Υπόθεση Jackie Roubideaux - Πίσω από την πόρτα
True Crime Αλα ΕλληνικάΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Όταν ήμασταν παιδιά, τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και κτίρια στις γειτονιές μας έμοιαζαν με παράδεισο.
Επικίνδυνα, έρημα, γεμάτα ίχνη μιας ζωής που είχε μείνει πίσω. Οι τοίχοι τους ήταν καλυμμένοι με graffiti, ενώ παρατημένα έπιπλα, παλιά ρούχα και χαλασμένες συσκευές γίνονταν θησαυροί για την παιδική μας περιέργεια.
Στα σκονισμένα πατώματα βρίσκαμε κιτρινισμένες σελίδες με χειρόγραφες σημειώσεις, σκισμένα περιοδικά από άλλες δεκαετίες και αντικείμενα που έμοιαζαν να κουβαλούν τις ιστορίες ανθρώπων που είχαν φύγει προ πολλού.
Στο Lawton, μια παρέα παιδιών είχε ακριβώς την ίδια ιδέα για μια μικρή περιπέτεια.
Όταν όμως μπήκαν σε εκείνο το σπίτι και άνοιξαν τη βρώμικη πόρτα του ψυγείου, η περιέργειά τους μετατράπηκε σε εφιάλτη.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Πρωτού ξεκινήσω το σημερινό επεισόδιο, οφείλω να σας προειδοποιήσω πως περιέχει σκληρές περιγραφές και αναφέρεται σε εγκλήματα κατά παιδιών. Σας προτρέπω να μην προχωρήσετε στην ακροασίτου εάν είστε ευαίσθητοι σε τέτοια θέματα. Απρίλιος 1976 και βρισκόμαστε στον Λότον της Οκλαχώμα. Μία παρέα παιδιών παίζει μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι.
Όταν μέσα στη σιωπή ακούγεται ένας παράξενος θόρυβος Στην αρχή δεν μπορούν να καταλάβουν από που έρχεται Αρχίζουν να ψάχνουν και τελικά καταλήγουν στην κουζίνα Μπροστά σε ένα παλιό βρώμικο ψυγείο Ο ήχος έρχεται από μέσα Ένα από τα παιδιά πλησιάζει και ανοίγει την πόρτα Αυτό που θα βρει μέσα είναι κάτι που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε ποτέ να δει Μέσα στο σκοτάδι του ψυγείου βρίσκονται δύο μικρά κορίτσια Το ένα δεν κινείται Το άλλο είναι ακόμη ζωντανό Αυτό θα μπορούσε να είναι το τέλος μιας φρικτής ιστορίας μόνο που 1,5 χρόνο μετά, σε ένα άλλο εγκαταλελειμμένο σπίτι της ίδιας πόλης, ένας στρατιώτης θα βρεθεί μπροστά σε μια ανατριχιαστική εικόνα, αλλά γνώριμη.
Ένα παλιό ψυγείο, με την πόρτα του ανοιχτή. Δύο στιγμές που τις χωρίζουν μήνες, αλλά μοιάζουν υπερβολικά πολύ για να περάσουν απαρατήρητες. Όταν κάτι τόσο φρικτό εμφανίζεται ξανά με σχεδόν τον ίδιο τρόπο Είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι είναι σύμπτωση Και πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στην αρχή Παράλληλα ένας σεξουαλισμένος σκληρός, αλλά καθώς και ένας φυσικός σκληρός.
Δεν είχε κανένα σκληρό για να τον καθαρίσει. Δεν μπορούσα να βρει κανένα τρόπο να την χτυπήσω. Και την χτυπήσατε στον τρόπο του σκληρός. Αχ, ο Σλάτσαμερ. Είμαστε όλοι κακοί, σε κάποιο τρόπο ή άλλο. Θα σας κάνει να τρομάξετε με το τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος και θα σας πάει σε όλο τον κόσμο για να ξετυλίξουμε μαζί σελίδες από γνωστά και άγνωστα εγκλήματα, serial killers και άλλοι τες υποθέσεις.
