Γιατί Μιλάμε Ακόμη για το Fight Club; | #40
ΠΟΠκαστΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Και αφού μπήκε για τα καλά ο Σεπτέμβρης, ξεκινάει και επίσημα η νέα σεζόν του ΠΟΠκαστ! Συνεχίζοντας λοιπόν την παράδοση από πέρυσι κάνουμε ποδαρικό με Throwback επεισόδιο. Μία πολύ αγαπημένη ταινία η οποία την εποχή που κυκλοφόρησε κατάφερε να διχάσει το κοινό και μέσα από το word-of-mouth, τα DVD και πλέον το ίντερνετ, κατέκτησε τον τίτλο που της αξίζει, αυτό ενός αριστουργήματος. Στο επεισόδιο αυτό λοιπόν σπάμε τον πρώτο κανόνα του Fight Club και μιλάμε για το Fight Club του David Fincher. Την ταινία - σταθμό για την καριέρα του μεγάλου αυτού σκηνοθέτη που κατάφερε να “ταράξει” τα νερά της βιομηχανίας του κινηματογράφου και να αλλάξει τα δεδομένα. Γιατί κατάφερε να διχάσει τόσο πολύ; Και γιατί τη συζητάμε μέχρι και σήμερα;
Καλή ακρόαση!
Επίσης διαθέσιμο στο YouTube και στο Apple Podcasts
Βρες το ΠΟΠκαστ και ακόμη περισσότερο κινηματογραφικό περιεχόμενο σε:
- Instagram
(00:00) - Εισαγωγή
(04:05) - Το “Indie Boom” των 90s & Η Άνοδος του David Fincher
(05:18) - Από το Βιβλίο στην Οθόνη, το Cast & Η Αρχική Αποτυχία
(07:05) - Η Αναγέννηση μέσω των DVD & Το Cult Following
(09:12) - Ο Narrator, Ο Tyler Durden & Η “Παγίδα” της Ταινίας
(16:42) - Η Marla Singer
(18:48) - Trivia, Κάστινγκ & Η Σκηνοθετική Ματιά του Fincher
(23:24) - Πώς το Fight Club Προέβλεψε το Σήμερα
(27:18) - 3 Αγαπημένες Σκηνές
(35:52) - Outro
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
να περάσατε καλά κι εσείς, να ξεκουραστήκατε όσο μπορέσατε τέλος πάντων να ξεκουραστείτε, είναι αυτό που όταν είσαι διακοπές έχεις περισσότερα στο κεφάλι σου οπότε κανονικά πας διακοπές και έχεις τύψες που κάθεσαι δηλαδή τέλος πάντων να με συγχωράτε λίγο για τα χάλια μου σήμερα, πρώτη μέρα που είναι κιόλας, χθες είχαμε ρέμου εδώ στη Σαλονίκα οπότε αυτά είναι τα παρελκόμενα δεν ξέρω κατά πόσο περνάει φύσακε και λίγο, μας έπιασε και λίγο βροχή οπότε μια ομορφιά γενικά και δεν με ερήμνησε να γράψω το επεισόδιο πιο πριν οπότε κάνα κοκοράκι, κάνα σβήχας παραπάνω συγχωρεμένα, θέλω να ελπίζω αρχίζει λοιπόν η τρίτη αυτή σεζόν του podcast και όπως και πέρυσι έτσι και φέτος θα κάνουμε ποδαρικό με throwback επεισόδιο έτσι για να μπει καλά ο χειμώνας το φθινόπωρο, με συγχωρείτε, εντάξει γιατί κάποιοι μπορεί να παρεξηγηθούν.
46 Αυγούστου και τα γνωστά. Κάθε χρόνο τα ίδια ακούμε. Σήμερα λοιπόν, όπως μπορεί να καταλάβατε και από τα μυστήρια αυτά stories που ανέβηκαν στο Instagram επέλεξα να κάνουμε μια αναδρομή σε μια από τις πολύ αγαπημένες μου ταινίες προσωπικά για πάμπολους λόγους που θα ανακαλύψετε κι εσείς όσο εγώ θα μιλάω. Μια ταινία που κυκλοφόρησε στην εκπνοή του 20ου αιώνα και αποτελεί σημείο να αφοράζει για τον κινηματογράφο αλλά και για την pop κουλτούρα γενικότερα.
Θα γυρίσουμε λοιπόν το χρόνο πίσω στο μακρινό 1999 όσο και είναι η λέξη μακρινό είναι μαχαίρι στην καρδιά για κάποιους και στο Fight Club του David Fincher η ταινία σταθμός για τον μεγάλο αυτό συγκενοθέτη και κατεμέ το διαμάδια της φημιμογραφίας του. Αυτή και το Zodiac βασικά. Ωραίο θα ήταν και ένα επεισόδιο για το Zodiac, by the way.
Το σημειώνω στη wishlist. Να το έχουμε. Η ταινία λοιπόν με ένα από τα μεγαλύτερα cult followings στην ιστορία του σινεμά Δεκάδες εκατομμύρια απόλυσεις DVD και το τονίζω αυτό γιατί έχει σημασία Και με ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον παρασκήνω και μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα πορεία Στην οποία φυσικά θα ανατρέξουμε και σήμερα Γιατί το Fight Club λοιπόν ήταν μια ταινία που τάραξε τα νερά Τι είναι αυτό που την κάνει τόσο αντισυμβατική Και γιατί μπορούμε να τη θεωρήσουμε τόσο προφητική για την σημερινή κοινωνία Όλα αυτά στο σημερινό throwback επεισόδιο.
Πριν όμως βγούμε στο ψητό, αν αγαπάς το σινεμά όσο και εγώ, τότε μάλλον βρήκες το καινούριο σου στέκι. Για να μην με ψάχνεις λοιπόν κάθε φορά που μπαίνεις στην εφαρμογή, κάνε follow στη σελίδα του PopCast, πάτα το καμπανάκι για να σου έρχεται ειδοποίηση όποτε ανεβαίνει ένα επεισόδιο και μια βαθμολογία με 5 αστέρια θα ήταν ιδανική.
και αν δεν σου φτάνουν τα επεισόδια, βρίσκεις το podcast και στα social για ακόμη περισσότερο κινηματογραφικό περιεχόμενο. Όλα τα links τα βρίσκεις στην περιγραφή. Το πρώτο κλειδί του Fight Club είναι ότι δεν μιλάς για το Fight Club. Το δεύτερο κλειδί του Fight Club είναι ότι δεν μιλάς για το Fight Club. Είσαι όχι η δουλειά σου.
