Skip to content
PodBase
Ep.79: Τα πράγματα που υπήρχαν σε κάθε ελληνικό σπίτι των ’80s και ’90s

Ep.79: Τα πράγματα που υπήρχαν σε κάθε ελληνικό σπίτι των ’80s και ’90s

10 Λεπτά Νοσταλγία Podcast
Ιούνιος 24, 2026 00:17:18 Σεζόν 1 Επεισόδιο 79
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Σε αυτό το επεισόδιο ανοίγουμε την πόρτα ενός ελληνικού σπιτιού των ’80s και των ’90s και θυμόμαστε τα αντικείμενα που υπήρχαν σχεδόν παντού. Σεμεδάκια, βαριές συνθέσεις, βιτρίνες με τα καλά ποτήρια, σταθερά τηλέφωνα, VHS, ηχοσυστήματα, φριτέζες, παιδικά δωμάτια γεμάτα αφίσες και άλμπουμ με φωτογραφίες. Μια νοσταλγική βόλτα σε σπίτια γεμάτα μυρωδιές, φωνές, υπερβολές και αναμνήσεις.

Κεράστε έναν καφέ: https://buymeacoffee.com/10leptanostalgia

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Μουσική Γεια σας! Καλώς ορίσατε στο 71ο επεισόδιο της σειράς podcast 10 λεπτά νοσταλγία. Είμαι ο Αντώνης Κατσαρός και κάθε εβδομάδα θυμάμαι και σας θυμίζω, νοσταλγούμε δηλαδή, στιγμές που ζήσαμε στις δεκαετίες του 80, του 90 και λίγο του 2000. Αν σας αρέσει η παρέα μας κάντε ένα follow στο Spotify ή στο Apple Podcast για να βλέπετε τα νέα επεισόδια που βγαίνουν σταθερά κάθε Δετάρτη στις 10 το πρωί.

Αν θέλετε να στηρίξετε ακόμα περισσότερο μπορείτε να μπείτε στη σελίδα μου στο buymeacoffee Το link θα το βρείτε στην περιγραφή του επεισοδίου Φυσικά δεν είναι υποχρεωτικό Το ίδιο σημαντική στήριξη είναι να κάνετε κοινοποίηση, ένα like ή ένα σχόλιο που βοηθάει το podcast να φτάσει σε ακόμα περισσότερους φίλους Σήμερα θα κάνουμε κάτι πολύ απλό Θα ανοίξουμε την πόρτα ενός ελληνικού σπιτιού των 80's και των 90's Όχι κάποιο συγκεκριμένο σπιτιού, μπορεί να είναι το δικό σου πατρικό, μπορεί να είναι το σπίτι της γιαγιάς, μπορεί να είναι το διαμέρισμα μιας θείας, το σπίτι ενός φίλου, το σπίτι στο χωριό που πηγαίνατε τα καλοκαίρια ή εκείνο το σπίτι που θυμάσαι πιο πολύ για τη μυρωδιά του παρά για τη διεύθυνσή του ή το που ήταν.

Μπαίνεις μέσα και πριν δεις καλά καλά τα έπιπλα, καταλαβαίνεις την εποχή. Από το πάτωμα, από τις κουρτίνες, από το τραπεζομάντιλο, από την τηλεόραση, από τη φωνή που έρχεται από την κουζίνα Τα σπίτια τότε είχαν μία άλλη προσωπικότητα Δεν έμοιαζαν όλα μεταξύ τους, δεν ήταν βγαλμένα από έναν κατάλογο, ούτε είχαν την ίδια απόχρωση του γκρι και την ίδια μίνιμαλ διακόσμηση Είχαν υπερβολές, είχαν φορτωμένα ράφια, είχαν χρώματα που σήμερα ίσως θα μας φαίνονταν παράξενα, είχαν αντικείμενα που κανείς δεν ήξερε ακριβώς γιατί υπήρχαν αλλά αν έλειπαν κάτι δεν θα πήγαινε σωστά στο σπίτι.

Ας ξεκινήσουμε από το σαλόνι ή για να το πούμε πιο σωστά το καλό σαλόνι Γιατί υπήρχε και αυτό το δωμάτιο που δεν ήταν ακριβώς για εμάς Ήταν για τους ξένους, για τους επισκέπτες, για τις γιορτές, για τις επισκέψεις της Κυριακής Για τις στιγμές που η μητέρα έλεγε μην κάθεσαι εκεί με τα ρούχα του σχολείου ή μην ακουμπάς το τραπέζι είναι καθαρό και συνήθως αυτά τα σαλόνια ήταν κρυμμένα πίσω από μια πόρτα την οποία δεν την ανοίγαμε ποτέ και το χειμώνα αν την άνοιγες και έμπαινες μέσα μπορεί να είχε και πλην 20 βαθμούς θερμοκρασία.

Το σαλόνι λοιπόν είχε πάντα μια σοβαρότητα. Μπορεί να είχε μια βαριά ξύλινη σύνθεση από εκείνες που έπιαναν ολόκληρο τον τοίχο. Μπορεί να είχε βιτρίνα με ποτήρια που δεν χρησιμοποιούνταν σχεδόν ποτέ. ποτήρια για λικέρ, ποτήρια για ουίσκι, για νερό, όλα στη θέση τους, όλα λαμπερά, καλογιαλισμένα, αλλά και όλα κάπως απαγορευμένα.

Υπήρχαν και τα πιάτα που ήταν μόνο για τους καλεσμένους. Τα καλά, εκείνα που έβγαιναν όταν ερχόταν κόσμος και μετά πλένονταν με προσοχή σαν να είχαν συναισθηματική αξία μεγαλύτερη από την πρακτική τους χρήση. Πάνω στα τραπεζάκια υπήρχαν σεμεδάκια βεβαίως. Πάνω στην τηλεόραση σεμεδάκι. Πάνω στο μπουφέ σεμεδάκι. Αν υπήρχε επιφάνεια υπήρχε σοβαρή πιθανότητα κάποιος ή κάποια να είχε βάλει πάνω της σεμεδάκι.

Και πολλές φορές πάνω από το σεμεδάκι υπήρχε και κάτι άλλο. Ένα βάζο, ένα τασάκι άσχετα αν δεν κάπνιζε κανένα στο σπίτι, ένα διακοσμητικό πιάτο, μια κορνίζα, ένα μικρό αγαλματάκι, ένα κεραμικό που κανείς δεν θυμόταν ποιος το είχε φέρει. Και βέβαια το τραπεζομάντιλο στο μικρό τραπεζάκι του σαλονιού. Όχι πάντα μικρό, όχι πάντα διακριτικό, μερικές φορές ήταν τόσο μεγάλο που έμοιαζε σαν το τραπεζάκι να είχε ντυθεί για κάποια επίσημη εμφάνιση.

Και αν υπήρχε γυαλί από πάνω, ακόμα καλύτερα, γιατί το γυαλί προστάτευε το τραπεζομάντιλο, το τραπεζομάντιλο προστάτευε το τραπέζι και το τραπέζι τελικά προστάτευε μια ολόκληρη οικογενειακή λογική που έλεγε πως τα πράγματα δεν είναι για εμάς, είναι για να τα φιλάμε για τους άλλους. Στα παράθυρα υπήρχαν κουρτίνες, αλλά δεν ήταν μόνο οι κουρτίνες. Υπήρχαν ριντό, βαριά, πλούσια, συχνά σκούρα που έδιναν στο δωμάτιο μία αίσθηση θεάτρου.

Το βράδυ κάποιος τα έκλεινε και ήταν σαν να τελείωνε επίσημα η μέρα. Το σπίτι μάζευε τα φώτα του, η τηλεόραση έπαιρνε τον πρώτο ρόλο και οι μεγάλοι κάθονταν στις θέσεις τους. Η τηλεόραση βέβαια ήταν το κέντρο του σαλονιού Μεγάλη, βαριά, με ένα πίσω μέρος που έπαιρνε το μισό έπιπλο Δεν ήταν λεπτή, δεν κρεμόταν στον τείχο όπως σήμερα Δεν εξαφανιζόταν πίσω ή μέσα στη διακόσμηση Ήταν κανονικό αντικείμενο, είχε παρουσία Και πάνω της, όπως είπαμε, πολλές φορές υπήρχε σεμεδάκι Μερικές φορές υπήρχε και κάποιο μικρό διακοσμητικό από πάνω Σήμερα αυτό ακούγεται αστείο Τότε όμως ήταν απολύτως φυσιολογικό.