Είμαι η Μυρτώ και κάθε εβδομάδα θα βουτάμε στο σκοτάδι του ανθρώπινου μυαλού. Η Μέρι Ελίζαπεθ Καρπίτσερ και η δίδυμη αδερφή της Αγκουστίν, η Αλιωστίνα, γεννήθηκαν στις 13 Νοεμβρίου του 1972 στο Λότον της Οκλαχώμα και μεγάλωσαν μέσα σε μια μεγάλη οικογένεια με την γιαγιά τους, την Αγκουστίν Λένα Βίλιαμς, να έχει αναλάβει σημαντικό μέρος φροντίδας τους και να προσπαθεί εκείνη την περίοδο να αποκτήσει και την νόμιμη επιμελειά τους.
Στο ίδιο σπίτι ζούσε η μητέρα των κοριτσιών, η Τίνα Έιτζεντ, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια Τα δύο κορίτσια, η Μέρι και η Τίνα, περνούσαν πολύ χρόνο στο σπίτι της γιαγιάς τους Και εκεί βρίσκονταν και το απόγευμα της 8ης Απριλίου, το 1976, όταν ήταν μόλις 3,5 ετών Αναμέσα στους ανθρώπους που είχαν επαφή με την οικογένεια ήταν και η 17χρονη Ζακλίν Μαρή Ρουμπιντό ή αλλιώς Τζάκι, στενή φίλη της θείας των διδήμων Τομασίνα.
Η Τζάκι περνούσε πολύ χρόνο μαζί τους και είχε έρθει αρκετές φορές στο σπίτι τους, οπότε η Μέρη και η Τίνα την γνώριζαν ήδη και είχαν συνηθίσει την παρουσία της. Εκείνο το απόγευμα τα δύο κορίτσια ήταν στο σαλόνι και έβλεπαν τηλεόραση, όσο η γιαγιά τους έκανε δουλειές. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε η Τζάκη και της ζήτησε να πάνε μαζί της Έτσι τα δύο κορίτσια σηκώθηκαν και την ακολούθησαν Όταν πέρασε λίγη ώρα και η γιαγιά του Σάισε να τις ψάχνει Κατάλαβε ότι η Μέρι και η Τίνα δεν ήταν ούτε μέσα στο σπίτι ούτε στα σημεία που θα μπορούσαν να είχαν πάει Στις 4 παρα 10 εκείνο το απόγευμα δηλώθηκαν επίσημα ως αγνοούμενες και η αστυνομία έρθε να ψάχνει την περιοχή προσπαθώντας να βρουν κάποιον που να τις είχε δει όταν έφυγαν Οι έρευνες συνεχίστηκαν και την επόμενη ημέρα αλλά χωρίς αποτέλεσμα Οι αστυνομικοί μίλησαν με κατοίκους της περιοχής και προσπάθησαν να καταλάβουν ποια διαδρομή ακολούθησαν τα κορίτσια Όμως ακόμα και το επόμενο το πρωί του Σαββάτου, 10 Απριλίου, η Μέρη και η Τίνα εξακολουθούσαν να αγνοούνται
Το Σάββατο το μεσημέρι κάποια παιδιά έπαιζαν μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στο Λότον Σχεδόν δύο χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της γιαγιάς Όταν άκουσαν έναν θόρυβο να έρχεται από ένα παλιό ψυγείο Ο δεκάχρονος Τρέισι Κλάφαν πλησίασε διστακτικά και άνοιξε την πόρτα. Μέσα στο ψυγείο ήταν η Μέρι και η Τίνα. Η μικρή Τίνα όμως πετάχτηκε σαν ελαττήριο.
Είχε καταφέρει να επιβιώσει για δύο μέρες αναπνέοντας λίγο αέρα από ένα μικρό άνοιγμα στην πόρτα του ψυγείου, όμως ήταν αφιδατωμένη, τραυματισμένη και εξαντλημένη. Δίπλα της βρισκόταν η δίδυμη αδερφή της η Μέρη, η οποία δυστυχώς δεν είχε καταφέρει να επιβιώσει. Η νεκροψία έδειξε αργότερα ότι η Μέρη ήταν ζωντανή όταν τοποθετήθηκε μέσα στο ψυγείο και ότι πέθανε από ασφυξία.
Επίσης και στα δύο κορίτσια υπήρχαν τραύματα, καία ανθρώπινες δαγκοματιές, ενώ η Τίνα μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο όπου οι γιατροί αντιμετώπισαν την αφιδάτως και τα τραύματά της. Παρά την ηλικία της και όλα όσα είχε περάσει άρχισε από την πρώτη στιγμή να μιλάει για το πώς είχαν βρεθεί εκεί. Η Τίνα είπε ότι η Τζάκη ήταν αυτή που τις είχε πάρει από το σπίτι, τις είχε πάει στο εγκαταλελειμμένο κτίριο και στην συνέχεια τους είχε μπει να μπουν μέσα στο ψυγείο.
Πρωτού κλείσει την πόρτα τους είπε να περιμένουν εκεί γιατί τάχα αργότερα θα ερχόταν η θεία τους η Τομασίνα για να τις πάρει και να πάνε για παγωτό. Όμως όταν η πόρτα έκλεισε η Τζάκι κλείδωσε το ψυγείο. Η Τίνα με το που πετάχτηκε από το ψυγείο είπε κατευθείαν το όνομα της Τζάκι. Το είπε και στην παρέα των παιδιών που την βρήκαν και αργότερα το επανέλαβε τόσο στην οικογένειά της όσο και στους αστυνομικούς.
Παρ' όλα αυτά υπήρχε ένα πρόβλημα. Όσα γνώριζαν οι αρχές στηρίζονταν κυρίως τα λόγια ενός παιδιού τριάμισι ετών που είχε περάσει δύο μέρες κλεισμένο μέσα σε ένα ψυγείο και είχε μόλις χάσει την αδερφή του. Η μαρτυρία της μικρής Τίνα ήταν σημαντική, όμως εκείνη την εποχή δεν θεωρήθηκε αξιόπιστη. Από την άλλη η Τζάκη αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με όσα συνέβησαν στις δύο αδερφές.
Και παρά τις υποψίες που υπήρχαν γύρω από το όνομά της, η αστυνομία δεν κατάφερε να βρει κάποιο φυσικό στοιχείο που να την συνέδε με το εκαταλελειμμένο σπίτι. Κανένα αποτύπωμα, καμία σταγόνα αίμα, καθόλου τρίχες που να αποδεικνύουν ότι όντως είχε βρεθεί εκεί Ενώ εκείνη την περίοδο δεν εμφανίστηκε ούτε ένας ενήλικας μάρτυρας Η υπόθεση παρέμεινε έτσι ανοιχτή, χωρίς κάποια εξέλιξη Και η Τζάκη συνέχισε κανονικά την ζωή της στο Λότον Μάλιστα, ενάμεση χρόνο μετά έπιασε ξανά δουλειά ως baby-sitter σε μια άλλη οικογένεια στο Λότον, στην οικογένεια των Κάρτερ.
Ο Τζορτς και η Ρόους Κάρτερ είχαν μια κορούλα, την Νίμα Λουίς Κάρτερ, 19 μηνών, η οποία μάλιστα είχε γεννηθεί στις 26 Μαρτίου, λίγες ημέρες πριν από την εξαφάνιση της Μέργε της Τίνα. Ήταν ένα χαμογελαστό παιδάκι με τεράστια στρογγυλά σκούρα μάτια και με μια περιέργεια που την έκανε να ψάχνει διαρκώς ό,τι υπήρχε γύρω της Είχε βρει μάλιστα έναν δικό της τρόπο για να εξερευνά το σπίτι Έβγασε τα σιρτάρια της κουζίνας, τα χρησιμοποιούσε για να σκαρφαλώνει και μετά κρυβόταν μέσα στα ντουλάπια Οι γονείς της είχαν συνηθίσει πια αυτές τις μικρές εξαφανίσεις και ήξεραν πως αν δεν την έβλεπαν για λίγο πιθανότατα είχε τρυπώσει κάπου μέσα στο σπίτι Καθώς και οι δύο γονείς δούλευαν η Τζάκη είχε κάνει babysitting στην Ήμα αρκετές φορές οπότε η μικρή την ήξερε καλά και την εμπιστευόταν Μάλιστα κάθε φορά που την έβλεπε πήγαινε αμέσως να την αγκαλιάσει Το βράδυ της 301ης Οκτωβρίου του 1977, ο George και η Rose έβαλαν την νήμα για ύπνο στο κρεβατάκι της, όπως είχαν κάνει τόσες άλλες φορές.
Το επόμενο πρωί, 1η Νοεμβρίου, ο George ετοιμαζόταν για τη δουλειά του. Ήταν στο μπάνιο, όταν η Rose τον ρώτησε αν ήξερε που είναι η νήμα. Στην αρχή οι γονείς δεν ανησύχησαν γιατί η μικρή είχε την συνήθεια να κρύβεται σε διάφορα σημεία του σπιτιού Η Ροζ πίστεψε ότι όπως είχε συμβεί και άλλες φορές θα την έβρισε μέσα σε κάποιο ντουλάπι Κάτω από κάποιο ράφι ή κρυμμένη σε κάποια γωνιά Όταν όμως δεν την βρήκε πουθενά ανησύχησε Είπε στον Τζόρτζ ότι η νήμα είχε εξαφανιστεί Και έτσι οι δυο τους έψαξαν ολόκληρο το σπίτι, την αυλή και το χωράφι πίσω από το σπίτι τους Στο κρεβατάκι της είχαν μείνει η κουβέρτα της, το αγαπημένο τους λούτρινο παιχνίδι και το μπιμπερό της Τα παράθυρα του δωματίου της ήταν κλειστά και δεν υπήρχαν σημάδια παραβίασης αν και μία από τις εξωτερικές πόρτες του σπιτιού δεν κλείδωνε καλά.
Όποιος είχε πάρει την νήμα γνωρίζε καλά το σπίτι και ήξερε πώς να κινηθεί μέσα σε αυτό δίχως να ξυπνήσει κανέναν. Η αστυνομία άρχισε να ψάχνει αμέσως στην γύρω περιοχή, εξετάζοντας μεταξύ άλλων εγκαταλελειμμένα σπίτια και εκτήρια, ενώ ζήτησε και από τους κατοίκους να ελέξουν αυλές και διοκτησίες, μήπως η νήμα είχε παγιδευτεί κάπου.
Ο Τζόρτς και η Ρόους βεβαίως συνεργάστηκαν με τους ερευνητές και υποβλήθηκαν σε τες πολυγράφου το οποίο πέρασαν. Οι μέρες περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα. Η ανησυχία των δύο γονιών μεγάλωνε, καθώς η θερμοκρασία στην Οκλαχώμα έπεφτε. Η Νίμα την νύχτα που εξαφανίστηκε φορούσε μόνο ένα κόκκινο μπλουζάκι και την πάνω της. Αν βρισκόταν κάπου εκεί έξω ήταν πολύ δύσκολο να αντέξει για πολύ στο κρύο.
Ο Τζόρτς ανέφερε στην αστυνομία κάποια παράξενα περιστατικά που είχαν συμβεί στο σπίτι τους τους προηγούμενους μήνες σε περίπτωση που ίσως τους δώσουν κάποιο στοιχείο. Τον Απρίλιο κάποιος είχε πει στο σπίτι τους. Και φωτογραφίες της Νίμα είχαν βρεθεί πεταμένες πίσω από ένα υπόστεγο. Ενώ δύο μήνες πριν από την εξαφανισή της, κάποιος είχε βανδαλίσει το σπίτι και είχε δηλητηριάσει τον σκύλο της οικογένειας.
Ο Τζορτς αναρωτιόταν αν όλα αυτά συνδέονταν μεταξύ τους. Όμως οι αρχές δεν κατάφεραν να αποδείξουν κάποια σχέση. Ο καιρός περνούσε, οι Κάρτερ εξακολουθούσαν να μην ξέρουν πού ήταν οι κόροι τους ή αν ήταν ακόμα ζωντανοί. Στις 23 Νοεμβρίου του 1977, ένας στρατιώτης, ο Γκάρι Γκούδουελ, βρισκόταν στο σπίτι ενός φίλου του στην περιοχή.
Φεύγοντας, κάποια στιγμή πέρασε μέσα από ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που βρισκόταν κοντά. Στην κουζίνα του κτηρίου υπήρχε ένα παλιό βρώμικο ψυγείο με την πόρτα ανοιχτή Και στο πάτωμα δίπλα του βρισκόταν το σώμα ενός μικρού παιδιού Το παιδί ήταν η Νίμα Το σώμα της βρισκόταν σε προχωρημένη αποσύνθεση Και η Νίμα φορούσε ακόμη τα ίδια ρουχαλάκια που τις είχαν βάλει οι γονείς της το τελευταίο βράδυ Η αστυνομία πίστευε πως το κοριτσάκι είχε αρχικά βρεθεί μέσα στο ψυγείο και πως κάποια παιδιά που έπαιζαν νωρίτερα στο σπίτι αυτό ίσως είχαν ανοίξει την πόρτα, τρόμαξαν και έφυγαν δίχως να πούν τίποτα Όταν αργότερα στο κτίριο μπήκε ο στρατιώτης, η πόρτα ήταν ήδη ανοιχτή και η νήμα ήταν στο πάτωμα Η νεκροψία έδειξε πως το κοριτσάκι είχε πεθάνει από ασφυξία.
Το παράξενο πράγμα όμως ήταν ότι το σπίτι, το εγκαταλελειμμένο αυτό σπίτι, είχε ήδη ελεγχθεί. Ένας αστυνομικός δήλωσε πως το ψυγείο θυμόταν ότι ήταν ανοιχτό και άδειο, ενώ περίπου μία εβδομάδα πριν βρεθεί η νήμα, ένας δεύτερος το είχε δει κλειστό. Έτσι δεν έγινε ποτέ ξεκάθαρο πότε ακριβώς βρέθηκε εκεί η νήμα Υπήρχε όμως και κάτι άλλο που οι ερευνητές δεν μπορούσαν να παραβλέψουν Ο τρόπος με τον οποίο είχε βρεθεί η νήμα θύμιζε έντονα μία υπόθεση που είχε συμβεί στο Λότον ενάμιση χρόνο πριν Τότε οι δίδυμες Μέρι και Τίνα Καρπίτσερ είχαν εξαφανιστεί από το σπίτι τους και είχαν βρεθεί και αυτές μέσα σε ένα παλιό ψυγείο σε ένα καταλληλημένο σπίτι της ίδιας περιοχής.
Η Μέρη είχε πεθάνει από ασφυξία ενώ η Τίνα κατάφερε να επιβιώσει. Και όταν την βρήκαν είπε από την πρώτη στιγμή ότι η Τζάκι τους είχε οδηγήσει εκεί. Όταν λοιπόν οι αστυνομικοί άρχισαν να κοιτάζουν πιο προσεκτικά την σχέση της Τζάκι με την οικογένεια Κάρτερ διαπίστωσαν ότι η σχέση της με την μικρή Νίμα ήταν πιο στενή από όσο φαινόταν.
Όπως είπαμε, η Τζάκη είχε κάνει babysitting στην μικρή αρκετές φορές. Γνώριζε καλά το σπίτι και την διαρρυθμισή του. Και σύμφωνα με όσα πρόκειψαν αργότερα στην έρευνα, είχε βρεθεί εκεί την προηγούμενη νύχτα από την εξαφάνισή της. Υπήρχε και ένα άλλο περιστατικό που είχε συμβεί λίγες ώρες πριν χαθεί το κοριτσάκι Οι Κάρτερ είχαν ζητήσει από την Τζάκη να κάνει babysitting στη μικρή εκείνο το βράδυ Όμως η Τζάκη είχε αρνηθεί επειδή ήθελε να βγει και να παίξει μπίνκο με τους φίλους της Ο Τζόρτς κατάφερε τελικά να βρει άλλη babysitter Και αργότερα εκείνη την ημέρα συνάντησε τυχαία την Τζάκη σε ένα κατάστημα Αφού βρήκαν την μικρή νήμα οι αστυνομικοί μίλησαν ξανά με την Τζάκη.
Επανέλαβε την ίδια ιστορία. Τους είπε ότι το βράδυ εκείνο είχε πάει να παίξει μπίνγκο και αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση. Οι υποψίες ήταν πολλές όμως εξακολουθούσε να λείπει κάτι βασικό. Δεν υπήρχε κάποιο φυσικό στοιχείο που να τη συνέδε και με αυτό το σημείο. Οπότε οι αρχές δεν μπορούσαν να προχωρήσουν Έτσι η υπόθεση της Νίμα παρέμεινε ανοιχτή Ένας ερευνητής όμως δεν τα παράτησε Επέμενε και άρχισε να ψάχνει πιο προσεκτικά την παλιά υπόθεση της Μέρι Καρπίτσερ Είδε ότι υπήρχε κάτι που οι ερευνητές δεν είχαν στην περίπτωση της Νίμα Η Τίνα είχε επιζήσει και είχε κατονομάσει την Τζάκη Ο ερευνητής αυτός ξαναμίλησε μαζί της προσπαθώντας να δει αν θα έλεγε κάτι καινούριο Όμως η Τζάκη δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι είχε βάλει τα δύο κορίτσια στο ψυγείο Τότε εμφανίστηκε και ένας μάρτυρας ο οποίος όμως δεν είχε μιλήσει νωρίτερα Η Θέλμα και ο σύζυγός της J.W. McCraig ζούσαν κοντά στο εγκαταλελειμμένο σπίτι όπου είχαν βρεθεί οι δίδυμες και τους αποκάλυψαν ότι εκείνο το απόγευμα είχαν δει την Τζάκη να περπατάει στην περιοχή κρατώντας δύο μικρά κορίτσια από τους καρπούς
Η Θέλμα είπε ότι τα παιδιά αντιστεκόντουσαν σαν να μην ήθελαν να συνεχίσουν να περπατάνε Όσο η Τζάκη κυριολεκτικά τα έσαιρνε προς το εγκαταλελειμμένο σπίτι. Σαρανταπέντε λεπτά μετά την είδε να επιστρέφει χωρίς τα δύο κορίτσια. Οι γείτονες εξήγησαν ότι εκείνη την στιγμή δεν το θεώρησαν σημαντικό και όταν μίλησαν πιο μετά με την αστυνομία είπαν πως κανείς δεν τους ρώτησε αν είχαν δει κάτι.
19 Οκτωβρίου 1979. Τρία χρόνια μετά τον θάνατο της Μέρι, η Τζάκη Ρουμπιντό συνελήφθη και κατηγορήθηκε για την δολοφονία πρώτου βαθμού της Μέρι. Για την νήμα όμως δεν της απαγγέλθηκε ποτέ κατηγορία και η υπόθεσή της παρέμεινε ανεξιχνίαστη. Η πρώτη δίκη ξεκίνησε αρχές του 1982. Η Τίνα ήταν πια εννέα ετών και κατέθεσε ξανά για όσα είχαν συμβεί.
Επανέλαβε ότι η Τζάκη ήταν αυτή που πήρε την ίδια και την αδερφή της από το σπίτι τους, της οδήγησε στο εγκαταλελειμμένο σπίτι και της έβαλε μέσα στο ψυγείο. Η υπεράσπιση όμως αμφισβήτησε την μνήμη της. υποστηρίξαν ότι τότε ήταν πολύ μικρή και ότι ίσως να είχε επηρεαστεί από όσα άκουγε γύρω της. Η εισαγγελία όμως είχε ένα όπλο.
Το ότι η Τίνα είχε πει το όνομα της Τζάκη από το πρώτο δευτερόλεπτο. Στην δίκη αναφέρθηκαν επίσης και οι ανθρώπινες δακοματιές που βρέθηκαν στα σώματα των δύο κοριτσιών. Ένας ειδικός επιστήμονας της εισαγγελίας υποστήριξε ότι κάποια από τα σημάδια τέργιαζαν με τα δόντια της Τζάκη Όμως η υπεράσπιση το αμφισβήτησε και αυτό το συμπέρασμα Λέγοντας ότι θα μπορούσαν άνετα να είχαν προκληθεί ακόμα και από παιδικά δόντια Η υπεράσπιση προσπαθούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες ακόμα και γύρω από το ίδιο το όνομα Τζάκη Στο δικαστήριο εμφάνισαν τον Τζάκι Μπρνε, έναν άντρα που οδηγούσε φορτηγάκι παρόμοιο με αυτό που είχε δει η γιαγιά των Διδήμων εκείνο το απόγευμα όταν έψαχνε τα παιδιά Ο ίδιος αρνήθηκε πως είχε σχέση με την υπόθεση και η εισαγγελία τόνισε ότι η Τίνα γνώριζε καλά την Τζάκη και δεν θα μπορούσε να την μπερδέψει με κάποιον που δεν γνώριζε, ειδικά με έναν άντρα.
Στην δίκη κατέθεσαν επίσης και δύο γυναίκες που ήταν στην φυλακή μαζί με την Τζάκη Είπαν ότι την είχαν ακούσει να μιλά για την υπόθεση αυτή σαν να γνωρίζει περισσότερα από όσα παραδεχόταν Ενώ η μία από αυτές είπε ότι την είχε ακούσει να καυχέται πως όντως είχε διαπράξει το έγκλημα Οι ένορκοι όμως μετά από 11 ώρες συζητήσεων δεν κατάφεραν να φτάσουν σε ομόφωνη απόφαση.
Έτσι η δίκη κηρύχτηκε ως κακοδικία, έληξε δηλαδή χωρίς ατιμιγορία και η Τζάκη θα έπρεπε να δικαστεί ξανά. Στην δεύτερη δίκη όμως, ο δικαστής επέτρεψε να παρουσιαστούν στοιχεία από την υπόθεση της Νίμα Παρ' όλο που η Τζάκη δεν είχε κατηγορηθεί μέχρι το έτον θάνατό της Τόνισε η εισαγγελία της ομοιότητες ανάμεσα στις δύο υποθέσεις Ενώ η υπεράσπιση προσπάθησε να ρίξει στάχτη στα μάτια των ενόρκων λέγοντας πως η αναφορά σε ένα δεύτερο νεκρό παιδί ίσως θα τους επηρέαζε.
