Skip to content
PodBase
Ep.83 | The Goonies: Η τελευταία μεγάλη περιπέτεια πριν μεγαλώσουμε

Ep.83 | The Goonies: Η τελευταία μεγάλη περιπέτεια πριν μεγαλώσουμε

10 Λεπτά Νοσταλγία Podcast
Αύγουστος 12, 2026 00:21:07 Σεζόν 1 Επεισόδιο 82
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Μια επιστροφή στην αγαπημένη παιδική περιπέτεια των 80s, τότε που μια παρέα, ένας παλιός χάρτης και η υπόσχεση ενός κρυμμένου θησαυρού ήταν αρκετά για να γεννήσουν έναν ολόκληρο κόσμο. Θυμόμαστε τα Goonies, τη βιντεοκασέτα, τον Μονόφθαλμο Γουίλι και εκείνη την εποχή που η μεγαλύτερη περιπέτεια μπορούσε να αρχίσει λίγα μέτρα έξω από το σπίτι μας.

https://buymeacoffee.com/10leptanostalgia

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Μουσική Νοσταλγούμε δηλαδή πράγματα που ζήσαμε στις δεκαετίες του 80, του 90 και λίγο του 2000. Αν σας αρέσει η παρέα μας, κάντε ένα follow στο Spotify ή στο Apple Podcast ώστε να βλέπετε πότε βγαίνει το νέο επεισόδιο, άσχετα γνωρίζετε πως αυτό βγαίνει κάθε Τετάρτη στις 10 το πρωί. Σήμερα θα ανοίξουμε ένα παλιό κουτί με βιντεοκασέτες.

Θα βγάλουμε μια κασέτα που πιθανότατα έχει πάνω της μια χειρόγραφη ετικέτα. Ίσως να γράφει μόνο το όνομα της ταινίας, ίσως να έχει προηγηθεί η εγγραφή κάποιας άλλης ταινίας που τελικά σβήστηκε Ίσως η αρχή να λείπει για μερικά δευτερόλεπτα επειδή κάποιος άργησε να πατήσει το κουμπί του record Θα βάλουμε την κασέτα στο βίντεο, θα περιμένουμε τον μηχανισμό να την τράβηξει μέσα και θα πατήσουμε την αναπαραγωγή Και θα επιστρέψουμε σε μια εποχή κατά την οποία μία παρέα παιδιών μπορούσε να φύγει από το σπίτι, να εξαφανιστεί για μια ολόκληρη ημέρα και να καταλήξει κάτω από τη γη κυνηγημένη από εγκληματίες ψάχνοντας έναν πειρατικό θησαυρό.

Σήμερα λοιπόν θυμόμαστε τα γκούνις. Η ταινία κυκλοφόρησε το 1985. Τη σκηνοθέτησε ο Ρίτσαρντ Ντόνερ, ο άνθρωπος που είχε ήδη δημιουργήσει το Σούπερμαν και την Προφητεία. Η αρχική ιστορία ανήκε στον Στίβεν Σπιλμπεργκ, ενώ το σεντάριο έγραψε ο Κρυς Κολόμπους, ο οποίος αργότερα θα σκηνοθετήσει το «Μόνο στο σπίτι» και τις δύο πρώτες ταινίες του Χάρι Πότερ.

Και αυτή η τριάδα εξηγεί σχεδόν ολόκληρη την ταινία. Από τον Σπίλμπεργ πήρε το παιδικό βλέμμα, την αίσθηση του θαύματος και την ιδέα ότι η πιο μεγάλη περιπέτεια μπορεί να ξεκινήσει μέσα από ένα συνηθισμένο σπίτι. Από τον Κολόμπους πήρε το χάος μιας παρέας παιδιών που μιλούν όλα μαζί, κοροϊδεύουν το ένα το άλλο, κάνουν ανόητα πράγματα και παρόλα αυτά παραμένουν ενωμένα.

Και από τον Τόνερ πήρε τον ρυθμό, την περιπέτεια και την ικανότητα να παρουσιάζει όλα αυτά με σοβαρότητα χωρίς να κάνει την ταινία να μοιάζει με ένα ακίνδυνα παιδικό παραμύθι. Γιατί το Goonies δεν είναι μια απολύτως ασφαλής ταινία. Έχει εγκληματίες, έχει όπλα, έχει σκελετούς, έχει απειλές, έχει παγίδες, πτώσεις, σκοτεινά περάσματα και ένα καράβι γεμάτο νεκρούς πειρατές.

Έχει ακόμα και ένα πτώμα μέσα σε καταψύκτη Και όμως αυτή την ταινία τη βλέπαμε παιδιά Όχι μόνο τη βλέπαμε αλλά την αγαπήσαμε Εγώ την γνώρισα μέσα από τη βιντεοκασέτα που ίσως ήταν και ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσεις μια τέτοια ταινία Στο σινεμά η περιπέτεια τελείωνε όταν άναβαν τα φώτα Στην τηλεόραση εξαρτιόσουν από το πρόγραμμα του καναλιού Στη βιντεοκασέτα όμως σου έδινε κάτι που τότε έμοιαζε πραγματική δύναμη. Μπορούσες να ξαναδείς την ταινία, να επιστρέψεις στις αγαπημένες σου σκηνές, να σταματήσεις για λίγο αν και η παγωμένη εικόνα συνήθως γέμιζε γραμμές, να μάθεις τις ατάκες, τις παγίδες και τους χαρακτήρες.

Κάθε νέα προβολή ήταν ίδια και ταυτόχρονα διαφορετική. Την πρώτη φορά ακολουθούσες την ιστορία, τη δεύτερη πρόσεχες τις λεπτομέρειες και την τρίτη ήξερες ήδη τι θα συμβεί αλλά περίμενες με την ίδια υπομονησία να ανοίξει η είσοδος, να εμφανιστεί ο Σλόθ και να αποκαλυφθεί το πειρατικό καράβι. Η ιστορία ξεκινά στην Αστόρια του Όρεγκον, μια παραθαλάσσια πόλη που με τα ξύλινα σπίτια, τη βροχή, τους λόφους και την ομίχλη μοιάζει ήδη έτοιμη να κρύψει έναν παλιό θρύλο.

Στην περιοχή των Γκούντοξ ζει μια παρέα παιδιών που αποκαλείται Γκούνις. Τα σπίτια τους κινδυνεύουν να χαθούν, η οικογένειέ τους δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα χρέη και η περιοχή πρόκειται να παρατωθεί σε ανθρώπους που θέλουν να τη μετατρέψουν σε εγκαταστάσεις ενός πολυτελούς κλαμπ. Σήμερα θα χρησιμοποιούσαμε λέξεις όπως οικονομικός εκτοπισμός και εξευγενισμός μιας περιοχής.

Τα γκούνις δεν γνωρίζουν τέτοιες λέξεις. Γνωρίζουν μόνο ότι πρόκειται να χάσουν τα σπίτια τους, ότι θα αναγκαστούν να φύγουν, ότι η παρέα τους θα χωριστεί και ότι αυτή μπορεί να είναι η τελευταία μέρα κατά την οποία θα βρίσκονται όλοι μαζί Στη σοφίδα του σπιτιού του Μάικη ανακαλύπτουν ένα παλιό χάρτη, ένα χάρτη που υποτίθεται ότι οδηγεί στο θησαυρό του μονόφθαλμου Βίλι, ενός θρηλυκού πειρατή που εξαφανίστηκε μαζί με το καράφι και τα πλούτη του Οι μεγάλοι έχουν πάψει να πιστεύουν στην ιστορία. Ο Μάικη όμως όχι. Και εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αλήθεια της ταινίας. Κάθε παρέα χρειαζόταν έναν Μάικη. Όχι απαραίτητα τον πιο δυνατό ή τον πιο θαραλέο.

Τον άνθρωπο που επέμενε ότι άξιζε να προσπαθήσουν. Τον φίλο που έβλεπε έναν παλιό χάρτη και δεν σκεφτόταν ότι ήταν ένα άχρηστο κομμάτι χαρτί. Έβλεπε μία πιθανότητα. Ο Μάικη, τον οποίο υποδίεται ο Σόν Όστιν, η καρδιά των Γκούνης, είχε άσθμα. Χρησιμοποιεί την συσκευή σπνοών του όταν αγχώνεται και δεν διαθέτει κάποιο εντυπωσιακό ταλέντο.

Δεν είναι ο αρχηγός επειδή είναι ανώτερος από τους άλλους. Είναι ο αρχηγός επειδή πιστεύει περισσότερο. Δίπλα του βρίσκεται ο Μάουθ, ο φλίαρος της παρέας. Ο Κόρι Φλέντμαν τον υποδίεται σαν ένα παιδί που δεν μπορεί να αφήσει καμία σκέψη να περάσει από το μυαλό του χωρίς να την πει δυνατά. Είναι ενοχλητικός, σαρκαστικός και συχνά προσβλητικός.

Είναι δηλαδή ακριβώς όπως θα μπορούσε να είναι ένας πραγματικός φίλος στην παιδική ηλικία. Υπάρχει ο Data, τον οποίο υποδίεται ο Ke Hui Kuan, ένας μικρός εφευρετής που κουβαλά πάνω του μηχανισμούς, καλώδια, ελαττήρια και συσκευές που σχεδόν ποτέ δεν λειτουργούν όπως είχε σχεδιάσει. Ο Data είναι το παιδί που είχε πάντοτε μαζί του κάτι που κατασκεύασε μόνος του, κάτι που οι υπόλοιποι θεωρούσαν άχρηστο μέχρι τη στιγμή που τους έσωζε.

Και βέβαια υπήρχε και ο Chunk. Ο Chunk δεν ήταν αθλητικός, δεν είναι γενναίος και δεν διαθέτει την ψυχραιμία που χρειάζεται μια επικίνδυνη αποστολή. Λέει ιστορίες που κανένας δεν πιστεύει, πανικοβάλλεται εύκολα και γίνεται συνεχώς στόχος των πειραγμάτων της παρέας. Όμως ο Τσάνγκ είναι αυτός που θα αποκτήσει την πιο απρόσμενη φιλία της ταινίας Πριν από αυτό βέβαια πρέπει να κάνει το περίφημο τράφλ σάφλ Στην μία σκηνή η οποία όταν ήμασταν παιδιά αντιμετωπίζαμε ως αστεία Ο Τσάνγκ σηκώνει την μπλούζα του και κουνάει το σώμα του για να τον αφήσουν οι φίλοι του να μπουν στο σπίτι Σήμερα αυτή η σκηνή προκαλεί μεγαλύτερη αμηχανία Ο Τσάνγ εξευτελίζεται εξαιτίας του σώματός του ώστε οι άλλοι να γελάσουν. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης παραδέχθηκε αργότερα ότι δυσκολεύθηκε με τη σκηνή και ότι το βάρος της τον απασχόλησε για χρόνια.

Η νοσταλγία δεν πρέπει να σημαίνει ότι θεωρούμε τέλειο οτιδήποτε αγαπήσαμε ως παιδιά. Μπορούμε να αγαπάμε μια ταινία και παράλληλα να αναγνωρίζουμε ότι ορισμένες στιγμές της δεν θα έπρεπε να επαναληφθούν με τον ίδιο τρόπο σήμερα. Αυτό βέβαια δεν καταστρέφει την ανάμνηση αλλά την κάνει πιο ειλικρινή Η παρέα λοιπόν συμπληρώνεται από τον μεγαλύτερο αδερφό του Μάικη, τον Μπραντ που προσπαθεί να τους σταματήσει και τελικά παρασύρειται στην περιπέτεια Μαζί του έρχονται η Άντι και η Στεφ Δεν είναι δύο απλές διακοσμητικές παρουσίες παρότι η ταινία δεν αποφεύγει όλα τα στερεότυπα της εποχής Η Άντι καλείται μάλιστα να παίξει στο πιάνο μια μουσική παγίδα χωρίς να γνωρίζει ποια πλήκτρα πρέπει να πατήσει και με το πάτωμα να καταραίει κάτω από τα πόδια της παρέας.

Όλοι μαζί ξεκινούν ακολουθώντας το χάρτη. Δεν έχουν κινητά τηλέφωνα, δεν έχουν GPS, δεν υπάρχει κάποιος γονέας που να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή που βρίσκονται. Δεν μπορούν να στείλουν την τοποθεσία τους, έχουν μόνο έναν χάρτη, μερικά στοιχεία, τα ποδήλατά τους και την απόλυτη βεβαιότητα ότι μπορούν να τα καταφέρουν μόνοι τους.

Σήμερα αυτή η ελευθερία μοιάζει σχεδόν εξωπραγματική. Στις ενίες των δεκαετιών του 80 και του 90 τα παιδιά μπορούσαν να διασκίζουν μία πόλη, να μπουν σε εγκατελειμμένα κτίρια, να εξερευνήσουν δάση και να επιστρέψουν όταν σκοτίνιαζε. Και πολλές φορές αυτό δεν ήταν μόνο κινηματογραφική φαντασία. Ήταν κοντά στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώσαμε.

Βγαίναμε από το σπίτι χωρίς να υπάρχει συνεχής επικοινωνία. Παίζαμε σε οικόπεδα, χωράφια και οικοδομές που σήμερα θα θεωρούνταν απολύτως ακατάλληλες. Ανακαλύπταμε μονοπάτια που στους δικούς μας χαρτές οδηγούσαν κάπου σημαντικά. Ακόμα και όταν τελικά οδηγούσαν απλώς στην πίσω πλευρά της γειτονιάς. Βρίσκαμε όμως μέρη που για λίγες ώρες ανήκαν μόνο σε εμάς.

Τα γκούνις ξεκινούν πιστεύοντας ότι ακολουθούν τα ίχνη του μονόφθανοι μου Γουίλι. Σύντομα ανακαλύπτουν ότι βρίσκονται και στα ίχνη της οικογένειας Φρατέλη. Η μαμά Φρατέλη και οι δύο γητής, ο Τζέικ και ο Φράνσις, είναι εγκληματίες. Αλλά η ταινία τους παρουσιάζει με ένα συνδυασμό απειλής και κομμωδίας. Μπορούν πραγματικά να κάνουν κακό σαν παιδιά. Ταυτόχρονα τσακώνονται μεταξύ τους σαν μια δυσλειτουργική οικογένεια που δεν θα μπορούσε να οργανώσει ούτε ένα απλό οικογενειακό γεύμα χωρίς καταστροφή. Στο κρυσφύγετό τους κρατούν αλυσοδεμένο ακόμα ένα γιο της οικογένειας, τον Σλόθ.

Η πρώτη του εμφάνιση είναι τρομακτική. Το παραμορφωμένο πρόσωπο, το τεράστιο σώμα και οι κραυγές του είναι σχεδιασμένα για να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι αποτελεί ένα ακόμα τέρας που πρέπει να φοβούνται τα παιδιά. Όμως τα αγκούνις ανατρέπουν αυτή την προσδοκία. Ο Σλόθ δεν είναι τέρας. Τα πραγματικά τέρατα είναι οι άνθρωποι που τον έκλεισαν εκεί, τον κακοποίησαν και τον έκαναν να πιστεύει ότι δεν αξίζει τίποτα περισσότερο.

Ο Τσάνγκ είναι ο πρώτος που τον αντιμετωπίζει σαν άνθρωπο. Στην αρχή επειδή δεν έχει άλλη επιλογή. Στη συνέχεια επειδή αναγνωρίζει σε αυτόν κάτι που γνωρίζει και ο ίδιος. Την ανάγκη να ανήκεις κάπου. Ο Chang είναι το παιδί που κοροϊδεύουν για την εμφάνισή του. Ο Sloth είναι ο άνθρωπος που η οικογένειά του έχει απομονώσει εξαιτίας της δικής του εμφάνισης.

Η φιλία τους ξεκινάει με φόβο, περνά μέσα από μια σοκολάτα και καταλήγει να γίνει η πιο τρυφερή σχέση της ταινίας. Όταν ακούγεται το περίφημο «Hey you guys» ο Sloth δεν εμφανίζεται απλώς για να σώσει τους άλλους αλλά εμφανίζεται ως Goonie. Έχει πλέον βρει τη δική του παρέα. Το ταξίδι των παιδιών κάτω από τη γη μοιάζει με το μεγαλύτερο παιχνίδι που θα μπορούσε να επινοήσει η παιδική φαντασία.

Υπόγειες σύραγγες, ένα σκελετός που κρατάει κρυμμένες οδηγίες, παγίδες σχεδιασμένες από πειρατές, ένα πηγάδι που επικοινωνεί με τον πάνω κόσμο, νεροτσουλήθρες μέσα στα βράχια και μια μουσική δοκιμασία στην οποία κάθε λάθος νότα αφαιρεί ένα κομμάτι από το πάτωμα. Οι παγίδες δεν μοιάζουν απόλυτα λογικές και δεν χρειάζεται.

Βλέπουμε την περιπέτεια όπως θα την επινοούσαν παιδιά. Κάθε δωμάτιο κρύβει μια νέα δοκιμασία. Κάθε πέρασμα μπορεί να οδηγήσει στον θησαυρό και κάθε λάθος μπορεί να είναι και το τελευταίο. Και όταν τελικά φτάνουν στο τέλος, βλέπουν το Ινφέρνο, το πειρατικό καράβι του μονόφθαρμου Γουίλι. Ακόμα και σήμερα η αποκάλυψή του παραμένει εντυπωσιακή.

Δεν μοιάζει με κάτι που δημιουργήθηκε γρήγορα σε έναν υπολογιστή. Είναι μπροστά στους ηθοποιούς, καταλαμβάνει το χώρο, έχει βάρος, ξύλο, σχοινιά και πανιά. Οι χαρακτήρες μπορούν να ανέβουν πάνω του και η κάμερα μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στα κατάρτια και στα καταστρώματα. Η ταινία γυρίσκε σε μια εποχή κατά την οποία τα ψηφιακά εφέ δεν μπορούσαν να αναλάβουν ολόκληρη την εικόνα.

Η παραγωγή κατασκεύαζε μεγάλα σκηνικά και χρησιμοποιούσε την Industrial Light & Magic για έναν περιορισμένο αριθμό οπτικών εφέ ώστε το καράβι και η σπηλιά να φαίνονται ακόμη μεγαλύτερα. Αυτό το πρακτικό στοιχείο προσφέρει στην ταινία μία υφή που δεν χάνεται εύκολα με τα χρόνια. Το νερό μοιάζει κρύο επειδή ήταν πραγματικό νερό.

Η λάσπη λερώνει πραγματικά τα ρούχα. Τα παιδιά σκοντάφτουν, φωνάζουν και μιλούν το ένα πάνω στο άλλο. Μερικές φορές δεν ακούς καν καθαρά τι λένε. Και αυτό είναι μέρος της γοητείας. Οι γκούνις δεν συμπεριφέρονται σαν μικροί ενήλικες που περιμένουν ευγενικά τη σειρά τους για να μιλήσουν. Συμπεριφέρονται σαν παιδιά. Διακόπτουν, φωνάζουν, πανικοβάλλονται, γελούν στις χειρότερες στιγμές, κατηγορούν ο ένας τον άλλον και λίγα λεπτά αργότερα ρισκάρουν τη ζωή τους για να μην μείνει κανένας πίσω.

Ο Ke Hui Kuan έχει περιγράψει τα γυρίσματα ως το όνειρο ενός παιδιού. Έχει επίσης θυμηθεί ότι η νεαρή ομάδα έκανε συνεχώς θόρυβο, πηδούσε πάνω στον Ρίτσραντ Ντόνερ και μιλούσε ταυτόχρονα οδηγώντας τον σκηνοθέτη στα όρια του. Αυτό που πιθανότητα βασάνιζε τον Ντόνερ σαν γυρίσματα είναι αυτό που κάνει την ταινία να λειτουργήσει 40 χρόνια αργότερα.

Η ακαταστασία της. Ταγκούνης δεν είναι μια προσεκτικά τακτοποιημένη παρέα. Είναι η παρέα που θα μπορούσε να βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο και να προκαλεί θόρυβο ενώ προσπαθείς να παρακολουθείς τηλεόραση. Η μουσική του Dave Grusin συνοδεύει αυτή την περιπέτεια, αλλά το τραγούδι που συνδέθηκε περισσότερο με την ταινία ήταν το The Goonies Are Good Enough της Cyndi Lauper.

Ακόμα και όσοι δεν θυμούνται κάθε σκηνή της ταινίας, μπορούν να αναγνωρίσουν εκείνη την καθαρή ενέργεια της δεκαετίας του 80. Χρώμα, pop μουσική, υπερβολή και μια αισιοδοξία που δεν φοβόταν να δείξει ότι ήθελε απλώς να διασκεδάσει. Η ταινία όμως δεν έμεινε ζωντανή μόνο επειδή είχε περιπέτεια, αστείες στιγμές και έναν τυπωσιακό καράβι.

Έμεινε επειδή κάτω από όλα αυτά υπάρχει ένας πολύ απλός φόβος. Ο φόβος ότι θα χάσουμε τον κόσμο μας. Για τον Μάγι και τους φίλους του αυτός ο κόσμος είναι τα Goondogs. Τα σπίτια τους, οι δρόμοι όπου έκαναν ποδήλατο, οι σοφίτα όπου βρήκαν το χάρτη, οι φίλοι που μπορούσαν να επισκεφθούν απλώς περπατώντας λίγα μέτρα. Ο Θησαυρός δεν είναι μόνο μια ευκαιρία για να γίνουν πλούσιοι, είναι η τελευταία τους προσπάθεια να κρατήσουν την παρέα ενωμένη.

Ακόμα και όταν βρίσκουν τα πλούτη, η μαμά φρατέλη τα αρπάζει, για λίγες στιγμής φαίνεται ότι όλα όσα έκαναν δεν είχαν καμία σημασία. Όμως ο Μάικι έχει κρατήσει κάτι Μια σακούλα με πολύτιμους λίθους που οι εγκληματίες δεν εντόπισαν Αρκετούς για να σωθούν τα σπίτια Η ταινία προσφέρει το τέλος που θέλαμε να πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να γίνει Τα παιδιά νικούν, οι οικογένειες μένουν στα σπίτια τους, η παρέα δεν χωρίζεται Και το Ινφέρνο εμφανίζεται στο βάθος ελεύθερο πλέον από τη σπηλιά που το κρατούσε κρυμμένο για αιώνες Είναι ένα υπέροχο κινηματογραφικό τέλος. Ακριβώς επειδή η πραγματική ζωή σπάνια λειτουργεί τόσο καθαρά. Δεν βρίσκουμε ένα θησαυρό την τελευταία στιγμή. Δεν μπορούμε πάντα να σώσουμε το παλιό μας σπίτι ή τη γειτονιά μας.

Οι φίλοι μεγαλώνουν, οι οικογένειες μετακομίζουν, οι δρόμοι αλλάζουν, τα μέρη όπου παίζαμε γκρεμίζονται ή μετατρέπονται σε κάτι άλλο. Κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβουμε, βγαίνουμε για τελευταία φορά να παίξουμε με μια συγκεκριμένη παρέα. Δεν γνωρίζουμε ότι είναι η τελευταία. Κανένας δεν ανακοινώνει ότι η παιδική ηλικία τελειώνει σήμερα.

Απλώς αρχίζουν να περνούν μεγαλύτερα διαστήματα ανάμεσα στις συναντήσεις, οι υποχρεώσεις αυξάνονται, οι παρέες αλλάζουν και ένας κόσμος που κάποτε έμοιαζε μόνιμος σήμερα γίνεται ανάμνηση. Ίσως γι' αυτό τα γκούνις αντέχουν Δεν μας θυμίζουν μόνο μια ταινία Μας θυμίζουν την εποχή κατά την οποία πιστεύαμε ότι η γειτονιά μας έκρυβε ακόμα ανεξερεύνητα μέρη Ότι μια παλιά αποθήκη μπορούσε να κρύβει ένα χάρτη Ότι το εγκατελειμμένο σπίτι στην άκρη του δρόμου είχε σίγουρα κάποια ιστορία Και ναι, εμείς είχαμε ένα τέτοιο σπίτι στη γειτονιά μας και είχαμε μπει μέσα παράνομα μεν αλλά εγκατελειμμένο ήτανε, οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, μπορούσαμε να μπούμε, μπαίναμε και νιώθαμε ότι ζούσαμε τη δική μας περιπέτεια.

Όλα αυτά λοιπόν μας θυμίζουν μια εποχή κατά την οποία η παρέα ήταν ολόκληρος στο κόσμο μας. Δεν χρειαζόταν να ήμασταν οι ίδιοι, ο ένας μιλούσε πολύ, ο άλλος φοβόταν, κάποιος πίστευε σε πράγματα που οι υπόλοιποι θεωρούσαν ανοησίες, κάποιος έφτιαχνε παράξενες κατασκευές, κάποιος έλεγε ιστορίες που πιθανότατα δεν είχαν συμβεί ποτέ, όμως όταν ξεκινούσε η περιπέδεια υπήρχε χώρος για όλους.

Αυτό σημαίνει τελικά να είσαι γκούνη, όχι να είσαι ο πιο γενναίος, ο πιο δυνατός ή ο πιο έξυπνος. Να γνωρίζεις ότι ανήκεις κάπου, να μην εγκαταλείψεις το φύλλο που έμεινε πίσω, να συνεχίζεις ακόμα και όταν οι μεγάλοι σου εξηγούν ότι δεν υπάρχει θησαυρός και να πιστεύεις ότι ένα παιδί μπορεί να κάνει τη διαφορά όταν όλοι οι ενήλικες έχουν ήδη παρετηθεί.

Σήμερα μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα γκούνις σε πολύ καθαρότερη εικόνα από εκείνη της παλιάς βιντεοκασέτας. Χωρίς παράσιτα, χωρίς φθαρμένο ήχο, χωρίς να χρειάζεται να περιμένουμε την επαναφορά της ταινίας στην αρχή και όμως παραμένει συνδεδεμένο με εκείνη την κασέτα, με εκείνο το κουμπί της αναπαραγωγής, με την εικόνα που εμφανιζόταν ασταθής για λίγα δευτερόλεπτα, με την παρέα που έμπαινε στα ποδήλατα και ξεκινούσε χωρίς να γνωρίζει ότι βρισκόταν μπροστά στην τελευταία μεγάλη περιπέτεια της παιδικής της ηλικίας.

Τα γκούνις δεν μεγάλωσαν ποτέ πραγματικά. Παραμένουν μέσα σε σύραγγες, τρέχουν μακριά από τους φρατέλλοι, προσπαθούν να περάσουν τις παγίδες, ανεβαίνουν στο καράβι του μονόφθαλμου Willie και περιμένουν κάθε φορά που πατάμε ξανά την αναπαραγωγή. Εμείς μεγαλώσαμε. Εκείνοι όμως παραμένουν εκεί. Θορυβόδεις, ακατάστατοι, φοβισμένοι και αποφασισμένοι να μην χάσουν τα σπίτια και την παρέα τους.

Γιατί οι ταγκούνις δεν τα παρατούν ποτέ. Και ίσως για όσο συνεχίσουμε να θυμόμαστε εκείνη την παλιά βιντεογασέτα, να μην έχουμε εγκαταλείψει εντελώς ούτε και εμείς. Αυτό λοιπόν ήταν το 83ο επεισόδιο της σειράς podcast 10 λεπτά νοσταλγία. Αν σας αρέσει η παρέα μας κάντε ένα like, follow σε Spotify και Apple Podcast βάλτε και τα αστέρια σας εμείς θα τα πούμε την επόμενη φορά.

Μέχρι τότε να είστε όλοι καλά.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00