Λέει, δόξα σοι ο Θεός, δόξα τω Θεώ. Είναι καλό πράγμα οι άνθρωποι να επαινούν τους ιερείς, τους κληρικούς, τους μοναχούς γιατί επαινώντας τους μοναχούς έχουν καλούς λογισμούς, ωφελούνται οι άνθρωποι, δοξάζεται το όνομα του Θεού. Σε καμιά ώρα πήγαν κάποιοι άλλοι, άλλοι άνθρωποι, λέει, πάτερ μου ήμουν σ’ ένα τόπο και άκουσα πως σε κατηγορούσαν, είπαν πολύ άσχημα λόγια, πάρα πολύ άσχημα λόγια.

Λέει, δόξα σοι ο Θεός που μας κατηγορούν οι άνθρωποι γιατί κατηγορώντας μας μας προφυλάσσουν από την υπερηφάνεια και μας βοηθούν στην ταπείνωση. Έτσι και στα δυο είχε την ίδια αντιμετώπιση. Δεν.. ούτε τα μεν ας πούμε του έκαναν το μυαλόν του να πάρει αέρα οι έπαινοι, ούτε και οι κατηγορίες και οι βρισιές και οι εξουδενώσεις τον εβύθιζαν μέσα στην απόγνωση.

Ούτε τα μεν ούτε τα δε. Γιατί παιδιά τελικά, ο ταπεινός άνθρωπος, έχει μια άλλη έτσι θεώρηση των πραγμάτων. Έτσι. Αναμένει από το Θεό την απάντηση και όχι από τους ανθρώπους. Και λέει και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ένα ωραίο λόγο, ότι, ε... φοβάται να πέσει λέει εκείνος που είναι ψηλά. «Ὁ ὑπὸ κάτω πάντων ὢν ποῦ πεσεῖται;» Αυτός που έβαλε τον εαυτό του κάτω από όλους, που θα πάει πιο κάτω, αφού δεν έχει.

Αφού με τον λογισμό του, με τη σκέψη του, πιστεύει ότι είναι τελευταίος άνθρωπος. Άρα, τι θα του πει ο άλλος δηλαδή, θα του πει ότι είσαι ξέρω ‘γω ελεεινός; Ωραία και δεν το πιστεύει, δεν το ξέρει, δεν το καλλιεργεί μέσα τούτο το πράγμα; Δεν τον πειράζει. Το μίσος των ελέγχων λοιπόν, το να μισάς να σε ελέγξει ο άλλος και να αντιδράς όταν σε ελέγχει, και να γίνεσαι έξω φρενών και να πληγώνεσαι, και εκείνα τα πληγώματα όλα που πληγωνόμαστε και γινόμαστε ξέρω ‘γω χάλια μαύρα, είναι ευαισθησίες αλλά είναι και ευαισθησίες οι οποίες φαίνεται ότι έχουν και μια δόση υπερηφανίας.

Τέλος δε, το σημείον αυτό, της υπερηφανίας, «η άρνηση της βοήθειας του Θεού». Δε θέλομε να μας βοηθά ο Θεός. Έτσι, αρνούμαστε τη βοήθεια του Θεού. Δεν θέλομε, δεν θέλομε να ζητήσομε τη βοήθεια του Θεού. Η εξύψωσης της δικής μας ικανότητος. Εμείς λέμε εγώ μπορώ να κάνω τα πάντα. Δεν θέλω ούτε Θεό ούτε κανένα. Κανένας δεν μπορεί να με βοηθήσει, κανένα δεν θέλω να με βοηθήσει.

Κανένα δεν θέλω να μου συμπαρασταθεί. Δεν θέλω κανένας να με λυπάται ακόμα λέμε πολλές φορές. Λοιπόν εγώ θα τα κάνω αυτά, θα τα βγάλω πέρα μόνος μου. Θα παλέψω, θα κάμω, θα τα φτιάξω, όλα αυτά, με αποτέλεσμα όλα αυτά να απαρτίζουν τη δαιμονική συμπεριφορά. [παύση] Και συνεχίζει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Ας τα ακούσομε αυτά όλοι όσοι θέλομε να διαφύγομε αυτόν τον βαθύ λάκκο.

Όσοι θέλομε να φύγομε από αυτόν τον λάκκο να το ακούσομε. Πολλές φορές το πάθος αυτό αγαπά να τρέφεται από τις ευχαριστίες που εκφράζομε στον Θεό, έτσι; Ευχαριστούμε τον Θεό, σε ευχαριστώ Χριστέ ας πούμε, που... δεν παρασύρθηκα, δεν είμαι παλιάνθρωπος, δεν είμαι το ένα δεν είμαι το άλλο, και θυμάστε εκείνον τον Φαρισαίο στο Ευαγγέλιο τι έλεγε.

Σε ευχαριστώ Θεέ μου λέει ότι κάμνω τόσα καλά έργα, έχω την υγεία μου, δεν είμαι άρπαγας, δεν είμαι μοιχός, δεν είμαι ληστής, δεν είμαι σαν τους άλλους ή σαν αυτόν τον Τελώνη. Ενώ φαίνεται λοιπόν σαν ευχαριστία, εν τούτης αποτελεί τροφή της υπερηφάνειάς μας. «Όπου συνέβηκε πτώσης, ...» «... εκεί προηγουμένως κατεσκήνωσε η υπερηφάνεια».