Η Τίνα κατέθεσε ξανά, μαζί με μία ψυχολόγο αυτή την φορά, η οποία υποστηρίξει ότι οι αναμνήσεις της ήταν αξιόπιστες και πως δεν είχαν διαμορφωθεί από όσα άκουγε γύρω της. Παράλληλα κατέθεσαν ξανά και οι γείτονες, οι Μακρέγ, λέγοντας πως είδαν την Τζάκη μαζί με τα δύο κορίτσια πριν να εξαφανιστούν. Σε αντίθεση με την πρώτη δίκη, οι ένορκοι κατέληξαν σε ομόφωνη απόφαση και έτσι έκριναν την Τζάκη Ρουμπιντό ένοχη για την δολοφονία πρώτου βαθμού της Μέρι Ελίζαπεθ Καρπίτσερ.
Η Τζάκη καταδικάστηκε σε εισόβεια. Η καταδίκαιο αυτή όμως αφορούσε μόνο την μέρη, αφού για τον θάνατο της Νίμα δεν της είχε απαγγελθεί ποτέ κατηγορία. Όπως ήταν φυσικό, άσκησε αμέσως έφεση, υποστηρίζοντας ότι η αναφορά της Νίμα στην δεύτερη δίκη επηρέασε τους ενόρκους. Ο δικαστής όμως απερίψε την έφεση. Το 2003 όταν εξεταζόταν το ενδεχόμενο από φυλάκισής της υπό όρους η Τζάκη έδωσε για πρώτη φορά μια διαφορετική εκδοχή.
Είπε ότι εκείνη και μία φίλη της είχαν πάρει μαζί τους την Μέρ και την Τίνα όσο βρίσκονταν υπό την επίρρηα ναρκωτικών Και ότι όταν αποφάσισαν να τις γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους, τις έβαλαν μέσα στο ψυγείο επειδή όπως ισχυρίστηκε το πέρασαν για κρεβάτι Ήταν μία εκδοχή που δεν είχε αναφέρει ποτέ μέχρι τότε Για πρώτη φορά όμως παραδεχόταν ότι ήταν μαζί με τα δύο κορίτσια εκείνη την ημέρα και ότι είχε συμμετάσχει στα γεγονότα που τα οδήγησαν μέσα στο ψυγείο Παρ' όλα αυτά το αίτημά της για αποφυλάκηση απορρίφθηκε και παρέμεινε στην φυλακή Έως το 2005 όπου η Τζάκη Ρουμπιντό πέθανε μέσα στην φυλακή από καρκίνο και μαζί της χάθηκε η ελπίδα για μια καθαρή εξήγηση για όσα είχαν συμβεί στην μικρή Νίμα.
Ακόμα και ο πατέρας της, ο Τζόρτζ, δεν μπορούσε ποτέ να πει με απόλυτη βεβαιότητα ότι πίστευε πως η Τζάκι είχε σκοτώσει την κόρη του. Η Τζάκι αγαπούσε, είπε, την Νίμα. Η Νίμα την εμπιστευόταν και θυμάται ο Τζόρτζ πως ήταν πολύ δεμένη μαζί της. γι' αυτό και δυσκολευόταν να συμφιλειώσει αυτήν την εικόνα με όσα πραγματικά είχαν συμβεί.
Παρ' όλα αυτά δεν σταμάτησε ποτέ να αναρωτιέται. Η γυναίκα του, η Ροζ, η μητέρα της Νίμα, πέθανε το 2000 και ο Τζόρτς συγχώρησε τελικά τον άνθρωπο που σκότωσε την κόρη του γιατί όπως είπε δεν ήθελε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του μέσα στον δυθυμό. Για την Μερή Ελίζαπεθ Καρπίτσερ ήρθε η δικαιοσύνη Για την μικρή Νίμα όμως όλα είναι θολά Υποψίες και ερωτήματα παραμένουν μέχρι και σήμερα Παρά το γεγονός ότι η απάντηση είναι ακριβώς μπροστά μας Και ελπίζουμε κάποια μέρα αυτή να φανεί Σας ευχαριστώ που και σήμερα με ακούσατε Να είστε καλά και τα λέμε στον επόμενο εφιάλτη
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα