Skip to content
PodBase
Ποιος σκότωσε την κόρη του βιομηχάνου;

Ποιος σκότωσε την κόρη του βιομηχάνου;

Αληθινά εγκλήματα
Σεπτέμβριος 13, 2026 00:29:28 Επεισόδιο 157
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται τη δολοφονία της 29χρονης Τζούλιας Συρεγγέλα, που αναστάτωσε την Αθήνα το 1963.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Θήμα είναι η κόρη ενός από τους πιο γνωστούς βιομηχάνους της εποχής Είμαι ο Νίκος Τσέφλιος και θα σας αφηγηθώ τη δολοφονία της Τζούλιας Σιρεγγέλα που έκανε αίσθηση στην ελληνική κοινωνία και κυριάρχηση στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που έγραφαν για μέρες και μια υπόθεση που συνδύασε έρωτα, αιμονή, ψυχική ασθένεια και φόνο για μια σχέση που ξεκίνησε με πάθος και μετατράπηκε σε τραγωδία στον αριθμό 5.

Η κοπέλα είπε στον οδηγό να περιμένει για λίγο, μέχρι να κλείσει πίσω της την πόρτα της εισόδου, ίσως επειδή διαισθανόταν τον κίνδυνο. Μπήκε στην πολυκατοικία, αλλά την ίδια στιγμή πετάχτηκε έξω και ο κομψός με λαχνινό σάνδρας που τη συνόδευε και την ακολούθησε στην είσοδο πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα. Δευτερόλεπτα αργότερα, ένας πυροβολισμός σήκωσε στο πόδι όλη τη γειτονιά.

Ο άγνωστος άνδρας βγήκε στο δρόμο και απομακρύνθηκε τρέχοντας. Ήταν 9 Δεκεμβρίου 1963. Ο οδηγός του ταξί κατάλαβε ότι μόλις είχε γίνει μάρτυρας εγκλήματος. Αν και σοκαρισμένος, άρχισε να καταδιώκει τον άνδρα ο οποίος κατευθύνθηκε προς το σύνταγμα. Όταν είδε έναν αστυνομικό, σταμάτησε και του ζήτησε βοήθεια. Ο αστυνομικός επιβιβάστηκε στο ταξί και συνέχισε να καταδίωκουν τον άντρα μέχρι που στο ύψος της οδού Νίκης έχασαν τα ίχνη του Παρά τις προσπάθειές τους δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν Σαν άνοιξε η γη και τον κατάπιε Πίσω στην πολυκατοικία της οδού Κανάρη οι ένικοι είχαν βγει από τα διαμερίσματά τους και προσπαθούσαν να βοηθήσουν την αρή κοπέλα που ήταν πεσμένη σε ασκαλοπάτια που οδηγούσαν στο πρώτο όροφο μέσα σε μια λιμνή αίματος, ειδοποίησαν την αστυνομία και ασθενοφόρο, το οποίο τη μετέφερε στο νοσοκομείο της Νέας Ιωνίας.

Ήταν η 29χρονη Τζούλια Σιρεγγέλα, κορή του γνωστού βιομηχάνου Γεωργίου Σιρεγγέλα, ιδιοκτήτη της Ελβίν, της ελληνικής βιομηχανίας υπολοιμμάτων ναύτης, που είχε ιδρύσει το 1936 και παρήγαγε ορυκτέλεα, γράσο, παραφίνη, άσφαλτο και άλλα προϊόντα. Η νεαρή γυναίκα δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή για να αποκαλύψει την ταυτότητα του ανθρώπου που την πυροβόλησε καθώς η σφαίρα προκάλεσε διαμερές τραύμα στο κεφάλι.

Την ώρα που η αυτοψία στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας στο Δου Κανάρη ήταν σε εξέλιξη οι εξωματικοί της ασφάλειας εγκαταστάθηκαν στο 3ο αστυνομικό τμήμα για να συντονίσουν τις έρευνες για την αποκάλυψη του δολοφόνου. Το λόγο είχε πλέον ο μάρτυρας Κλειδί, ο οδηγός ταξί που πήρα το ζευγάρι από την οδό Παπαπιαμαντοπούλου ο οποίος είδε από κοντά το δράστη και τον καταδίωξε.

Όπως είπε στους αστυνομικούς το μόνο που κατάλαβε κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς το Κολονάκι ήταν πως διαφωνούσαν ακόμη και για το σημείο στο οποίο θα τους πήγαινε. Ο άντρας έλεγε Νίκης. Η γυναίκα επέμενε. Κανάρι. Όταν έφτασαν εκεί, η Τζούλια του ζήτησε να μην φύγει, μέχρι να κλείσει πίσω της την πόρτα. Όμως, όταν μπήκε στην είσοδο, ο άνδρας πετάχτηκε ξαφνικά και έσπρωξε την πόρτα ακολουθώντας τη Τζούλια.

Πριν περάσουν λίγα δευτερόλεπτα, άκουσε τον πυροβολισμό και τον είδε να βγαίνει και να απομακρύνει τρέχοντας προς την πλατεία συντάγματος. Η δολοφονία προκάλεσε αίσθηση στην επιχειρηματική και κοσμική Αθήνα και το πρωί ήταν στην πρώτη σελίδα άλλων των εφημερίδων, καθώς ο πατέρας της Τζούλιας ήταν ένας τους πιο γνωστούς βιομηχάνους της χώρας.

Η οικιακή βοηθός της οικογένειας Σιρεγγέλα ήταν μόνη στο σπίτι την ώρα του εγκλήματος. Η Τζούλια, είπε, έμενε στο πατρικό μου τους γονείς της, οι οποίοι έλειπαν, ο πατέρας τη χάγει για δουλειές και η μητέρα σε κοσμική εκδήλωση στο καφέ κεντρικού ξενοδοχείου, παρουσία του διαδόχου Κωνσταντίνου. Με τη βοήθειά τους μεγαλώνε το ηλικίας 2,5 ετών κοριτσάκι, που είχε αποκτήσει με τον πρώην σύζυγό της τον βαθύπλουτο έμπορο πετρελαιοειδών Αλί Φαρμαν Φαρμαγιάν, που ήταν Ιρανός με καταγωγή από την Αρμενία.

Τον είχε γνωρίσει τον καιρό που σπούδαζε στο Λονδίνο. Αργότερα τον ξαναείδησε στην Τεχεράνη, σε ένα επαγγελματικό ταξίδι του πατέρα της, ο οποίος την είχε πάρει μαζί του. Τον ερωτεύτηκε και αποφάσισε να ζήσει στο πλάι του Απέκτησαν ένα κοριτσάκι, τη Μαριάμ Αλλά στις αρχές του 1963 Τα ρότα σύννεφα έριξαν βαριά σκιά στο γάμο τους Αποφάσισαν τότε να ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους Το ίδιο διάστημα, λίγο πριν πάρει το παιδί και επιστρέψει στην Ελλάδα Η Τζούλια έκανε δεσμό με έναν άλλον άντρα Έναν ζημιναγό της Ιρανικής αεροπορίας Εκείνος για να την βλέπει έκανε συχνά το δρομολόγιο Τεχεράνη-Αθήνα Οι γονείς της δεν τον είχαν γνωρίσει Αλλά η αδελφή της, η Ιόλη, τα ήξερε όλα Αφού περνούσαν πλέον πολύ καιρό μαζί στην Αθήνα Αποφάσισαν να συζήσουν και ετοιμαζόντουσαν για γάμο Όμως κάποια στιγμή η Τζούλια έκανε πίσω Και τους ζήτησε να διακόψουν τη σχέση τους Ο αξιωματικός έφυγε απογοητευμένος για την Τεχεράνη Ήταν αριαυτός ο προδομένος άντρας που πάτησε τη σκανδάλη εκείνη την ημερή ανοίχτα

Οι αδερφοί της Τζούλιας αλλά και η πιστήθια φίλη της, η Εύα έδωσαν κρίσιμες πληροφορίες για τον Ιρανός Μιναγό τη σχέση τους και τις συνθήκες του χωρισμού τους Μίλησαν για τον 34χρονο Αρεζά Αμπάχ Μυρτολούι ένα μελαχρινό, γοητευτικό, κοψό άντρα με ένα παρελθόν που είχε αφήσει σημάδια στην ψυχή του Είχε παντρευτεί μια συμπατριώτησά του μόνο και μόνο επειδή ήταν φίλη της αδελφής του και η οικογένειά του επιθυμούσε διακάος αυτό το γάμο Ο ίδιος έπεσε θύμα αεροπορικού ατυχήματος και είδε με τα μάτια του τον μόλις 10 ετών γιο του να αφήνει την τελευταία του πνοή κάτω από τις ρόδες ενός ταξί την ώρα που τον περίμενε να βγει από το σπίτι και να μπει στο αυτοκίνητο για μια βόλτα Η ψυχική του κατάσταση επιδεινώθηκε Δεν διευκρινίστηκε ποτέ κάτω από ποιες συνθήκες αναπτύχθηκε ο δεσμός τους αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως δύο μήνες μετά τη φυγή της Τζούλιας στην Ελλάδα μαζί με το παιδί, το Μάιο του 1963 ο Ιρανός εξωματικός έκανε το ίδιο δρομολόγιο ήρθε στην Αθήνα να την βρει

Στην αρχή έμεναν στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο κέντρο της Αθήνας και αργότερα σε διαμέρισμα στον δόπουλου τάρχου στο Κολονάκι Έβγαιναν πλέον μαζί και είχαν γνωστοποιήσει τη σχέση τους και την απόφασή τους να παντρευτούν Όλα ήταν όμορφα, τουλάχιστον στην αρχή Η ψυχική ασθένεια του Μιναγού δεν άρχισε να εκδηλωθεί με διάφορες κοινές που ανέτεια προκαλούσε στην τζούλια Εκείνη άρχισε να ανησυχεί και να το ξανασκέφτεται Τον πήγε σε νευρολόγο ψυχίατρο, ο οποίος διαπίστωσε ότι έπασχε εξανχόδους αντιδραστικής μελαγχολίας με τα κρίξεων οργής.

Η νεαρή γυναίκα κατάλαβε ότι δεν είχε μέλος στο πλάι του. Ο Ρεζά δεν ήταν πια ο αγωιτευτικός και τρυφερός μυναγός που της είχε κλέψει την καρδιά. Η αλλοπρόσαλη συμπεριφορά και οι βίαιες εκρήξεις του απομάκρυναν από την καρδιά της και το τελευταίο ίχνος έρωτα για αυτόν. Το πήρε απόφαση. Θα του ζητούσε να διακόψουν τη σχέση τους με την πρώτη ευκαιρία, όπως συμβούλεψε και ο ψυχίατρος.

Μετά πολλά τον έπεισε να επιστρέψει στην Τεχεράνη για ένα μικρό χρονικό διάστημα, για κανένα μήνα του είπε, για να μείνουν χώρια και να ξαναδούν τη σχέση τους. Η Εύα, στο σπίτι της οποίας συναντιόντουσαν συχνά με τον Ρεζά, στο γουδί, επιβεβαίωσε ότι η Τζούλια είχε αποφασίσει να μην επιστρέψει κοντά του, αλλά δεν του το είχε ξεκαθαρίσει, ίσως επειδή τον φοβόταν.

Το ζευγάρι συνέχισε να επικοινωνεί, κυρίως με αλληλογραφία, αλλά οι επιστολές της Τζούλιας φανέρωναν με τον καιρό ότι κάτι είχε αλλάξει. Ήταν πλέον ψυχρές, τυπικές Σταδιακά του αποκάλυπτε Ότι τα αισθήματά της για αυτόν είχαν φθαρεί Στο τελευταίο γράμμα Του έκανε σαφές ότι δεν είχε σκοπό να τον παντρευτεί Όμως την ημέρα που το γράμμα αυτό έφτανε στην Τεχεράνη Ο Ρεζά ήταν ήδη στο αεροπλάνο για την Αθήνα Είχε πάρει άδεια Ώστε να έρθει να την βρει και να την μεταπίσει Φορτωμένος με δώρα γάμου Συναντήθηκαν, αλλά τίποτα δεν άλλαζε την απόφαση της Τζούλιας.

Το μοιραίο βράδυ ήταν η δεύτερη συνάντησή τους. Ήταν όμως αυτός ο δολοφόνος της. Οι αστυνομικοί δεν χρειάστηκε να ψάξουν πολύ για να τον εντοπίσουν. Μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα, ο ψυχίατρος Ιακωβίδης τηλεφώνησε στην αστυνομία και είπε ότι ένας ασθενής του τον είχε επισκεφθεί μέσα στη νύχτα στο σπίτι ιατρείου του στην Κυψέλη για να του αποκαλύψει ότι είχε πυροβολήσει μια γυναίκα στο κολονάκι.

Οι εξωματικοί της ασφάλειας υποδέχθηκαν με ανακούφιση το τηλεφώνημα. Το πλήρωμα του περιπολικού που έσπευσε εκεί δεν δυσκολεύτηκε να περάσει χειροπέδες τον άντρα. Ήταν σωστό ράκος, έτοιμος να καταρρεύσει και με δυσκολία ψέλισε λίγες λέξεις στα αγγλικά. Ήταν πράγματι ο Ρεζάμιρτο Λούι. Ο άνθρωπος που ήμονται ο υπηρεσιακό του περίστροφο έγραψε με αίμα τον επίλογο της άλλοτη παθιασμένης σχέσης με την Τζούλια Σιρεγγέλα.

Ο προϊστάμενος της ιατροδικαστικής υπηρεσίας, Δημήτρης Καψάσκης, διαπίστωσε στο νεκροτομείο ότι η Τζούλια είχε βληθεί από τα 3-4 μέτρα, με μία και μόνο σφαίρα στο δεξί αυτή, και το τραύμα ήταν διαμπερές, προκαλώντας το θάνατό της. Αμέσως μετά τη δολοφονία της Τζούλιας ο Σμυναγός έτρεξε και μπήκε στην πανσιόν της Οδού Νίκης στο Σύνταγμα όπου είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο για εκείνες τις ημέρες που θα προσπαθούσε να την ξανακερδίσει Γι' αυτό τον έχασαν αμέσως ο οδηγός ταξί και ο αστυνομικός που τον καταδίωξαν από το Κολονάκι Αργότερα αποκάλυψε στο ψυχίατρο τι είχε συμβεί στην πολυκατοικία της Οδού Κανάρη Εκείνος του πήρε το όπλο και ουσιαστικά τον παρέδωσε στους αστυνομικούς.

Ο σύζυγος της αδελφής της Τζούλιας ήταν σίγουρος από την πρώτη στιγμή ότι ο Ρεζά ήταν ο δολοφόνος της. Τον είχε δει σε φωτογραφίες μαζί της. Ο δράστης οδηγήθηκε στη Γενική Ασφάλεια για την προανάκριση. Ο ίδιος είπε στους αστυνομικούς ότι πυροβόλησε την Τζούλια ενώ βρισκόταν σε αιμανιακή κρίση μετά την αρνηστή της να τον παντρευτεί.

Εκείνη δεν του είχαν αποκαλύψει ότι η αγαπημένη του είχε υποκύψει κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο της Νέας Ιωνίας ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ψύχραμος και να ανοιχτεί στην προανακριτική διαδικασία. Μιλώντας για τη σχέση τους, είπε πως για χάρη της Τζούλιας εγκατέλειψε την γυναίκα του στην Τεχεράνη αλλά ένιωσε προδομένος όταν εκείνη τον άφησε ενώ έκαναν σχέδια για την κοινή του ζωή.

Κλαίγοντας δήλωσε μετανιωμένος επειδή όπως παραδέχθηκε και η Τζούλια είχε κάνει θυσίες για τη σχέση αυτή. Ωστόσο ενώπιον το ανακριτή όπου οδηγήθηκε για να απολογηθεί ισχυρίστηκε πως το περίστροφο του εκπλησοκρότησε. Είπε ότι λάτρευε την Τζούλια η οποία τον υπεραγαπούσε και είχαν συμφωνήσει να παντρευτούν. Μάλιστα, προς επίρροση των ισχυρισμών του κατέθεσε και τις επιστολές της αλληλογραφίας τους Μία ακόμη επιστολή που είχε παραλείπτει έναν φίλο του αλλά δεν είχε ταχυδρομηθεί η οποία είχε βρεθεί στη βαλίτσα του στην πανσιόν της οδού Νίκης έγραφε Την ημέρα του φωνικού είπε ήρθε αεροπορικός στην Αθήνα νίκησε ένα δωμάτιο στην πανσιόν και επικοινώνησε αμέσως μαζί της.

Στη συνάντηση που είχαν, στο σπίτι της φίλης της Σέβας, εκείνη αρνήθηκε να τον παντρευτεί. Περιέγραψε πώς συνόδεψε τη ζούλια στο σπίτι της και ισχυρίστηκε ότι στην απόγνωσή του θέλησε να την απειλήσει με το όπλο για να την κάνει να αλλάξει γνώμη. Όμως το όπλο εκπήρσοκρότησε χωρίς να το θέλει. Την επόμενη ημέρα, ο ήρωας του ερωτικού δράματος του Κολονακίου, όπως έγραφαν οι εφημερίδες, αποτυπώνοντας το κλίμα της εποχής, σε μια κοινωνία που αντιμετώπιζε ένα ψυχρό έγκλημα, μια γυναικοκτονία ως ένα τραγικό ερωτικό δράμα, οδηγήθηκε στον εισαγγελιά, συνοδευόμενος από τους δικηγόρους Αριστοτέλη Γαβριηλίδη και Αλέξανδρο Λικουρέζο.

Ήταν το ίδιο χλωμός και ανέκφραστος Ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί στα δικαστήρια αντέδρασε με χλιαρές αποδοκιμασίες στη θέα ενός ανθρώπου που με τα δυσκολία στεκόταν όρθιος Άνοιξαν μάλιστα και διάδρομο για να περάσει μόλις τον είδαν να σταματά το βήμα του φοβισμένος και υποβασταζόμενος από τους αστυνομικούς Μιλώντας στα αγγλικά, ο Ιρανός Μιναγός είπε στον Ισαγγελέα ότι ποτέ δεν σκέφτηκε να κάνει κακό στη τζούλια αλλά όταν εκείνος τον ρώτησε εάν η αρνησή της να τον παντρευτεί δικαιολογούσε την πράξη του, έσκυψε το κεφάλι και παρέμεινε σιωπηλός.

Από τον ανακριτή, στον οποίο παραπέμφθηκε στη συνέχεια ζήτησε να του επιτρέψει να γράψει μια σύντομη επιστολή στη μάνα του στην Τεχεράνη. Το έτοιμά του έγινε δεκτό. Ο ανακριτής του έδωσε ένα κομμάτι χαρτί και εκείνος έγραψε «Είμαι καλά. Χαιρετισμού σε όλους. Φίλησέ μου την κόρη μου». Τρεις προτάσεις, τόσο απλές, τόσο προσωπικές και τόσο διαφορετικές από όσα είχαν προηγηθεί.

Λίγες ώρες νωρίτερα, η οικογένεια της Τζούλια Σιρεγγέλα την αποχαιρετούσε στο νεκροδοφείο της Αναστάσεως, στον Πειραιά. Το παιδί τους δεν είχε την ευκαιρία να μιλήσει. Η ιστορία της όμως έμεινε στα σκαλοπάτια μιας πολυκατοικίας, στις καταθέσεις ενός οδηγού ταξί, στα γράμματα και το υπηρεσιακό περίστροφο ενός άντρα και σε εκείνη την πόρτα που δεν πρόλαβε να κλείσει.

Μετά την προθεσμία που πήρε, ο Ρεζάμιρτο Λούι απολογήθηκε στον ανακριτή και όπως ήταν αναμενόμενο, κρύφηκε προφυλακιστέως. Η δίκη του ορίστηκε για τις 12 Μαΐου 1964, όμως αναβλήθηκε πριν κάμπη στην ουσία της υπόθεσης καθώς από τις προκατακτικές ερωτήσεις του Προέδρου ήταν φανερό ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να παρακολουθεί στη διαδικασία.

Το Κακούριο Δικείο διέταξε τον εγκλισμό του στο ψυχιατρικό παράδειγμα των φυλακών Καλυθέας και την εξέτασή του για 40 ημέρες. Τρεις για τρεις, Κωνσταντινίδης, Καρπαλέζος και Μπούκης ανέλαβαν να αποφανθούν εάν ο Ιρανός ήταν σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Στις 3 Ιουλίου, ολοκληρώνοντας τις εξετάσεις τους, αποφάθηκαν ότι επήλθε βελτίωση της κατάστασής του, διευκρινίζοντας ότι η μελαγχολία εκ της οποίας πάσχει δεν υπερβαίνει σήμερα τα ακραία φυσιολογικά όρια της παρανοϊκής μελαγχολίας και ως εκ τούτου ήταν πλέον ικανός να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Τρεις εβδομάδες αργότερα οδηγήθηκε στο κακουριοδικείο αλλά η δίκη αναβλήθηκε και πάλι επειδή αποσύραζαν κάποιοι ένορκοι Τελικώς η δίκη άρχισε στους 8 Οκτωβρίου 1964 Η δικαστική αίθουσα, ακόμη και ο διάδρομος, είχαν γεμίσει ασφυκτικά καθώς το πασίγνωστο στους αθηναϊκούς κύκλους όνομα του θύματος η προσωπικότητα του κατηγορούμενου, ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας του ιδιλίου τους οι ερωτικές τους επιστολές που είχαν ήδη έρθει στο φως, όλα αυτά δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε η δίκη να πάρει τεράστιες διαστάσεις, να κεντρήσει το ενδιαφέρον του κόσμου και να συγκεντρώσει ένα ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό ακροατηρίου.

Η αδελφή της Τζούλιας, η Ιόλη, που άνοιξε την αποδεικτική διαδικασία με την κατάθεσή της, δήλωσε σίγουρη ότι ο Ρεζά επέστρεψε στην Αθήνα για να τη σκοτώσει και όχι για να την παντρευτεί. «Μου εκμυστηρέθηκε ότι είχε δύστροπο χαρακτήρα και κάποτε ότι φοβέρισε με όπλο», είπε χαρακτηριστικά. «Το μπήσαμε να φύγει για την Τεχεράνη και η αδελφή μου του έγραψε αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θα τον παντρευτεί».

Εκείνη την ημέρα η Τζούλια μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι ο Ρεζά είχε έρθει στην Αθήνα και θα τον συναντούσε στο σπίτι μιας φίλης μας. Ήταν απολύτως ήρεμος και πολύ ευγενικός. Έφερε δώρα, αλλά δεν πιστεύω ότι ήρθε για γάμο, αλλά για να τη σκοτώσει. Η υπεράσπιση του Μυρτολούι, στην οποία είχε προσθεθεί και ένας από τους πιο δυνατούς ποινικολόγους εποχής, ο Δημήτρης Μπαμπάκος είχε ένα όπλο στα χέρια της που δεν ήταν άλλο από την αλληλογραφία δράστη και φήματος.

Τα γράμματα μιλούσαν μόνο για αγάπη και ξεχύλιζαν από γλυκά συναισθήματα. Η υπεράσπιση διέθετε ακόμη το επιχείρημα της ψυχικής κατάστασης του κατηγορούμενου. Οι γιατροί που τον είχαν εξετάσει ενίσχυσαν τη γραμμή αυτή που θα εξασφάλιζε το ελαφριντικό της πλήρους συγχύσεως. Ο Ιρανός δεν ήταν βεβαίως ούτε σχιζοφαιρενής, ούτε παρανοϊκός, ούτε έπασχε από κάποια ασθένεια, αλλά οι ψυχίατροι βεβαίωσαν ότι η ανώμαλη ψυχική του κατάσταση, σε συνδυασμό με τις περιστάσεις που δημιουργήθηκαν, τον οδήγησαν να κάνει κάτι που δεν ήθελε, κάτι που εκείνη τη στιγμή δεν το καταλάβαινε ή ακόμη και αν το καταλάβαινε δεν μπορούσε να το εμποδίσει.

Ο Ρεζά αγαπούσε παράφορα την Τζούλια όπως φαινόταν από την αλληλογραφία τους Ήθελε να την παντρευτεί και γι' αυτό κουβάλισε τους αδώρα από την Τεχεράνη και την επίσημη στρατιωτική στολή του για την ημέρα του γάμου Όταν η Τζούλια αρνήθηκε την νικέτευσε Εκείνος επέμενε αλλά η κοπέλα του μίλησε άσχημα Ακριβώς εκείνη τη στιγμή δημιουργήθηκε μια κατάσταση που τον ανάγκασε να πυροβολήσει χωρίς να το θέλει.

Αυτή ήταν η υπερασπιστική γραμμή που θα ακολουθούσαν οι τρεις δικηγόροι. Από την άλλη πλευρά, ο Ισαγγελέας Ισέδρας, Μενέλαος Κουτσάκος και η πολιτική αγωγή προσπάθησαν να στηρίξουν την εκδοχή του προμελετημένου εγκλήματος, του εγκλήματος ερωτικής αντιεκδίκησης. Η εκδοκή αυτή σκόνταψε αρχικά πάνω στα δώρα που είχε φέρει ο κατηγορούμενος και στις γραπτές ευχές των δικών του προς την Τζούλια, μέσα από τέσσερα σημειώματα που δεν είχαν κατατεθεί κατά την προανάκριση και γι' αυτό η πολιτική αγωγή ζήτησε να μην ληφθούν υπόψη.

Ωστόσο, η μητέρα και οι αδελφοί του Ρεζά, που είχαν έρθει από την Τεχεράνη για τη δίκη, ρωτήθηκαν και βεβαίωσαν ότι πράγματι ήταν δικά τους τα σημειώματα, με ευχές για τον επικείμενο γάμο του. Ο πρόεδρος ζήτησε να μεταφραστούν. Η υπεράσπιση είχε κερδίσει την πρώτη μάχη. Επόμενος μάρτυρας, ο ψυχίατρος Ιακωβίδης. «Εξέτασα κατά επανάληψη τον κατηγορούμενο», είπε, και διαπίσωσα ότι πρόκειται περί προσώπου με αδύνατο χαρακτήρα.

Μετά το αεροπορικό ατύχημα που είχε και κυρίως το θάνατο του παιδιού του σε τροχαίο αντιστήχημα μπροστά στα μάτια του κατελήφθη από μια έντονη μελαχολία, άγχος και ίσως πλέγμα ενοχής. Υποβαλόταν συχνά σε υπνοθεραπεία και ηλεκτροσόκ. Έπαιρνε κατευναστικά φάρμακα και υποβλήθηκε σε βοηθητική ψυχοθεραπεία η οποία έπαδοσε ικανοποιητικά αποτελέσματα παρά τους συνεχείς καυγάδες του με την Τζούλια.

Πάντως δεν έπασχε από ασθένεια που να του στερεί εντελώς τον έλεγχο των πραξιών του. Είχε έρθει η στιγμή για την υπεράσπιση να χρησιμοποιήσει το όπλο των επιστολών που αποδείκνυαν πόσο δυνατός ήταν ο δεσμός δράστη και θύματος και πως ο Ρεζά ήρθε στην Αθήνα για να προτιμάσει το γάμο και όχι να σκοτώσει τη γυναίκα που αγαπούσε παράφορα.

Διαβάστηκε η πρώτη. «Από τη στιγμή που σε γνώρισα, αισθάνομαι και πάλι ζωντανός», έγραφε ο Ρεζά. Οι δικηγοροί της οικογένειας Σιρεγγέλα έκαναν μια ελαφρά στροφή. Υποστήριξαν ότι μπορεί ο Σμιναγός να ήρθε αποφασιμένος να παντρευτεί, αλλά και να τη σκοτώσει, εάν η Τζούλια δεν δεχόταν να ανεβεί μαζί του από τα σκαλιά της εκκλησίας.

Και εκεί δόθηκε η μάχη στο ακροατήριο. Ωστόσο, έπεσε στο κενό η προσπάθεια της πολιτικής αγωγής να αποδείξει ότι το έγκλημα ήταν προμελετημένο. Γεγονός που φαινόταν από το τελευταίο γράμμα της Τζούλιας, στο οποίο του γνωστοποιούσε σαφώς την απόφασή της να μην γυρίσει την Τεχεράνη. Και αυτό γιατί, όταν το γράμμα έφτασε στον παραλήπτη, εκείνος βρισκόταν ήδη στο αεροπλάνο για την Αθήνα.

Ο γαμπρός της Τζούλιας, ο σύζυγος αδελφής της, ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που γνώριζαν λεπτομέρειες από τη σχέση της με τον Ιρανό Σμιναγό. Όπως είπε, η γυναίκα αποφάσισε οριστικά να απομακρυθεί από αυτόν εκείνη την ημέρα που τράβηξε περίστροφο και την απείλησε, με αποτέλεσμα να το βάλει στα πόδια και να ζητήσει βοήθεια από το θυρορό της πολυκατοικίας.

«Ο Ρεζά μου είχε πει ότι ο γάμος τους θα αποτελούσε στήριγμα για τη ζωή του, αλλά η Τζούλια του είχε γράψει να ξεχάσει το γάμο», είπε στην κατάθεσή του. Και πρόσθεσε ότι τα δώρα γάμου που είχε φέρει από την Τεχεράνη ήταν απλώς μια προσπάθεια να δημιουργήσει άλοθη. Η υπεράσπιση δεν άφησε να εκμετάλλευτεί καμία ευκαιρία για να τονίσει πόσο δυνατός ήταν ο έρωτας που είχε ενώσει δράστη και θύμα.

Δεν σταμάτησε να διαβάζει τις επιστολές που είχαν ανταλλάξει ανάμεσα στις καταθέσεις των ματήρων Σε μία από αυτές η Τζούλια έγραφε ότι ήταν ράκος κάθε φορά που ήταν μακριά του Σε μία άλλη ότι κάποια στιγμή που η μητέρα της τη χαστούκισε ανταπέδωσε το χαστούκι για να αποδείξει ότι ήταν νευρική και ευερέφιστη και πιθανότατα μίλησε με ανάρμοστο τρόπο στον Ρεζά πριν εκείνος την πυροβολήσει στην είσοδο της πολυκατοικίας Ακολούθησε η κατάθεση της φίλης της Τζούλιας, της Σέβας Η οποία είπε ότι το μοιραίο βράδυ συναντήθηκαν στο σπίτι της για να συζητήσουν Του είπε ότι έπρεπε να χωρίσουν πολιτισμένα Και τότε η Τζούλια τον διαβεβαίωσε ότι θα μείνουν δύο καλοί φίλοι Έτσι δεν είναι ρεζά, τον ρώτησα Και εκείνος απάντησε, ε ναι Όμως λίγες ώρες αργότερα η συγκατάβαση θα γινόταν οργή και η οργή θα ξεσπούσε με μια σφαίρα στο κεφάλι της αγαπημένης του.

Μετά την κατάθεση του οδηγού ταξί, που τους είχε μεταφέρει στο κολονάκι τη μοιραία νύχτα, το δικαστήριο συνέχισε με την ανάγνωση και άλλων επιστολών. Συνολικά 50 είχαν ανταλλάξει ο Ρεζά και η Τζούλια και διαβάστηκαν όλες. Το λόγο πλέον είχαν οι πιο σημαντικοί μάρτυρες για την τύχη του κατηγορούμενου. Οι ψυχίαντροι που τον είχαν εξετάσει σε διάφορα στάδια.

Πέντε συνολικά. Και πρώτος ο Γιώργιος Ματάλλας, ο οποίος είχε γνωματεύσει περίπου τέσσερις μήνες πριν από το έγκλημα ότι ο Μυρτολούι έπασχε εξ αγχώδους νευρώσεως προκληθήσεις από εξωγενή αιτία και παρουσίαζε αρκετά προχωρημένη νευρωτική κατάσταση με έγδυλα αγχώδη φαινόμενα. Ο ιατροδικασής νευρολόγος Κωνσταντίνος Μπούκης, που μαζί με δύο ακόμη καθηγητές τον είχε εξετάσει εκείνες τις 40 ημέρες μετά το έγκλημα, κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να έχει αυτοκυριαρχία την κρίσιμη στιγμή, ενώ ο διευθυντής του ψυχιατρικού παραρτήματος των φυλακών Καλυθέας τόνισε ότι δυνατούσε να αναστείλει δια της λογικής τις συναισθηματικές του εκρήξεις.

Όταν ήρθε η στιγμή της απολογίας ο Ρεζέμιρτο Λούις στεκόταν με δυσκολία όρθιος γαντζωμένος από το ξύλινο χώρισμα του εδωλίου. Απολογούμε, είπε στην αρχή, όχι για να αποφύγω τη φυλακή που δεν με νοιάζει πια αλλά για να μάθουν οι άνθρωποι, οι φίλοι και οι εχθροί μου πως δεν είμαι κακούργος. Μίλησε για την οικογένειά του Μια οικογένεια που όλοι οι άντρες ήταν στρατιωτικοί Όχι πλούσια, μα ασφιχτά δεμένη, ήσυχη και τίμια Και μετά αναφέρθηκε στη φυλή του Όπου οι άνθρωποι αγαπούν τους ανθρώπους Μίλησε για την γνωριμία του με την Τζούλια Την Τζούλια που στην αρχή απέφευγε Αλλά σταδιακά του έγινε ανεκτή, συμπαθής, αγαπημένη και τελικώς αναγκαία Της είπα ότι είμαι τρελός ότι δεν είμαι ικανός να κάνω μια γυναίκα ευτυχισμένη αλλά εκείνη επέμενε και μου είπε πως στην Αθήνα θα με κάνει καλά Πράγματι ένιωσα πως ξαναγεννήθηκα Αγάψα τους δικούς της, τους συγγενείς, τις φίλες της Στην πορεία ο γαμπρός της Τζούλιας της πρότεινε να χωρίσουμε για ένα διάστημα και ενώ εκείνη δεν το συζητούσε

στο τέλος με έπεισε να φύγω για την Τεχεράνη Μάλιστα στο αεροδρόμιο μου είπε να μην στενοχωριέμαι Γιατί ο ένας μήνας περνάει γρήγορα Μου κράτησε την οδοντόβουρσα για να νιώθει στο στόμα της τη γεύση του δικού μου όσο θα έλειπα Μου έκαψε το χέρι με τσιγάρο για να τη θυμάμαι Το έχω ακόμη αυτό το σημάδι Έφυγα πάντως με άσχημο προέστημα Φοβόμουν πως θα της άλλαζαν τα μυαλά και δεν έπεσα έξω Το κατάλαβα από τα πρώτα της κιόλας γράμματα και έτσι έπεσα πάλι σε μελαγχολία.

Μια ψυχίατρο στην Τεχεράνη μου συνέστησε πιο πολύ με τη γυναική αδιέστησή της να γυρίσω στην Ελλάδα και να διαλύσω τα σύννεφα πριν μαζευτούν περισσότερα. Πράγματι ήρθα αλλά η Τζούλια μου το ξέκοψε. Μου είπε ότι δεν είμαι νορμάλ άνθρωπος και δεν θα γίνω ποτέ καλά. Τότε ξέσπασα. Φώναζα ότι τρελός ήμουν τότε που έσπαγα τα ζάμια του σπιτιού μου όταν έβαζα φωτιά στα βιβλία μου και εκείνη με διαβεβαίωνε ότι θα με κάνει καλά και τώρα που είμαι καλύτερα μου λέει ότι είμαι τρελός.

Φτάνοντας στη σκηνή του εγκλήματος είπε ότι δεν θυμόταν και πολλά. Άκουγα τη φωνή της τριγκή, απότομη, ξένη σαν από χιλιάδες μεγάφωνα. Πιστέψε με, ξαναγύρισα στον κόσμο όταν κάποια στιγμή βρέθηκα στον δρόμο να τρέχω με ένα πιστόλι στο χέρι. «Μη με ρωτήσετε, το μόνο που έχω να πω είναι ότι δεν ήθελα να κάνω κακό στην Τζούλια.

Ήθελα να έρθει μαζί μου στην πανσιόν για να της δείξω τα δώρα που είχα φέρει μαζί μου μήπως και της αλλάξω γνώμη. Πίστευα ότι ίσως ξαναζωντάνευα την αγάπη της». Τη στιγμή εκείνο η εισαγγελάσης έντρας του έδειξε το φωνικό περίστροφο και τότε ο κατηγορούμενος έριξε ένα τρομαγμένο βλέμμα Στήριξε το κεφάλι με τα χέρια του και ξέσπασε σε λιγμούς Ήταν μια από τις πολλές διακοπές στην απολογία του Η οποία προκάλεσε συγκίνηση ακόμη και στη μεταφράστρια της δίκης Που δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά της Στην αγόρευσή του ζήτησε την ενοχή του Με το λαφριντικό της μέτρας συγχύσεως Τόνισε πως όταν ο Ιρανός Σουμιναγός έφτασε εκείνη την ημέρα στην Αθήνα σκόπευε ή να απαντρευτεί την Τζούλια ή να την εκδικηθεί.

«Μέση λύση γι' αυτό δεν υπήρχε», είπε χαρακτηριστικά. Την πυροβόλησε από τέσσερα μέτρα στο κεφάλι. Ο σεξουαματικός γνώριζε από όπλα. «Η προσωπικότητά του, η αρρώστια του, ο θάνατος του παιδιού του μας αναγκάζουν να δεχθούμε το αλευθερικό της μετρία συγχύσεως». Και κατέληξε, απευθυνόμενος στους πλούσιους ενόρκους. Δεν πρέπει όμως να του δείξετε μόνο συμπάθεια γιατί το γεγονός είναι ένα αφαίρεσε μια ανθρώπινη ζωή Η πολιτική αγωγή μίλησε για έγκλημα μίσους που έπρεπε να τιμωρηθεί αναλόγως ενώ η υπεράσπιση ζήτησε το λαφρυντικό της πλήρους συγχύσεως Μάλιστα την ημέρα που αγόρευε ο Αλέξανδρος Λικουρέζος στο ακροατήριο βρισκόταν με φίλες της η Ζωή Λάσκαρη που 12 χρόνια αργότερα θα γινόταν η γυναίκα της ζωής του.

Οι ένορκοι μετά από δύο ώρες διάσκεψη έβγαναν την ετμιγωρία τους. Ένοχος για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, ενευρασμό ψυχικής ορμής, εις κατάστασην πλήρους συγχύσεως, λόγω νοσηράς διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών. Αυτό σήμαινε ότι ο Ρεζάμιρτο Λούι είχε κρυφθεί ακαταλόγιστος. σημαίνει απαλλαγή για την δολοφονία της Τζούλιας.

Το ακροατήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα, ενώ η μητέρα του κατηγορούμενου λιποθύμησε, καταλαβαίνοντας ότι δεν θα πήγαινε στη φυλακή. Ωστόσο, η δίκη δεν είχε τελειώσει. Η καταπλειοψηφία έκδοση της απόφασης επέτρεπε στον εισαγγελέα της έδρας να ζητήσει να κηρυχθεί πεπλανημένη. Και αυτό έκανε. Η υπεράσπιση χαρακτήρισε άδικη την πρόταση του Σαγγελέα, πρόταση εσχάτης περιφρονήσεως των ενόρκων.

Ακολούθησε η διάσκεψη του δικαστηρίου των συνέδρων. Κράτησε περίπου μία ώρα. Στις τρεις τα ξημερώματα, ο πρόεδρος ανακοίνωσε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να κυριχρύπε πλανημένη η ειδημιγωρία των ενόρκων. Κι έτσι ο Ιρανός καταδικάστηκε μόνο σε φυλάκιση 7 μηνών για παράνομη προφορία. Ήταν ήδη δεκαμήνες προφυλακισμένος Οπότε θα επέστρεφε στη φυλακή Για να πάρει τα πράγματά του και το αποφυλακιστήριο Την επόμενη ημέρα ο Ρεζάμιρτο Λούι Έφυγε για την πατρίδα του Η υπόθεσή του είχε πλέον ξεχαστεί Όταν στις 30 Οκτωβρίου Δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ότι ο εισαγγελέας του Αρίου Πάγου άσκησε ανέρεση κατά της απόφασης του Κακουριοδικίου.

Η αίτηση στηρίχτηκε στο γεγονός ότι οι ένορκοι δεν καθόρισαν στην εδημιγορία τους για ποιον ακριβώς λόγο δέχθηκαν την πλήρη σύγχυση. Ο Ιρανός βρισκόταν ήδη στην Τεχεράνη, είχε αποστατευτεί και νοσηλευόταν σε ψυχιατρική κλινική. Εάν η ανέρεση γινόταν δεκτή, τότε θα ακολουθούσε νέα δίκη από την αρχή. Το πρόβλημα ήταν εάν η Ιρανική κυβέρνηση θα τον εξέδεδε στη χώρα μας.

Τελικώς δεν χρειάστηκε, αφού στις 14 Φεβρουαρίου 1965 η υπόθεση Ρεζάμιρτο Λούι έκλεισε οριστικά για την ελληνική δικαιοσύνη, καθώς ο Άριος Πάγος απέριψε την αίτηση ανέρεσης της απόφασης. Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται σκοτεινές υποθέσεις,

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00