«Διότι το δεύτερο είναι το προμήνυμα του πρώτου». Όταν συμβαίνει η πτώσης σε έναν άνθρωπο, και όταν λέει εδώ πτώσης ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, εννοεί πτώσεις πνευματικές, σε αμαρτήματα μεγάλα, σοβαρά αμαρτήματα, εκεί προηγουμένως κατεσκήνωσε η υπερηφάνεια. Γιατί ο υπερήφανος άνθρωπος εκδιώκει τη σκέπη του Θεού, εκδιώκει από πάνω του τη Χάρη του Θεού που τον σκεπάζει, και όταν αποστεί η Χάρης, επόμενον είναι ο άνθρωπος να καταρρεύσει, να πέσει.

[παύση] «Άκουσα κάποιον αξιοσέβαστον άνδρα να λέγει, ...» «... υπόθεσε ότι είναι 12 τα πάθη». «Εάν ένα από αυτά, την οίηση, την αγαπήσεις ολόψυχα, ...» «... αυτή θα αναπληρώσει τον τόπο και τον υπολοίπων 11». Αν πεις λέγει ότι είναι 12 τα πάθη που πολεμούν τον άνθρωπο, εάν αγαπήσεις την οίηση, την υπερηφάνεια, αυτή και μόνη της είναι αρκετή να αναπληρώσει και τα υπόλοιπα.

«Ο υψηλόφρονος άνθρωπος αντιλέγει με σφοδρότητα». Έτσι, ο υπερήφανος, ο υψηλόφρονος άνθρωπος, του λες ένα, σου λέει 10, του λες 10, σου λέει 20. Είναι δηλαδή η γλώσσα του ας πούμε σαν το μυδράλιο. Δεν τον ταπεινώνεις με τίποτα. Δεν τον ταπεινώνεις, είναι τόσο... ε... πώς να πούμε, ετοιμόλογος και δεν λογαριάζει ας πούμε.

Είναι η γλώσσα του σαν το σπαθί. Σου κόβει την καρδιά σου και δεν τον ενδιαφέρει καθόλου, αντιλέγει με σφοδρότητα. «Ενώ ο ταπεινόφρονας, ...» «... δεν γνωρίζει ούτε να βλέπει τον άλλον αντιπρόσωπα». Ενώ ο ταπεινόφρονος άνθρωπος δεν θέλει καν να κοιτάξει τον άλλον άνθρωπο. Εντάξει του είπε κάτι, το αποδέχεται, όχι γιατί είναι ας πούμε το θύμα της υπόθεσης, όχι.

Ξέρετε πολλοί άνθρωποι, λένε... μπορεί να χαρακτηρίσουν κάποιον άνθρωπο, δειλό. Σου λένε είναι δειλία ας πούμε αυτό το πράμα. Τελικά ποια είναι η ανδρεία; Η ανδρεία είναι να ανοίξεις το στόμα σου και να τον λούσεις τον άλλον που πάνω ως κάτω; Να τον υβρίσεις; Ή, όταν σε βρίζει ο άλλος να κλείσεις το στόμα σου και να μην του πεις ούτε μια λέξη;

Ποιον από τα δύο χρειάζεται ανδρεία ψυχής; Το να τον υβρίσεις όταν σε βρίζει, είναι το φυσικό φαινόμενο. Δηλαδή έτσι λειτουργεί ο άνθρωπος όταν δεν έχει έλεγχο εσωτερικό μέσα του. Μου είπε μια βρισιά, θα τον βρίσω κι εγώ. Γιατί να μην τον βρίσω δηλαδή; Γιατί εκείνος είναι καλύτερος από μένα; Εκείνος είναι πιο έξυπνος από μένα;

Εκείνος δηλαδή είναι ο δυνατός κι εγώ είμαι ο αδύνατος; Μου είπε ένα θα του πω δέκα, μου είπε δέκα θα του πω είκοσι, θα του πω 50, 40, θα τον κάνω να μην ξέρει που να πάει. Αυτή είναι η αντίδρασης του εντός εισαγωγικών φυσιολογικού ανθρώπου, που δεν έχει εργασία πνευματική. [παύση] Ενώ ένας άνθρωπος που έχει εργασία πνευματική, αμέσως κρατά τον εαυτόν του, υπερβαίνει την αντίδραση του πάθους, και δεν συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο.

Γιατί δεν τον ενδιαφέρει, δεν τον ενδιαφέρει τι θα απαντήσει του άλλου ανθρώπου. Αλλά τον ενδιαφέρει να μη χάσει αυτό το οποίο απέκτησε, ή έχει, ή θέλει να αποκτήσει, μέσα στην πνευματική του ζωή. Λέγει κάποτε, μία ιστορία στη ζωή ενός αγίου της Εκκλησίας, ένας άγιος λοιπόν ο οποίος ήταν ασκητής, χρόνια, και έφτασε σε μεγάλα μέτρα πραότητας, ήταν πράος άνθρωπος, αοργησίας, δεν οργιζόταν, έγινε επίσκοπος, τον έκαναν επίσκοπο.

Εκεί που έγινε λοιπόν επίσκοπος, στην επισκοπή μια μέρα πήγαν δύο να τους δικάσει. Τότε τους χριστιανούς οι επίσκοποι κυρίως τους εδίκαζαν, κατέβαιναν στους επισκόπους για τις μεταξύ τους διαφορές. Όταν είχαμε ειδωλολάτρες πήγαιναν στο δικαστήριο. Πηγαίνοντας λοιπόν οι άνθρωποι εκεί να δικαστούν, ο επίσκοπος έκρινε την υπόθεση υπέρ του ενός οπότε ο άλλος άρχισε να τον υβρίζει, τον επίσκοπο, αφού αισθάνθηκε ότι αδικήθηκε.

Και έλεγε λόγια πολλά. Οι άλλοι εξανέστησαν. Και άρχισαν να βρίζουν και εκείνοι τον... τον επίσκοπο, του λένε, καλά δεν ακούς που σε βρίζει; Μίλα και εσύ, απάντα, κάνε κάτι ξέρω ‘γω. Τον έβριζε και ο ένας, τον έβριζαν και άλλοι ότι τάχα δεν... Λοιπόν, λέει, κοιτάξτε να δείτε κάτι. Σηκώθηκε και έβγαλε το ομόφορό του και το σύμβολο της αρχιερατικής του χάριτος που είχε, το παρέδωσε, λέει, πάρτε το, εγώ δεν θα χάσω τον κόπον τόσων χρόνων γιατί εσείς θέλετε να βρίζω.

Πάρτε το και πάτε να βρείτε άλλους που βρίζουν. Εγώ τέτοιες δουλειές δεν κάμω και έφυγε. Και πήγε στην έρημο και παρέμεινε εκεί. Δηλαδή, δεν είναι... πώς να πούμε, δεν είναι ανδρεία να συμπεριφερθείς κοσμικά. Δεν είναι ανδρεία να συμπεριφερθείς εμπαθώς. Δεν είναι ανδρεία το να κάμεις ας πούμε αυτό που σου λέει το πάθος σου.

Ανδρεία είναι να ξεπεράσεις το πάθος. Ανδρεία δεν είναι να θυμώσεις, ανδρεία είναι να είσαι πράος. Εδώ είναι η λογική του Χριστού. Εδώ είναι που λέμε πολλές φορές ότι η μετάνοια που λέει ο Χριστός, είναι αλλαγή νοοτροπίας. Έτσι, εις τον κόσμο ανδρείος είναι εκείνος οποίος τον τρέμουν όλοι, έτσι τον τρέμουν όλοι. Σου λέει... δεν μπορούμε να του πούμε λέξη τούτου.

Μόλις εμφανιστεί, επιβάλλει τον φόβο και τον τρόμο και περνά ο λόγος του. Αυτός είναι ο ανδρείος, εις την κοσμική νοοτροπία. Εις τη νοοτροπία του Θεού όμως, αυτός δεν είναι ανδρείος, καθόλου δεν είναι ανδρείος, είναι δούλος των παθών του. Ανδρείος είναι εκείνος ο άλλος, ο οποίος δεν θυμώνει, δεν οργίζεται, δεν έγινε δούλος των παθών του, έστω και αν φαίνεται εξωτερικά ότι κανένας είναι τον λογαριάζει, ή ξέρω ‘γω τον εκμεταλλεύονται, ή... ξέρω ‘γω είναι ας πούμε αδύνατος, είναι αδύναμος.

Φαίνεται ότι είναι αδύναμος, αλλά τελικά ο δυνατός εκείνος είναι. Εκείνος είναι ο δυνατός, ο οποίος θα νικήσει στο τέλος, όπως ο Χριστός παιδιά ενίκησε σε εκείνη την εσχάτην ώρα που ήταν η απόλυτη αδυναμία του. Όταν τον εσταύρωσαν, και έκαναν αυτό που ήθελαν, τότε ενίκησε ο Χριστός, όχι άλλην ώρα. Εκεί που τον εξευτέλισαν, και τον έφτυσαν, και τον εγύμνωσαν, και τον ράπισαν, και τον εμαστίγωσαν, και έφτασε στην τελεία εξαθλίωση, που τον ελυπόνταν όλοι ας πούμε, έτσι, και δεν είχε ίχνος πάνω του της ανθρώπινης ωραιότητάς του, και φάνηκε ότι έγινε τελείως άτιμος, χωρίς τίποτα τιμή και τίποτα ας πούμε υπόληψη, εκείνη την ώρα ο Χριστός ενίκησε τον κόσμο όλο.

Όχι εάν τους συνέτριβε όλους με τη Θεϊκή του δύναμη. Και εμείς καλούμαστε ακριβώς μέσα στο χώρο της Εκκλησίας, να αλλάξομε νοοτροπία. Να καταλάβομε ότι τα πράγματα σε εμάς δεν λειτουργούν όπως λειτουργούν μέσα στην κοσμική νοοτροπία. Σε μας ανδρεία είναι η πραότης. Και ο θυμός δεν είναι ανδρεία αλλά είναι δειλία, είναι...

είναι ήττα, είναι δουλεία εις το πάθος του θυμού αυτού. [παύση] Και λέγει πιο κάτω ο Άγιος Ιωάννης. [παύση] «Ο υψηλοκάρδιος άνθρωπος ...» «... επιθυμεί να άρχει», θέλει να διατάζει. [παύση] Και... αυτός ο υψηλοκάρδιος άνθρωπος με τίποτα δεν μπορεί να αποκτήσει υπακοή. Δεν θέλει να υπακούει σε κανέναν, να μην ακούει κανέναν.

Αφήνω λίγα πίσω γιατί δεν είναι... είναι πάρα πολύ ωραία αλλά δεν... δεν μπορούμε να τα πούμε όλα γιατί ο χρόνος δεν μας επιτρέπει. [παύση] Λέγει λοιπόν στη συνέχεια. [παύση] Εκείνο που καταστρέφει τον πνευματικό πλούτο του ανθρώπου, δηλαδή αν ο άνθρωπος έχει μαζέψει εκεί ένα περιεχόμενο πνευματικό, «η υπερηφάνεια είναι απώλεια του πνευματικού πλούτου ...»

«... και των ιδρώτων των πνευματικών». Και ένας πολύ γνωστικός γέροντας λέγει εσυμβούλευσε πνευματικά κάποιον υπερήφανο άνθρωπο. Και αυτό τυφλωμένος του λέγει, συγχώρεσέ με πάτερ μου, αλλά δεν είμαι υπερήφανος. Και ο πάνσοφος γέροντος του αποκρίνεται, και ποια καλύτερη απόδειξη θα μας έδινες του πάθους σου από αυτό που είπες ότι δεν είμαι υπερήφανος;

Δηλαδή... είπε του άλλου, κοίταξε, έχεις υπερηφάνεια. Λέει, όχι δεν έχω υπερηφάνεια. Και του απαντά, ποια μεγαλύτερη απόδειξη ότι το έχεις ότι αρνήθηκες το ότι έχεις την υπερηφάνεια. «Σε τέτοιους υπερήφανους ανθρώπους, ...» «... προξενεί μεγάλη ωφέλεια η υποταγή». Να δούμε τώρα τι μας ωφελεί, όχι μόνο τι είμαστε, εκείνα τα ξέρομε.

Λοιπόν τι μας ωφελεί η υποταγή. Βέβαια να πει κανείς καλά, εμείς είμαστε στον κόσμο. Τώρα τι υποταγή θα κάνομε; [παύση] Υποταγή σε πάρα πολλά πράγματα. Έτσι, βλέπομε ότι... καλά, υποταγή στον νόμο του Θεού, υποταγή στον νόμο της Εκκλησίας, στον πνευματικό μας πατέρα, εκεί είναι δεδομένη. Αλλά και στην καθημερινή μας ζωή.

Σε πράγματα τα οποία δεν μας βλάπτουν πνευματικά. Μπορεί να μας ζημιώνουν ας πούμε υλικά, ή μπορεί ξέρω ‘γω να μας ταλαιπωρούν, και... υποτασσόμαστε, κάμνομε υπομονή, ξέρω ‘γω είμαι στο αυτοκίνητο και περνούν όλοι μπροστά μου ας πούμε και με ταλαιπωρούν, και μου έρχεται ένα θυμώσω να γίνω έξω φρενών, να διεκδικήσω το δίκιο μου, και κρατώ τον εαυτό μου, και λέω, όχι, κάνε υπομονή. Εντάξει, άσ’ τον να περάσει, δεν πειράζει, μην αντιδράς, μη γίνεσαι έξω φρενών, μη γίνεσαι άνω κάτω.

Βλέπω τον άλλο που πάει μπροστά, να φανεί, να... ξέρω ‘γω να πάρει εκείνος ας πούμε τη θέση εκείνη, και το κάμνει, και το αποδέχομαι εν ειρήνη, δεν αφήνω τον εαυτό μου να γίνει άνω κάτω. Τέτοια περιστατικά από τα πιο απλά πράγματα. Είμαι στο σπίτι μου και με αναγκάζουν ξέρω ‘γω οι γονείς μου. Σου λέει, κοίταξε, πήγαινε κάμε μου αυτή τη δουλειά.

Πήγαινε κάμε μου αυτή την εξυπηρέτηση. Βοήθα λίγο ας πούμε, στις δουλειές του σπιτιού. [παύση] Μα είναι καμιά φορά να πει κανείς δηλαδή, μεγάλοι άνθρωποι μέσα σε ένα σπίτι, και λέει, ξέρεις, έχω πρόβλημα με τη μάνα μου. Γιατί; Γιατί θέλει να κάνομε δουλειές όλη μέρα. Καλά, πόσο χρόνο είσαι; 19, 20, 22. Ε καλά τις δουλειές του σπιτιού ποιος τις κάμνει μάνα μου;

Έχετε υπηρέτρια ας πούμε και τις κάμνει; Όχι. Ποιος τις κάμνει; Η μάνα μου. Ε καλά η μάνα σου δηλαδή τι είναι δηλαδή; Καλά δεν κόβει λίγο το μυαλό σου ότι πρέπει να κάμεις... Μα εγώ θέλω να... διαβάσω, θέλω να δω τηλεόραση, θέλω να κάμω. Ε, να μια ευκαιρία υποταγής, να κόψεις το θέλημά σου, να υπερβείς αυτό το οποίο θέλεις.

Να υπερβείς αυτό το οποίο εκείνη την ώρα εσύ το προτιμάς. Να το ξεπεράσεις. Είσαι κουρασμένος και έρχεται ο άλλος και σου φορτώνεται ας πούμε για ένα πράγμα. Και ενώ θα ήθελες να ξεκουραστείς, ενώ θα ήθελες να μην το κάμεις, όμως το κάμνεις. Γιατί σου το ζητά ο αδερφός σου. Γιατί ήρθε η ώρα μια περίσταση τέτοια. Αυτά όλα τα μικροπράγματα, που ο άνθρωπος ξεπερνά το εγώ του, κόβει το θέλημά του, κόβει ας πούμε τις προτιμήσεις του, είναι ευκαιρίες οι οποίες μέσα στη δική μας ζωή στα περιθώρια τα δικά μας, ευκαιρίες υποταγής.

«Ακόμα εκείνο που βοηθά τους υπερηφάνους ανθρώπους ...» «... είναι η σκληρότερη και ατιμωτικότερη διαγωγή». Βέβαια αυτό δεν μπορεί να γίνει στον κόσμο διότι... τι θα πούμε τώρα, θα πούμε σε κάποιον να μας βρίζει και να μας ταλαιπωρεί; Δύσκολο πράγμα. «Ακόμα η ανάγνωση των υπερφυσικών κατορθωμάτων ...» «... των Αγίων». «...Ίσως έτσι να υπάρξει σε αυτούς τους ασθενείς ...»

«... κάποια μικρή ελπίδα σωτηρίας». Όταν... βλέπει κανείς τους άλλους ανθρώπους τι έκαμαν για τον Θεό, και σε πόσα μεγάλα μέτρα αρετής έφτασαν, και πόσον ενάρετοι άνθρωποι έγιναν, τότε υπάρχει μια ελπίδα να ταπεινωθεί κανείς. Να πει, εγώ ποιος είμαι ας πούμε, κοίταξε τι έκαμαν αυτοί οι άνθρωποι, πόσο αγωνίστηκαν, τι επρόσφεραν, σε πόσα μεγάλα μέτρα έφτασαν.

Εγώ τι είμαι; Εγώ τα έκανα όλα αυτά τα πράγματα; Έφτασα μέχρι εκεί; [παύση] Θυμάμαι κάποτε ήρθε ένας και λέει στον πατέρα Παΐσιο, λέει, γέροντα, ό,τι και να κάμω, με πολεμά πολύ η υπερηφάνεια ας πούμε, νομίζω ότι κάποιος είμαι. Τι... τι θα κάνω ας πούμε, πώς θα το ξεπεράσω, να νομίζω ότι κάποιος είμαι; Του λέει και ο γέροντας, δίκιο έχεις βρε του λέει, κάποιος είσαι.

Λέει, εσύ δεν έκαμες τον ουρανό και τη γη βρε; [ακροατήριο γελά] Τα άστρα και το φεγγάρι και όλα αυτά τα πράγματα. Αφού εσύ τα έκαμες του λέει, κάποιος είσαι. Εκείνος κατάλαβε ότι... το να νομίζει κανείς ότι... δηλαδή εντάξει, σίγουρα κάτι είμαστε, δεν είμαστε ανύπαρκτοι, αλλά αυτή η υπερφίαλη ας πούμε αντίληψη περί του εαυτού μας, όταν τη δεις στην πραγματική της κατάσταση, είναι ανοησία. Είναι ανοησία.

Γι' αυτό όταν συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους Αγίους που ήταν ασυγκρίτως καλύτεροι από εμάς, ή ακόμα, λέω, τι είμαι εγώ δηλαδή, τι έχω κάμει ας πούμε, ή τι έχω γίνει, τι δυνάμεις έχω, και είμαι τόσο ξεχωριστός άνθρωπος από τους υπόλοιπους όπως νομίζω, και δεν ανέχομαι τίποτα, και δεν παραδέχομαι κανένα, και δεν ακούω κανένα, και δεν υποτάσσομαι σε κανένα;

Τι είναι αυτά τα πράγματα όλα, αυτές οι οξύτητες οι πνευματικές; Αυτά όλα είναι συμπτώματα της υπερηφάνειας. [παύση] Συνεχίζει λοιπόν, ο Άγιος. [μακρά παύση] Θέλω να βρίσκω αυτά που είναι πιο εξοικειωμένα με τη δική μας κατάσταση. [παύση] Λέγει λοιπόν εδώ ένα ωραίο ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Στο τέλος. Συνέλαβα κάποτε λέει αυτή την ακέφαλη πλάνη.

Παρομοιάζει τρόπο τινά ότι έπιασε την υπερηφάνεια, και... ήρθε με τη μητέρα της λέει η υπερηφάνεια, τις έδεσα και τις δύο, με τα δεσμά της υπακοής, έτσι, τις εμαστίγωσα με το μαστίγιο της ευτελείας, και της ανέκρινα με ποιο τρόπο εισέρχονται μέσα μου. Κάμνει μια παρουσίαση του εσωτερικού του κόσμου. Και τρόπον τινά ανακρίνει τώρα την υπερηφάνεια.

Και... της λέγει. Του λέγει αυτή, «εμείς δεν έχομε ούτε αρχή ούτε γέννηση». «Γιατί είμαστε εμείς οι αρχηγοί και γεννήτορες όλων των παθών». Έτσι, η υπερηφάνεια είναι η γέννησης και η αρχή όλων των υπολοίπων παθών. «Εμάς μας πολεμεί υπερβολικά ...» ... η συντριβή της καρδίας που γεννάται από την υπακοήν». Αυτή την κατάσταση την πολέμα πάρα πολύ η συντριβή της καρδιάς που γεννάται από την υπακοή.

Τι σημαίνει η συντριβή της καρδιάς, που γεννάται από την υπακοή; Ο άνθρωπος όταν υποτάσσεται, και... μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία να υπερβεί τον εαυτόν του, και να δει όλα αυτά τα χάλια που έχει μέσα του και όλες τις αντιδράσεις, πραγματικά, έχει φορές που... που ματώνει η καρδιά του ας το πούμε. Έτσι, διαλύεται η ύπαρξή του.

Αυτή η διάλυση της κατάστασής του μέσα του, είναι αυτή η οποία χτυπά κατευθείαν την υπερηφάνεια, σπάζει ο άνθρωπος. Είναι παιδιά, ξέρετε, μοιάζει το εσωτερικό μας πολλές φορές σαν ένα σκληρό κέλυφος, το οποίο πρέπει να σπάσει για να βρεθεί αυτός ο ωραίος καρπός που είναι μέσα. Για να σπάσει λοιπόν, για να συντριβεί αυτό το πράγμα, χρειάζεται να περάσει ο άνθρωπος μέσα από πολλή δυσκολία, μέσα από πολλές ασκήσεις πνευματικές, μία από τις οποίες κυριότερη είναι ακριβώς η υποταγή.

Γιατί, λέγει, εμείς δεν ανεχόμεθα κανέναν να μας εξουσιάζει. Γιατί ο υπερήφανος άνθρωπος δεν ανέχεται να τον εξουσιάζει κανένας. Αφού ο ίδιος είναι αρχηγός των πάντων. Πάντα αρχηγός και πάντοτε να διατάζει και πάντοτε να κατευθύνει. «Εμείς γεννούμε όλα τα πάθη ...» «... που αντιστρατεύονται στην ταπεινοφροσύνη». «Διότι όσα την ευνοούν είναι αντιμέτωπά μας».

Έτσι, όσα ευνοούν την ταπεινοφροσύνη, είναι αντιμέτωπα με την υπερηφάνεια. «Εμείς συνηθίζομε πολλές φορές ...» «... να εμφανιζόμεθα και μετά από την υπακοή, ...» «... από την αοργησία, από την αμνησικακία, και τη διακονία». Καμιά φορά, λέγει εδώ η υπερηφάνεια, μπορεί να εμφανιστεί και μετά από αρετές. Κάνεις μιαν αρετή ξέρω ‘γω, ε...

και μετά την αρετή έρχεται ο αυτοέπαινος. Μπράβο ας πούμε. Τώρα που μου είπε ο άλλος έτσι εγώ έκανα υπακοή, έκανα υπομονή, δεν του μίλησα, δεν το αντιλόγησα, και άρα σημαίνει ότι έχω φτάσει σε κάποια μέτρα αφού δεν του είπα τίποτα ας πούμε. Μπράβο μου. Έτσι ο αυτοέπαινος αυτός που είναι γέννημα της υπερηφανίας. «Τέκνα δικά μας ...», τα τέκνα της υπερηφανίας, τα λέει εδώ, θα τα ακούσομε.

Τα δικά της τέκνα, τα παιδάκια της, τι γεννάει η υπερηφάνεια στον άνθρωπο; Λοιπόν, πρώτο παιδί, η οργή. Άνθρωπος που θυμώνει και οργίζεται και φωνάζει δεν χρειάζεται άλλη ένδειξη ότι είναι υπερήφανος. Ο άνθρωπος που οργίζεται είναι 100%. Είναι παρουσία της υπερηφάνειας. Η οργή λοιπόν είναι τέκνο της υπερηφάνειας. Άλλο, η καταλαλιά, το να λέεις λόγια αντίον του άλλου ανθρώπου.

Να καταλαλείς. Δηλαδή να λαλείς κατά του άλλου ανθρώπου. Γιατί ο υπερήφανος άνθρωπος δεν λογαριάζει άλλον. Ούτε συμπονεί άλλον. Ούτε αποδέχεται την αδυναμία του άλλου ανθρώπου. Έστω και αν ολοφάνερα ο άλλος άνθρωπος ε... κάμνει λάθη. Δεν τον συμπονεί. Δεν του δίνει το ελαφρυντικό ότι κοίταξε, και αυτός άνθρωπος είναι όπως και εγώ. Όχι.

Τον καταλαλεί. Τον τρώει από τη γλώσσα, τον δημοσιεύει, τον θριαμβεύει, δεν τον ενδιαφέρει. Η καταλαλιά λοιπόν. Η πικρία. Έχει πικρότητα μέσα του. Καμιά γλυκύτητα, για κανέναν άνθρωπο. Σας είπα πολλές φορές εκείνο που λέγαν στον Άγιον Όρος καμιά αφορά. Άμα λέγαμε κανένα λόγο πικρό, έλεγαν τα γεροντάκια, γλύκανε λίγο πάτερ.

Γλύκανε λίγο το λόγο σου. Είπες μια κουβέντα ας πούμε. Εντάξει, είναι γεγονός ότι έκαμε κάτι που είναι λάθος ας πούμε, και είναι... πικρό το πράγμα που έκαμε. Θέλεις να το πεις, να το περιγράψεις. Ε, βάλτου και μια κουταλιά ζάχαρη μέσα ας πούμε. Είναι ανάγκη να του δώσεις να πιει ξύδι; Γλύκανε λίγο αυτό το πράγμα, δηλαδή μην είσαι πικρόλογος.

Μην είσαι πικρόλογος. Δεν ξέρω ε... νομίζω εδώ στην Κύπρο είμαστε λίγο πικρόλογοι δεν είναι; Ακροατήριο: [ασαφής] Μ. Αθανάσιος: Πώς θα το γλυκάνομε αυτό; Ε... καμιά φορά είναι και η κουλτούρα μας. Τέκνο της υπερηφάνειας, η πικρία, η κραυγή. Έτσι, αυτές οι κραυγές [ασαφής]. [ακροατήριο γελά] Τέκνο της υπερηφάνειας είναι η βλασφημία.

Δηλαδή ο άνθρωπος να βλασφημεί τον Θεό. Η υποκρισία, να μετέρχεσαι σε άλλα πρόσωπα, προσωπεία μάλλον, προσωπεία διάφορα προκειμένου να φαίνεσαι άλλος από αυτός που είσαι για να ξεγελάσεις τους ανθρώπους. Τέκνο της υπερηφάνειας είναι το μίσος. Όταν μισάς τον άλλον άνθρωπο, είναι απόδειξης ότι έχεις τη μητέρα, την υπερηφάνεια.

Ο φθόνος. Ο φθόνος. Γιατί να το έχει εκείνος εκείνο και να μην το έχω εγώ; Γιατί να συμβεί σ’ εκείνον και όχι σε εμένα; Εκέρδισε ο άλλος ας πούμε ξέρω ‘γω 300.000 λίτρες. Αχ και δεν τις κέρδισα εγώ. Ήμουν κάποτε σ’ έναν τόπο, και... ακούγαν τα νέα; Στα νέα τα λέει; Όχι στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, που λέει ότι εκέρδισε ένα λαχείο ξέρω ‘γω, ένα εκατομμύριο λίρες, και λέει, σκάζω άμα τα ακούω αυτά.

[ακροατήριο γελά] Λέει ένας. Λέω, γιατί; Ήθελες ένα εκατομμύριο λίρες; Λέει, όχι δεν τις ήθελα. Ε καλά γιατί σκάζεις; Λέει, γιατί τις κερδίζει ο άλλος και όχι εγώ; [ακροατήριο γελά] Ξέρετε πόσο- ε... ήρθε ένα παιδάκι να εξομολογηθεί. Μωράκι. Ήρθε, δεν μίλαγε του μπαμπά του. Γιατί δεν μιλάς του μπαμπά σου; Λέει, κάμναμε αταξίες με την αδερφή μου, και έδειρε μας και τους δυο.

Εντάξει αφού εκάνατε αταξίες έδειρέ σας και τους δυο. Ναι, λέει, αλλά έδωκε μου δυο παραπάνω από την αδερφή μου. [ακροατήριο γελά] Εμέτρησε τις το μωρό, και επειδή έφαγε δυο παραπάνω δεν τον συγχωρά. Αν έτρωγε ίσα ίσα... Λέω του, καλά ρε, αν έτρωγες δηλαδή- εκείνης της έδωκε πέντε [ασαφής] εμένα μου ‘δωκε εφτά. Αν σου έδινε και εσένα πέντε δεν θα ‘χες πρόβλημα;

Όχι, λέει, δεν θα ‘χε πρόβλημα. Λέω, κοίταξε, επειδή είσαι άντρας εσύ και είσαι δυνατός, και γι’ αυτό σου έδωκε δυο παραπάνω. Ε αναπαύθηκε ο λογισμός του. [ακροατήριο γελά] Αλλά βλέπεις ένα μωρό, από τότε που είναι μωρό, από μωρά ας πούμε. Μαθαίνομε δυστυχώς από μωρά. Ο φθόνος, η αντιλογία, η αντιλογία. Να λέμε... λέει μια κουβέντα, αμέσως να του απαντήσεις πίσω.

Ακόμα μια, ακόμα μια πίσω ας πούμε. Η αντιλογία. Η ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία είναι γέννημα της υπερηφάνειας. Τι σημαίνει ιδιορρυθμία; Και πώς εκδηλώνεται σε εμάς; Ο ιδιόρρυθμος άνθρωπος ποιος είναι; Αυτός ο οποίος... ας πούμε παντού θέλει να ξεχωρίζει. [παύση] Ή παντού θέλει να φαίνεται, μόνος του, και να κάμει δικά του πράγματα.

Δεν λέω για τους ανθρώπους που είναι ξέρω ‘γω ας πούμε έτσι... έχουν μια κεντρικότητα, εκ φύσεως, και τέλος πάντων δεν πολύ καταλαβαίνουν, αλλά να σας πω ένα από πολλά παραδείγματα. Πηγαίνομε έναν περίπατο. Έτσι, περπατούμε, και είμαστε μια παρέα και περπατούμε, και βλέπεις κάποιος, συστηματικά, να πηγαίνει μπροστά ή πίσω μόνος του, ή πιάνει έναν και να πηγαίνει.

Ή καθόμαστε μια παρέα ας πούμε να μιλήσομε, και κάποιος αρχίζει να μιλά με τον διπλανόν του ή με τον απέναντί του, αδιαφορώντας για το τι λέγεται στην επικοινωνία εκείνη την κοινή, και δεν τον ενδιαφέρει. Κάμνει το δικό του ας πούμε. Μιλάει και σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ιδιορρυθμία. Δεν σέβεται το κοινόν. Είμαστε δέκα άνθρωποι εδώ, καθόμαστε, μιλούμε κάτι, πρέπει να ακούσομε τι λέμε, παρακολούθα αυτά που λέμε. Όχι, θέλει να κάμει τα δικά του.

Θέλει να κάμει εκείνο που θέλει εκείνος. Θέλει να ζει με έναν ιδιόρρυθμο τρόπο. Δεν μπορεί να ενσωματωθεί σε μια κοινότητα. Αυτό που είτε είναι η οικογένεια, είτε ξέρω ‘γω είναι η δουλειά μας, είτε είναι μια κοινή σύναξης, έτσι. Δεν θέλω λέει να πάω στην εκκλησία, δεν θέλω να πάω στην εκκλησία άμα έχει άλλους ανθρώπους.

Είναι ένα φρούτο της εποχής μας αυτό. Πάεις στην εκκλησία; Πάω στην εκκλησία λέει αλλά όταν δεν έχει άλλους μέσα. Μα αυτό δεν είναι η εκκλησία. Αυτό πάεις σε επίσκεψη στον ναό. Πάω μίαν επίσκεψη στον ναό, εντάξει. Δεν έχει άλλους μέσα, πήγαινε, κάτσε μόνος σου. Η εκκλησία σημαίνει να είμαστε όλοι μαζί. Έχει σημασία το ότι είμαστε όλοι μαζί.

Έχει σημασία το να αποκτήσω αυτό το πνεύμα της κοινωνίας με τους αδερφούς μου, ότι είμαστε ένα σώμα όλοι οι υπόλοιποι. Δεν καταργώ την προσωπικότητά μου, αλλά και από την άλλη πλευρά, δεν είμαι άτομο που δεν τέμνεται, δεν είμαι ένα πράγμα κλειστό το οποίο δεν μοιράζεται με τους άλλους ανθρώπους. Η ιδιορρυθμία λοιπόν, όταν λες τον άλλο άνθρωπο ιδιόρρυθμο, όλοι κάμνουν έτσι εκείνος κάμνει αλλιώς, όλοι σκέφτονται έτσι εκείνος σκέφτεται διαφορετικά, όλοι... πηγαίνουν από εδώ εκείνος πηγαίνει από εκεί.

Ο ιδιόρρυθμος άνθρωπος είναι υπερήφανος άνθρωπος, έχει υπερηφάνεια. Δεν θέλει να κάμνει ό,τι κάμνουν όλοι. Κάμε γιε όπως κάμνει όλος ο κόσμος. Ό,τι κάνουν όλοι οι άλλοι άνθρωποι κάμε και εσύ. Όχι, εγώ να κάμω έτσι. Πάεις ας πούμε σε... ένα σχολείο, σε μια δουλειά. Είναι 30, 40, 50 άνθρωποι, έχουν μια ρουτίνα, μια πορεία εργασίας, με αυτόν τον τρόπο.

Κάμε και εσύ αυτό που κάμνουν όλοι. Γιατί να θέλεις να κάμεις άλλα πράγματα; Γιατί να θέλεις ας πούμε πάντα εσύ να φέρεις την αντίρρηση; Να φέρεις τον αντίλογο, να κάμεις ας πούμε.... το δικό σου ξέρω ‘γω. Όλα αυτά τα πράγματα φανερώνουν συμπτώματα υπερηφάνειας, συμπτώματα ιδιορρυθμίας. Η οποία βέβαια λέγει στο τέλος, ε... είναι με έναν λόγο, φανερώνουν την απείθεια. Ο άνθρωπος ούτε πείθεται, ούτε υποτάσσεται, ούτε δέχεται, ούτε τίποτα από όλα αυτά.

Δηλαδή έτσι με 2-3 λόγια παιδιά, εάν κανείς θέλει, να δει ας πούμε τον εαυτό του, να κάνει έτσι μια ακτινογραφία του εαυτού του, να δει κατά πόσον υποφέρει από όλη την αυτή την... τη ρίζα των παθών όλων, την υπερηφάνεια, μπορεί ακριβώς με έναν λόγο, μιαν απλή μελέτη, ιδίως αυτού του λόγου του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, είναι πραγματικά μία πνευματική έτσι ακτινογραφία που μας δείχνει τον εαυτό μας όπως είναι.

Αν κάτσει κανείς να το μελετήσει προσεκτικά και σε ησυχία, θα δει τον εαυτό μας όπως είναι. Τα συμπτώματα της οργής, της αντιλογίας, της ανταρσίας, της ιδιορρυθμίας, της προπέτειας, της αλαζονίας, του φθόνου, της πικρίας, όλα αυτά τα πράγματα τα οποία καθημερινά δυστυχώς πολλές φορές μας ταλαιπωρούν, όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα συμπτώματα της υπερηφάνειας. Και πώς τα θεραπεύομε;

Τα θεραπεύομε εάν πιάσομε το μυαλό μας, το νου μας, και το βάλομε να σκέφτεται σωστά, ταπεινά. Να χτυπήσομε αυτή την υπερηφάνεια. Είδαμε τον εαυτό μας ότι άρχισε να λέει τρέλες ας πούμε και να λέει πράγματα και ξέρω ‘γω, πιάσ’ τον, έστω και με τη λογική, έστω και αν η καρδιά σου δεν το δέχεται αυτό το πράγμα, και χτύπα τον. Μην τον αφήσεις.

Αυτά τα πάθη, δεν σηκώνουν καλόπιασμα. Αυτά τα πάθη θέλουν χτύπημα, κατευθείαν, κατά πρόσωπο. Να συντρίψεις αυτή τη σκληρότητα της καρδιάς σου η οποία θέλει να σου τα δικαιολογήσει όλα, ξέρεις ότι μα είμαι πληγωμένος, είμαι ξέρω ‘γω πληγωμένη και θέλω αγάπη, και θέλω να με καταλάβει, και θέλω κάποιον να με κατανοεί, και θέλω...

Τούτα όλα τα πράγματα ας πούμε, τι θέλομε; Θέλομε το δικό μας. Θέλομε τα αυτά... Και γιατί να σε κατανοεί κάποιος και να μην κατανοείς εσύ τον άλλον; Και γιατί να θέλεις να σε αγαπούν και εσύ να μην αγαπάς εσύ τον άλλον άνθρωπο; Και γιατί να θέλεις να σε ανέχονται, να μάθεις εσύ να ανέχεσαι τον άλλον άνθρωπο. Δηλαδή εσένα πρέπει όλοι να σε αγαπούν, όλοι να σε ανέχονται, όλοι να σε υπομένουν, όλοι να σε καταλαβαίνουν, όλοι να σου συμπαραστέκονται, όλοι ξέρω ‘γω να ‘ναι δίπλα σου, εσύ που πάεις;

Που πάεις εσύ; Και οι άλλοι δηλαδή τι είναι; Υπεράνθρωποι; Δεν είναι το ίδιο άνθρωποι με εσένα; Όλα αυτά τα πράγματα είναι παράνοιες ουσιαστικά. Γι' αυτό λέει εδώ μέσα στο κείμενο ότι, είναι αρχή της αφροσύνης. Δηλαδή ο άνθρωπος είναι παραλογικός, παράλογος, όταν σκέφτεται υπερήφανα. Και πρέπει ακριβώς να βάλει το μυαλό του να δουλεύει σωστά, και να τραβά κάτω τον εαυτό του να τον προσγειώνει και να του είναι αμείλικτος κριτής.

Να τον κρίνει, να μην τον δικαιολογεί, να μην τον φοβάται. Να κρίνει τον εαυτό του ώστε να μπορεί σιγά σιγά σιγά να τον φέρει σε έναν όσον είναι δυνατόν τουλάχιστον λογαριασμό. Αυτά παιδιά για σήμερα. [προσευχή & απόλυση]

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00