1999: Οι λεωφορειοπειρατείες που συγκλόνισαν την Ελλάδα
Αληθινά εγκλήματαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται δύο περιστατικά που συνέβησαν μέσα σε ενάμιση μήνα, σήμαναν συναγερμό στην Αστυνομία και τελείωσαν με αίμα.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Είναι τα podcast της LIFO. Ήταν 28 Μαΐου 1999, νωρίς το πρωί, όταν ο νεαρός Αλβανός επιβιβάστηκε από το κάτω σχολάρι σε λεωφορείο Τοκτέλ που είχε προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Ξαφνικά, λίγα λεπτά αργότερα, ο οδηγός Γιώργος Παυλίδης, ο εισπράκτορας Γιάννης Τζιόρας και οι επτά επιβάτες πάγωσαν όταν τον είδαν να σηκώνεται από τη θέση του, να απασφαλίζει μια χειροβομβίδα, να την κραδένει απειλητικά πάνω από τα κεφάλια τους και να φωνάζει ότι θέλει 50 εκατομμύρια τραχμές, τρία αυτόματα όπλα Καλάσνικοφ και να οδηγήσει το λεωφορείο στην Αλβανία.
Ρώτα όμως υποχρέωσε τον οδηγό να περάσει από τα σπίτια των ανθρώπων που θεωρούσε υπέθυνοι για τη φυλάκηση και απέλασή του για την περιφρόνηση που ένιωσε στην πατρίδα του και την απόρριψη από τη μνηστή του που τον οδήγησαν στην απόφαση να επιστρέψει στην Ελλάδα Όταν τον έδιωξε και η γυναίκα που τον φιλοξενούσε όταν πρωτοήρθησε στη Θεσσαλονίκη η σταγόνα ξεχύλισε το ποτήρι Είχε αποφασίσει να εκδικηθεί για όλα αυτά Είχε πλέον υπό τον έλεγχό του το λεωφορείο και στις αποσκευές του άλλη μια χειροβομβίδα και ένα καλάσνικοφ Δεν κατάφερε τίποτα πάντως υποχρεώνοντας τον οδηγό να περάσει έξω από τα σπίτια τους Πυροβόλησε από το παράθυρο το συνεταίρο του παλιού του αφεντικού χωρίς να τον πετύχει μετά έβρισε τη γυναίκα που τον είχε διώξει Στο σπίτι του αφεντικού του δεν μπόρεσε να φτάσει επειδή το λεωφορείο δεν χωρούσε να μπει στο στενοδρομάκι.
Ο οδηγός ενημέρωσε τηλεφωνικώς τους προϊσταμένους του και με όση ψυχραιμία μπορούσε να δείξει, συνέχισε την πορεία του για τη Θεσσαλονίκη. Μπαίνοντας στην πόλη, ο απαγωγέας είδε τις αστυνομικές δυνάμεις που είχαν αναπτυχθεί στην πλατεία Δημοκρατίας και του έκανε νόημα να σταματήσει. Αφήσε ελεύθερη μια γυναίκα Σε ένδειξη καλής θέλησης Και άρχισε τις διαπραγματεύσεις από το ανοιχτό παράθυρο Ο μικρός μου αδελφός δούλευε μαζί μου Σε βιοτεχνία παπουτσιών στο κάτω σχολάρι Και επειδή τα έφτιαξε με τη γυναίκα του αφεντικού Την πλήρωσα εγώ Είπε γεμάτος οργής στους αστυνομικούς Αυτός τον απέλησε Εγώ ζήτησα τον λόγο Κι έτσι με έμπλεξαν σε υπόθεση όπλων Μου έβαλαν ένα καλάσνικο στην αυλή του σπιτιού, με συνέλαβαν και με καταδίκασαν άδικα.
Θέλω να βρω το δίκιο μου, να αποκατασίσω την τιμή μου, δεν θα πειράξω κανέναν. Εκτός από τον εργοδότη του αδελφού του, ενέπλεξε στην πλεκτάνη έναν αστυνομικό και έναν σεκιουριτά. Στη συνέχεια το λεωφορείο κατευθύνθηκε προς τη Βέρεια. Επέστρεψε πάλι προς τη Θεσσαλονίκη και ακολούθησαν νέες διαπραγματεύσεις. Σε κάθε στάση, ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης πλησίαζε διστακτικά και χτυπούσε το τζάμι της πόρτας από την πλευρά του εις πράκτορα.
Εάν δεν ήταν τόσο κρίσιμες οι στιγμές για τη ζωή οκτώ ανθρώπων, ο κόσμος θα πίστευε ότι παρακολουθούσε γύρισμα κομικής σειράς, ίσως και της μεγάλης των μπάτσων σχολής. Ο Πάνος Μανής, που κάλυπτε το ρεπορτάζ για το τηλεοπτικό σταθμό Ωμέγα της Θεσσαλονίκης, θυμάται. Η αστυνομία που είχε περιοριστεί σε κυκλοφοριακές ρυθμίσεις για τη διέλευση του λεωφορείου έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι δεν μπορούσε να διαχειριστεί επουδενή την κατάσταση.
Άλλωστε πρόκειτο για το πρώτο τέτοι περιστατικό στη χώρα και δεν υπήρχε καμία πρώτερη εμπειρία. Έτσι, προτίμησε τον ρόλο του παρατηρητή, αφήνοντας τους δημοσιογράφους να διαχειριστούν το περιστατικό, ως αν ήταν διαπραγματευτές με έναν δράστη που καταφανώς ήταν σε σύγχυση και λειτουργούσε παρονομητικά. Είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν πιθανό να τον σκοτώσουν, ότι δεν είχε ζωή πια.
Θα περιγράψει αργότερα η φοιτήτρια Νέλη Καρατσόρη, που επέβαινε στο λεωφορείο. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησε στο σχολάρι ο παπάς του χωριού προσπάθησε να τον πείσει λέγοντάς του «Αγόρι μου άσε τουλάχιστον τους ανθρώπους» και εκείνος απάντησε κοινικά «Όπως θα κλάψει εμένα η μάνα μου έτσι να κλάψουν και άλλες μάνες» Είχε συνέστηση ότι μπορεί να γίνει μακελιό Το λεωφορείο συνέχισε προς τη Θέρμη και πήρε το δρόμο για την Καβάλα αλλά στο Δερβένι έκανε αναστροφή Εφοδιάστηκε με καύσιμα και κατευθύνθηκε προς Βέρεια και Κοζάνη.
Ακολουθούσε το γνωστό κομβόι δημοσιογράφων και περιέργων. Οι κάμερες έφτασαν σε σημείο να καταγράφουν από απόσταση αναπνοής τις νέες διαπραγματεύσεις κοντά στην Καστανιά. Ενώ ο 28χρονος επιβάτης Γρόος Κουλούρης έκανε τον ενδιάμεσο κρατώντας τα μικρόφωνα των καναλιών. Ο λόγος που το έκανε αυτό το πράγμα είναι καθαρά γιατί τον έχουν κάνει κάτι κακό.
μερικοί άνθρωποι πορτώσαν σε βάρος του κάποιες ευθύνες ότι έχει όπλα. Ο άνθρωπος δεν είχε καθόλου καμία σχέση με τα όπλα. Δεν έκανε καμία... Το πήγανε στη φυλακή. Το πήγανε στη φυλακή λέει έχει παράπονα. Ο Αλβανός πήρε τα χρήματα ενώ οι αστυνομικοί του έδειξαν τα τρία όπλα που είχε ζητήσει. Δεν τα δέχθηκε, καθώς όπως είπε δεν ήταν αυτά για τα οποία κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε.
Η αγωνία για την τύχη των Ομοίρων κορυφωνόταν. Είχε πλέον βραδιάσει όταν ο νεαρός Αλβανός πέταξε τη χειροβοβίτα που κρατούσε όλες αυτές τις ώρες σε ένα χωράφι έξω από τη Φλόρινα. Μετά τα μεσάνυχτα το λεωφορείο έφτασε στην Κρυσταλλοπηγή και πέρασε στο αλβανικό έδαφος. Στις 6 το πρωί ξεκίνησε η επιχείρηση 29 χιλιόμετρα από το Ελμπασάν όπου οι Αλβανίοι είχαν κλείσει το δρόμο με δύο νταλίκες και ενώ οι Έλληνες αστυνομικοί είχαν μείνει μακριά Ένας αστυνομικός εισέβαλε από την πίσω πόρτα πυροβόλησε τον Απαγωγέ και τον έριξε νεκρό ενώ ταυτόχρονα ένας συνάδελφός του πυροβόλησε και σκότωσε τον 28χρονο Γιώργο Κουλούρη ο οποίος έδερξε να κατεβεί από την προστινή πόρτα.
Η Ελένη Τσολάκη που είχε τραυματιστεί στο λαιμό από τα πειρά των αστυνομικών και η Μαρία Γκολφινοπούλου που είπε στη ισχυρό σοκ μεταφέρθηκαν τις επόμενες ώρες με στρατιωτικό αεροσκάφος στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Η ιστορία της εγκληματικότητας στην Ελλάδα είχε γράψει άλλη μια μαύρη σελίδα. Αυτή τη φορά σε αλβανικό έδαφος.
Ακούσε πως περιέγασε δραματικά εκείνα λεπτά Ο εισπράκτορας του λεωφορείου Γιάννης Γιώρας Ο Αλβανός θύμωσε γιατί σταματήσαμε εκεί πέρα κάποια λεπτά Θύμωσε και έριξε έναν πυροβολισμό Ο οποίος πήρε τον Γιώργο, τον παιδί που σκοτώθηκε Το χτύπησε στο πίσω μέρος έτσι ξιστά Και έφυγε έξω η σφαίρα Και οι Αλβανοί απάντησαν αμέσως Χτυπήθηκε αυτός πίσω το παιδί έπεσε έξω από την πόρτα, κάποιος έχει ανοίξει τις πόρτες εν τω μεταξύ και τον γάζωσαν, ενώ ήταν κάτω στον δρόμο τον γάζωσαν.
Πρώτα τον γάζωσαν, έτσι πρώτα τον γάζωσαν και μετά με ρώτησαν λέει αυτός είναι. Τους λέω όχι ρε λέω δεν ήταν αυτός. Δεύτερη φορά μου λέει αυτός είναι, τους λέω όχι λέω αυτός ήταν Έλληνας. Η δημοσιογράφος Δήμητρα Τζιότζιου που ήταν εκεί για τον Α θυμάται. Όσες φορές και αν γυρίσω πίσω το χρόνο σε εκείνη την ημέρα όλα είναι κουβάρι στο μυαλό μου. Συναισθήματα, εικόνες, παραλογισμός, γιατί η κίνηση αυτού του ανθρώπου να μπει σε ένα λεωφορείο και να κρατήσει ομήρους αθώους πολίτες δεν είχε καμία λογική.
Είμαστε αν θυμάμαι το πρώτο αυτοκίνητο πίσω από το λεωφορείο Οι πληροφορίες βροχοί και έπρεπε να τις διασταυρώσω Τα έβλεπα όλα και τα περιέγραφα σε live μετάδοση Στη ζωντανή ροή του καναλιού Έπρεπε να είμαι ψύχραμη να μην τρομοκρατήσω τους τηλεθεατές Και ειδικά τους συγγενείς των ομήρων Έβλεπα από το παράθυρο του λεωφορείου έναν άτρα με καλάζνικο Στο ένα χέρι και στο άλλο μια απασφαλισμένη χειροβομβίδα Ήταν ευρυκός, πήγαινε πάνω κάτω Ήξερα πως αν πετούσε τη χειρογονβίδα θα γινόταν μακελιό Διανύσαμε όλη τη Θεσσαλονίκη, δεν υπήρχε σχέδιο από τον απαγωγέα Μας πήγαινε όπου ήθελε Βγήκαμε από την πόλη, πήραμε το δρόμο για Κοζάνη, περάσαμε βουνά και τούνελ Δεν ένιωθα κούραση, ούτε τρομοκρατήθηκα όταν έμαθα ότι θα ανέβω τα σχαλιά του λεωφορείου για να μας κάνει δηλώσεις από αγωγέας.
Όπως και έκανα. Τον είδα να κρατάει απασφαλισμένη τη χειρογονβίδα παρόποτα κεφάλια μας. Εκεί κάπου συνάκριδα και το Γιώργο Κουλούρη που στάθηκε βράχος δίπλα στους άλλους ομήρους. Τα μάτια του μιλούσαν. Δεν είχαν φόβο. Μόνο αγάπη για τους συμπατριώτες του. Προσπαθούσε να ηρεμήσει τον απαγωγέα. ήταν πραγματικός ήρωας συνεχίσαμε το ταξίδι πάμε για κρυσταλλοπηγή ακούσαμε από τους αστυνομικούς φτάσαμε κάποια στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί πάγωσε το αίμα μας είδα το Γιώργο να πέφτει κάτω όχι ο Γιώργος είπα και μετά ο απαγωγέας και μετά φωνές, αίμα παντού και θρήνος για ένα παλικάρι που είχε ζωή και όνειρα και κόπηκαν όλα ξαφνικά ξέρετε πότε έκλαψα όταν είδα τα γεγονότα στο σπίτι μου από την τηλεόραση δύο μέρες μετά.
Η ομοιρία τερματίστηκε με το χειρότερο τρόπο, αν και κάποιοι έλεγαν ότι θα μπορούσε να ήταν ακόμη πιο τραγικός. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης Μιχάλης Χρυσοχοίδης επέριψε την ευθύνη στην Αλβανική Αστυνομία, κάνοντας λόγο για ασυγχώρητη επιπολαιότητα και αδιαφορία για τις ανθρώπινες ζωές. Όπως άφησαν να διαρρεύσεις τον τύπο την επόμενη ημέρα ανώτατη εξωματική της ελληνικής αστυνομίας οι Όμυροι δεν είχαν συνεργαστεί μαζί τους Μάλιστα σε κάποια κρίσιμα σημεία προστάτεψαν το φλαμούρ πίσλι με τα σώματά τους Το ίδιο έκαναν και λίγα μέτρα πριν από την πάρα των συνόρων Όταν την ώρα που οι διόπτερες των Ελλήνων της ΕΚΑΜ τον είχαν κλειδώσει συμβούλεψαν τον Αλβανό να ξαπλώσει στο πάτωμα του λεωφορείου τη δημιούργησαν ασπίδα γύρω του και κάπως έτσι για να μην κινηνέψουν στο ελάχιστο οι ζωές των ομήρων το λεωφορείο πέρασε στο αλβανίκο έδαφος Από το κρεβάτι του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων η 25χρονη Μαρία Γκολφινοπούλου περιέγραψε τις δραματικές σκήνες που έζησε
χωρίς να ξεχνάει τον αδικοχαμένο Γιώργο Κουλούρη Ήρθα ακόμα πάρα πολύ κουρασμένη και ψυχολογικά και σωματικά τα βλέπω και στις εφημερίδες τα βλέπω και στη τηλεόραση και νομίζω ότι δεν τα έχω ζήσει εγώ νομίζω ότι βλέπω μια άλλη ιστορία δεν μπορώ να πιστέψω ότι πέρασε όλα αυτά και από τη στιγμή ξάπλωσα να κοιμηθώ πήγα προς τα πίσω για να δεν αντεχάξω με ρώματα και ρώτησα τον Αντώνη λέω Αντώνη μπορώ λίγο να κοιμηθώ Μου λέει, μη φοβάσαι Βερχαζή μου, κοιμήσου, δεν σε πειράζει κανένας.
Και ήταν ακριβώς από πίσω μου ο Αντώνης με το όπλο. Και εγώ ξαφνούσα εκεί. Δύο φορές πέρασε ο Γιώργος, γιατί είχε δουλειά, και τις δύο φορές με πιέσε τα πόδια και με λέει, εντάξει μη φοβάσαι, ρε κοιμήσου. Και μετά από την υπερέταση φυσικά δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ξανασηκώθηκα. και δεν είχαμε ούτε τσιγάρα, πλέον είχαν τελειώσει τα πάντα και είχε ένα κρυμμένο τσιγάρο ο Γιώργος και λέει να το κάνουμε μαζί.
Εκεί ψηλά που είναι, ξέρω ότι μας βλέπει όλους. Θα ήθελα να του πω ευχαριστώ, γιατί αν δεν ήταν αυτός τόσο ψύχρεμος από την αρχή, δεν ξέρω πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα. Να πω τη συλληπιτήριά μου στην οικογένειά του, γιατί είχα ένα εξαιρετικό παιδί και θα το θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή όχι μόνο εγώ πιστεύω ότι όλα τα παιδιά που ήμασταν μαζί Το σενάριο που προέβαλαν οι Αλβανοί στρατηγοί ήθελαν την αστυνομία τους να ενήρξε κατά αυτόν τον τρόπο επειδή το χωριό του Απαγωγέα ήταν έδρα αυτονομιστών όπου δεν θα είχε τη δυνατότητα να επέμβει αργότερα αλλά και να το επιχειρούσε θα δίνονταν πραγματική μάχη με μεγαλύτερες απώλειες μίλησε στο ΣΚΑΙ.
Η συμπεριφορά των Αλβανών αστυνομικών, εμείς δεν ξέραμε τη γλώσσα, δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε με κανέναν. Το μόνο που μπορούσαμε ήταν να στηριχτούμε στον εαυτό μας, στους αυτούς που ήταν μέσα στο λεωφορείο. Δεν είχαμε εμπιστοσύνη στην Αλβανική αστυνομία. Όλες οι σκηνές μαζί, είναι δύσκολο να ξεχάσεις, είναι δύσκολο να σκεφτείς τίποτα άλλο πέρα από αυτό.
Για τους επιβάτες του λεωφορείου, ο Φλαμούρ Πίσλι ήταν ο Αντώνης. Έτσι τους είχε πει ό,τι τον λένε. Η 22χρονη Παρθένα Σεμελίδου, λίγες ώρες μετά, στην αγκαλιά της οικογένειάς της πλέον, μίλησε για εκείνες τις κρίσιμες στιγμές που όλα κρεμόνταν από μια κλωστή. Κάναμε ό,τι ήθελε ο Αντώνης. Ο Αντώνης όμως κάποια στιγμή άρχισε να κνευρίζεται, γιατί είχε πει ότι θα πετάξει την χειροβοβίδα δεν θα τους πειράξω αλλά φέρτε μορισμένα πράγματα που θέλω του δώσαν τα λεφτά αλλά ήθελε να δει τα όπλα ήθελε να δει τον αστυνομικό ο οποίος δεν εμφανιζόταν αλλά δεν παίζονταν η δική του ζωή παίζονταν η δικιά μας και το τελευταίο μπλόκο ήταν εκεί που έγινε όλο το συμβάν «Είμαι πέντε χρόνια στην Ελλάδα, δουλεύω σκληρά και όλοι με αγαπάνε στο κατοσχολάρι», είχε πει στην απολογία του.
Μετά την καταδικαστική απόφαση φυλάξης έξι μηνών, το δικαστήριο ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής και διάταξε την απέλασή του. Έτσι, ο 25χρονος Αλβάνος δεν πήγε ποτέ στη φυλακή. Πέρασε μόνο δυο νύχτες στο τμήμα μεταγωγών Θεσσαλονίκης, την Αλβανική Αστυνομία για τον τρόπο που έδρασε. Αν είχαν συμμορφωθεί με αυτές τις εντολές, τις οποίες δώσαμε και προφορικά και γραπτά στην Αλβανική Αστυνομία η Αλβανία αστυνομική, δεν θα υπήρχε θύμα σε αυτή την περίπτωση.
Στη γειτονική χώρα, ο τύπος παρουσίασε τον Φλαμούρ Πίσλι σαν ήρωα για όσα δει να υπέφερε. αυτός και πολλοί άλλοι συμπατριώτες του από τους Έλληνες και την ίδια στάση κράτησε και εκείνη η γνώμη. Κάποιοι μάλιστα έφτιαξαν και ένα ιρό στη μνήμη του από φθηνό γρανίτι και τη φωτογραφία του όπου οι περαστικοί αφήνουν λουλούδια.
Ο αστυνομικός που σκότωσε τον Κουλούρη έγινε αρκετά χρόνια αργότερα αρχηγός αλμανικής αστυνομίας. Μάλιστα, το 2014 βραβεύτηκε σε εκδήλωση στο Αργυρόκαστρο σε μια μνημειώδη γκάφα. Η οικογένεια του Κουλούρη δεν βρήκε δικαίωση. Προσέφηκε στη δικαιοσύνη, αλλά οι αρχές της γειτονικής χώρας έθεσαν την έρευνα στο αρχείο, χωρίς να αποδώσουν ευθύνες για το θάνατό του.
Μόλις ένα μισή μήνα μετά την τηλεοφοριοπειρατεία στο κάτω σχολάρι, που κατέληξε με τραγικό τρόπο επί ελβανικού εδάφους, η ιστορία θα επαναλαμβανόταν, αυτή τη φορά με περισσότερους ομήρους. Όλα άρχισαν στη μία το μεσημέρι της 14ης Ιουλίου 1999 στο Πολύκαστρο όπου έκανε στάση το λεωφορείο του Κτέλ Κιλκής το οποίο γεμάτο επιβάτες εκτελούσε το νομολόγιο από τη Γουμένισσα στη Θεσσαλονίκη.
Ο 33χρονος Αλβανός Αρμπέν Σούφα ο οποίος στο παρελθόν είχε απελαθεί από τη χώρα μας δύο φορές εισέβαλε φορώντας κάλσα στο κεφάλι οπλισμένος με δύο χειροβομβίδες. Απασφάλισε τη μία από αυτές και ζήτησε από τον Γιάννη Λιβερτζίδη, 50 χρόνων να οδηγήσει το λεωφορείο στην Αλβανία. Λίγο αργότερα του έδωσε εντολή να κατευθυνθεί προς το αστωμικό τμήμα Πολυκάστρου.
Βλέπουμε ένα με μία κάρτα στο κεφάλι πρατούσε μία χειροβομβίδα απασφαλισμένη και ζητούσε βασικά σε πρώτη φάση έναν όμοιρο. Βγήκε ο αστυνόμος, κάναν τις διαπραγματεύσεις, τι έγινε, κλείσαν τους δρόμους να μην περάσει κανένας. Μέσω μιας ροσίδας που επέβαινε στο λεωφορείο ζήτησε να δει τον διοικητή, στον οποίο κατήγγειλε ότι δύο ημέρες νωρίτερα, κατά τη διάρκεια επιχείρησης, αστυνομικοί του πήραν τα ταξιοδετικά έγραφα και τον κακοποίησαν.
Μίλησε μάλιστα εναντίον συγκεκριμένου αστυνομικού, ο οποίος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, του πήρε το βιβλιάριο καταθέσεων που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα, όπου είχε συγκεντρώσει τις οικονομίες σε 9 χρόνων, δηλαδή στο διάστημα που εργαζόταν στην Ελλάδα. Στη συνέχεια απέτυσε να του παραδοθούν 250 εκατομμύρια δραχμές και δύο όπλα, ένα περίστροφο και ένα αυτόματο.
Η εστρομική του πρότεινε να πάρει αυτούς τη θέση των ομήρων, αλλά δεν δέχτηκε. Μετά από διαπραγματεύσεις πίστηκε να απελευθερώσει 42 επιβάτες και συνέχισε τη διαδρομή του προς τη Θεσσαλονίκη. Στη διασταύρωση της γέφυρας, το λεωφορείο άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε προς την Έδεσσα. Πλησιάζοντας τη Σκίδρα, οι διαπραγματευτές προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή με τον Απαγωγέα μέσω του κινητού τηλεφώνου του οδηγού, χωρίς αποτέλεσμα.
Ήταν η στιγμή που το ελικόπτερο της αστυνομίας έφτασε στην περιοχή κάνοντας κύκλους χαμηλά πάνω από το λεωφορείο. Ακολουθούσε ένα κομβόι με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ ένα όχημα της πυροδοσιαστικής περιπολικά συμβατικά αυτοκίνητας ασφάλειας και μια κλούβα με τους άνδρες των ειδικών δυνάμεων Οι προσπάθειες προσέγγισης του νεαρού Αλβανού επαναλήφθηκαν κοντά στο χωριό Άγρας στην εθνική οδό Εδέσας Φλόρινας όπου απελευθέρωσε άλλον έναν όμηρο Στο μεταξύ είχαν φτάσει στην περιοχή αρκετοί συγγενείς των επιβατών.
Η σύζυγος και η κόρη του οδηγού ξέσπασαν στους αστυνομικούς. Κάποιοι έβαλαν τα κλάματα και κάποιοι άλλοι απειλούσαν να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Είχε πλέον βραδιάσει όταν το λεωφορείο έφτασε 12 χιλιόμετρα έξω από τη Φλόρινα και σταμάτησε στην περιοχή Παλέστρα. Ο απαγωγέας έδειχνε εκνευρισμένος και κουρασμένος, αλλά δεν άφηνε από τα χέρια του εν απασφαλισμένη χειροβομβίδα.
Φαινόταν τουλάχιστον από επιχειρησιακής άποψης απαωγή καρμπών με την προηγούμενη που κατέληξε με τραγικό τρόπο στο Ελμπασάν. Όπως φάνηκε όμως, οι Έλληνες αστυνομικοί είχαν αξιοποιήσει την εμπειρία που είχε προκύψει από αυτήν. Συνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις με σκοπό την εξάντληση του δράστη κρατώντας μακριά τα τηλεοπτικά συνεργεία.
Ο Δράστης είχε αυτή τη φορά την ευκαιρία να διατυπώσει δημοσίως τα αιτήματά του αλλά και να κατακύλει όλα όσα τον οδήγησαν στην πράξη του αλλά μόνο τηλεφωνικός και έχει μπροστά στις κάμερες που όπως έχει τονιστεί από ειδικούς αυξάνει τη δέσμευσή του προς την κοινή γνώμη όσον αφορά την πραγματοποίηση των απειλών του Όσο και τις διαπραγματεύσεις αυτή τη φορά έγιναν από εξειδικευμένους αστυνομικούς που ήταν σε διαρκή επαφή με επιστήμονες και όχι από τον οποιοδήποτε τυχαίο που θα τύχαινε να περάσει απ' έξω όπως στην περίπτωση του Φλαμούρ όπου διαπραγματεύσεις έκανε μέχρι και ο προϊστάμενος του ΠΤΕΛ ακόμη και τα τηλεοπτικά συνεργεία.
Ήδη, η Επιτροπή Διαχείρισης Κρίσεων που είχε συνεδριάσει υπό την Προεδρία της Υπουργού Εσωτερικών Βάσος Παπανδρέου με τη συμμετοχή των Υπουργών Δημόσιας Τάξης Μιχάλη Χρυσουχοίδη, Εθνικής Άμυνας Άχιτσο Κατζόπουλου και Τύπου Δημήτρη Ρέπα, είχε αποφασίσει να μην επιτραπεί με κανέναν τρόπο στον Απαγογέα να διαφύγει με τους Ομοίρους στην Αλβανία.
Ο Αλβανός Απαγογέας πέρασε τη νύχτα ξάγρυπνος με τις δύο απασφαλισμένες χειροβομβίδες στα χέρια. Κάποια στιγμή έβαλε τη μία περώνη στη θέση της. Με το πρώτο φως της ημέρας ήταν κοινή η άποψη ότι ο δράστης έπρεπε να παραδοθεί, ακόμη και αν έπρεπε να παραμείνουν στο σημείο άλλες πέντε μέρες. Όσο περνούσαν οι ώρες πάντως, φάνηκε πιο διαλλακτικός.
Οι δύο διαπραγματευτές και οι δύο ψυχολόγοι, ειδικευμένοι σε ομήρειες, ήταν πια σε συνεχή τηλεφωνική επαφή μαζί του. Αν αφήσεις ομήρους, θα μπορέσεις να φύγεις για την Αλβανία, του είπαν Από κοντά και ο Αλβανός πρόξενος Θεσσαλονίκη ο οποίος δέχτηκε την πρόταση που του έκαναν οι διαπραγματευτές να γίνει εκείνος ομήρος του συμπατριότητου προκειμένου να διασφαλιστεί η μεταβασίτη του στην Αλβανία Είχε πάει πλέον πέντε και τέταρτο το απόγευμα όταν οι διαπραγματευτές κατάφεραν να κάμψουν την αδιάλακτη στάση του Αλβανού Τον έπεισαν να απελευθερώσει τέσσερις ομήρους με αντάλλαγμα 15 εκατομμύρια τραχμές και να συνεχίσει προς την κρυσταλλοπηγή, απελευθερώνοντας Καθοδόν και τους δύο τελευταίους.
Ένας από αυτούς ήταν ο 20χρονος στρατιώτης Νέστορας Κόκαλης, ο οποίος υπηρετούσε στον 33ο λόγο μηχανικού στο Πολύκαστρο και μπήκε στο λεωφορείο για να πάρει την τελευταία του άδεια πριν απολυθεί, μετά από δύο εβδομάδες. Οι άντρες της ΕΚΑΜ είχαν κατορθώσει, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τον απαγωγέα, να ανοίξουν ένα από τα πίσω παράθυρα του λεωφορείου και ύστερα από νοηματική συνεννόηση με τον στρατιώτη, του έδωσαν δύο περώνες, ώστε με την πρώτη ευκαιρία να ασφαλίσει τις χειροπομπίδες του Αλβανού.
Με την ίδια νοηματική γλώσσα, ο Κόκκολης διαμήνυσε στους αστυνομικούς πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον, γιατί ο Αλβανός της κρατούσε ανάποδα μέσα στις παλάμες του. «Δεν γίνεται», έλεγε κουνώντας τα χείλη του. Δύο ώρες αργότερα, εκμεταλλευόμενος την κόμποση του Αλβανού και τη χαλάρωσή του, ο 20χρονος στρατιώτης τον έπιασε ξαφνικά από το χέρι που κρατούσε τη χειροβομβίδα.
Έπεσε πάνω του και ο δεύτερος επιβάτης, ο Αναστάσιος Καραγιάννης Ταυτόχρονα, ελεύθερος σκοπευτής που βρισκόταν σε απόσταση 20 μέτρων πάνω στην οροφή λεωφορείου της αστυνομίας τον εξουδετερώσε με μια σφαίρα στο κεφάλι που διαπέρασε στο παρμπρίζ λίγα εκατοστά δίπλα από το κεφάλι του οδηγού Ένας εκαμήτης μπήκε αμέσως στο λεωφορείο άρπαξε και πέταξε τη χειροβομβίδα από την προστινή πόρτα Όλα έγιναν μέσα σε 8 δευτερόλεπτα και κανείς από τους ομήρους δεν έπαθε τίποτα Είχαν περάσει 30 ώρες από τη στιγμή που ο 33χρονος Αλβανός είχε καταλάβει το λεωφορείο 30 συγκλονιστικές ώρες όπου η ζωή έμοιαζε με μικρή πιθανότητα με την προηγούμενη απαγωγή να πλανάτε σαν εφιάλτης πάνω από τη Φλόρινα Ο δημοσιογράφος Πάνος Μανής θυμάται Υπήρχε σάφης εντολή η διαχείριση του περιστατικού να γίνει εντός συνόρων και να μην επιτραπεί στον δράστη να διαφύγει με τους ομίρους στην Αλβανία.
Επίσης, είχαν εντοπιστεί τρία ή τέσσερα σημεία στη διαδρομή στα οποία οι επιτελείς εκτιμούσαν ότι θα μπορούσαν να ακινητοποιήσουν το λεωφορείο και να οργανωθεί η επιχείρηση απελευθέρωσης μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ένα τέτοιο σημείο ήταν και μια ηρεμική τοποθεσία έξω από το χωριό Παλέστρα της Φλόρινας. Εκεί, με τον δράστη κουρασμένο και εκνευρισμένο, διαπραγματευτές της αστυνομίας και ψυχολόγοι που απέκτησαν επαφή μαζί του τον πείθουν αρχικά να απελευθερώσει άλλους τέσσερις ομήρους έναντι χρημάτων.
Στη συνέχεια, με την καθοριστική συμβολή δύο εκ των ομήρων που έπεσαν πάνω του για να μην του φύγει η απασφαλισμένη χειροβοβίδα, ο 33χρονος πέφτει νεκρός από τα πυρά ελεύθερου σκοπευτή της αστυνομίας. Η δεύτερη λεωφορείο πειρατεία τελειώνει με όλους τους ομίρους σόους. Οι συγγενείς των επιβατών άκουσαν τον πυροβολισμό και ξέσπασαν σε λιγμούς, αφού δεν ήξεραν τι είχε συμβεί.
Για δευτερόλεπτα πέρασαν από το μυαλό τους σαν εφιάλτης οι εικόνες από το Ελμπασάν, με το θανάσιμο τραυματισμό του Γιώργου Κουλούρη και κάποιοι λύγησαν. Πέρασαν μερικά δραματικά λεπτά που τους φάνηκαν ώρες μέχρι που έφτασε ένα περιπολικό από το οποίο κατέβηκε ένας εξωματικός σελάς. Τους κάλεσε προς το μέρος του για να τους ενημερώσει.
«Τελείωσε, ο Αλαβανός είναι νεκρός και οι όμοιροι είναι όλοι καλά», τους είπε. Ο υπαρχηγός της αστυνομίας, υποστράτηγος Γιώργος Πλάκας, ο ίδιος άνθρωπος που είχε χειριστεί την υπόθεση Σορίν Ματέη από το κοντρόλ του ΣΚΑΙ με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα δήλωσε πανευτυχής από την έκβαση της επιχείρησης ενώ οι αστυνομικοί των ειδικών δυνάμεων αποχώρησαν καταχειροκροτούμενοι από το πλήθος.
Οι ιατροδικαστές Γιώλος Βασιλιάδης και Σαμουήλ Ντουγκουτζάου διαπίστωσαν ότι ο νερός Αλβανός σκοτώθηκε από μία και μόνο σφαίρα που τον βρήκε στο αριστερό μάγουλο και σφινώθηκε στην αυχενική χώρα. Κάποιοι πάντως είπαν ότι ο δράσης θα μπορούσε απλώς να εξουδετερωθεί αλλά ο αντίλογος ήρθε αμέσως. Αδύνατον, ετοιμαζόταν να απασφαλίσει και τη δεύτερη χειροβομβίδα.
Θα δουλέψω κανονικά αλλά όποτε βλέπω Αλβανό θα θυμάμαι ότι έγινε δήλωσε την επόμενη ημέρα όταν εις φυγμή είχαν επανέλθει ο 50χρονος οδηγός του λεωφορείου Γιάννης Λιβατζίδης πατέρας δύο παιδιών Αυτή η περιπέτεια θα μείνει στίγμα για όλη μου τη ζωή Παρ' όλα αυτά είμαι ικανοποιημένος για το αίσιο τέλος Η αστυνομία έκανε πολύ καλά τη δουλειά της Πάντως περάσαμε πολύ δύσκολα Κάθε στιγμή φοβόμασταν μη του πέσουν οι χειροβομβίδες από τα χέρια γιατί είχε κουραστεί.
Μας είπε ότι θα πάμε στην Αλβανία σε μια παραθαλάσσια πόλη και αφού θα πιούμε καφέ θα επιστρέψουμε ασφαλή στα σύνορα. Του είπε ότι εκεί θα μας σκοτώσουν όπως έκαναν και στο συμπατριώτη του ένα μισή μήνα πριν. Δεν θα πειράξουν ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά σας είπε. Τώρα οι αισθομικοί δεν θα ξανακάουν το ίδιο λάθος. Δεν θα σας ακουμπήσουν.
Τα έχω κανονίσει. στη δράμη στην επιχείρηση, ώστε να εξοδετερωθεί ο Αλμανός. Ήταν και ο μόνος που είχε δει το πρόσωπό του κάποια στιγμή όταν σήκωσε την κάλτσα για να πιει νερό. «Είχα καταφέρει να κερδίσω την εμπιστοσύνη του», είπε ο ίδιος, καθώς συνομιλούσα συχνά μαζί του. Το απόγευμα άρχισε να γίνεται φανερό πως έχανε τις δυνάμεις του. Είχε εξαλειφθεί από την αϊπνία, τα πολλά τσιγάρα που κάπνιζε έκανα απλώς αυτό που έπρεπε.
Τιμής ανέκεν, ο Νέστορας Κόκαλης προσλήφθηκε ως πολιτικό προσωπικό στην Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας, με αρμοδιότητα τον έλεγχο των δικαιολογητικών για την έκδοση και ανανέωση αδείων αγοράς και κατοχής κινηγεντικών όπλων. Η λεωφοριοπυρατεία στο Πολύκαστρο είχε και τις παρενεργίες της. Την ίδια μέρα, ένας 35χρονος από τη Μακρίνια Μεσολογγίου σταμάτησε με μια καραμπίνα στο χέρι λεωφορείο με αλβανικές πινακίδες που εκτελούσε το δρομολόγιο Κακαβιά-Αθήνα και ήταν γεμάτο αλβανούς στη διασταύρωση Χαλαζιά.
«Βγείτε έξω καθάρματα» φώναξε. Αυτοί έντρομοι πετάκτηκαν έξω και άρχισαν να τρέχουν προς τα χωράφια. Εμείνε μόνο ο οδηγός που αναγκάστηκε να οδηγήσει το λεωφορείο στο Μεσολόγγι. Εκεί μπροστά στο αστυνομικό τμήμα σταμάτησαν και αφού έδωσε το όπλο του είπε στους αστυνομικούς Εγώ εκείνο που είχα να κάνω το έκανα πρέπει να φύγουν οι φωνιάδες από την Ελλάδα Κατοικοί της περιοχής είπαν ότι αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα Μάλιστα εκείνη την ημέρα τον άκουσαν να λέει στους αστυνομικούς να τον στείλουν στη Φλόρινα για να απελευθρώσει τους ομήρους προκειμένου να καλύψει ανάγκες ασφαλείας των ελμπιακών αγώνων της Αθήνας.
Μάλιστα, η ομάδα αυτή διαχειρίστηκε με επιτυχία και τη λεωφοριοπυρατεία που έγινε το Δεκέμβριο του 2004 στη Λεωφόρο Μαραθώνο στο Γέρακα από Αλβανούς, οι οποίοι με το 1 εκατομμύριο ευρώ που απαιτούσαν ήθελαν να ανοίξουν αλυσίδα φούρνου στην πατρίδα τους, αλλά τελικώς καρβέλια ονειρεύονταν και συνελήφθησαν μετά από 19 ώρες αγωνίας.
Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγεί τις σκοτεινές υποθέσεις, διαβόητες δολοφονίες και ανεξιχνία στα μυστήρια, στο πλαίσιο της σειράς με αληθινά εγκλήματα που συγκλώνησαν την Ελλάδα από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο της σειράς ακολουθήστε μας στο Spotify και στα Apple Podcasts ή ακούστε μας μέσα από το Lifeo TV στο YouTube και στο LifeoGR
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα