Skip to content
PodBase
Η Αντιγόνη δεν ζωγραφίζει πια ανθρώπους

Η Αντιγόνη δεν ζωγραφίζει πια ανθρώπους

Το Podcast του Οδυσσέα Ιωάννου
Ιούνιος 17, 2026 00:21:17 Επεισόδιο 33
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Σε αυτό το “Podcast του Οδυσσέα Ιωάννου”, μία ιστορία για την Αντιγόνη και μία συνάντηση σπάσιμο στον χρόνο.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

ασχημούλικο στα μάτια τους. Άσχημο μικρό, όμορφο όταν μεγαλώσει. Μην με ρωτήσεις τώρα τι μπορεί να σημαίνει ασχημό μωρό. Σου λέω τι λέγανε, έτσι μην μου το χρεώσεις. Δεν ξέρω αν έχει μεγάλη σχέση αυτή η φράση με την ιστορία μας. Ας πούμε πως ήθελα να βρω κάτι κάπως χαριτωμένο για να σας πω για κάτι που είναι αρκετά πιο ζόρικο.

Όλοι θα έχουμε στο μυαλό μας στις μνήμες μας κάποιο κορίτσι σαν την αντιγόνη. Σε γυναίκα ή σε άντρα. Επίσης μπορεί αυτός ή αυτοί που έχουμε στο μυαλό μας να είμαστε εμείς. Αυτό θα είναι το πιο ζόρικο απ' όλα. Η αντιγόνη ήταν η δημοφιλής του σχολείου στο Λύκειο. Πολύ όμορφη αλλά και χαρισματική. Καλή στα μαθήματα και είχε και πολύ καλό χέρι στα σχέδια, στις ζωγραφιές.

Το κορίτσι που τα κορίτσια ήθελαν στην παρέα τους και τα αγόρια ήθελαν γενικώς τα πάντα. Δεν ξέρω πού αλλάζει η μοίρα. Η διαφαινόμενη πορεία ενός ανθρώπου, όπως τουλάχιστον τη φαντάζονται, την προβλέπουν οι άλλοι. Δεν ήταν κάποια παιδιά στο γυμνάσιο, στο λύκειο, που αισθανόσουν ότι τα είχαν όλα. Κάποια από καθαρή τύχη και κάποια άλλα με κόπο και με δεξιότητες και με ταλέντα.

Έλεγες, τώρα αυτό, αν πάει συνέχεια έτσι, δεν έχει όριο, δεν έχει οροφή, δεν έχει ουρανό. Αυτά τα παιδιά είναι φτιαγμένα να τα έχουν όλα. Είναι φτιαγμένα για επιτυχία, για ευτυχία. Μετά, επειδή χαθήκαμε για χρόνια, δεν μπορούμε να εντοπίσουμε ακριβώς πού και πότε και γιατί άλλαξε αυτή η τροχιά. Διακόπηκε δηλαδή. Και μετά από χρόνια σε μια τυχαία συνάντηση είδαμε μπροστά μας κάτι που δεν θύμιζε σε τίποτα νίκη παρά μόνο ένα τσάκισμα μη αναστρέψιμο.

Τα εικοσάρια δηλαδή του σχολείου έγιναν ενιαράκια και εφταράκια έξω στη ζωή Ναι εντάξει δεν είναι κανόνας Αλλά σε αυτό το podcast δεν ψάχνουμε τους κανόνες Η Αντιγόνη μέχρι τα 18 είχε αύρα Δεν μιλάμε τα φορικά Είχε αύρα Την έβλεπες Τη φορούσε δηλαδή κάθε πρωί Και ερχόταν σχολείο όπως φορούσε την πλούζα της Δεν χρειαζόταν να κάνει κάτι Και δίχως καμία επιτίδευση έπαιρνε την άβρα της και έβγαινε έξω σκεφτόσουν τώρα εδώ τι μπορεί να πάει στραβά εδώ είναι φως είναι κάτι που δεν πολεμιέται από κανέναν αν είσαι έξυπνος κοίτα μόνο να πάρεις ό,τι μπορείς κι εσύ από αυτό το φως ό,τι σου δώσει έστω το πιο λίγο, έστω το πιο μικρό η τυχαία συνάντησή μας πριν κανένα χρόνο ήταν ένα σπάσιμο στο χρόνο κανονικότατο Ακούστηκε δηλαδή το σπάσιμο Μόλις πέρασαν τα πρώτα δευτερόλεπτα Μέχρι να σιγουρευτώ πως ήταν όντως αυτοί Ήθελα πάρα πολύ να μην ήταν Γιατί αν ήταν Τότε δεν έχει νόημα τίποτα Δηλαδή Τέλος πάντων δεν μπορώ να το εξηγήσω Καλύτερα αυτό, άστο Καθίσαμε για καφέ στην πλατεία προσκόπων

Κάποια στιγμή μου είπε κάτι Τόσο λάθος Που όμως δεν είχα κανένα κουράγιο να το αντικρούσω Μου είπε εσύ τα κατάφερες. Κάνεις αυτό που αγαπάς περισσότερο από όλα. Πέτυχες. Πόσο βιαστική, πρόχειρη, εύκολη και εν τέλει λανθασμένη διαπίστωση. Ανοίγω μια παρενθεσούλα εδώ. Είχαμε πει σε κάποιο παλαιότερο podcast, δεν θυμάμαι σε ποιο, πως υπάρχουν τέσσερις εικόνες, τέσσερις υποκειμενικές αλήθειες που τρέχουν παράλληλα.

Συνήθως αναφέρονται οι τρεις πρώτες, αλλά η τέταρτη, που δεν την αναφέρουν, Είναι εκείνη που γεννάει τις περισσότερες παρεξηγήσεις, διαφλά την αλήθεια, αλλά τελικά ας πούμε η μοναδική που αξίζει να κοβεδιάσουμε. Της θυμίζω η πρώτη, είναι τι πιστεύουμε εμείς για τον εαυτό μας. Η δεύτερη, τι πιστεύουν οι άλλοι για μας. Η τρίτη, τι πιστεύουμε, πως πιστεύουν οι άλλοι για μας.

Υπάρχει όμως και μια τέταρτη, τι πιστεύουν οι άλλοι, πως πιστεύουμε εμείς για τον εαυτό μας. αλλάστο τώρα αυτό δεν θα πέσω στην παγίδα να πω τη δική μου ιστορία το θέμα είναι η αντιγόνη ό,τι είχε μείνει από την αντιγόνη Δεν είμαι σίγουρος πως με άκουγε ή μάλλον είμαι σίγουρος πως δεν με άκουγε μόνο να μιλήσει ήθελε Δεν θα δεχότανε καμία ψευτοπαρηγοριά Καμία υποστηρικτική κουβέντα Κανένα αυθό και καλοπροαίρετο ψέμα Καμία κολακέα σαν να είχε τελειώσει οριστικά με όλα αυτά Τα μυριζόταν και τα έκοβε μαχαίρι Ξεκινούσε κάτι ακανόνιστους μονολόγους Τους έκοβε, τους ξανάπιανε Χωρίς κέντρο, χωρίς καμία σύνδεση Δεν είναι πως δεν ήθελα κι εγώ να αλλάξω τον κόσμο Αλλά να Αλλά δεν θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα σκεφτόμουν.

Και όχι πως δεν πήγαινα σε όλες τις πορείες στο πανεπιστήμιο. Σε όλες πήγαινα. Αλλά να, πάντα πίστευα πως το κάναμε με τον τρόπο των αγοριών. Τα συνθήματα, τα στοιχάκια, οι ντουντούκες, οι φωνές, η φιγούρα, το φλερτ. Έβλεπα τα αγόρια να φωνάζουν θυμωμένα και νόμιζα πως μας φλερταραν. Αυτός ήταν ο τρόπος τους. Αν οι πορείες δεν είχαν κορίτσια, θα ήταν πιο ήσυχες.

Τα γόρια θα ήταν πιο φρόνημα. Δεν είναι πως δεν ήθελα κι εγώ να αλλάξω τον κόσμο. Αλλά να, από μικρή ένιωθα πως κουβαλούσα τα παιδιά μου στην κοιλιά μου και έπρεπε να προσέχω. Να προσέχω τον τρόπο μου. Αυτός ήταν ο τρόπος μου. Όχι η γυναίκα σπίτι, η γυναίκα παιδιά, η γυναίκα που δεν παίρνει μέρος. Όχι μωρέ δεν σου λέω αυτό Αλλά να Σαν να έπρεπε να κρατήσω καθαρό το γάλα μου Χωρίς δηλητήρια Το γάλα μου Το αίμα της γυναίκας Από εκεί που θα έρθει να φάει το μέλλον Να ένας τρόπος να αλλάξεις τον κόσμο Να τον κρατήσεις ζωντανό Όταν άρχιζε της ιστορίας ο παππούς Η γιαγιά σώπαινε Σαν να μην είχε τίποτα να πει Ξεκινούσε να μιλάει Είχε πάντα τόσα να πει Και η Αγιά σώπαινε Σαν να είχε πέσει σε κενό η ζωή της εκείνα τα χρόνια Να είχε παγώσει Να μην είχε τίποτα άξιο αναφοράς να διηγηθεί Τίποτα τόσο δυνατό όσο οι ιστορίες του παππού Την κοιτούσαν να κατεβάζει τα μάτια Και να τον περιμένει να τελειώσει για να σηκωθεί και να αρχίσει να σερβίρει Τη θυμάμαι μόνο να σερβίρει

να σερβίρει και να σωπαίνει. Να σωπαίνει και να σερβίρει. Και δεν είναι πως δεν ήθελε και η γιαγιά να αλλάξει τον κόσμο αλλά να, δεν είχε κάποια ιστορία να πει. Οι άντρες πάντα μπορούσαν να βρουν λόγια για να λένε ιστορίες. Άντρας που δεν έχει να πει ιστορίες πουλάκι που δεν έχει κλαράκι να καθίσει. Και η γιαγιά είχε πολλά αλλά σώπαινε.

Δεν υπάρχουν λέξεις για όλα. Αυτοί που μένουν πίσω έχουν άλλη γλώσσα. Δεν ξέρω να λέω ιστορίες. Νομίζω πως ποτέ δεν μου χρειάστηκαν. Γελούσα και έκλαιγα με τον αλωνόν. Δεν με ρώτησε και ποντα κανένας. Είχα και εκείνα τα μάτια που έβλεπαν πάντα την ίδια αρχή. Όλα να γυρίζουν ανάποδα και να καταλήγουν πάντα στο ίδιο σημείο Δέκα βήματα να κάνει ο άνθρωπος αρκεί ένα σκούντιγμα να ξαναπάει πάλι στην αρχή Δεν είναι πως δεν ήθελα κι εγώ να αλλάξω τον κόσμο Αλλά να, σε αυτά τα πράγματα πρέπει να το θέλει κι ο άλλος Άνοιξε το κινητό της Μου έδειξε μια φωτογραφία Ήταν με τον άντρα της και το γιο τους Ήταν περίπου πριν από 20 χρόνια Τη θυμάμαθα τη φωτογραφία Είχε μόλις κλείσει τα τέσσερα ο μικρός Αν δεν ήταν το παιδί στη φωτογραφία δεν θα θυμόμουν τίποτα Θυμάμαι όλα του τα χρόνια Τον βλέπω και μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια τη χρονιά Σε όσες λείπει δεν μπορώ να θυμηθώ Όχι πως είναι και πολλές Σχεδόν σε όλες με το παιδί Έχει σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια να με τραβάει μόνη μου

Αν μας ζητήσει κάποιος να δει μια φωτογραφία τους δυο μας Πρέπει να κόψω το παιδί Κάποτε τον ρώτησα Με αγαπάς καθόλου μόνη μου Είσαι η μητέρα του παιδιού μου Είπε Ποιος κατά δεν θα μπορούσε να το κάνει Αλλά δεν φταίει κι αυτός μωρέ Μπήκε στο ρόλο Δεν γίνεται να μην πεις Δεν ήμουνα κι εγώ καλύτερη Σε όλες τις κουβέντες Το παιδί μου το ένα Το παιδί μου το άλλο Σαν να αξίωνα μια άλλη συμπεριφορά Από όλους όταν τους έλεγα πως είμαι μαμά. Σαν να εκβίαζα ασεβασμό. Αναγνώριση.

Δεν ξέρω. Την νύχτα που έπαθε την πρώτη κρίση άσθηματος γεράσαμε μέχρι να φτάσουμε στο νοσοκομείο. Όταν φτάσαμε στα επίγοντα το κρατούσα αγκαλιά και είχα παγώσει. Δεν είχα αίμα. Δεν είχα τίποτα. Ο Γιώργος με τραβούσε να βγω από το αυτοκίνητο και δεν κουνιόμουν. «Δώσε μου το παιδί!» ούρλιαξε. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ ο ένας τον άλλον έτσι. Δεν ξέραμε ότι υπάρχει κι αυτό. Γυρίσαμε σπίτι ξημερώματα. Μπήκα στο μπάνιο. Έκλαιγα και ζητούσα συγνώμη. Δεν ξέρω από ποιον.

Δεν υπήρχε πια χρόνος Είχε διαραγεί οποιαδήποτε γραμμικότητα Ήμασταν και οι δύο μέσα σε ένα πολύ διάστατο χάος Και ακόμα και ο κόσμος γύρω μας Δίπλα μας στην πλατεία Άλλαζε συνέχεια μπροστά στα μάτια μας Άλλαζαν απότομα οι ηλικίες τους Γίνονταν παιδιά Μετά μεγάλωναν ξανά Και εκεί που έβλεπες το διπλανό σου να πίνει καφέ στο σήμερα Μέσα στο επόμενο λεπτό τον έβλεπες Δεκαπέντε χρονών τον ίδιο, στο ίδιο τραπέζι μετά από λίγο άρχισε να γίνεται ρευστός και ο τόπος δεν ήμασταν στην πλατεία προσκόπων ήμασταν δεν ξέρω πού ήμασταν ήμασταν όπου μας πήγαινε οι αντιγόνοι μας είχε βάλει όλους σε μια διάσταση που δεν είχαμε βρεθεί ποτέ πριν και μάλλον δεν θα βρισκόμασταν ποτέ ξανά τη βλέπω να μπαίνει σε μια σχολή ζωγραφικής δεν ξέρω γιατί είμαι εκεί μάλλον δεν είμαι δεν είναι παλιά, είναι τώρα ή τουλάχιστον πριν από λίγο καιρό.

Το καταλαβαίνω από την ηλικία της. Είναι σχεδόν όπως είναι τώρα μπροστά μου. Δεν είναι κανένας στον χώρο υποδοχής. Περιμένοντας να έρθει κάποιος, κοιτάει τις ζωγραφιές στους τείχους και μετά στέκεται στον πίνεκ ανακοινώσεων. Ψάχνει μήπως διαναρτημένα τύποτα, προγράμματα, ώρες κλπ. Έπειτα από πέντε λεπτά έρχεται ένα νεαρό κορίτσι και κάθεται στο γραφείο απέναντί της.

«Καλημέρα, μπορώ να σας βοηθήσω» Η αντιγόνη πλησιάζει στο γραφείο, της χαμογελάει και αρχίζει να της μιλάει. «Ζωγράφιζα από μικρή. Είχα χέρι», λέγανε οι δασκάλες τους γονείς μου. Εκείνοι γελούσαν. Μάλλον η μητέρα μου γελούσε. Με εκείνο το γέλιο της συναισθαλμένης περηφάνειας. Ο πατέρας μου ούτε που το άκουγε. Σαν να ήταν μια εντελώς άχρηστη πληροφορία για εκείνον Σαν να άκουγε πως έφαγα όλο το κολατσιό μου Ρωτούσε μόνο αν είχα κάνει τα μαθήματά μου Όλη τη μέρα χωμένο στην αποθήκη με τα ηλεκτρολογικά υλικά Σε ένα συνοικιακό μαγαζάκι στο Βύρονα Δουλειά που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του Ερχόταν σπίτι αργά το απόγευμα Και έκανε όλες εκείνες τις τυπικές ερωτήσεις που κάνει ένας κουρασμένος πατέρας «Πώς πέρασες, έκανες τα μαθήματά σου».

Κάποιες φορές μου ζητούσε να του πω τα μαθήματα. Μετά του έδειγνα ζωγραφιές που είχα κάνει στο blog. Οι γάτες ήταν το δυνατό μου σημείο. Τις έκανα με μεγάλα έκπληκτα μάτια και φουντοτές ουρές. Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς γάτες. Ήταν πλάσματα μόνο μάτια και ουρά. Εκείνος δεν ξόδευε πάνω από ένα δευτερόλεπτο για να τις δει.

Έλεγε ένα βιαστικό «Ωραία» και επανερχόταν στα μαθήματα. Πάντα μου έδινε να καταλάβω πως άλλο τα μαθήματα και άλλο το παιχνίδι. Η μητέρα έπαιρνε τις καλύτερες και τις έβαζε στην πόρτα του ψυγείου. Μου έλεγε να γράφω και το όνομά μου από κάτω, για να μην μπερδευτεί κανένας για την ταυτότητα του καλλιτέχνη. Μέχρι το λύκειο είχα γίνει πραγματικά καλή Ενώ μπορούσα να απεικονίσω με σχετική ακρίβεια ό,τι έβλεπα γύρω μου Από αντικείμενα μέχρι φιγούρες να κάθονται στον καναπέ, να μαγειρεύουν, να περπατάνε στο δρόμο, να κολυμπάνε Ζήτησα, αυτό που δεν τολμούσα τόσα χρόνια, να πάω σε μια σχολή Ο πατέρας αντέδρασε σαν να άκουσε πως ήθελα να κάνω πεζοδρόμιο Μια χρονιά πριν τις Πανελλήνιες θέλεις να κάνεις μαθήματα ζωγραφικής Για να γίνεις τι, ζωγράφος Κοίτα να συνέλθεις κακομύρα μου Η μητέρα συνέχιζε να βάζει έργα μου στο ψυγείο Δεν ξέρω αν αυτός ήταν ο τρόπος της να πάρει το μέρος μου Ποτέ δεν εκδηλώθηκε περισσότερο Τα υπόλοιπα τριάντα χρόνια κύλησαν μέσα σε ειρήνη

Πάντιος, δουλειά, ο Γιώργος, το παιδί Δεν ξέρω γιατί ήρθα εδώ Προφανώς όχι για να γίνω ζωγράφος Τις έπαιξα τις πιθανότητές μου Αυτό που έκανες τελικά ήταν αυτό που μπορούσες στη ζωή Τέλος Τα υπόλοιπα είναι παρηγοριές Χαμένα ταλέντα και ταρέστα Νομίζω πως μπορώ να κλέβω δύο ώρες την εβδομάδα Κυρίως τις πέμπτες Έχετε τμήματα τις πέμπτες Ωραία Με θεωρείτε μεγάλη Όχι Ωραία Όλα με ενδιαφέρουν Αν και ήμουν καλή στο κάρβουνο Τις μπογιές τις άφησα νωρίς Νομίζω πως μου αρέσει να ζωγραφίζω σκιές Τις σκιές που ρίχνουν τα πράγματα σε διάφορες ώρες της ημέρας Οι άνθρωποι Δεν ξέρω αν με ενδιαφέρουν πια Εννοώ οι σκιές τους Όχι Δεν θέλω να φτιάχνω ανθρώπους Μόνο πράγματα Και τις σκιές τους Την άλλη πέμπτη Στις έξι Ωραία Θα έρθω Το θυμάμαι αυτό.

Ότι ζωγράφιζε ωραία εννοώ το θυμάμαι. Τα τετράδια της ήταν έργα τέχνης. Το θρανείο της επίσης. Ήταν τόσο όμορφα αυτά που έφτιαχνε που ακόμη και οι καθηγητές μας δεν τολμούσαν να τις κάνουν παρατήρηση. Ήταν η μόνη που δεν τη ζητούσαν να καθαρίσει το θρανείο της, να τα σβήσει. Κάποτε μας είχε ζωγραφίσει όλους. Την τάξη μας.

Ήταν σαν αναμνηστική φωτογραφία. αλλά μας είχε κάνει σαν να παίζαμε στο musical catch μας είχε φτιάξει δηλαδή με γατήσια χαρακτηριστικά όλους μας ήμασταν εμείς, μας είχε πετύχει απόλυτα ο καθένας μας δηλαδή αναγνώριζε εύκολα τον εαυτό του αλλά είχαμε όλοι γατήσια μουστάκια, αυτάκια, ουρίτσες η Αντιγόνη μπήκε στην Παντιού την είχα δηλώσει κι εγώ πρώτη σχολή είχε μόλις φτιαχτεί το τμήμα κοινωνιολογίας μας εκογόταν εγωιτευτικό άρα το είχαν δηλώσει όλοι οι βάσεις πήγαν στο Θεό δεν μπήκα, μπήκα στη δεύτερη επιλογή μου στην ΑΣΟΕ η Αντιγόνη τα κατάφερε, φυσικά τα κατάφερε δεν υπήρχε τίποτα που να φαινόταν ότι δεν μπορούσε να το πετύχει η Αντιγόνη δεν ξανάκουσα νέα της άλλαξα και περιοχή έχασα επαφή με συμμαθητές δεν υπήρξε κανένας συνδετικός κρίκος σαν να μην υπήρξαμε ποτέ στα ίδια πάρτι. Κάποια μέρα πριν από 5-6 χρόνια την έψαξα στο facebook.

Δεν ξέρω γιατί. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν την βρήκα. Όση ώρα τα σκεφτόμουν αυτά εκείνη συνέχισε να μιλάει. Σίγουρα έχασα πολλά. Κάπου την άκουγα κάπου την έχανα, κάπου σκεφτόμουν τα δικά μου από εκείνα τα χρόνια. Την έβλεπα να ανοιχοκλίνει το στόμα της, να κάνει κάποιες μάλλον δειλές χειρονομίες, αλλά δεν την άκουγα. όταν αποφάσιζα να την ακούσω έπιανα κάποια αφήγησή της από τη μέση κάποτε καταλάβαινα που αναφερόταν κάποτε όχι πραγματικά δεν ξέρω πόση ώρα κάτσαμε πόση ώρα πέρασε σηκώθηκε απότομα να φεγεί πρέπει να πηγαίνω τώρα μου είπε δεν μου έριξε ούτε μία ματιά σαν να μην ήμουν εκεί τελικά μπορεί και να μην ήμουν μπορεί να ήταν μόνη της και τόση ώρα να μιλούσε στον εαυτό της να ήμουν σε ένα άλλο τραπέζι και να έκλεψα τις σκέψεις της, τη ζωή της να ήταν δηλαδή ιστορία που δεν μπορούσα να γράψω μόνος μου και κάποιος έπρεπε να μου την πει να μην ήταν η αντιγόνη η δική μου η δική μου αντιγόνη του σχολείου να μου τη θύμισε και να τα κατέβασα όλα αυτά από το μυαλό μου

με παρηγόρησε αυτή η σκέψη γιατί αν ήταν έτσι αν ήταν όλα μια κατασκευή του δικού μου μυαλού αυτό σημαίνει πως η αντιγόνη δεν έσπασε συνέχισε αυτό που είχε αρχίσει στο σχολείο γοήτευε όλους όσους ήταν γύρω της ακόμα, τους γοήτευε ακόμα νικούσε ακόμα τίποτα δεν έγινε στον δρόμο για να γυρίσει ανάποδα η ζωή της και εκεί που είχα αρχίσει να το πιστεύω και ένιωθα ωραία ξαναγύρισε αυτή τη φορά με κοίταξε και μου είπε μόνο εσύ από όλα τα αγόρια δεν μου είχες μιλήσει στο σχολείο ξέρεις για να τα φτιάξουμε Μου είχε κάνει εντύπωση Αλήθεια δεν σου άρεσα Ή απλά ήσουν αντροπαλός Ξέρω είναι χαζό να σε ρωτάω κάτι τέτοιο μετά από τόσα χρόνια Αλλά θέλω να μου πεις Άλλο σκέφτηκα, άλλο είπα Σκέφτηκα να της πω πως κάθε πρωί Είχα καρφωμένα τα μάτια μου στην πόρτα του σχολείου Να τη δω να μπαίνει για να αρχίσω πάλι να αναπνέω Πως κάθε φορά που μιλούσε με ένα γόρι στο διάλειμμα ήθελα απλά να πάω και να τον σκότωσω για να λεγοστεύουν σιγά σιγά η επίδοξη πως σχολούσαμε και πέθαινα

δεν της είπα τίποτα από όλα αυτά της είπα μόνο ναι ντρεπόμουν Κατά μήνα μετά πετύχα τυχαία σε ένα μπαρ στο κέντρο τον Ηλία, συμμαθητή από εκείνα τα χρόνια κουβέντα στην κουβέντα κάποια στιγμή μου είπε ρε εσύ δεν θα το πιστέψεις πια είδα πριν από λίγες μέρες την αντιγόνη, την αντιγόνη ρε δεν μπορεί να με τη θυμάσαι, την τύβα του σχολείου που μας έπαιζε όλους ρε φίλε είχε τα χάλια της σαν κάρο έχει γίνει και άρχισε να γελάει σε αυτόν δεν του χαρίστηκα θόλωσα και τον σκότωσα Ήταν το podcast του Οβυσσέα Ιωάννου στο News 24-7.

Μαζί μου ήταν η Μαρίνα Σλάνοκλου. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για την παρέα. Τα λέμε πάλι.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00