Είσαι όχι πόσο χρήμα έχεις στην τάξη. Είσαι όχι το αυτοκίνητο που αγοράζεις. Είσαι όχι το κίνητο της μοτοσυκλέτας σου. Έχουμε όλοι γίνει στο τηλεφωνικό να πιστεύουμε ότι κάθε μέρα θα είμαστε παντρευτές και τραγουδιούς και σκοτσίες. Αλλά δεν θα είμαστε. Πολύ, πολύ ιστορικό. με το Reservo Dogs και το Pulp Fiction, ο Πολτομα Σάντερσον, ο Νόλαν, λίγο αργότερα, κατάφεραν με τη σκηνοθετική τους ματιά να κερδίσουν το ενδιαφέρον του κοινού και να τους προσεγγίσουν εν τέλει και τα μεγάλα χολιγουδιανά στούντιος.
Και εκείνη την περίοδο εμφανίζεται και ο David Fincher. Κάνει το κινηματογραφικό του τεμπούτο με το Alien 3 και τρία χρόνια μετά σκηνοθετεί το πολύ αγαπημένο Seven, ένα από τα σπουδαιότερα αστυνομικά θρίλερ με μια φανταστική οπτική ατμόσφαιρα, αυτή η μόνιμη μουντάδα στην πόλη που λειτουργήγε κάπως ως ένας τρίτος πρωταγωνιστής στην ταινία, εφιέστατο σενάριο, την καταπληκτική χημεία Pete Freeman στην οθόνη και φυσικά την αριστοτεχνική σκηνοθεσία του Φίντσερ που με αυτή την προσοχή στη λεπτομέρεια έθεσε τα δικά του νέα πρότυπα στο σινεμά και επηρέασε φυσικά δεκάδες ταινίες μεταγενέστερα.
Ένα χρόνο μετά την επιτυχία του Seven λοιπόν το 1996 κυκλοφορεί ένα βιβλίο με τίτλο Fight Club του συγγραφέα Chuck Polanik. Το βιβλίο τράβηξε την προσοχή της παραγωγού Λώρα Ζίσκιν στην 20th Century Fox. Η εταιρεία αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου για 100.000 δολάρια και ενώ σκεφτόταν αρχικά διάφορα μεγάλα ονόματα για να υπογράψουν την σκηνοθεσία της κινηματογραφικής του μεταφοράς, όπως ο Πίτερ Τζάξον, ο Μπράιαν Σίνγκερ κλπ, κατέληξε στο όνομα του Ντέιβιτ Φίντσερ.
Ο όραμα λοιπόν του Φίντσερ για την ταινία αυτή ήταν να δημιουργήσει μια σκοτεινή καυστική σάτυρα για τον άκρατο καπιτελισμό και τον υπερκαταναλωτισμό που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους και κάπως φαίνεται να τους δίνει νόημα στη ζωή τους, καθώς και πως σε μια τέτοια κατάσταση εργαλειοποίησης των ανθρώπων φασιστικά και αναρχικά πρότυπα αναδύονται στην επιφάνεια για να προτείνουν την λύση και φυσικά πως η τυφλή αντίδραση οδηγεί σε απόλυτο χάος και καταστροφή.
Δόθηκαν 63 εκατομμύρια για την παραγωγή της ταινίας ένα υπέρογγο ποσό για τα τότε δεδομένα του Hollywood για να φανταστείτε κάπου τόσο είχε κοστίσει και το Matrix νομίζω που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και για το κάστ φυσικά επιλέχθηκαν τα ονόματα των Edward Norton για τον ρόλο του narrator, του αφηγητή, Brad Pitt στο ρόλο του Tyler Durden και Elena Bonham Carter για τον ρόλο της Marla Singer.
Οι δημιουργικές διαφωνίες μεταξύ της εταιρείας παραγωγής και του Fincher ήταν πάρα πολλές. Φυσικά εκείνος επέμεινε στο όραμά του για μια αντισυμβατική για τα δεδομένα του mainstream ταινία, το μάρκετινγκ για αυτήν ήταν εντελώς out of place, μιλάμε ό,τι να είναι πραγματικά, προωθώντας ουσιαστικά ένα action movie με τον Νόρτον και τον Πιτ να παίζουν ξύλο και εν τέλει όχι απλά απέτυχε στις κινηματογραφικές αίθουσες αλλά από αρκετούς παρερμηνεύτηκε κιόλας.
Γνωρίζουμε για τον χαμό που είχε γίνει τότε και στο φεστιβάλ της Βενετίας που έκανε πρεμιέρα η ταινία, ειδικά στο σημείο που η Μάρλα είπε και την αμφιλεγόμενη ατάκα τες ο ίδιος ο διευθυντής του φεστιβάλ σηκώθηκε και έφυγε από την αίθουσα οπότε πάρα πολύ καλά πήγε αυτό Τι καλύτερο για την πρεμιέρα μιας ταινίας, οποιασδήποτε ταινίας και να είναι αυτή Εντάξει, μεγάλη κριτική της εποχής έθαψαν την ταινία Ήμουνος για τον φασισμό, κατηγορούσαν τον Φίντσερ για ανευθυνότητα και ότι πρόωθεί την βία ένας χαμός γενικά, νομίζω ότι είχε γίνει και θέμα γιατί είχαν δημιουργηθεί και actual fight clubs σε διάφορες περιοχές της Αμερικής, ας τα να πάνε.
Η πραγματική αναγέννηση όμως του fight club και ο λόγος για τον οποίο αποτελεί σημείο να φοράς μέχρι και σήμερα, ήρθε με τα DVD και το λεγόμενο word of mouth, η πρόθεση δηλαδή από στόμα σε στόμα και κυρίως στους πιο νεανικούς κύκλους. Φυσικά είναι τέτοια η φύση της ταινίας λόγω και του μεγάλου πλότου στο τέλος που απαιτεί και δεύτερη και τρίτη φορά να τη δεις ουσιαστικά για να παρατηρήσεις και όλες τις λεπτομέρειες αυτές που το έστειναν από την αρχή, από τα πρώτα και όλες λεπτά.
αλλά η αλήθεια είναι πως από τη στιγμή που ξέρεις η επόμενη φορά που θα τη δεις και κάθε επόμενη φορά θα έχει και μια διαφορετική ανάγνωση και κάτι επιπλέον που θα παρατηρήσεις, κάποιες επιπλέον λεπτομέρειες που θα παρατηρήσεις. Οπότε το home video ευνόησε πάρα πολύ την κατάσταση αυτή. Πολλές ατάκες από την ταινία έγιναν κομμάτι του λεξιλογίου της τότε νεολαίας.
Ο Tyler Durden έγινε ένας από τους εμβληματικότερους χαρακτήρες στο σινεμά και όλο αυτό πέρασε μετέπειτα και στο ίντερνετ με τα quotes, όλα αυτά τα edits που βλέπουμε και πάρα πολύ άμεση ταύτιση αυτού που θέλει να πει η ταινία με το σήμερα. Και αυτός είναι ένας τεράστιος παράγοντας που το Fight Club εν έτει 2026 εξακολουθεί να εξάπτει την περιέργεια και να προκαλεί συζητήσεις.
Όπως και σημερινή. Και επειδή στο podcast αυτό είναι γνωστό ότι μας αρέσει να πηγαίνουμε και λίγο κάτω από την επιφάνεια θα εμβαθύνουμε στη ταινία μέσα από μερικούς βασικούς άξονες. Να πω φυσικά γιατί δεν ξέρω αν το ανέφερα. Και στην αρχή ότι το μενού φυσικά και περιέχει spoilers, οπότε αν δεν έχεις δει την ταινία, πρώτον είναι η τέλεια ευκαιρία να βάλεις να τη δεις και δεύτερον πάτα πώς αν δεν θες να φας ένα από τα μεγαλύτερα πλότουιστ στην ιστορία του κινηματογράφου.
Και θα ξεκινήσω λοιπόν από τον narrator, τον ανώνυμο χαρακτήρα του Edward Norton. Όλοι με ρωτούσαν αν γνωρίζω τον Τάιλερ Ντέρντεν Με αυτή την ατάκα του αφηγητή ξεκινάει η ταινία Και με τον Τάιλερ να κρατά μια πιστόλα στο στόμα του Και μας μεταφέρει πίσω στο σημείο που ξεκίνησαν όλα Βλέπουμε λοιπόν έναν νεαρό άνδρα γύρω στα 30 Σε μια βαρετή και μονότονη δουλειά γραφείου Ζει μόνο σε ένα διαμέρισμα γεμάτο με επιπλατουικία Και παραγγέλνει ό,τι βλέπει στους καταλόγους και του αρέσει Αντιλαμβάνεται ότι ζει μια μονότονη και παραλαμβανόμενη ζωή Αλλά δεν κάνει και τίποτα για αυτό Κρατά μια παθητική στάση Υποφέρει επίσης από αϊπνίες Και το μόνο που τον κάνει να αισθάνεται καλύτερα Είναι να πηγαίνει σε συναντήσεις ανδρών Με καρκίνο των όρχιων Εκεί γνωρίζω τον Μπομπ Ίσως το σύμβολο του ευνουχισμένου άδρα στην ταινία Μιας που λέει ότι στο παρελθόν ήταν bodybuilder Και τώρα έχει μαστογένεια Βλέπουμε και μερικές λεπτομέρειες ακόμη για το τι ακριβώς κάνει σε αυτή την εταιρεία που εργάζεται
Στην ουσία είναι recall specialist που ταξιδεύει από μέρος σε μέρος σε όλη τη χώρα Για να επιθεωρεί τους τόπους ατυχημάτων στα οποία εμπλέκονται οχήματα της εταιρείας Και υπολογίζει κόστι ανάκλησης, αποζημιώσεις κλπ Το γεγονός όμως ότι το κάνει αυτό σε καθημερινή βάση τον καθιστά ιδιαίτερα κοινικό σαν άνθρωπο αφού στην ουσία μετατρέπει την ανθρώπινη απώλεια σε μια μαθηματική εξίσωση.
Κάποια στιγμή λοιπόν, σε μια από όλες αυτές τις πτήσεις που πετάει καθημερινά, γνωρίζει έναν μαν που έχει τον ίδιο χαρτοφύλακα με αυτόν και πουλάει σαπούνια που φτιάχνει ο ίδιος. Του συστήνεται με το όνομα Τάιλερ, του λέει εκεί τα δικά του τα περίεργα για τις μάσκες οξυγόνου και μετά την πτήση ο αφηγητής επιστρέφει για να βρει το διαμέρισμά του μέσα στις φλόγιες.
Καλεί τον Τάιλερ για βοήθεια, τον συναντά και στο πάρκινγκ εκείνου του μπαρ ξεκινά στην ουσία το Fight Club με τον Τάιλερ και τον Ναρέιτορ να παίζουν ξύλο έτσι για την πλάκα τους, γιατί έτσι τους ήρθε. Τους βλέπουν κάποιοι, κάνουν join και αυτοί και έκτοτε κάθε βράδυ μαζεύονται σε αυτό το πάρκινγκ όλο και περισσότεροι και χτυπιόνται μεταξύ των.
Κάποια στιγμή λοιπόν και αφού έχουν μαζευτεί αρκετοί συγκεντρώνονται σε ένα υπόγειο και ο Τάιλερ τους καλωσορίζει στο Fight Club Όσο περνά λοιπόν ο καιρός όλο και περισσότεροι άνδρες μπαίνουν στο Fight Club Δημιουργούνται Fight Clubs και σε άλλα μέρη της χώρας Ώσπου το δίκτυο πλέον αυτό εξελίσσεται σε μια τρομοκρατική οργάνωση Ο αφηγητής δεν μπορεί να διανοηθεί το πόσο ραγδαία και επικίνδυνα έχουν εξελιχθεί τα πράγματα ώσπου εν τέλει ανακαλύπτει σε αυτήν την φανταστικά καλογραμμένη σκηνή στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ότι ο Τάιλερ είναι στην ουσία ο ίδιος του εαυτός.
Ένα άλλτε ρίγκο που δημιούργησε προκειμένου να εξωτερικεύσει την καταπιεσμένη του οργή από τον τρόπο ζωής, από το όλο φορτισμένο συναισθηματικό του υπόβαθρο τέλος πάντων. Βλέπουμε ότι είναι μοναχικός, ότι υποφέρει από αϊπνίες. λέει κιόλας κάποια στιγμή στον Τάιλερ ότι ο πατέρας του τους είχε εγκαταλείψει όταν ήταν ακόμη παιδί και γενικότερα από μια εσωτερική κενότητα που όλο και διευρύνεται.
Δεν είναι τυχαίο όπως είπα και πριν που ο Τάιλερ είναι ένας από τους εμβληματικότερους αντιγύρες στο σινεμά. Έχει αυτή τη γοητεία, αυτό το φυζίκ που ο καθένας ήθελε να έχει, έχει το ταπεραμέντο, την σιγουριά, την αυτοπεποίθηση, η εκδοχή στην ουσία του εαυτού που αφιετής θα ήθελα απεγνωσμένα να είναι. Η όλη φιλοσοφία του κινείται ουσιαστικά γύρω από τον αντικαταναλωτισμό ότι πρέπει η ταυτότητα του ανθρώπου να μην ορίζεται από τα υλικά αγαθά ότι η ιδιοκτησία τον υποδηλώνει και αντί για την αιμονή του ανθρώπου, του αστικού ανθρώπου με την αυτοβελτίωση προκρίνει την αυτοκαταστροφή ως το μόνο δρόμο προς την απελευθέρωσή του και ότι ουσιαστικά η σωματική βία είναι ένα μέσο επανασύνδεσης του ανθρώπου με το πρωτόγονο που για τον ίδιο είναι η πραγματική του φύση.
Έτσι μαζεμένο όπως θα είπα φαίνονται ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας και της νοοτροπίας ενός αντίρωα. Αλλά θα ρωτάς τώρα εσύ, πώς γίνεται όμως να παραμεινεύθει από κάποιους και να θεωρήθηκε πρότυπο. Και εδώ είναι που κρύβεται ουσιαστικά το όλο πόντι της ταινίας, το όλο ζουμί της. Σου δείχνει από την αρχή ένα διαμέρισμα γεμάτο έμπιπλα του ΙΚΕΑ Σε βάζεις σε αυτό το ψυχρό και μονότρονο εργασιακό κλίμα των μεγάλων εταιριών Μια πόλη γεμάτη με ψηλά γυάλινα κτίρια, όλα τα ίδια στην όψη Χαρακτήρες που ζουν μέσα σε μια καταναλωτική παράνοια Ο Φίντσερ σου βάζει και όλα σε κρυφά ένα ποτήρι Starbucks σε κάθε σκηνή της ταινίας Για να σου δείξει την καταναλωτική μανία τέλος πάντων αυτή έχεις αντιληφθεί ότι ο πρωταγωνιστής βρίσκεται σε μια λούπα χωρίς καμία διέξοδο μαζί με αυτόν το βιώνεις κι εσύ και εκεί ακριβώς είναι που έρχεται ο Τάιλερ ένας που με το λόγο του εκφράζει όλα αυτά που συμβαίνουν ότι είμαστε υπερκαταναλωτικοί ότι αυτό μας δίνει ψεύτικο νόημα στη ζωή
ότι τα μίντια και η pop κουλτούρα μας μεγάλωσε και μας εμφύτευσε την επιθυμία να γίνουμε όλοι εκατομμυρίουχοι ροκ στάρ, αστέρες του σινεμά και σε σταματάει και σου λέει κοίτα πού είσαι τώρα και ακούγοντάς αυτό και εσύ ως θεατής λες καλά τα λέει ούτε ροκσταρ είμαι ούτε ο Μπρατ Πιτ είμαι αστείο εντωμεταξύ που έβαλαν τον Μπρατ Φάκινγκ Πιτ να λέει αυτές τις σατάκες αλλά τέλος πάντων και αυτό που κάνει έπειτα ο Τάιλερ είναι στην ουσία να σου περάσει ως τη μοναδική οδό προς την χειραφέτηση την σταδιακή αθέτηση των κανόνων την αποδοχή της αυτοκαταστροφής, την επιστροφή στην σωματικότητα και τη βία και ουσιαστικά την ανατροπή όσων διατηρούν μια κοινωνία συνεκτική.
Και γι' αυτό το Fight Club είναι μια ταινία που εμπιστεύεται υπερβολικά τον θέατη και γι' αυτό παρεμεινεύτηκε κιόλας γιατί ουσιαστικά δεν σου δίνει ένα συγκεκριμένο ένα ξεκάθαρο σημείο για να πεις α, το ροτάιλερε γίνε κακός. Η βάση υπάρχει ήδη το βλέπεις από την αρχή και χτίζει χτίζει, χτίζει με την ιδέα ότι αυτό που πάμε να κάνουμε, το project making δηλαδή, είναι η μόνη λύση για να σπάσουμε τα θεσμά.
Όταν όμως ο αφηγητής από ένα σημείο και μετά συνειδητοποιεί ότι η φάση έχει κάπως ξεφύγει, όχι απλά κάπως, έχει ξεφύγει τελείως, τότε είναι που αντιλαμβάνεται ότι μετατράπηκε σε αυτό που συγχαινόταν και σε αυτό από το οποίο ο ίδιος ήθελε να απαλλαγεί. Έγινε μια αυταρχική προσωπικότητα, κατάφεραν να υποδουλώσει ένα ολόκληρο ανδρικό πληθυσμό, κάνοντάς τους να φορούν την ίδια στόλη, να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο, να υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, να είναι ίδιοι σε όλα και ουσιαστικά και με την τελευταία σκηνή της ταινίας που βλέπουμε αυτά τα πανύψηλα κτίρια να εκρήγνεται, να έχει οδηγήσει σε κάτι τελειωτικό, σε μια καταστροφή από την οποία δεν υπάρχει γυρισμός.
Και σε αυτό το σημείο νομίζω ότι μπορούμε να μιλήσουμε και για έναν ακόμη πολύ σημαντικό χαρακτήρα της ταινίας που δεν είναι άλλος από την Μάρλα Σίνγκερ. Βλέπουμε λοιπόν τον χαρακτήρα της Έλνα Μπόναμ Κάρτερ για πρώτη φορά στις ίδιες συναντήσεις που πηγαίνει ο αφηγητής προκειμένου να κλάψει και να εκτονωθεί ώστε να μπορέσει να κοιμηθεί.
Φυσικά η Μάρλα δεν έχει καρκίνο των όρχιων ή οτιδήποτε άλλο τέλος πάντων Και επομένως για τον αφηγητή είναι μια τουρίστρια, μια πατεόνισσα όπως λέει Αφού δεν πάσχει από καμία αρρώστια όπως ακριβώς και ο ίδιος Από εκείνο το σημείο λοιπόν και για όλο το έργο Η Μάρλα είναι στην ουσία ένας καθρέφτης για τον αφηγητή Η φιλική αντανάκλασή του αν θέλετε Ζει στο περιθώριο, φορά με τα χειρισμένα ρούχα ή κλέβει από καθαριστήρια και συχνάζει σε γκρουπς έτοιμο θάνατον απλώς για να νιώσει κάτι πραγματικό.
Υπάρχει όμως μια ειδοποιώς διαφορά μεταξύ των δύο αυτών χαρακτήρων και η ταινία στο ξεκαθαρίζει από την αρχή αυτό. Ο αφηγητής προσπαθεί να καταπιέσει και να κρύψει κάπως το υπαρξιακό του κενό πίσω από μια εταιρική καριέρα και πίσω από τους καταλόγους στη δικαία. Η Μάρλα όμως αποδέχεται αυτό το κενό της και την παρακμή ανοιχτά, χωρίς να προσπαθεί να βρει κάποιους τρόπους ή διάφορα προσωπία για να τα καλύψει.
Βλέποντας λοιπόν την αντανάκλαση της δικής του υποκρισίας, η αϊπνία του αφηγητή επιστρέφει αμέσως και γενικά καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας η Μάρλα είναι ίσως το μοναδικό πρόσωπο που μπορεί και κάπως διαπερνά τις παρεστήσεις του αφηγητή. Τον βλέπει να συμπεριφερέται αλόκοτα, τον βλέπει να αυτοτραυματίζεται, να μιλάει στον εαυτό του, την ίδια ώρα που κανένας άλλος δεν τα παρατηρεί όλα αυτά.
Είναι δηλαδή στην ουσία η μοναδική του σύνδεση και ο μοναδικός του δεσμός με την πραγματικότητα. Είναι το αντίδετο στον Τάιλερ που είναι μια χαοτική παρέστηση. Και γι' αυτό και ο Τάιλερ προσπαθεί απεγνωσμένα με κάθε μέσο να την απομακρύνει γιατί αν υπάρχει εκείνη ο ίδιος δεν έχει νόημα ύπαρξης. Φαν φακτ στο μεταξύ υποψήφιε κατ' τον ρόλο της Μάρλα και αρκετά δυνατή κιόλας ήταν και η Γουανάνα Ράιντερ.
Δεν ξέρω θα ήταν μια ενδιαφέρουσα επιλογή σίγουρα κάπως έξω από τα νερά της αλλά θα είχε ενδιαφέρον. Ο Φίντσερ όμως προτιμούσε εξ αρχής την Μπόναμ Κάρτερ, οπότε και αυτή καθιερώθηκε. Υπήρχαν και άλλες διαφωνίες με την εταιρεία παραγωγής για το casting, μεταξύ πολλών άλλων φυσικά. Ας πούμε, η Fox για τον ρόλο του Ναρέιτορ ήθελε ή τον Μαν Ντέιμον ή τον Σον Πεν, πιο εμπορικά ονόματα δηλαδή, με μεγάλη απίχυση, που θα μου πεις και ο Νόρτον είναι εμπορικό όνομα.
Ναι, τώρα, όχι τότε. για τον Τάιλερ ας πούμε σκεφτόταν τον Ράσσελ Κρόου ενώ ο Φίντσερ λόγω και του Σέβεν ήθελε εξ αρχής τον Μπρατπίτ πολλά τέτοια υπήρχαν αρκετές διαφωνίες και πάλι καλά που επικράτησε το όραμα του Φίντσερ για την ταινία και δεν έγινε άλλη μια στούντιακή μπλοκ μπαστεριά το καλ στοιχείο δηλαδή υπάρχει μέσα στην ταινία πέραν της φήμης και του τρόπου με τον οποίο έφτασε στο κοινό και την αγκάλιασε το κοινό Και μιας που αναφέρθηκα στον Φίντσερ για άλλη μια φορά σε αυτό το επεισόδιο, δεν μπορούμε να μην μιλήσουμε και για την σκηνοθετική του δουλειά σε αυτή την ταινία, γιατί χωρίς την δίκη του Σφραγίδα, μιλάμε ψέματα και βλακίες τώρα, σε καμία περίπτωση το Fight Club δεν θα ήταν το ίδιο.
Όπως γνωρίζουμε λοιπόν, ο Φίντσερ είναι ένας από τους πιο τελειομανείς δημιουργούς στο Hollywood, μπορεί να κάνει και 50 και 100 λήψες προκειμένου να γυρίσει μια σκηνή σωστά και αυτό το κάνει κυρίως για να πιάσει μια απόλυτα φυσική και ενστικτόδη ερμηνεία από τους ηθοποιούς αφού φυσικά πρώτα τους έχει εξαντλήσει. Να τους αναγκάσει δηλαδή να πετάξουν κάπως αυτό το υποκριτικό περίβλημα ας πούμε.
Η κάμερα ακολουθεί τους χαρακτήρες με χειρουργική ακρίβεια, οι λήψεις είναι γρήγορες και αν δεν το παρατηρείς τόσο εκ πρώτης όψεως δεν είναι και τόσο εμφανές δηλαδή αλλά υπάρχει αρκετά μέσα στην ταινία χρησιμοποιεί και CGI. Είναι τόσο ανεπαίσθητο βασικά επειδή είναι πάρα πολύ καλό ειδικά για την τότε εποχή που... Τότε άνθηζε στην ουσία το CGI.
Στους στήλους αρχής ας πούμε με τους νευρώνες του κεφάλου, οι κατάλογοι, το διαμέρισμα που γεμίζει σιγά σιγά με έπιπλα, το αεροπλάνο που πέφτει, ο πιγκουίνος, η όλη διαδρομή της κάμερας κάποια στιγμή που βουτάει από ένα παράθυρο, περνάει μέσα από το κτίριο, μπαίνει στο βάνι και δείχνει τη βόμβα. δημιουργήθηκε δηλαδή μια εικονική κάμερα στην ουσία για να πάει εκεί που δεν μπορούσε να πάει η φυσική κάμερα.
Έγινε φανταστική δουλειά στα οπτικά εφέ. Νομίζω δεν προτάθηκε για Όσκαρ γι' αυτό. Καλά εδώ θα μου πεις δεν προτάθηκε για άλλα και για άλλα. Η ταινία είχε μία υποψηφιότητα όλοι και όλοι. Και γιατί ήταν? Για τον ήχο φίλες και φίλοι. Εντάξει, δεν θα πιάσουμε φυσικά την Οσκαρική συζήτηση τώρα. τα έχω ξαναπεί, η Ακαδημία διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις της με βάση τα θελήματα και τις γνώμες των κριτικών και του κοινού.
Μπορεί να μιλάμε για μια από τις καλύτερες ταινίες του σύγχρονου σινεμά, αλλά αν κάτι δεν άρεσε στο κοινό και αν την παρεξήγησε θα κάνω την καρδιά μου πέτρα και θα δώσω αλλού τα βραβεία. Έτσι, χάλινε την πατήσατε γίνεται η Ακαδημία του Κινηματογράφου. Εν πάση ορισμός, φαίνεται πως σιγά σιγά βελτιώνονται κάπως τα πράγματα Τα τελευταία χρόνια, όσο τέλος πάντων μπορούν να βελτιωθούν σε αυτά τα πλαίσια Και ας κρατήσουμε αυτό Και επιστρέφοντας στα της ταινίας μπορούμε να πούμε ότι το Fight Club είναι και μια ταινία με vibes Ε, δεν είναι Έχει δηλαδή αυτό το, μια δικιά του ατμόσφαιρα ρε παιδί μου Δεν είναι μόνο τα θέματα που εξερευνά Έχει μια χρωματική παλέτα με αρκετά χαμηλούς τόνους αυτό το πράσινο, το κίτρινο, το βαθύ που βλέπουμε ο φωτισμός είναι επίσης αρκετά χαμηλός τα πρόσωπα πολύ συχνά είναι αρκετά σκιασμένα πράγμα αρκετά ασυνήθως στον κεφάλι που υπερφωτίζει τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα συνήθως έχει αυτή την κάπως βρώμικη, γκρίτη αισθητική εντάξει είναι και μια αρκετά ομή ταινία έτσι και αλλιώς
αλλά είναι αυτό που με το που βλέπεις κάποια πλάνα ακόμη και αν δεν υπάρχουν χαρακτήρες γνωστοί μέσα λες α, Fight Club. Είναι δηλαδή μια δική της οπτική ταυτότητα η ταινία που ταιριάζει και πάρα πολύ με τα θέματα που συζητά. Και μιλώντας για θέματα, μα τι πάσες κάνω τέλος πάντων χαίρομαι μόνος μου εγώ αναφέρθηκα πριν στην προφητικότητα που χαρακτηρίζει την ταινία αυτή γιατί όπως φαίνεται, όπως το κόβω το πράγμα δηλαδή εν έτη 2026 όχι απλά απασχολούν την κοινωνία τα ίδια προβλήματα και οι ίδιες παθογένειες αλλά όπως είναι προφανές από τη δεκαετία του 90 έχουν γιγαντωθεί.
Βλέπουμε στην αρχή της ταινίας τον αφηγητή να περιπλανιέται στους καταλόγους ψάχνοντας ποιο σετ σαλονιού τον χαρακτηρίζει περισσότερο έρχεται σε θέση να κάνει μια εμπόρευματοποίηση της ταυτότητάς του θεωρώντας ότι έτσι μπορεί να εκφράσει τον εαυτό του και δεν θέλει και πάρα πολλή σκέψη για να συνειδητοποιήσει κανείς ότι αυτό ακριβώς κάνουμε κι εμείς σήμερα με τα social media σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό τουλάχιστον.
Οι αλγόριθμοι είναι κομμένοι και ραμμένοι στα μέτρα μας βάζοντάς μας έτσι στον δικό μας μικρό κόσμο κάνουμε like σε αυτά που μας αρέσουν κάνουμε repost σε αυτά που μας εκφράζουν και χτίζουμε έτσι μια ψηφιακή τεχνητή εικόνα του εαυτού μας την οποία επιμελούμαστε προσεκτικά και συνεχώς. Και αν καταστραφεί αυτή, γκρεμίζεται ο κόσμος μας.
Και δεν θα νοσταλγίσω κάτι, δεν θα νοσταλγίσω μια εποχή χωρίς social media που δεν έζησα ποτέ ούτε σου ή άλλος, ούτε θα προτείνω κάτι που δεν είναι ρεαλιστικό. Γι' αυτό πάμε να κάψουμε τη μέτα και το TikTok. Όχι, πλάκα κάνω, μην κάψετε τίποτα γενικά, μην δύρετε κανέναν, δεν είναι πράγματα αυτά. απλά αφήστε το κινητό στην άκρη καμιά φορά και ζήστε την ζωή αντί να καίγεστε με τις ώρες.
Και βάζω και τον εαυτό μου μέσα. Ε, και μετά περνάμε και στο άλλο μεγάλο θέμα που εξερευνά το Fight Club αυτό της κρίσης της αρενοπότητας μιας που η ταινία ουσιαστικά δείχνει και περιγράφει μια γενιά ανδρών που νιώθουν ευνογισμένοι, χωρίς σκοπό παγιδευμένοι σε μια αποστηρωμένη πραγματικότητα μεγαλωμένοι σε μια κοινωνία γυναικών και ο τρόπος για να εκτονοθούν από αυτό είναι να μαζεύονται και να πέσουν ξύλο.
Αυτό πλέον το βλέπουμε σχεδόν αυτούσιο στο λεγόμενο μάνο σφύρι και στην ίνσελ κουλτούρα γενικότερα. Γνωρίζουμε για τις διαδικτυακές κοινότητες που υπάρχουν, σε εφαρμογές που με το πρόσχημα της ελευθερίας του λόγου επιτρέπουν να γράφονται έσχοι, διοχετεύοντας αυτήν την ματαιόδοξη οργή των ανδρών, κάποιων ανδρών, κάτι που δυστυχώς έχει οδηγήσει και σε χιλιάδες αποτρόπια εγκλήματα, μοιραία εγκλήματα.
Τέλος πάντων, δεν θέλω να το βαρύνω. Και ο Τάιλερ Ντέρντεν του σήμερα είναι όλοι αυτοί οι αλφα-μέιλ influencers με αυτή την φωνή γιατί είσαι αλφα-μέιλ. Μερικές κομικές και γελίες φιγούρες, θα τις χαρακτηρίσω εγώ, που εκμεταλλεύονται την ανασφάλεια των νέων ανδρών, πουλώντας εύκολες υποτιθέμενες λύσεις σε σύνθετα και πολυπαραγοντικά προβλήματα και δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς βαθιά στο ίντερνετ για να τα βρει τις αντιλήψεις αυτές που προβάλλουν τις υιοθετούν και άνθρωποι με ένα δημόσιο πάτημα από ηθοποιούς και δισεκατομμυρούχος μέχρι και τον ίδιο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Έτσι, για να μην αναφερθούμε στα δικά μας τα καλόπαιδα. Γι' αυτό λοιπόν το Fight Club είναι μια ταινία που συζητήθηκε πολύ, συζητιέται και θα συζητιέται για πολλά χρόνια ακόμη. Γιατί σατηρίζει κάποια πράγματα, γιατί είναι μια σάτηρα η ταινία που δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια τάση να αλλάξουν προς το καλύτερο. Και ίσα ίσα το αντίθετο θα πω εγώ και πείτε με και υπερβολικό.
Λοιπόν, έτσι για το κλείσιμο του σημερινού επεισοδίου και μόλις μαζεύτηκαν και κάτι παιδάκια κάτω, εντάξει. θα το αντιμετωπίσουμε και αυτό η της γουαντιτής λέω αυτό να είναι το νέο μου μότο με την νέα χρονιά κάποιοι θέτουν στόχους από τον Γενάρη που αλλάζει το έτος εγώ τους θέτω από τον Σεπτέμβριο έτσι οπότε η της γουαντιτής είναι το νέο σύνθημα και προχωράμε τώρα αν περνάνε κάτι τσιρίδες από το μικρόφωνο απλά εγώ θα τραβάω τα μαλλιά μου στο edit λοιπόν για το κλείσιμο του σημερινού επεισοδίου το είχα κάνει και στο επεισόδιο για το Jurassic Park νομίζω δεν το έκανα σε αυτό για το The Texas Chainsaw Massacre τροπή μου, θα δούμε τρεις αγαπημένες σκηνές από την ταινία τις τρεις δικές μου αγαπημένες σκηνές από την ταινία, χωρίς φυσικά να τις κατατάζω και πείτε μου φυσικά στα σχόλια και τις δικές σας αγαπημένες, πήγα να ρίξω κάτι δεν γινόταν χαρμός αλλά το έσωσα και ξεκινάω με την σκηνή σχετικά στην αρχή της ταινίας που ο αφηγητής και ο Τάιλερ βγαίνουν από τον μπαρ
και ο Τάιλερ του ζητά να τον χτυπήσει όσο πιο δυνατά μπορεί. Ίσως η σκηνή αυτή είναι και το σημείο μηδέν της ταινίας. έχουμε δει πόσο επαναλαμβανόμενη είναι η ζωή του αφηγητή γνωρίζουμε για τις αϊπνίες και τον καταναλωτισμό που τον έχουν φέρει σε μια κατάσταση αποσύνδεσης με το σώμα του και την συναισθηματική του κατάσταση και το βλέπει αυτό και ο Τάιλερ οπότε για να σπάσει αυτόν τον λίθαργο στον οποίο βρίσκεται ο αφηγητής τον βάζει να τον χτυπήσει δεν είναι όμως αυτή η αναζήτηση της αίσθησης το μόνο στο οποίο αποσκοπεί αυτή η πράξη Ο Τάιλερ είναι μια αυταρχική προσωπικότητα.
Έτσι, αυτό το γνωρίζουμε, το είπα και πριν και κύρια φιλοσοφία του είναι να αμφισβητεί τους κανόνες. Οπότε με αυτή την υποταγή στην οποία υποβάλλει τον αφήγητη τον αναγκάζει να σπάσει και αυτός για πρώτη φορά τους κανόνες κοσμιότητας με τους οποίους ζει και ορίζει τη συμπεριφορά του και ουσιαστικά παραδίδεται στον Τάιλερ.
Στο μεταξύ, στα γυρίσματα της σκηνής αυτής ο Φίντσερ είπε κρυφά στον Νόρτον να χτυπήσει πραγματικά τον Μπρατ, όχι στον Όμο όπως είχαν συμφωνήσει και είχαν προβάρει, αλλά στο αυτοί. Και κάπως έτσι προέκυψε και η ατάκα You Hit Me The Year και το για ίδιος που είναι 100% αυθαντικά. Και μια μικρή λεπτομέρεια τώρα έτσι, επειδή μας αρέσουν και οι λεπτομέρειες.
Είπα και πριν ότι στην ταινία αυτή ο Φίντσερ γέμιζε σχεδόν κάθε σκηνή με προϊόντα διαφόρων γνωστών brands. Σε αυτή τη σκηνή λοιπόν οι δύο χαρακτήρες έχουν βγει από τον πάρ και πλέον βρίσκονται σε ένα άδειο πάρκινγκ, στο οποίο πάρκινγκ όμως δεν υπάρχει κανένα καταναλωτικό προϊόν, κανένα απολύτως καταναλωτικό ερέθισμα. Είναι μόνο αυτοί οι δύο.
Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο Φίντσερ μας μεταφέρει σε ένα περιβάλλον, σε ένα έδαφος καλύτερα που το Fight Club μπορεί να καλλιεργηθεί και να αναπτυχθεί χωρίς τα παράσιτα της αστικής ζωής. Τέτοιες λεπτομύρεις υπάρχουν παντού μέσα στην ταινία αλλά αν κάτσουμε τώρα να τις απαριθμίζουμε μία προς μία δεν θα τελειώσουμε ούτε αύριο.
Και πάμε στην επόμενη σκηνή που έχω επιλέξει να σταθούμε. Από την στιγμή λοιπόν που μπορούμε να θεωρήσουμε την απαρχή του Fight Club που είναι η σκηνή στο πάρκινγκ, μεταφερόμαστε σε ένα άλλο κομβικό σημείο της ταινίας. His name is Robert Paulson. Ρομπερ Πάλσον. μέλη της οργάνωσης αρνούνται να αναλάβουν την όποια ευθύνη θεωρώντας ότι η απώλεια αυτή είναι απλά ένα χαλασμένο γρανάζι αυτής της καταστροφικής μηχανής που έχουν δημιουργήσει.
Ο αφηγητής επιστρέφει στο σπίτι μη γνωρίζοντας τι έχει συμβεί αλλά και χωρίς την παραμικρή επίγνωση του τι είναι και τι κάνει το Project Mayhem το μόνο που βλέπει είναι το πτώμα του φίλου του τυλιγμένο και τον Τζάρετ Λέιτο με τα σακαταμένα μούτρα του να δίνει την εντολή να τον θάψουν για να καλύψουν τα αποδεκτικά στοιχεία.
Ο αφηγητής φυσικά αρνείται να τον πάρουν φωνάζοντάς τους ότι δεν είναι ένα αποδεκτικό στοιχείο αλλά ένας άνθρωπος, ένας φίλος που τον έλεγαν ο Ρόμπερτ Πόλσαν. Οι Μαντερχαλέοι λοιπόν που τον περικυκλώνουν παίρνουν την φράση του αυτή και δημιουργούν ένα νέο κανόνα. Στον θάνατο τα μέλη του Project Mayhem αποκτούν όνομα. και μετά λένε καμιά πενταριά φορές το όνομά του όλοι μαζί.
Βλέπουμε λοιπόν όλα τα μέλη να έχουν χάσει πλήρως την κριτική του σκέψη και ακόμη και η προσπάθεια ανθρωποποίησης ενός θύματος γίνεται άλλος ένας κανόνας και άλλο ένα σύνθημα. Είναι το σημείο στο οποίο ο αφηγητής αρχίζει σιγά σιγά να ξυπνάει από την παρέστησή του και να συνειδητοποιεί την καταστροφή που προκαλεί αυτό που δημιούργησαν μαζί με τον Τάιλερ τον οποίο ο Τάιλερ από εκείνο το σημείο και μετά τον ψάχνει παντού και δεν τον βρίσκει.
Πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο, από πόλη σε πόλη, αλλά δεν υπάρχει πουθενά. Και όταν εν τέλει τον βρίσκει, δεν είναι πλέον φίλοι, αλλά αντίπαλοι. Βλέπουμε τον αφηγητή να προσπαθεί να τον αντιμετωπίσει, ξεχνώντας όμως ότι είναι μια ιδέα και δεν έχει φυσική υπόσταση. Έχουμε και όλα αυτά τα πλάνα από τις κάμερες που χτυπιέται μόνος του.
Καλά τώρα που τον έφερα και η σκηνή αυτή στο γραφείο με τον διευθυντή του είναι φανταστική Και εκεί χτυπιέται μόνος του Και άλλες σκηνές έχει και αυτοί που κλέβουν τα λίπια για να κάνουν σαπούνι Είναι πολλές σκηνές Μπορώ να έχω άλλες δύο ώρες παρακαλώ να μιλάω για αυτή την ταινία Οκ εντάξει Είπα τρεις σκηνές και γι' αυτό θα πάω στην σκηνή που συμπυκνώνει όλο το νόημα του έργου και αυτού που εν τέλει ήθελε να πει ο Φίντσερ μέσα από αυτό που είναι η τελευταία σκηνή της ταινίας.
Ο αφηγητής μετά από όλο αυτό το κυνηγητό με το αλτερίγκο του φτάνει να συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος τρόπος να απαλλαχθεί από αυτό είναι να αποδεχθεί την ευθύνη των πράξεών του. Και γι' αυτό αυτοπειροβολείται στο μάγουλο. Η πρώτη φορά στην ουσία που βιώνει τον πραγματικό και συνειδητό πόνο χωρίς να καταφεύγει σε φαντασιώσεις.
Κάποια μέλη του project να είχε εμφέρουν στον όροφος που βρίσκεται την Μάρλα. Εκείνος σας διώχνει και φτάνουμε στο τελικό πλάνο της ταινίας με το σχέδιο του Τάιλερ να ολοκληρώνεται, τα κτίρια της πόλης να εκρήγνεται, τον αφηγητή και τη Μάρλα να στέκονται χέρι-χέρι μπροστά στο παράθυρο και να της λέει τη θρηλυκή ατάκα «You've met me at a very strange time in my life».
Ο αφηγητής μιλά για πρώτη φορά με ειλικρίνεια, χωρίς ούτε την επιθετικότητα και την αλαζονία του Τάιλερ, ούτε την αμήχανη αποστασιοποίηση του παλιού του εαυτού και στέκεται εκεί όχι ως ένας ηγέτης μιας επανάστασης, αλλά ως ένα θύμα, ως ένας πληγωμένος άνθρωπος που κρατά το χέρι της γυναίκας που αγαπά. Και γι' αυτό κιόλας ο Φίντς έρχε πει πάρα πολλές φορές ότι το Fight Club δεν είναι απλώς μια σκοτεινή σάτυρα αλλά μια ιστορία ενηλικίωσης.
Ουσιαστικά δηλαδή η κατάρρευση του εξωτερικού περιβάλλοντος σηματοδοτεί αυτήν την αρχή της εσωτερικής επούλωσης για τον αφηγητή. Και έτσι μέσα στο χάος και την απόλυτη καταστροφή αφήνει τον θεατή με μια αίσθηση κάθαρσης όπως κάθε καλή ταινία θα έπρεπε να κάνει. και κάπως έτσι φίλες και φίλοι φτάσαμε στο τέλος του σημερινού επεισοδίου του πρώτου επεισοδίου της τρίτης αυτή σεζόν του podcast ήθελα πάρα πολύ να μιλήσω για την αγαπημένη αυτή ταινία εδώ στο podcast και νομίζω πως είπα όλα αυτά που ήθελα να πω τώρα εντάξει κλασικά υπάρχει και η περίπτωση που κλείνω το μικρόφωνο και μέχρι να βγει το επεισόδιο μου έχουν έρθει αλλά 45 πράγματα στο μυαλό που δεν είπα αλλά τι να κάνουμε Γι' αυτό υπάρχετε εσείς.
Θέλω λοιπόν να μου γράψετε στα σχόλια για την δική σας σχέση με την ταινία αυτή, ποιες είναι οι δικές σας αγαπημένες σκηνές και να μου απαντήσετε τελικά στο αν αυτή η ταινία εν έτη 2026 έχει πλέον παλιώσει. Γιατί προσωπικά για μένα σήμερα μας αφορά ίσως πολύ περισσότερο από ό,τι μας αφορούσε σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο.
Αν σου άρεσε λοιπόν αυτό το επεισόδιο κάνε ένα follow στην σελίδα του PopCast, Βάζτε καμπανάκι για να ακούς πρώτος πρώτη όλα τα νέα επεισόδια. Μία βαθμολογία με πέντε αστεράκια και καλώς ήρθες στο κλαβ. Και επειδή ο πρώτος κανόνας του podcast είναι ότι μιλάμε για το podcast, στείλ το και σε τρεις φίλους ή φίλες σου για να γίνει η παρέα αυτή ακόμη μεγαλύτερη.
Εγώ ήμουν, είμαι και θα είμαι ο Στεφανός Χαραγιάννης και καλώς εγώ των πραγμάτων θα τα ξαναπούμε σε ένα νέο επεισόδιο του podcast. Μέχρι τότε να είστε όλοι και όλες καλά και γεια σας.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα