Skip to content
PodBase
Βαγγέλης Ρωχάμης: Βίος και πολιτεία ενός δραπέτη

Βαγγέλης Ρωχάμης: Βίος και πολιτεία ενός δραπέτη

Αληθινά εγκλήματα
Σεπτέμβριος 06, 2026 00:32:23 Επεισόδιο 156
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται την «εγκληματική καριέρα» του Βαγγέλη Ρωχάμη, αλλιώς «Πεταλούδα», και τη σκοτεινή διαδρομή του από το Λευκαντί της Εύβοιας σε όλες τις φυλακές για τα βαριά του αδικήματα.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Βαγγέλης Ροχάμης γλυκιάσταν μια όμορφη γυναίκα, έλεγε. Το παράδοξο είναι ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας έβλεπε τον Ροχάμι με συμπάθεια. Για πολλούς ήταν ένας λαϊκός αντίρωας που ξεγελούσε το σύστημα. Για άλλους ήταν απλώς ένας επικίνδυνος εγκληματίας που λύστευε, βίαζε, έκλευε, αντάλλασε πείρα με αστυνομικούς και που δεν έπρεπε να εξειδανικεύεται.

Αυτή η διπλή εικόνα τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή. Είμαι ο Νίκος Τσέφλιος και αυτή είναι η ιστορία του Βαγγέλη Ροχάμη, του Έλληνα Ντίλιγκερ ή Πεταλούδα, όπως ήταν μερικά από τα προσωνυμιά του. Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγεί τις σκοτεινές υποθέσεις, διαβόητες δολοφονίες και ανεξιχνίαστα μυστήρια, στο πλαίσιο της σειράς με αληθινά εγκλήματα που που συγκλώνησαν την Ελλάδα από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο της σειράς, ακολουθήστε μας στο Spotify και στα Apple Podcasts ή ακούστε μας μέσα από το Lifeo TV στο YouTube και στο LifeoGR. Είναι τα podcast της Lifeo. 20 χρόνια τώρα στη Lifeo, μοιραζόμαστε ιστορίες που αξίζει να ακουστούν. Το podcast που ακολουθεί είναι μια χορηγία της Μέτλεν. Μέτλεν. Φτιαγμένη από μέταλλο, γεμάτη από ενέργεια.

σε μεροκάματο στις οικοδομές της Χαλκίδας και αργότερα στην Αθήνα. Στα 18 του γνώρισε για πρώτη φορά τη φυλακή για 25 μέρες επειδή δεν είχε χρήματα για να εξαγοράσει την ποινή φυλάξη στριών μηνών που του επιβλήθηκε για κλοπή ενός μοτοποδηλάτου που ποτέ δεν παραδέχθηκε. Το έκλεψε ένας φίλος του είπε αυτός απλώς κάθοταν πίσω όταν τους έπιασαν.

Και τότε οι φυλακές έγιναν το δεύτερο σπίτι του, από όπου δραπέτευε με χαρακτηριστική άνεση. Μέχρι από το πειθαρχείο του κέντρου εκπαιδεύσεως βαρέων όπλων στο Χαϊδάρι το έσκασε, όταν υπηρετούσε τη θητεία του, κόβοντας τα κάγκελα. Ήταν Πάσχα και ήθελε να το περάσει με τη γυναίκα του, που είχε την ονομαστική της εορτή. Την είχε παντρευτεί μόλις στα 18 του.

Απέκτησαν δύο κόρες, αλλά και δύο αγόρια που πέθαναν μωρά. Γεγονός που, όπως θα πει ο ίδιος, επιβάρεινε την ψυχολογική του κατάσταση. Στο στρατό υπηρέτησε μόλις έξι μήνες ως έφεδρος υπαξιωματικός πριν πάρει απολυτήριο για ψυχολογικούς λόγους. Μάλιστα, το έσκασε και δεύτερη φορά από το τάγμα για να δει στο μεευτήριο την νεογεννητικόρη του.

Ο ίδιος έκανε λόγο για απάνθρωπη συμπεριφορά σε βάρος του από κάποιους βαθμοφόρους. Τα επόμενα χρόνια, ο Βαγγέλης Ροχάμης έκτισε το μύθο του πεταλούδα, που του απέδωσαν οι εφημερίδες, καθώς απέδρασε τρεις φορές από τις φυλακές Χαλκίδας, όπου εξέτει επεινές κάθριξεις για κλοπές, διαρρήξεις και ενόπλη συμπλοκή με αστυνομικούς.

Μια συμπλοκή που έκανε γνωστό το όνομά του όχι μόνο στους διαδρόμους της ασφάλειας, αλλά σε όλη την Ελλάδα, καθώς είχε υπηρεγηθεί η αρπαγή δύο νεαρών γυναικών και ο βιασμός μιας από αυτές. Όλα ξεκίνησαν λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 6ης Μαρτίου 1980, όταν δύο φίλες έφυγαν από μια καφετέρια της Πετρούπολης, όπου διασκέδαζαν με μια παρέα.

Η 28χρονη βασιλική, ιδιωτική υπάλληλος έβλεπε από την πρώτη στιγμή στον καθρέφτη της ένα Volkswagen να της αναβοσβήνει τα φώτα Είχε παρατηρήσει ότι της ακολουθούσε από την ώρα που μπήκαν στο αυτοκίνητο αλλά δεν έδωσε σημασία Θα άφηνε τη φίλη της, την 26χρονη Θεανό που εργαζόταν ως συνοδός σχολικού λεωφορείου στις αρχές της λεωφόρου Μεσογείων για να βρει ταξί και εκείνη θα επέστρεφε στο δικό της σπίτι στο κέντρο της Αθήνας.

Ταξί όμως δεν κυκλοφορούσαν πολλά, ήταν και καθημερινοί. Και έτσι ψάχνοντας με χαμηλή ταχύτητα έφτασαν μέχρι το σπίτι της Θεανός, στην οδό Σουλίου στην Αγία Παρασκευή. Από κοντά και το Volkswagen. Σταμάτησε πίσω τους. Οι τρεις επιβάτες κατέβηκαν και ένας από αυτούς πλησίασε το μικρό φία της Βασιλικής. Εκείνη κατέβασε λίγο το παράθυρο για να του ζητήσει το λόγο.

Της είπε ότι κοντεύαν να μείνουν από βενζίνη και ζήτησε βοήθεια να τον μεταφέρει μέχρι το κοντινότερο βενζινάδικο. Τότε η Θεανό έκανε το μοιραίο λάθος. Ανέβασε την ασφάλεια της πόρτας. Οι άλλοι δύο την άνοιξαν αστραπιαία. Την άρπαξαν και την έσυραν στο δικό τους αυτοκίνητο. Ταυτόχρονα ο συνεργός τους έβγαλε όπλο. έσπρωξε τη Βασιλική στο κάθισμα του συνοδηγού έπιασε το τιμόνι και πάντησε γκάζι ο εφιάλτης μόλις ξεκινούσε Στην λεωφόρο Χαλανδρίου η Βασιλική επιτέθηκε στον οδηγό προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να γλιτώσει και πάλεψε μαζί του κάποια στιγμή άνοιξε εν κινήσει την πόρτα και τότε εκείνος μπροστά στον κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο του αυτοκίνητου την έσπρωξε απότομα με αποτέλεσμα να πέσει στην άσφαρτο και να τραυματιστεί.

Με όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει, η γυναίκα άρχισε να χτυπάει τα κουδούνια, ζητώντας βοήθεια. Λίγο αργότερα, ένα περιπολικό την συνόδεψε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα για να δώσει κατάθεση. Η ασφάλεια προαστίων που έσπευσε στο σημείο βρήκε ένα μακρύ κανοπιστόλι που προφανώς έπεσε από τα χέρια του δράστη πάνω στην πάλη με την 28χρονη γυναίκα και το έστειλε στα εργαστήρια για στοιχεία και αποτυπώματα.

Η άμεση δράση κινητοποιήθηκε τον εντοπισμό των δραστών, αλλά η ολονύχτια έρευνα δεν έφερε αποτέλεσμα. Την ίδια ώρα, με δύο αυτοκίνητα και με την 26χρονη Θεανό να κλαίει και να παρακαλά να μην της κάνουν κακό, οι τρεις άνδρες κατευθύνθηκαν προς την Πεντέλη. Διέριξαν ένα κατοίκητο σπίτι και εκεί την βίασαν διαδοχικά, αφού πήραν από την τσέντα της τις 4.000 δραχμές που είχε μαζί της.

Στη συνέχεια την έβαλαν στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς τη Ραφίνα. Διέριξαν άλλη μια κατοικία που ανήκε σε δικαστικό λειτουργό, μπήκαν μέσα και βίασαν ξανά την ατυχή κοπέλα. Όταν ικανοποίησαν τις κτηνώδεις ορέξεις τους, εγκατέλειψαν το φία της βασιλικής αφού του έβγαλαν τις πινακίδες και προσπάθησαν να το κάψουν, βάζοντας φώτια στον κινητήρα.

Αδιαφορώντας για το ρίσκο που έπαιρναν, διέσκησαν με το δικό τους αυτοκίνητο κυριολεκτικά όλη την Αττική. Ξημερώματα έφτασαν σε ερημική περιοχή ανάμεσα στο Αλεποχώρι και το Σχήνο. Εκεί διέριξαν και τρίτο σπίτι. Δύο από αυτούς βγήκαν το πρωί για να βρουν τρόφιμα, αφήνοντας τον τρίτο συνεργό τους μαζί με τη Θεανό. Εκείνος αποκαμωμένος κάποια στιγμή αποκοιμήθηκε και έτσι η 26χρονη κοπέλα βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει από αυτόν τον εφιάλτη.

Πήγε αθόρυβα στο διπλανό δωμάτιο τρέμοντας από την αγωνία της άνοιξε το παράθυρο και πήδηξε έξω. Γαντζώθηκε απελπισμένη στον πρώτο περαστικό που βρήκε μπροστά της και ξετύλιξε όλη τη φρίκη που είχε υποστεί. Είχε πιάξει μερώσει για τα καλά. Η Θεανό οδηγήθηκε και αυτή στην ασφάλεια προαστείων, όπου κατέθεται ακόμη η Βασιλική, η οποία δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά.

Οι δύο φίλες κλήθηκαν να αναγνωρίσουν τους δράστες ανάμεσα σε δεκάδες υπόπτους και φωτογραφίες εσημασμένων. Έξι μέρες αργότερα, η ασφάλεια ανακοίνωσε ότι οι δύο από τους δράστες ήταν ο 29χρονος Βαγγέλης Ροχάμης από το Λευκαντή, πατέρας δύο κοριτσιών και στη διάσταση με τη γυναίκα του, και ο 24χρονος Κώστας Μπελιγιάννης από τη Νέα Αρτάκη.

Οι φωτογραφίες τους ήταν στην πρώτη σελίδα όλων των αθηναϊκών εφημερίδων στις 10 Μαρτίου 1980 και οι ίδιοι στο στόχαστο των αποσπασμάτων της χωροφυλακής που τους αναζητούσαν γύρω από τα γεράνια όρη, όπου εκτιμούσαν ότι κρύβονταν. Τρία εικοσιτετρά ώρα αργότερα έγινε πραγματική μάχη σε ένα πάρκινγκ στο ύψος του 50 του χιλιόμετρου της Εθνικής Οδού Αθηνών Κορίνθου, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίστηκε ένας από τους καταζητούμενους και ένας ανθιπασπιστής χωροφυλακής μεγάρον.

Ωστόσο οι κακοποιοί κατάφεραν να ξεχλυστρήσουν από τον μπλόκο. Λίγες ώρες μετά, στις 2 και μισή τα ξημερώματα και ενώ ο αστυνομικός κλειός είχε γίνει ασφυκτικός οι χωροφύλακες που έκαναν εξονυχιστικούς ελέγχους σε όλα σχεδόν τα αυτοκίνητα που περνούσαν τα διώδια της Ελευσίνας εντόπισαν την 27χρονη Μαρία μια Κύπρια χορεύτρια με την οποία ο Βαγγέλης Ροχάμης συζούσε το τελευταίο χρόνο Την είχε πάρει με ότος τόπο οδηγός ενός φορτηγού επειδή κινδύνευε η ζωή της.

Οι καταζητούμενοι είχαν βρει καταφύγιο στην Κακιά Σκάλα, σε ένα παλιό γερμανικό πολυβολείο. Εκεί όπου εντοπίστηκαν και εξουδετερώθηκαν από δεκάδες χωροφύλακες που είχαν ζώσει την περιοχή. Είχαν μαζί τους δύο καραμπίνες, ένα πιστόλι και πολεμοφόδια για πολύ ωρή μάχη. διέταξε τη βία ή προσαγωγή της. Στην απογευματινή συνεδρίαση αφηγήθηκε με δάκρυες στα μάτια όλα όσα υπέστη από τους τρεις κατηγορούμενους εκείνες τις ατέλειωτες ώρες που κράτησε το μαρτύριό της.

Στις απολογίες ακούστηκαν αστείες δικαιολογίες ότι τους προκάλεσαν, ότι τους ακολούθησαν με τη θέλησή τους για αγάπες και λουλούδια. «Τλείστε αυτούς τους απάνθρωπους για πολλά χρόνια στη φυλακή γιατί είναι επικίνδυνοι, είπε στην αγορευσή του ο Ισαγγελέας. Το δικαστήριο τους καταδίκασε και τους τρεις σε κάθριξη 24 ετών και 6 μηνών.

Μια ποινή που σε δεύτερο βαθμό μειώθηκε στα 20 έτη. Ο πεταλούδας Βαγγέλης Ροχάμης δικαιολόγησε για μια ακόμη φορά το παρατσούκλι που του έδωσαν οι εφημερίδες, τραπετεύοντας στις 8 Σεπτεμβρίου 1983 από τις φυλακές Χαλκίδας μαζί με τον Τζέπερη αφού μια νέα ρε κοπέλα από κοντινό χωριό άφησε λίγα μέτρα από την πύλη των φυλακών μια μοτοσυκλέτα την οποία καβάλισαν σαν κύριοι και έγιναν καπνός.

Καταλογίστηκαν τότε ευθύνες στον διευθυντή, τον αρχιφύλακα και ένα ακόμη φύλακα που χρησιμοποίησαν τους συγκεκριμένους κρατούμενους στη βαφή των τείχων της φυλακής και μάλιστα τόσο κοντά στην πύλη. Οι δύο τραπέτες κατάφεραν να διαφύγουν παρά τις έρευνες και τα μπλόκα. Τρεις μήνες αργότερα ο Βαγγέλης Ροχάμης έμπλεξε και σε ληστεία μεταφώνου.

Ήταν γύρω στις 8.30 το πρωί, 29 Δεκεμβρίου 1983, όταν δύο κουκουλοφόροι μπήκαν οπλισμένοι στο ισόγειο διαμέρισμα της οικογένειας Καγεώργη, στην οδό 405 στη Λαμπρινή, με στόχο της εισπράξης του εμπορού καυσίμων Νίκου Ζαφυρόπουλου. Ο επιχειρηματίας έμενε στον πρώτο όροφο και κάθε πρωί έβγαζε τα χρήματα από το χρηματοκιβώτιο και τα άφηνε στην κουνιάδα του, την 50χρονη Βασιλική Καγιώργη για να τα παραδώσει στη χρηματαποστολή της εμπορικής τράπεζας.

Όταν ο 24χρονος υπάλληλος του ΝΑΤ, Κώστας Καγιώργης ξύπνησε από το θόρυβο και βρέθηκε αντιμέτωπος με τους κακοποιούς, ένας από αυτούς τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε σοβαρά στο λαιμό, αρπάζοντας ταυτόχρονα δύο σχολικές τσάντες με 1.595.000 δραχμές και επιταγές ύψους 80.000 δραχμών. Ο άτυχος νεαρός μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό, όπου έδεσε σκληρή μάχη για τη ζωή του.

που είχαν κατακλείσει την οδό Σιρακουσών και τους γύρω δρόμους, όλμισαν να τους λιντσάρουν μέσα σε πανδαιμόνιο. Ο Ροχάμης φώναζε από την πρώτη στιγμή ότι δεν συμμετείχε στη ληστεία, αλλά ήταν απλώς ο τσιλιαδόρος. Όπως φάνηκε και από την αναπαράσταση, τον 24χρονο Κώστα Καγεώργη πυροβόλησε ο Μητσόπουλος, τη στιγμή που ξέφυγε από τα χέρια του Μηλιτσόπουλου, ο οποίος τον κρατούσε ακινητοποιημένο και έβαλε τις φωνές.

Ο ίδιος μίλησε και εκπυρσοκρότηση. «Το χέρι μου έτρεμε», είπε, «επειδή φοβήθηκα εκείνη την ώρα. Δεν ξέρω πώς εκπυρσοκρότησε το όπλο». Το κατηγορητήριο έγινε ακόμα πιο βαρύ για τους τρεις κακοποιούς όταν ο Κώστας Καγεώργης ξεψύχησε στο νοσοκομείο μετά από μάχη 27 ημερών. Το δικαστήριο τους καταδίκασε όλους σε ισόβια κάθριξη.

Στις 7 Απριλίου 1986, ο 45χρονος βαρύ ποινίτης απέδρασε για τέταρτη φορά και μάλιστα σαν κύριος από τις φυλακές Κορυδαλού. Κανείς δεν υποπτεύθηκε ότι ετοίμαζε το μεγάλο κόλπο όταν κατέβηκε στο απογευματινό επισκεπτήριο ντυμένος στην τρίχα, ενώ συνήθως φορούσε μια φόρμα. Η περούκα και το ψεύτικο μουστάκι του πέρασαν απαρατήρητα.

Μπερδεύτηκε ανάμεσα στους επισκέπτες, την ώρα που αποχωρούσαν, βγήκε από την κύρια είσοδο, πήρε ταξί και έγινε καπνός. Και μάλιστα, μία μόλις μέρα πρωτού επιστρέψη στις φυλακές της Κέρκυρας, από που είχε μεταχθεί ένα μήνα νωρίτερα, για να παρουσιαστεί στα δικαστήρια για ποινικές του υποθέσεις. Τέσσερις μήνες αργότερα, ξημερώματα Σαββάτου 2 Αυγούστου 1986 και ενώ τον αναζητούσε όλη η ελληνική αστυνομία μετά από άφθονη κατανάλωση αλκοόλ στο νυχτερινό κέντρο Αραπάκια στο Βασιλικό όπου διασκέδαζε με τον 23χρονο Κώστα Κουτελιέρη τον 26χρονο Διονύση Φούκα και τρεις γυναίκες του μαγαζιού άνοιξε πύρ με αυτόματο όπλο επειδή τα όργανα σύγγισαν Ο Τάσος Μπουγάς, που ήταν στο πάλκο, σταμάτησε το τραγούδι μετά από υπόδειξη των αστυνομικών, που έφτασαν με περιπολικό γύρω στις 4.

Δεν πήκαν μέσα αφού ο ιδιοκτήτης έκανε νόημα στην ορχήστρα και η μουσική σταμάτησε. Οι τρεις άντρες, σε έξαλλη κατάσταση, τράβηξαν τα όπλα που είχαν κρύψει μέσα σε ένα σάκου βαγιάς κάτω από το τραπέζι τους και άρχισαν να πυροβολούν προς κάθε κατεύθυνση. Άραπαξαν τις γυναίκες και τράπηκαν σε φυγή με μια κλαίμενη μπεμβέ με ξένες πινακίδες Συνέχισαν την πορεία τους προς τον πορθμό του Ευρύπου όπου οι αστυνομικοί είχαν στήσει ενέδρα και τους περίμεναν με το δάχτυλο στις σκανδάλι Όμως δίστασαν να ανοίξουν πύρεν αντίον του αυτοκίνητου το οποίο με σβηστά φώτα και η λυγκιότητα αχύτητα πέρασε κυριολεκτικά δίπλα τους Οι κακοποιοί δεν σταμάτησαν ούτε τη στιγμή που μία από τις γυναίκες, η 35χρονη Σοφία, άνοιξε την πόρτα εγκυνήσι μέσα στη Χαλκίδα και πήδηξε από το αυτοκίνητο, ξεφεύγοντας σοβαρά τραυματισμένη στα πόδια.

Οδήγησαν τις άλλες δύο, τη 19χρονη Ελένη και την 22χρονη Γεωργία, σε ερημική περιοχή κάπου στον Κάλαμο, τις βίασαν διαδοχικά και τις εγκατέλειψαν το πρωί στη Νέα Φιλαδέλφια. Τα ξημερώματα της 17ης Σεπτεμβρίου 1986, ο σκοπός του αστυνομικού τμήματος Χαϊδαρίου εγκατέλειψε έντρομος το πόστο του, όταν είδε το συνοδηγό ενός διορρχόμενου ταξί να βγάζει από το παράθυρο ένα αυτόματο όπλο και να αγαζώνει την πρόσωψη του κτηρίου.

Ο αξιωματικός υπηρεσίας σήμανε στην Αγερμό και μέσα σε λίγα λεπτά είχαν φτάσει στην Ιερά Οδό δεκάδες περιπολικά προς αναζήτηση των δραστών, που όλοι πίστευαν ότι ήταν τρομοκράτες. Ο άγνωστος οπλοφόρος είχε σημαδέψει ψηλά και οι τρύπες από τις σφαίρες πάνω από τα παράθυρα του τμήματος ήταν ορατές. Πριν προλάβει να καταλαγιάσει ο πανικός το τηλεφωνικό κέντρο της αμέσου δράσεως άναψε και πάλι, 15 λεπτά αργότερα στις 2 ταξιμερώματα όταν σημειώθηκε παρόμοια επίθεση στο αστυνομικό τμήμα της Ανθούπολης στην οδό Αγίου Ιεροθέου με ένα αυτόματο και μια καραμπίνα Το διπλό χτύπημα ήταν όπως αποδείχθηκε άλλη μια επίδειξη δύναμης και θράσους του Βαγγέλη Ροχάμη ο οποίος είχε αρπάξει το ταξί Μετά τη διπλή επίθεση, οι τρεις τους επέστρεψαν στον Ασπρόπυργο για να του αφήσουν το αυτοκίνητο, αλλά εκείνος είχε καταφέρει να λυθεί και να ειδοποιήσει την αστυνομία.

Όπως θα πει αργότερα ο Βαγγέλης Ροχάμης, τον είχαν δέσει χαλαρά, επειδή τους είπε ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα με την καρδιά του. Στις 7 Οκτωβρίου 1986, ο Ροχάμης και ο Κουτελιέρης συνελήφθησαν στην καρσονιέρα που είχε νοικιάσει μια 19χρονη φίλη τους επί της οδούρου Μπέσης στο Νέο Κόσμο. Ο ίδιος μίλησε για προσυμφωνημένη παράδοση, άγνωστο με τι ανταλλάγματα, και οι αντιπολιτευτικές εφημερίδες έγραψαν για σόου σε προεκλογική περίοδο που είχε ανάγκη και για λόγους γοήτρου το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης.

Μάλιστα όταν οι αστυνομικοί συνόδεψαν το Ροχάμι στο γραφείο του διοικητή ασφαλείας ώστε οι φωτορεπόρτε να απαθανατήσουν το λάφυρό τους δεν του επέτρεψαν να απαντήσει σε καμία ερώτηση Ο ίδιος σε επιστολή του στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης, Αντώνη Δροσογιάννη μίλησε για 20 εκατομμύρια δραχμές που του πρόσφερε η ηγεσία της αστυνομίας για να απαλλαγεί από την παρουσία του γεγονός που δεν αποδείχθηκε ποτέ.

Ενώπιον του ανακριτή, ο Βαγγέλης Ροχάμης επανέλαβε τόσο στο υπόμνημά του όσο και προφορικά στην πεντάωρη απολογία του ότι επρόκειτο για προσυμφωνημένη παράδοση και μάλιστα με τους δικούς του όρους να σπάσουν τα εισόβια, να μην μεταχθεί στις φυλακές της Κέρκυρας και να βλέπει συχνότερα τις κόρες του. Βγαίνοντας από το ανακριτικό γραφείο είπε μόνο λίγες λέξεις στους δημοσιογράφους.

«Βολευτήκανε όλοι. Ένας Ροχάμις δεν γίνεται ποτέ χαφιές». Μάλιστα, οι δικηγόροι του υποστήριξαν ότι είχε βάλει όρους και και τη στιγμή της παράδοσής του. Να είναι παρόντες ο εκδότης της εφημερίδας «Ελεύθερη Ώρα», Γρηγόρης Μιχαλόπουλος, ο δικηγόρος και η κόρη του, ώστε να μην τον πειράξει κανείς. Όσο και την απόδραση από τον Κοριδάλο είπαν ότι ο Ροχάμις δεν το έκανε για να διαφύγει στο εξωτερικό αλλά για να διαπραγματευτεί καλύτερες συνθήκες διαβίωσης στα σοφρονιστικά καταστήματα της χώρας Στο ίδιο υπόμνημα έκανε μια αναδρομή στη ζωή του αρχίζοντας από την κλοπή του μοτοποδηλά του στα 18 του και συνεχίζοντας με τα στρατοδικεία όπου τον έστειλαν για μικροεπισόδια μέσα στη Χούντα και τη φυλάκησή του για οκτώ μήνες, ποινή που δεν ήταν εξαγοράσιμη.

Και έτσι το σχολείο της φυλακής επέδρασε στην προσωπικότητά του και διόγκωσε την πίκρα και την αγανάκτησή του, όπως έγραφε. Ακολούθησε το 1974 η σύλληψή του για αποπλάνηση μιας κοπέλας με την οποία είχε δεσμό μόλις 16 ημέρες πρωτού ενηλικιωθεί, μετά από μήνυση του πατέρα της. Η ποινή του ήταν φυλάκηση 13 μηνών. Εξέτησε τους δέκα, αποκτούντας νέες εμπειρίες πίσω από τα κάγκελα.

Και έτσι, μετά την αποφυλάκησή του, διέριξε μαζί με άλλα άτομα το ταχυδρομείο του χωριού του στα Βασιλικά. Συνελήθη και καταδικάστηκε σε φυλάξη τριών ετών και έξι μηνών. Μετά από όλες αυτές τις περιπέτειες, ο Ροχάμις έφυγε στο εξωτερικό. Στην Κύπρο, το Βέλγιο και την Αγγλία. Επιστρέφοντας με αρκετά χρήματα συνεταιρίστηκε αρχικά με τον αδελφό του το Γιώργο σε τεχνική εταιρεία αλλά κάποια στιγμή διαφώνησαν και αποχώρησε Άνοιξε μια pub αλλά η τοπική αστυνομία δεν τον άφησε σε χλωροκλαρή Μου ζήτησαν να γίνω καταδότης τους όπως έγραφε στο υπόμνημα και επειδή αρνήθηκα άρχισαν οι διώξεις με αποτέλεσμα στους 6 μήνες να κλείσω Στη συνέχεια αναφερόταν χωρίς πολλές λεπτομέρειες στις γνωριμίες του με τον Πελιγιάννη και τον Τζέπερη και τους υποτιθέμενους βιασμούς μια υπόθεση που εκκρεμούσε ακόμη σε δεύτερο βαθμό και τέλος στην εμπλοκή του στη δολοφονία του Κώστα Καγιώργη στο Γαλάτσι για την οποία καταδικάστηκε σε ισόβια κάθριξη αν και δεν είχε καμία σχέση όπως έγραφε

γεγονός που καταράκωσε το ηθικό του στον κορυδαλό ή θα δραπέτευε ή θα αυτοκτονούσε και επέλεξε το πρώτο. Τις μόνες κατηγορίες που αποδέχθηκε ήταν η απόδραση και οι πυροβολισμοί στα αστυνομικά τμήματα. Σκοπός του ήταν να δείξει σε όλους ότι αδίκως τον κατηγορούσαν πως είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να σκοτώσει, γιατί αν ήθελε θύματα όπως έγραφε, θα μπορούσε εύκολα να το κάνει.

Ο Βαγγέλης Ροχάμης ήταν εκ των πρωταγωνιστών στη Μεγάλη Εξέγερση, τον κρατουμένο στις φυλακές της Κέρκυρας, στις αρχές Φεβρουαρίου του 1987. Η στάση άρχισε λίγες ημέρες πριν, με άρνηση συζητήου και επισκεπτηρίου και κλιμακώθηκε με την πυρπόληση του δικητηρίου. Η Ιθέρο Χάμης είχε στείλει επιστολή στις εφημερίδες γράφοντας για φυλακές Νταχάου, που λυμμένους διευθυντές, ξυλοδαρμούς, φρικτά βασανιστήρια, απομόνωση, φάλαγγα και ασέλγης πράξης.

Και όταν οι κρατούμενοι δεν έχουν χρήματα, έγραφε χαρακτηριστικά, τους προτείνουν να εξοθήσουν τις γυναίκες τους στην πορνεία, με αποτέλεσμα από κλέφτες και δολοφόνοι να γίνονται προαγωγοί και ναρκωμανοίς. Την ώρα που η φυλακή ήταν ανοιχτή, κάποιοι κρατούμενοι ακινητοποίησαν τους οφρονιστικούς υπαλλήλους με αυτοσχέδια μαχαίρια και κατάφεραν να ανεβούν στην ταράτσα.

Ακολούθησαν και πολλοί άλλοι, που άρχισαν να καίνουν στρώματα, σεντόνια, κουβέρτες, ακόμη και τις τάβλες των κρεβατιών τους. Την ίδια μορφή διαμαρτυρίας επέλεξαν και αρκετοί κρατούμενοι, που ωστόσο παρέμειναν μέσα στα κελιά τους. Η κατάσταση πήραν εξέλεκτες διαστάσεις, καθώς το διοικητήριο τυλίχτηκε στις φλόγες. Κρατούμενοι έξεναν με αυτοσχέδιες λάμε στα μπετά και αποκτούσαν πολεμοφόδια, ενώ ένας οφρονιστικός υπάλληλος υπέστη καρδιακό επεισόδιο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της πόλης.

Μόλις έφτασαν οι δημοσιογράφοι και τα τηλεοπτικά συνεργεία, οι στασιαστές άρχισαν να φωνάζουν τα αιτηματά τους. «Ζητάμε ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, δεν είμαστε γούρουνι, είμαστε άνθρωποι». Τα διπλανά σχολεία είχαν ήδη εκενωθεί για λόγους ασφαλείας, καθώς ο τρόμος είχε κυριεύσει καθηγητές και μαθητές. Μέσα στη γενική αναταραχή, κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να επιτεθούν και να ξυλοκοπήσουν άλλους κρατούμενους που τους θεωρούσαν έμπιστος του συστήματος της φυλακής.

Τρεις μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο σοβαρά τραυματισμένοι. Καθώς ο καπνός είχε καλύψει ολόκληρο το κτίριο του διοικητηρίου, στις φυλακές έφτασαν τα ΜΑΤ και έζωσαν την περιοχή. Νωρίς το απόγευμα πήραν εντολή να εισβάλλουν και να καταστήρουν την εξέγερση. Ο διευθυντής, Ιωσήφ Κόλλας, ο οποίος κυκλοφορούσε με ένα λωστό στο χέρι, ακούστηκε, σύμφωνα με καταγγελίες κρατουμένων, να φωνάζει «Μπείτε μέσα να καθαρίσετε καμιά τριανταριά να ησυχάσουμε».

Οι αστρονομικοί μπήκαν στη φυλακή χτυπώντας σασπίδες τους με τα κλόπ και ταυτόχρονα έπνιξαν την τεράστια στα τακρηγόνα. Έβγαλαν μια της βίας κρατούμενους στο προάβλιο και τους ξυλοκόπησαν αλίπητα. Η επανάκτηση του ελέγχου της φυλακής ήταν θέμα χρόνου. Την επόμενη ημέρα, οι προτέτοιοι, ή τουλάχιστον αυτοί που θεωρήθηκαν ως τέτοιοι, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Πετρόπουλος και ο Βλάσης Ψωφάκης, μετήχθησαν στις φυλακές της Πάτρας.

Με αφορμή της μεταγωγής αυτές, ξέσπασε νέα στάση των κρατουμένων, που αντιμετωπίστηκε σχεδόν αμέσως από τα ΜΑΤ. Ακρίβεια, μόλις πέντε μέρες. Ο ταξιδής που τους παρέλαβε από τις φυλακές κατηγορήθηκε για συνέργεια στην απόδραση και υπόθαλψη εγκληματία. Και για να ελαφρύνει τη θέση του, αποκάλυψε το σημείο που τους άφησε.

Οι δραπέτες εντοπίστηκαν και συνελήφθηκαν στην Αγία Γαλήνη, στα νότια του Ρεθίμνου. Ο Ροχάμης ισχυρίστηκε ότι απέδρασε για να εκδικηθεί το σύστημα. Το μόνο που κατάφερε όμως ήταν να φορτωθεί άλλη μια καταδίκηση, φυλάκιση 26 μηνών για την απόδραση. Ποινή που μειώθηκε στο εφετείο στους 8 μήνες. αποδείξει την αθωότητά του, όπως έλεγε, ώστε να σπάσουν τα εισόβια και να αποφυλακιστεί συντομότερα.

Πράγματι, τα εισόβια μετατράπηκαν σε κάθριξη 25 ετών, αλλά ο Πεταλούδας, που θα αποφυλακισόταν μετά από λίγους μήνες, προτίμησε να μην επιστρέψει μετά από πενθήμερη άδεια στις φυλακές Αγίου Στεφάνου, τον Ιούλιο του 1994. Όπως είπε αργότερα, περίμενε μια ευνοϊκή ρύθμιση του Υπουργείου Δικαιοσύνης και μετά θα επέστρεφε. Η αστυνομία του χρέωσε και μια συμπλοκή με το πλήρωμα περιπολικού που καταδίωκε από τα Σεπόλια μέχρι το Καματερό ένα ύποπτο αυτοκίνητο που δεν σταμάτησε για έλεγχο.

Οι δύο επιβάτες έριξαν οκτώ χιλομωμβήτες εναντίον του περιπολικού και τελικώς κατάφεραν να ξεφύγουν ένα ξημέρωμα του Απριλίου του 1995. Στις 12 Μαΐου 1996, τρεις μέρες αφού του έκλεισε τα 45, ο Βαγγέλης Ροχάμης κατάφερε να ξεφύγει από τον κλειό δεκάδων αστυνομικών που έκαναν έφοδο στο κλεισφύγετό τους σαφίδνες μετά από πληροφορίες ότι ο Πασχαλής ο Κυπουρός που κυκλοφορεί στην περιοχή είναι ο καταζητούμενος δραπέτης.

Η επιχείρηση κατέληξε σε φιάσκο και η αστυνομία κατάφερε να συλλάβει άλλο ένα κλαίμενο αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε. Λειψός σχεδιασμός επιχείρησης, ανυκανότητα, απλώς μια ελληνική εικόνα αστυνομικής αποτελεσματικότητας ή μήπως οι ικανότητες του Ροχάμι Ίσως και όλα αυτά μαζί να μέτρησαν εκείνη τη νύχτα για να προσδώσουν στον καταζητούμενο μερικές ακόμα δόσεις θρύλου και να αφαιρέσουν από την αστυνομία άλλες τόσες γοήτρου Ο καταζητούμενος κακοποιός πάτησε τέρμα τον Γκάζι και πέρασε από το Πρανές δίπλα στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της ασφάλειας που είχε στη συμπλόκο.

Το Honda σηκώθηκε στις δύο ρόδες, αλλά δεν ανατράπηκε. Τότε οι αστυνομικοί άνοιξαν πυρ. Έσπασαν τα τζάμια, έσκασαν και ένα λάστιχο. Ο Ροχάμις οδήγησε έτσι περίπου τέσσερα χιλιόμετρα. Άφησε το αυτοκίνητο σε ένα χωματόδρομο και πεζούσε εξαφανίσεις και στο δάσος, τραυματισμένος ελαφρά. Εξώ από το αυτοκίνητο, οι αστυνομικοί βρήκαν πέντε σφαίρες για περίστροφο Magnum 357 και άλλες οχτώ μέσα, καθώς και μια χειροβομβίδα Ο Ροχάμις δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός ένα μήνα αργότερα στις 13 Ιουνίου 1996, όταν πιάστηκε στον ύπνο και συνελήφθη στην Ινόη Οι αστυνομικοί παρακολούθησαν τον άνθρωπο που του πήγαινε φαγητό στο κρυσφύγετό του και όταν το εντόπισαν είχαν όλο το χρόνο να σχεδιάσουν την επιχείρηση σύλληψής του, που ήταν για αυτούς θέμα τιμής μετά το φιάσκο των αφιδνών.

Καμιά τριανταριά καμήτες και άλλοι τόσοι της ασφάλειας δεν του άφησαν κανένα περιθώριο. «Έπαιξα και έχασα», είπε στους αστυνομικούς, χωρίς να προβάλλει καμία αντίσταση τη στιγμή που του περνούσαν χειροπέδες. Το μεσημέρι, καταπονημένος, παρετημένος και με μακριά αρέα και άσπρα μαλλιά, ξεκίνησε από την ασφάλεια για μια ακόμη συνάντηση με τον Ισαγγελέα.

έχουν δείξει την δικαιοσύνη πάλι του πραγματικού της πρόσωπου. Αυτό που κατάλαβαν όλοι. Τον Ιούνιο του 1997, ο Βαγγέλης Ροχάμης αθώθηκε για τη συμπλοκή με αστυνομικούς στο Καματερό. Από ό,τι ξέρω εγώ, αν ήταν ο Ροχάμης θα το παραδεχόταν. Θα προσπαθούσε να διαφύγει, αλλά δεν θα μας σκότωνε, κατέθεσε ένας μάρτυρας αστυνομικός που είχε πάρει μέρος στην καταβίωξη.

Οι τέσσερις ψήφοι των ενόρκων υπερίσχυσαν αυτόν των τακτικών δικαστών και παρά την εισαγγελική πρόταση το δικαστήριο τελικώς τον αθώσε. Η τελευταία κρεμότητά του με τη δικαιοσύνη τακτοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1999 όταν αθώθηκε για την ηρωίνη και τα δαντρίλια χασής που είχαν βρεθεί στα κρυσφυγετά του. «Και τι δεν έχω κάνει, αλλά με αδικούν», είπε μετά την ολοκλήρωση της δίκης.

Στις 25 Απριλίου 2000, στα 49 του πλέον, πέρασε την πύλη των φυλακών χωρίς σκοπή να σηκώσουν τα όπλα Στο χέρι του κρατούσε την υφόρονα πώληση που έγινε δεκτή μετά την πέμπτη αίτηση αποφυλάκησης που είχε καταθέσει η δικηγόρος του Φώτινη Ιβερνέζη Αυτή τη φορά έπαιξε και κέρδισε Μιλώντας στην εκπομπή του Πέτρου Κωστόπουλου στο Σταρ το 2019, δήλωσε πως δεν έχει μετανιώσει για τίποτα Στις 6 Φεβρουαρίου 2024 ο Βαγγέλης Ροχάμης η πιο ευληματική ίσως φιγούρα της εγκληματικότητας στην Ελλάδα, στις δεκαετίες του 80 και του 90 άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο της Χαλκίδας στα 73 του χρόνια Ακούμε τη Φωτεινή Βερνέζη από αφιέρωμα του Μέγκα μετά το θάνατό του Ο άλλας συνθήκας θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί τελείως διαφορετικά.

Σαν προσωπικότητα ήταν ένας άνθρωπος, θα τον έλεγα, λίγο κακομαθημένο παιδί. Δηλαδή ήθελε να του περνάει, ήθελε να ξεχωρίζει, ήθελε να φαίνεται. Απ' την άλλη ήταν και καλός, ήταν και υπάκουος. Σου ζητούσε και συγγνώμη αν είχε κάνει λάθος, αλλά θα μπορούσε να το ξανακάνει πάλι αυτό που έκανε. Αυτό που θυμάμαι πιο έντονα ήταν ότι ήταν ατρόμητος.

Δηλαδή, ό,τι και να του έλεγες ότι μπορεί να πρόσεξε γιατί θα γίνει αυτό, έλεγε όχι, εγώ θα το καταφέρω. Όπως έγινε γνωστό, ο Έλληνας Ντίλιγκερ, όπως ήταν ένα ακόμη παρατσούκλι που του κόλλησαν οι εφημερίδες, αντιμετώπιζε καιρό σοβαρά προβλήματα υγείας. Παρά τα χρόνια που πέρασαν, το όνομα του Βαγγέλη Ροχάμη παραμένει συνώνυμο των θεαματικών αποδράσεων στην Ελλάδα, τουλάχιστον αυτές τις δεκαετίες.

Για κάποιους αποτελεί μια σχεδόν θρηλική φιγούρα της παρανομίας. Για άλλους, μια υπενθύμηση του κόστους και των συνεπειών που έχουν οι λεγόμενες εγκληματικές καριέρες. Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται σκοτεινές υποθέσεις, διαβόητες δολοφονίες και ανεξιχνίαστα μυστήρια στο πλαίσιο της σειράς με αληθινά εγκλήματα που συγκλώνησαν την Ελλάδα από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο της σειράς, ακολουθήστε μας στο Spotify και στα Apple Podcasts ή ακούστε μας μέσα από το Lifeo TV στο YouTube και στο LifeoGR. Είναι τα podcast της Lifeo.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00