Κάπου εκεί κοντά υπήρχε και το βίντεο, το VHS. Μηχάνημα σοβαρό, σχεδόν μυστηριώδες. Είχε κουμπιά, φωτάκια, είχε την κασέτα που έμπαινε μέσα με εκείνον το χαρακτηριστικό ήχο και δίπλα σε κάποιο ράφι ή ντουλάπι υπήρχαν βιντεοκασέτες. Άλλες αγορασμένες, άλλες γραμμένες από την τηλεόραση, με αυτοκόλλητες ετικέτες και τίτλους γραμμένους στο χέρι.

Μπορούσε να γράφει ταινία ή τον τίτλο της. Γάμος, παιδικά, ο τελικός του κυπέλου, μη με σβήσεις. Και αυτό το μη με σβήσεις ήταν ιερό γιατί αν κάποιος έγραφε από πάνω μπορούσε να χαθεί για πάντα μία ταινία, μία εκπομπή, ένας αγώνας ή ένα οικογενειακό βίντεο. Σε κάποια σπίτια υπήρχε και το μεγάλο το ηχοσύστημα. Όχι ένα μικρό ηχείο όπως σήμερα, μιλάμε για ολόκληρο έπιπλο, με διπλό κασετόφωνο, ραδιόφωνο, πικ-απ, τεράστια ηχεία και πάρα πολλά κουμπιά.

Ήταν από τα αντικείμενα που έδειχναν ότι το σπίτι είχε τεχνολογία, αλλά τεχνολογία με κύρος. Έβαζες κασέτα, πάταγες το play, άκουγες το κλικ και ο ήχος γέμιζε το δωμάτιο. και αν ήθελες να γράψεις τραγούδι από το ραδιόφωνο έπρεπε να έχεις γρήγορα αντανακλαστικά. Περίμενες να σταματήσει να μιλάει ο παραγωγός, πάταγες το record και προσευχόσουν να μην ξαναμιλήσει πάνω στο ρεφρένι.

Και μετά ήταν το τηλέφωνο. Το σταθερό τηλέφωνο. Το τηλέφωνο δεν ήταν προσωπικό όπως σήμερα, ήταν οικογενειακό. Βρισκόταν συνήθως στο χολ, στο σαλόνι, στην κουζίνα ή και σε όλα αυτά τα μέρη μαζί. Όποιος τηλεφωνούσε, τηλεφωνούσε στο σπίτι, δεν τηλεφωνούσε σε σένα Και όποιος σήκωνε το ακουστικό, μπορούσε να γίνει ενδιάμεσος γραμματέας, ανακριτής ή και μεταφορέας μήνυματων Ποιος είναι, ρωτούσε Μου δίνετε το Γιώργο Ποιος το ζητά Εντάξει, έλεγες το όνομά σου, ο Αντώνης Τι το θες Η ανάκριση, μεγάλη ανάκριση Δεν είναι εδώ, να του πω κάτι Έπρεπε να αφήσει και μήνυμα βεβαίως Αν είχες εφηβικό έρωτα, το σταθερό τηλέφωνο ήταν βασανιστήριο. Έπρεπε να πάρεις το σπίτι του άλλου με την πιθανότητα να το σηκώσει ο πατέρας, η μητέρα, ο αδερφός, η γιαγιά ή κάποιος που δεν είχες υπολογίσει.

Και αν τελικά μιλούσες, γιατί υπήρχε και η περίπτωση να κολλήσεις και να μην μιλήσεις, μιλούσες με την αίσθηση ότι όλο το σπίτι σε ακούει. Και πολλές φορές όντως άκουγε. Γιατί αν σήκωνες μια συσκευή και σήκωνε παράλληλα και την άλλη συσκευή που ήταν ας πούμε στο σαλόν ή στην κουζίνα άλλος, μπορούσε να σε ακούνε δύο άτομα ταυτόχρονα.

Τα παλιότερα τηλέφωνα είχαν καντράν. Έβαζες το δάχτυλο, γύριζες, άφηνες, περίμενες να επιστρέψει και ξανά. Αν ο αριθμός είχε πολλά ενιάρια και μηδενικά, έπρεπε να έχεις υπομονή. μετά ήρθαν τα τηλέφωνα με τα κουμπιά και σε κάποια σπίτια ειδικά σε φιβικά δωμάτια υπήρχαν και κάποια πολύ πιο παράξενα διαφανή τηλέφωνα τηλέφωνα με φώτα τηλέφωνα σε σχήματα που σήμερα θα τα βλέπαμε μόνο σε φωτογραφίες νοσταλγίας για παράδειγμα εκείνο με το χάμπουργκερ ας περάσουμε στην κουζίνα η κουζίνα ήταν η πραγματική καρδιά του σπιτιού όχι επειδή το έλεγε κάποιο περιοδικό διακόσμησης Αλλά επειδή εκεί γίνονταν όλα.

Εκεί έτρωκες βιαστικά το πρωινό σου πριν το σχολείο. Εκεί άκουγες τη μητέρα να φωνάζει από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Εκεί καθόταν ο πατέρας με τον καφέ και διάβαζε την εφημερίδα του. Εκεί γινόταν η κουβέντα μετά το φαγητό. Εκεί μύριζε τη γανιτή πατάτα, ο καφές, το φαγητό της κατσαρόλας. Απορριπαντικό ακόμα γιατί πολλές φορές εκεί ήταν και το πλυντήριο.

και βεβαίως μύριζε και καλοκαίρι. Σε πολλές κουζίνες υπήρχαν ξύλινες καρέκλες που δεν ήταν ακριβώς άνετες αλλά κανείς δεν παραπονιόταν πολύ. Υπήρχε το τραπιζομάντιλο, συχνά πλαστικό ή με σχέδια για να καθαρίζεται εύκολα. Υπήρχε το ρολόι στον τοίχο γιατί ο χρόνος στην κουζίνα είχε σημασία. Βέβαια αυτό είναι κάτι που δεν έχει αλλάξει και πολύ.

Το φαγητό έπρεπε να μπει, να βγει, να κρυώσει, να ξαναζεσταθεί, να προλάβουμε το σχολείο, να προλάβουμε τη δουλειά, να προλάβουμε την εκπομπή στην τηλεόραση. Στο ψυγείο υπήρχαν τα μαγνητάκια. Από διακοπές, από διαφημίσεις, από φαρμακεία, από σουλατζίδικα, από πιτσαρίες. Πάνω στο ψυγείο μπορούσε να υπάρχει ημερολόγιο, λογαριασμοί, χαρτάκια με τηλέφωνα, μια ζωγραφιά του παιδιού, μια υπενθύμηση.

Το ψυγείο δεν ήταν απλά μια συσκευή, ήταν ένας πίνακας ανακοινώσεων της οικογένειας. Και κάπου εκεί υπήρχε και η φριτέζα. Αν την είχες στο σπίτι, τη θυμάσαι. Όταν έμπαιναν πατάτες, όλο το σπίτι το ήξερε. Η μυρωδιά απλωνόταν παντού. Υπήρχε πάντα και μια αίσθηση, μικρή αίσθηση κινδύνου. Μην πλησιάζεις, πρόσεχε το λάδι, μην πετάξεις νερό.

και όμως οι πατάτες που έβγαιναν από εκεί είχαν εκείνη τη γεύση που σήμερα προσπαθούμε να αναπαράγουμε με πιο ήσυχες, πιο καθαρές και πιο σύγχρονες συσκευές. Στην κουζίνα ή σε κάποιο άλλο δωμάτιο υπήρχε συχνά και ένα ραδιόφωνο. Μπορεί να έπαιζε χαμηλά, μπορεί να έπαιζε ειδήσεις, μουσική, αθλητικά, αφιερώσεις. Δεν χρειαζόταν πάντα να το ακούει κάποιος προσεκτικά.

Ήταν εκεί για την παρέα, ιδίως για τους μεγαλύτερους. Ένας ήχος στο βάθος που έκανε το σπίτι να μην μοιάζει άδειο. Στα υπνοδωμάτια η αισθητική είχε μια ανάλη ιστορία. Σε ταρισμένα κουβερλή, κουρτίνες, μαξιλάρια, πορτατίφ, φλωράρ σχέδια, παστέλα από χρώσεις, βαριά υφάσματα. Σε κάποια σπίτια υπήρχαν και ντυμένες πάντες δίπλα στα κρεβάτια.

Πράγματα φτιαγμένα στο χέρι από γιαγιάδες και μητέρες. Δεν ήταν αντικείμενα αγορασμένα. Ήτανε χρόνος και υπομονή και φροντίδα που είχε γίνει ύφασμα από κάποιον δικό μας. Μετά πάμε στο παιδικό δωμάτιο, γιατί εκεί τα πράγματα άλλαζαν. Εκεί μπορούσε να υπάρχει ένα σχολικό γραφείο με μια λάμπα, μολυβοθήκη, κασετίνα, γόμες, ξύστρες, αυτοκόλλητα, τετράδια με ζωγραφιές στο περιθώριο Στον τείχο αφήσες, ποδοσφαιριστές, τραγουδιστές, ηθοποιοί, ομάδες, καρτούν, ήρωες, σταράφια, παιχνίδια, μικροαντικήμενα, περιοδικά, κασέτες, φιγούρες πράγματα που σήμερα ίσως να τα πετούσες χωρίς δεύτερη σκέψη.

Αλλά τότε ήταν θησαυρή. Το παιδικό δωμάτιο είχε μία ακαταστασία που έλεγε την αλήθεια. Εκεί φαίνονταν οι αιμονές μας. Τι παίζαμε, τι βλέπαμε, τι ακούγαμε, ποιον θαυμάζαμε, τι μαζεύαμε. Δεν υπήρχαν οθόνες παντού. Υπήρχαν αντικείμενα. Ένα άλμπου με αυτοκόλλητα, μία μπάλα σε μία γωνία, μια σχολική τσάντα πεταμένη, ένα επιτραπέζιο, ένα κουτί με κάρτες, μια κασέτα που την είχες ακούσει τόσες φορές που ήξερες πότε θα κάνει και εκείνο το μικρό παράσιτο στον ήχο.

Και φυσικά σε όλο το σπίτι υπήρχαν φυτά. Αληθινά, ψεύτικα, μεγάλα μικρά, κρεμαστά, γλάστρες στο σαλόνι, στο μπαλκόνι, στην κουζίνα, στην είσοδο. είσοδο. Κάποια τα φρόντιζαν με ευλάβεια, κάποια απλώς υπήρχαν εκεί και άντεχαν περισσότερο από όσο περιμέναμε. Τα κρεμαστά φυτά ειδικά έδιναν στο σπίτι μια αίσθηση ότι κάτι ζει πάνω από το κεφάλι σου και μαζί τους υπήρχαν συχνά και πλαστικά λουλούδια.

Σε βάζα, σε γωνίες, πάνω σε τραπέζια σήμερα μπορεί να μας φαίνονται υπερβολικά. Τότε ήταν μέρος της διακόσμησης, μέρος της εποχής. Αν το σπίτι είχε μπαλκόνι, υπήρχε άλλος κόσμος εκεί πέρα. Καρέκλες πλαστικές ή μεταλλικές, γλάστρες, απλωμένα ρούχα, μανταλάκια, μια σκούπα στη γωνία, ίσως ένα μικρό τραπεζάκι. Το μπαλκόνι ήταν το παρατηρητήριο.

Από εκεί έβλεπες τη γειτονιά, άκουγες τα παιδιά, μυρωδιές από άλλα σπίτια, τηλεοράσεις από απέναντι, φωνές από κάτω. Τα σπίτια τότε δεν ήταν εντελώς κλεισμένα στον εαυτό τους. Η ζωή περνούσε από παράθυρα, μπαλκόνια και αυλές και σε κάποιο συρτάρι, σε κάποιο ντουλάπι, σε κάποιο ράφι υπήρχαν τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Βαριά, με πλαστικές θήκες, με φωτογραφίες από γάμους, βαφτίσεις, σχολικές γιορτές, διακοπές, γενέθλια, εκδρομές.

Φωτογραφίες που δεν ήταν χιλιάδες, ήταν λίγες, συγκεκριμένες τυπωμένες. Έβγαιναν για να τις δούμε όλοι μαζί. Κάποιος έλεγε κοίτα πως ήσουν εδώ. Κάποιος άλλος γελούσε με τα ρούχα. Κάποιος θύμωνε που τον έβγαλαν άσχημη φωτογραφία. Αλλά όλες αυτές οι φωτογραφίες είχαν βάρος. Δεν χάνονταν μέσα σε ένα κινητό. Υπήρχαν σε ένα ράφι και περίμεναν.

Αυτό τελικά είναι που κάνει αυτά τα σπίτια τόσο ζωντανά στη μνήμη μας. Δεν ήταν τα αντικείμενα από μόνα τους. Ήταν ο τρόπος που ήταν δεμένα με ανθρώπους. Το σεμεδάκι δεν ήταν μια απλή διακόσμηση. Ήταν η γιαγιά που το έφτιαξε ή η μάνα που το φύλαγε. Το τηλέφωνο δεν ήταν μια απλή συσκευή. Ήταν η αγωνία να σε πάρει κάποιος.

Το βίντεο δεν ήταν απλώς τεχνολογία. Ήταν η ταινία που γράψαμε, ο αγώνας που κρατήσαμε, το παιδικό που βλέπαμε ξανά και ξανά. Η φρυτέζα δεν ήταν απλώς κουζινικό. Ήταν η μυρωδιά της πατάτας που γέμιζε το σπίτι. Η βιτρίνα δεν ήταν ένα απλό έπιπλο. Ήταν η ιδέα ότι κάποια πράγματα τα κρατάμε για τις καλές στιγμές, ακόμα και αν καμιά φορά ξεχνάμε να τις ζήσουμε.

Σήμερα τα σπίτια μας είναι πιο πρακτικά, πιο καθαρά, πιο οργανωμένα Έχουμε καλύτερες συσκευές, καλύτερες λύσεις, περισσότερες ευκολίες Δεν χρειάζεται να γυρίζουμε κασέτες, να περιμένουμε πάνω από το ραδιόφωνο για να γράψουμε ένα τραγούδι Δεν φοβόμαστε μήπως κάποιος σηκώσει το άλλο ακουστικό και ακούσει τη συνομιλία μας Κερδίσαμε πολλά, αλλά χάσαμε κιόλας κάτι Χάσαμε εκείνη την αίσθηση ότι κάθε γωνία του σπιτιού είχε ιστορία.

Ότι τα αντικείμενα δεν άλλαζαν κάθε σεζόν. Έμεναν, γερνούσαν μαζί μας. Άλλαζαν θέση, αλλά δεν εξαφανίζονταν. Και όταν σήμερα βλέπουμε μια παλιά τηλεόραση, ένα σταθερό τηλέφωνο, μια βιντεοκασέτα, ένα σεμεδάκι ή ένα μεγάλο ηχοσύστημα, δεν νοσταλγούμε μόνο το αντικείμενο. Νοσταλγούμε τον ήχο του σπιτιού γύρω του. Τη μητέρα στην κουζίνα, τον πατέρα στην πολυθρόνα, τα παιδιά στο δωμάτιο, τη γιαγιά που έλεγε να μην χαλάσουμε τίποτα, την τηλεόραση που έπαιζε στο βάθος, το τηλέφωνο που χτυπούσε και όλοι ρωτούσαν ποιος είναι.

Αυτά ήταν τα σπίτια των 80's και των 90's. Γεμάτα, φορτωμένα, πολλές φορές υπερβολικά, αλλά ζωντανά. σπίτια που δεν προσπαθούσαν να μοιάζουν τέλεια σπίτια που μύριζαν φαγητό, καφέ, καθαριστικό, καλοκαίρι και οικογένεια και ίσως γι' αυτό τα θυμόμαστε ακόμα όχι επειδή ήταν όμορφα αλλά επειδή ήταν δικά μας Αυτό λοιπόν ήταν το 79ο επεισόδιο της σειράς podcast 10 λεπτά νοσταλγία Αν σας αρέσει η παρέα μας κάντε ένα follow και στα social media μας αν και δεν είμαι πολύ ενεργός εκεί τους τελευταίους πολλούς μήνες αλλά μπορείτε να μας παρακολουθείτε και εκεί το κυριότερο είναι να μας ακολουθείτε στο Spotify βάλτε και τα αστέρια σας αν σας αρέσει η εκπομπή όσα περισσότερα τόσο το καλύτερο μέχρι την επόμενη φορά λοιπόν να είστε όλοι καλά

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00