Βασίλης Λυμπέρης, o τελευταίος θανατοποινίτης
Αληθινά εγκλήματαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται το ειδεχθές έγκλημα του Βασίλη Λυμπέρη, που συγκλόνισε την Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1972 και τον έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Είναι η ιστορία μιας οικογένειας που διαλύθηκε από την απληστία, την αιμονή και την εκδίκηση και μιας γυναίκας που ακόμη και στις τελευταίες στιγμές της ζωής της δεν έπαψε να σκέφτεται τον άνθρωπο που την κατέστρεψε. Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγεί τις σκοτεινές υποθέσεις, διαβόητες δολοφονίες και ανεξιχνίαστα μυστήρια στο πλαίσιο της σειράς με αληθινά εγκλήματα που συγκλώνησαν την Ελλάδα από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.
Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο της σειράς, ακολουθήστε μας στο Spotify και στα Apple Podcasts ή ακούστε μας μέσα από το Lifeo TV στο YouTube και στο LifeoGR. 20 χρόνια τώρα στη Lifeo, μοιραζόμαστε ιστορίες που αξίζει να ακουστούν. Το podcast που ακολουθεί είναι μια χορηγία της Μέτλεν. Μέτλεν. Τιαγμένη από μέταλλο, γεμάτη από ενέργεια.
5 Ιανουαρίου 1972. Μεταμόρφωση Χαλανδρίου, λίγο μετά τις πέντε τα χαράματα. Ο Αντώνης Τρογκυλούδης, καθοδόν για τη δουλειά του στο δρομοκαίτιο βλέπει καπνό να βγαίνει από το σπίτι όπου μένει η αδελφή της γυναίκας του, η Βασιλική μαζί με τη μάνα και τα δύο μικρά παιδιά της στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου Τρέχει αμέσως για να δει τι συμβαίνει Μπαίνει με το κλειδί που είναι πάνω στην πόρτα και αντικρίζει τη Βασιλική πεσμένη στο πάτωμα με σχεδόν καθολικά εγκάβματα Στο διπλανό δωμάτιο είναι απανθρακωμένη η 50χρονη μητέρα της, Αντιγόνη Μάρκου και τα δύο παιδιά της Η Παναγιώτα, 2,5 ετών και ο Γιώργος που την επόμενη ημέρα θα συμπλήρωνε τον πρώτο χρόνο της ζωής του Το θέαμα τραγικό του κόβει την ανάσα Φαίνεται όμως ότι η Βασιλική είναι ακόμη ζωντανή Με τη βοήθεια δύο γειτόνων την παίρνει στα χέρια, τη βάζει στο πίσω κάρτισμα του αυτοκινήτου του και τη μεταφέρει στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών.
Έχει αρχίσει να χαράζει και οι γείτονες στην αεροκατοικημένη περιοχή είναι πια στο πόδι. Ταυτόχρονα με την πυροζεστική θα φτάσουν επί τόπου και αξιωματικοί της χωροφυλακής. Ο συνταγματάρχης Πάνος Μαυροϊδής παρατηρεί ότι η σόμπα στο δωμάτιο είναι άθικτη. Δεν έχει ξεκινήσει από εκεί η φωτιά. Και πιθανόν δεν πρόκειται για ατύχημα.
Κάτι άλλο έχει συμβεί. Την ίδια ώρα στο νοσοκομείο, οι γιατροί δεν αποκαλύπτουν στη βασιλική την τραγική αλήθεια. Αν και κατά διαστήματα έχει επαφή με το περιβάλλον, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν έχει πολλή ζωή μπροστά της. Τα εγκάβματα καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το σώμα της και δεν θα αντέξει. Όμως αυτές τις 20 ώρες που θα κρατηθεί στη ζωή Θα προλάβει να αποκαλύψει τη θεία της Τη μοναχή φιλοθέη που βρίσκεται δίπλα της Από την πρώτη στιγμή Τις εφιαλτικές στιγμές που βίωσε Μέσα στον ύπνο μου άκουσα θόρυβο είπε Σηκώθηκα και είδα άλλο το σπίτι μέσα στις φλόγες Πήγα να πάρω το τηλέφωνο για να ειδοποιήσω Την αστυνομία και την πυροσβεστική Και τότε πετάχτηκε μπροστά μου ο άντρας μου Με έπιασε και με έσπρωξε στη φωτιά και φώναζε τώρα θα πληρώσεις για όλα.
Κλείδωσε και την πόρτα για να μην γλιτώσουμε. Ο κακούργος μας έκαψε για να μας εκδικηθεί, επειδή δεν θέλαμε να πουλήσουμε τα κτήματα και να του δώσουμε τα λεφτά να τα φάει με τις φιλενάδες του. Η μοναχή Φιλοθάη ενημερώνει αμέσως τους γιατρούς, οι οποίοι ειδοποιούν την αστυνομία. Ο ενδιαστάσεις η σύζυγός της Βασιλικής, ο 27χρονος Βασίλης Λιμπέρης, που μένει σε μια πανσιόν στο κέντρο της Αθήνας, δουλεύει στο εργοστάσιο μπαταριών του Γαμπρούτου, στην Ακαδημία Πλάτωνος, μαζί με τον πατέρα του.
Από εκείνον μαθαίνει το πρωί τα τραγικά νέα και ξεσπάσε κλάματα. Φεύγει αμέσως για το χαλάνδρι, μαζί με τον αδελφό του, που είναι ασκούμενος δικηγόρος και την ύφη του. Φτάνοντας, κάποιος από όλους αυτούς που είχαν συγκεντρωθεί, μαθαίνοντας τα τραγικά νέα, τον αναγνωρίζει. «Αυτός είναι ο πατέρας των παιδιών», φωνάζει προς τους αστυνομικούς, που βρίσκονται ακόμη επί τόπου.
Εκείνοι τον αρπάζουν αμέσως από τα μπράτσα και τον πηγαίνουν σηκωτός στο αστυνομικό τμήμα, πριν το αγριεμένο πλήθος αρχίσει να κινείται αντίον του για να τον λιτσάρει. Ο Βασίλης έχει εγκάβματα στο πρόσωπο και το αριστερό πόδι Όταν ο διοικητής του ζητεί εξηγήσεις ισχυρίζεται ότι προκλήθηκαν από ανάφλεξ του καμινέτου όταν έψηνε τον καφέ του στο δωματιό του στην πανσιόν Ήμουν μαζί με άλλα τρία άτομα και παίζαμε χαρτιά ως αργά Μπορείτε να το επιβεβαιώσετε λέει Αλλά δεν τους πείθη Όταν μαθαίνει το τραγικό αποτέλεσμα της πράξης του ότι τα παιδιά του είναι νεκρά και η βασιλική καταδικασμένη θα σπάσει και θα αμολογήσει.
«Εγώ το έκανα», λέει, «όμως δεν ήθελα να κάνω κακό στα παιδιά μου και στη βασιλική. Η πεθερά μου φταίει για όλα. Δεν έριξα τη βενζίνη στο κρεβάτι της, αλλά στην τουλάπα, μόνο για να την εκφοβήσω, για να σταματήσει να ανακατεύεται στα δικά μας και να μας αφήσει να μονιάσουμε. Έχω μετανιώσει, μα τώρα είναι αργά». Ο Λιμπέρης κατονομάζει και τους δύο συνεργούς του.
Είναι ο 18χρονος φανοποιός Παύλος Αγγελόπουλος και ο 25χρονος εξάδελφός του Θόδωρος Καπρέτσος, οικοδόμος που κατάγονται από ένα χωριό της Τριχωνίδας, στην Ετωλακαρνανία. Και οι δύο αρνούνται τα πάντα, ξετυλίγοντας το άλοθη που είχαν σχεδιάσει όλοι μαζί. Αλλά είναι τόσο λεπτομερείς οι περιγραφές του Βασίλη Λιμπέρη που αναγκάζονται να παραεχθούν την εμπλοκή τους.
Αποκαλύπτουν μάλιστα ότι ο Αγγελόπουλος και ο Λιμπέρης είχαν πάει στο σπίτι και την προηγούμενη νύχτα αλλά δεν έφτανε οι βενζίνοι που είχαν μαζί τους για να προχωρήσουν στο σχέδιό τους και ανέβαλαν το εγχείρημα Όπως είπαν γνωρίστηκαν τα Χριστούγεννα στην Πανσιόν στην οδό Σονιέρου 15 στο κέντρο της Αθήνας όπου έμενε και ο Λιμπέρης από τότε που με τη γυναίκα του αποφάσισαν να ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους Από καιρό γυρόφερνε στο μυαλό του η ιδέα να σκοτώσει την πεθερά του, αντιγόνη Μάρκου, την οποία θεωρούσε υπέτεια για τον κλονισμό της σχέσης του με τη Βασιλική.
Εκμυστηρεύτηκε τη σκέψη του στον Αγγελόπουλο και μάλιστα του έταξε δώρο ένα αυτοκίνητο για να τον βοηθήσει. Αυτός δέχτηκε, υπό τον όρο, να μην είναι κανείς στο σπίτι όταν θα έβαζαν φωτιά. Ο Βασίλης για να τον πείσει τον πήρε μαζί του στο περίπτερο από όπου πήρε τηλέφωνο την πεθερά του και ζήτησε να μιλήσει στη Βασιλική.
«Δεν είναι εδώ, λείπει με τα παιδιά στο πέραμα και εγώ θα φύγω σε λίγο», του απάντησε η γυναίκα. Οπότε ο δρόμος ήταν ανοιχτός. Έπεισε μάλιστα και τον εξάλελφο του Αγγελόπουλου, τον Καπρέτσο, να μπει στο κόλπο. Έδιωξε κάθε ένα στολή τους όταν τους εγγυήθηκε ότι κανείς στην ερημική περιοχή δεν θα τους έβλεπε και η δουλειά θα γινόταν χωρίς προβλήματα.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 5ης Ιανουαρίου 1972 και αφού οι τρεις τους είχαν συναντηθεί σε μια ταβέρνα, όπου είχαν πιει πολύ, ξεκίνησαν για το χαλάνδρι, με το αυτοκίνητο του Λιμπέρι. Στην λεωφόρο Κηφισίας αγόρωσαν τρία μπιτόνια με βενζίνη και από ένα περίπτερο δύο κουτιά σπίρτα. Ήταν γύρω στις 2 τα ξημερώματα Όταν στο σπίτι μπήκε πρώτα ο Αγγελόπουλος Και πίσω το Ολιμπέρης που είχε και τα κλειδιά Φορώντας γάντια για να μην αφήσουν αποτυπώματα Ενώ ο Καπρέτσος έμεινε στο αυτοκίνητο Για να φυλάει τσίλιες Ξέραμε ότι ήταν ένας άνθρωπος μέσα Είπε ο Αγγελόπουλος Αλλά πιστεύαμε ότι θα γλίτωνε Δεν λειτουργούσε το μυαλό μας Είχαμε πιει πολύ Αυτός πήγε πρώτα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η οντιγόνη Μάρκου με το μικρό Γιωργάκη Άδεισε τον πιτώνι και έβαλε φωτιά με σπίρτο Ταυτόχρονα το ίδιο σενάριο ακολουθούσε και ο Λιμπέρης στο διπλανό δωμάτιο όπου κοιμόταν η Βασιλική με την κόρη τους Μόνο που εκείνη πρόλαβε να ξυπνήσει από το θόρυβο και μέσα από τη λάμψη της φωτιάς που είχε ήδη φουντώσει
είδε το βασίλη να ανάβει το σπίρτο. Χύμιξε πάνω του, τον έσπρωξε και προσπάθησε να πάρει στα χέρια της το τηλέφωνο για να ειδοποιήσει την αστυνομία. Αλλά εκείνος την ακινητοποίησε και με μια απότομη κίνηση την έσπρωξε στη φωτιά. «Τι κάνεις, είναι και τα παιδιά σου εδώ», του φώναξε ο Αγγελόπουλος. Άρπαξε το τρίτο μπιτόνι και το έριξε προς το μέρος του.
Κάπως έτσι έπαθε τα εγκάβματα στο λαιμό, το μάγουλο και το αριστερό πόδι. Εγκάβματα που τελικώς τον πρόδωσαν. Όταν όλα τελείωσαν, οι τρεις τους επέστρεψαν στην Πασιόν και έδωσαν τα καμένα ρούχα τους στον 20χρονο φίλο τους Θανάση Σταμάτη, οξυγονοκολλητή, που έμενε και αυτός εκεί για να τα πετάξει στα σκουπίδια. Συμφώνησαν να προβάλλουν ως άλοθη ότι ήταν όλοι μαζί στο δωμάτιο του Λιμπέρη και έπαιζαν χαρτιά ως αργά.
Όσο και τα εγκάβματα επινόησαν το σενάριο με το καμινέτο Ο Λιμπέρης ξηρίστηκε, έβαλε βαζελίνη στο καμένο του πρόσωπο και έπεσε για ύπνο, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα Ο ιατροδικαστής Χαράλαμπος Σταμούλης που τον εξέτασε διαπίστωσε εγκάβματα πρώτου και δεύτερου βαθμού στο αριστερό πόδι και το πρόσωπο και υπολείμματα εφθάλι στο λοβό του αυτιού του που δεν θα υπήρχαν εάν είχε καεί με το καμινέτο ενώ έψινε καφέ, όπως ισχυρίστηκε.
Γύρω στα μεσάνυχτα η βασιλική υπέκυψε. Δεν πρόλαβε καν να υπογράψει την κατάθεσή της. Πρόλαβε ωστόσο να υποδείξει τον υπεύθυνο για αυτή την τραγωδία. Ο εξάλλευός της μίλησε με οργή για τον βασίλη Λιμπέρη και δεν ήταν ο μόνος. Ο άνθρωπος είναι γεννημένος δολοφόνος, είπε. φερόντας τη Βασιλική με το χειρότερο τρόπο. Μόνο τα λεφτά της λογάριαζε.
Τόσα χρόνια μια φορά δεν την έβγαλε έξω να διασκεδάσουν. Όταν γεννήθηκε το δεύτερο παιδί του, ούτε που πάτησε στην κλινική να δει τη γυναίκα του και το μωρό. Εκείνη αναγκάστηκε να βγει στο μεροκάματο για να μεγαλώσει τα παιδιά. Παρ' όλα αυτά, στην Παναγιώτα που καταλάβαινε, ποτέ δεν είπε κακή κουβέντα και τον πατέρα της.
Ο Βασίλης Λιμπέρης και η Βασιλική Μάρκου γνωρίστηκαν το Μάιο του 1967 στο Λαϊκό Νοσοκομείο, όπου νοσηλεύονταν οι πατεράδες τους με καρδιακά προβλήματα. Η γνωριμία εξελίχθηκε σε σχέση και γάμο στις 27 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της Βασιλικής και ιδίως του πατέρα της, που ήταν πρωτοδίκης, ο οποίος αναγκάστηκε να κάνει πίσω όταν του είπαν πως η κόρη του ήταν έγκυος.
Ο Βασίλης, παιδί πενταμελούς οικογένειας, δούλευε για ένα μεροκάματο, ενώ η Βασιλική, που είχε και εκείνη δύο αδέλφια, ήταν ένα αύγαλτο κορίτσι 20 ετών. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο πατρικό της, στη μεταμόρφωση Χαλανδρίου, όπου έμεναν και οι γονείς της. Τρεις μήνες μετά το γάμο, ο Βασίλης απολύθηκε από τη δουλειά του.
Τα προβλήματα έγιναν βουνό. Μετά το θάνατο του πεθερό του, έκανε παράπονα στη Βασιλική. Ελέγε ότι κουμάντως στο σπίτι έκανε η μάνα της και επέμενε να μετακομίσουν σε άλλο σπίτι, στο κέντρο της Αθήνας. Με τι λεφτά όμως. Την έπεισε ακόμη και με απειλές ότι θα την παρατούσε έγκυο και δεν θα πλήρωνε δραχμή για τον τοκετό να πάρει δάνεια από την τράπεζα με εγγύη σε ένα οικόπεδο που τους είχε αφήσει πριν καοπατέρας της Και κάπως έτσι νίκιασαν ένα διαμέρισμα στην οδό Μιχαήλ Βόδα ενώ ο Βασίλης άνοιξε εργαστήριο μπαταριών κοντά στην Ομόνια επί της οδού ακόμη να του Το κοριτσάκι που ήρθε στη ζωή τους δεν ήταν αρκετό ώστε ο Βασίλης να αλλάξει συμπεριφορά Η Βασιλική ήθελε να πιάσει δουλειά για να νιώθει ανεξάρτητη.
Όμως ήρθε η δεύτερη εγκυμοσύνη και εκείνος της το ξέκοψε. Παρ' όλα αυτά δεν έκανε τίποτα για να καλυτερέψει τη ζωή τους. Αντιθέτως, δούλευε από εδώ και από εκεί και συνέχισε να την πιέζει να πουλήσει άλλο ένα οικόπεδο. Και τότε επένευε η μητέρα της που τον έβλεπε σαν αρπακτικό πάνω από την οικογενειακή περιουσία. Οι συγκρούσεις τους έγιναν καθημερινές.
Η βασιλική τον αγαπούσε και δεν ήθελε να τον χάσει. Παρά την οικονομική αφέμαξη που της έκανε, με δικαιολογίες και ψέματα, πίστευε ότι μπορούσε να του αλλάξει μυαλά και προσπαθούσε να σώσει το γάμο τους. Στο τέλος, ο βασίλης κατάφερε να πείσει και αυτή και τη μάνα της που αντιδρούσε. Το οικόπεδο πουλήθηκε και εκείνος το πρώτο που έκανε ήταν να αγοράσει αυτοκίνητο.
Στα τέλη του 1970, λίγο πριν έρθει στον κόσμο το δεύτερο παιδί τους, ο Βασίλης έμαθε για την ύπαρξη μιας πρόχειρης διαθήκης που είχε παραδώσει η σύζυγός του στο δικηγόρο της, με την οποία άφηνε τα πάντα στα παιδιά. Η ρήξη ήταν πλέον οριστική. Εκείνος έφυγε από το σπίτι, μόνο που αυτή τη φορά η Βασιλική δεν θα τον ακολουθούσε.
Είχε πιάσει δουλειά στην εταιρεία ηλεκτρικών ειδών Εσκημό και στεκόταν πλέον γερά στα πόδια της, με τη στήριξη και τη μάνα της. Είχε μάθει κιόλας για τη σχέση του Βασίλη με μια μικρούλα, μόλις 18 ετών, τη Μαρία, που δούλευε σε κομωτήριο, από την οποία είχε κρύψει ότι ήταν παντρεμένος και της είχε υποσχεθεί γάμο και μια άνετη ζωή.
Και έτσι η Βασιλική κατέθεσε της ίδιας Υγείου, που θα εκδικαζόταν στις 18 Ιανουαρίου 1972. Ο Βασίλης δεν πήγε καν στο Μεευτήριο όταν η Βασιλική έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί τους και τα έξοδα τα πλήρωσαν τα αδέλφια της Έλειπε στη Θεσσαλονίκη με τα λεφτά που της απέσπασε με σατανικό και εκβιαστικό τρόπο Έστειλε ένα φίλο του να της παρουσιαστεί ως εφοριακός και να την ενημερώσει ότι ο άντρας της κινδύνεται να ασυλληφθεί εάν δεν πλήρωνε τους φόρους που του είχαν βεβαιωθεί περίπου 70.000 δραχμές.
Ωστόσο, μετά το χωρισμό τους άρχισε να συνειδητοποιεί ότι όχι μόνο είχανε κάθε ελπίδα να εκμεταλλευτεί κι άλλο την ακίνητη περιουσία της οικογένειας της Βασιλικής αλλά θα έπρεπε και να πληρώνει διατροφή για τα δύο παιδιά. Κι έτσι αποφάσισε να εκδικηθεί την πεθερά του, που ήταν γι' αυτόν η αιτία του κακού. Ακόμη και τα δύο αδέλφια του μιλώντας σε δημοσιογράφους το χαρακτήρισαν άμυαλο που δεν έκανε για οικογένεια.
Ναι, μεν ήταν παρεμβατική υπεθερά του όπως είπαν, αλλά δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι είχε προκαλέσει τέτοια τραγωδία επειδή δεν τον βοηθούσε οικονομικά. «Εάν ήξερα ότι θα έκανε τέτοιο έγκλημα, θα του ξερίζωνα εγώ ίδιο στην καρδιά», είπε την επόμενη ημέρα ο πατέρας του στην Κιβία. Η βασιλική από την πλευρά της, ακόμη και την ώρα που έδινε άνηση μάχη στο νοσοκομείο, σκεφτόταν τον άντρα της.
«Δεν θέλω να του κάνουν κακό», είπε κάποια στιγμή στη μοναχή Φιλοθέη, ανάμεσα στις ενέσεις μορφήνης που της έκαναν για να μην υποφέρει. Ανήμερα των Θεοφάνιων, τα τέσσερα θύματα οδηγήθηκαν στην τελευταία τους κατοικία. Συγγενείς της αντιγόνης Μάρκου μονολογούσαν ότι ουσιαστικά τα θύματα αυτής της θηριωδίας ήταν πέντε και τον πατέρα της Βασιλικής αυτός τον σκότωσε με τη στεναχώρια που πέρασε, έλεγαν.
Ο αδελφός της αντιγόνης Μάρκου, πρωτοδίκης, μιλώντας στους δημοσιογράφους, τόνισε ότι ο Βασίλης Λιμπέρης είχε δώσει από την αρχή δείγματα του χαρακτήρα του. «Ήταν ικανός για όλα», είπε. Το έγκλημα δεν ήταν προϊόν, στιγμή ασβίας. Ήταν προμελετημένο. Φοβόμουν τόσο πολύ που μετά το θάνατο του γαμπρού μου είχα ζητήσει μετάθεση στην Αθήνα για να είμαι κοντά στην αδελφή μου, τη Βασιλική, και τα παιδιά, για να τους προστατέψω.
Σκόπευα να αγοράσω σπίτι στο κέντρο της Αθήνας για να μείνουμε όλοι μαζί, αλλά δεν πρόλαβα. Την επόμενη ημέρα, 7 Ιανουαρίου 1972, στις 2.30 το μεσημέρι, οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν για την αναπαράσταση του εγκλήματος κάτω από τις έντονες αποδοκιμασίες του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί γύρω από το καρβουνιασμένο σπίτι.
Επί δύο ώρες που κράτησε η διαδικασία κοίταζε ο καθένας να λαφρύνει τη θέση του με αλληλοκατηγορίες και ψέματα. «Κανείς τους δεν λύγησε», έγραψαν οι εφημερίδες. Το ήδη σκηνικό επαναλήφθηκε και τρεις ημέρες αργότερα όταν παραπέμφτηκαν ενώπιον του εισαγγελέα. Ο δικηγόρος που είχε ορίσει βασιλική ενώψη της εκδίκαθης του διαζυγίου αποκάλυψε στους δημοσιογράφους την επιστολή που του είχε στείλει για να τον κατατοπίσει για όλα όσα την είχαν οδηγήσει στην απόφαση να διαλύσει το γάμο της.
Σε 24 σελίδες ενός σχολικού τετραδίου περιγράφε με κάθε λεπτομέρεια τις ασωτίες του βασίλη και τα χρέη που είχε δημιουργήσει εξαιτίας του, τις συνεχείς οικονομικές απαιτήσεις από την πεθερά του και την απάνθρωπη συμπεριφορά του απέναντι στη γυναίκα του. Λιμπέρης, Αγγελόπουλος και Καπρέτσος προφυλακίστηκαν στις 12 Ιανουαρίου μετά τις απολογίες τους στον ανακριτή σταθεά, ενώ σταμάτης αφέθηκε ελεύθερος μέχρι να γίνει η δίκη, καθώς η κατηγορία σε βάρος του ήταν σε βαθμό πλήμμα ελλείμματος.
Η αίτηση ανέρεσης του παραπαιντικού βουλεύματος που κατέθεσε ο Λιμπέρης απορρίφθηκε με συνοπτικές διαδικασίες και μόλις τέσσερις μήνες μετά το έγκλημα, στις 5 Μαΐου 1972, οι κατηγορούμενοι κάθισαν στο εδόλιο του μικρού ορκωτού δικαστηρίου Αθηνών. Οι δύο πρώτοι για τέσσερις ανθρωποκτονίες, οι διαζώντως οι δεχθείς, ο Καπρίστος για άμεση συνέργεια στις ανθρωποκτονίες και ο Σταμάτης για υπόθαλψη εγκληματία.
Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν ασφυκτικά γεμάτη και τις τρεις μέρες που κράτησε η δίκη και το ακροατήριο ζητούσε με φωνές και κατάρες την παραδειγματική τους τιμωρία. Οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν όλα όσα αποκαλυπτικά είχαν πει και κατά την προανάκριση για τη συναισθηματική και οικονομική αφέμαξη της Βασιλικής για την άσοτη ζωή του Λιμπέρη, την αδιαφορία του ως πατέρα και σύζυγο Ο δικηγόρος της Βασιλικής, ο άνθρωπος που είχε στα χέρια του την ιδιόχειρη διαθήκη της, η οποία είχε συνταχθεί λίγες μέρες πριν γεννήσει το δεύτερο παιδί, τη διάβασε στο ακροατήριο Η νεαρή γυναίκα καθιστούσε κληρονόμους της περιουσίας της τα παιδιά της, αποκλείοντας από αυτήν το σύζυγό της για τον οποίο έγραφε ότι η συμπεριφορά του ήταν αφόρητη.
Ο προϊστάμενος της ιατροδικαστικής υπηρεσίας, Δημήτρης Καψάσκης, είπε χαρακτηριστικά στο κλείσιμο της κατάθεσής του. «Τριάντα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, πιο απέσιο έγκλημα δεν έχω δει». Από την πλευρά τους, οι μάρτυροι συμπεράσπισης χαρακτήρισαν τον βασίλη Λιμπέρη ως καλό πατέρα που μόνο με την πεθερά του δεν τα πήγαινε καλά και γι' αυτό έφτασε σε σημείο να βλέπει τη βασιλική και τα παιδιά στο πεδίο του Άριος, όπου τους συναντούσε κρυφά και πρόσθεσαν ότι έδινε κανονικά τα χρήματα της διατροφής αν και στενευόταν Πρώτος απολογήθηκε ο Σταμάτης ο οποίος αντιμετώπιζε κατηγορία σε βαθμό πλημμέληματος.
Είπε ότι δεν ήξερε τίποτα από όσα είχαν γίνει τη νύχτα στο Χαλάνδρη και ότι του ζήτησαν μόνο να ξεφορτωθεί κάτι ρούχα. Όταν ήρθε η στιγμή της απολογίας του Λιμπέρη επικράτησε απόλυτης υγείας το ακροατήριο. Από την πρώτη στιγμή τα έριξε όλα στην πεθερά του και στο σατανά και στο τέλος δήλωσε ούτε λίγο ούτε πολύ απλώς θεατής το έγκλημα.
Είχε βάλει σκοπό η πεθερά μου να με προκαλέσει ώστε να φερθώ βάναυσα στη γυναίκα μου Στο μυαλό μου άρχισαν να περνούν διάφορες σκέψεις για το τι έπρεπε να κάνω για να ξανακερδίσω τη Βασιλική και τα παιδιά Ήθελα να αποφύγω τις κακές σκέψεις αλλά δεν με άφηνε ο σατανάς Λίγες ώρες νωρίτερα είχα τηλεφωνήσει και η πεθερά μου μου είπε ότι η Βασιλική και τα παιδιά έλειπα σε μια θεία της στο πέραμα Εάν έβαζα φωτιά ήμουν σίγουρος ότι θα γλίτωνε Γιατί ήταν νέα και δραστήρια Ήθελα να κάψω μόνο το σπίτι Πιστεύω ότι τότε η γυναίκα μου και τα παιδιά μου Δεν θα είχαν που να μείνουν Και θα ξαναγύριζαν κοντά μου Ομολογώ ότι έκανα μεγάλο κακό Όμως δεν δέχομαι ότι είναι γνώση μου Έκαψα τη γυναίκα, τα παιδιά και την πεθαίρα μου Όταν κατάλαβα ότι ήταν όλοι στο σπίτι ο Αγγελόπουλος είχε ήδη αδειάσει το πρώτο μπιτόνι.
Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα, ήμουν απλός θεατής. Από τον πατέρα μου έμαθα την άλλη μέρα ότι κάηκαν η γυναίκα μου και τα παιδιά. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πήγα αμέσως στο σπίτι όπου με συνέλαβαν. Δεν μπορούσα να τους πείσω ότι νόμιζα πως η Βασιλική και τα παιδιά έλειπαν. Στη συνέχεια τα έριξε στον Αγγελόπουλο που έχεις και το δεύτερο κουβά με τη βενζίνη.
Αυτός ευθύνεται για τη μεγάλη καταστροφή. Είναι ψέμα το ότι έσπρωξα τη βασιλική μέσα στη φωτιά. Από το κελί μου παρακαλώ μέρα και νύχτα το Θεό και τα παιδιά μου να με συγχωρήσουν. Αν το δικαστήριο και η κοινωνία πιστεύουν ότι τα έκανα όλα εν γνώση μου τότε να με κατεδικάσετε σε θάνατο. Όταν ο εισαγγελιάς της έντρας Γιώργος Δημητριάδης Το ρώτησε αν είχε τάξει από ένα αυτοκίνητο στους δύο συνεργούς του, απάντησε «Παλιότερα το είχα πει, έτσι για στείο. Στον Αγγελόπουλο έταξα, όχι στον Καπρέτσο».
Ο Αγγελόπουλος στη δική του απολογία προσπάθησε να ελαφρύνει τη θέση του, υποστηρίζοντας ότι ο Λιμπέρης τον πήρε στο λαιμό του. Του είπε ψέματα πως δεν θα ήταν κανείς στο σπίτι εκείνη τη νύχτα. «Δεν είδα κανέναν, γι' αυτό έβαλα φωτιά» είπε Ο Καπρέτσο ας τη δήλωσε αμέτωχος Ακολούθησε τους άλλους δύο για να φοβερήσουν την πεθαρά του Λιμπέρη, ισχυρίστηκε «Τους είδα που άδειαζαν τη βενζίνη και τους φώναξα να φύγουμε Τότε σκέφτηκα ότι δεν είχα καμία δουλειά εκεί και έφυγα Μετά δεν ξέρω τι συνεννοήσεις έκαναν στο σπίτι με το σταμάτη»
Στις 25 Αυγούστου 1972, ο ήλιος ανέτειλε για τελευταία φορά για τον Βασίλη Λιμπέρη, στις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού στην Κρήτη. Την προηγούμενη ημέρα, σαν να το είχε διέστηση, αφού δεν τον είχαν ενημερώσει ακόμη ότι είχε έρθει στιγμή να βρεθεί απέναντι από το εκταλεστικό απόσπασμα, ζήτησε από ένα φύλακα χαρτί και μολύβι και έγραψε «Αγαπημένη μου μητέρα, σε πίκρανα και σε γέμισα πόνο και θλίψη, καθώς και τον πατέρα, τα αδέλφια μου, το Γιάννη, τη Σοφία, το Φλωράκι και την Ωνά.
Μητέρα, θα πρέπει να ξέρεις πως βυσκόμαστε στην κοιλιά της κλαφμόνος. Κλαφμηρισμός είναι η πρώτη φωνή την οποία εκβάλλει ο άνθρωπος, όταν αφήνει τα μητρικά σπλάχνα και ως ύπαρξης ιδιαίτερα καταλαμβάνει θέσην εις τον κόσμο ναυτόν. Η πείρα της καθημερινής ζωής και η ιστορία της ανθρωπότητας τι άλλο μαρτυρούν παρά το ότι ο πόνος και οι θλίψεις είναι ο αχώριστος σύντροφος του ανθρώπου επί γης.
Κουράγιο μητέρα και στήριξε την ελπίδα σου στον παρήγορον Ιησού Χριστόν όπως τη στηρίζω και εγώ. Προσευχήσου όπως προσεύχομαι και εγώ και θυμήσου ότι η Παναγία διήλθε την ψυχική ρομφέα όταν αντίκρισε στο σταυρόν των μονογενήνιών της. Ευχαριστώ και αναγνωρίζω τον αγώνα που δώσατε όλοι για τη δικαίωσή μου Μην τρομάζετε με τα λόγια των κριτών μου Γιατί και αυτοί θα κριθούν Υπεράν όλων βρίσκεται ο Θεός Και Θεού θέλοντος τέληται κάθε απόφαση Ευχαριστώ και τον υπέροχο κύριο Θεοδόρου Που έδωσε πραγματική μάχη για μένα Και τον θεωρώ νικητή και όχι ητιμένο Και μην ξεχνάς μητέρα Ότι ο Θεός επιτρέπει τον πόνο και τη θλίψη χαρίζει όμως και υπόσχεται την ελπίδα και υπομονή.
Υπομονή λοιπόν μητέρα και θα δοξάσουμε όλοι τον Θεό μια μέρα. Βασίλεως Λιμπέρης Αφού ολοκλήρωσε το αποχαιρετιστήριο γράμμα ζήτησε να κοινωνήσει. Μπροστά στον ιερέ αλήγησε και ζήτησε συγχώρεση. Την ίδια ώρα διοικητής της σχολής εφέδρων αξιωματικών πεζικού καλούσε όλους τους στρατιώτες του λόγου διοικήσεως και άρχισε να τους περιγράφει με λεπτομέρειες τα εγκλήματα του Λιμπέρη, επειδή μάλλον είχε λάβει το μήνυμα ότι κάποιοι δεν ήθελαν να είναι μέλη του εκτελεστικού αποσπάσματος.
Τελικώς, 30 στρατιώτες προθυμοποιήθηκαν να πάρουν μέρος στην εκτέλεση. Από αυτούς, επέλεγγισαν 12. Τα μισά όπλα θα είχαν σφαίρες, για ψυχολογικούς λόγους. Ήταν 4 και 20 τα ξημερώματα όταν ο αρχιφύλακας μπήκε στο κελί του θανάτοπινίτη για να του ανακοινώσει ότι είχε έλθει η ώρα Τον οδήγησε στο γραφείο του διευθυντή και εκεί ο αρμόδιος εισαγγελέας του διάβασε την απόφαση Ο Λιμπέρης κατέρευσε και ζήτησε να καθίσει σε μια καρέκλα Στο χέρι κρατούσε τσιγάρο αλλά δεν βρήκε τη δύναμη να το ανάψει Στις 5 και 4 δύο χωροφύλακες τον οδήγησαν στην καμιονέτα, με προορισμό τα δύο αωράκια.
Ο Νίκος Γερακάρης ήταν ο μοναδικός δημοσιογράφος που βρέθηκε στην Κρήτη για να καλύψει την εκτέλεση του Λιμπέρι για την εφημερίδα «Τα Σημερινά». Είχε την πληροφορία από τις προηγούμενες ημέρες και μέσα από το φακό του φωτορεπόρτερ Βασίλη Καραμανόλη, ο οποίος φρόντιζε να είναι αθέατος, έστειλε το αποκλειστικό ρεπορτάζ στην Αθήνα.
Παλέμαχος σήμερα θυμάται τις συλλογιστικές στιγμές που έζησε εκείνη την ημέρα Επί δύο-τρεις μήνες σχεδόν κάθε μέρα έτρεχα στους εισαγγελίες Μερικοί ήταν και φίλοι μου, συμφοιτητές μου από το πανεπιστήμιο Για να μάθω πότε και πού θα γίνει η εκτέλεση Όταν το πληροφορήθηκα έσπευσα να προετοιμαστώ Του είπα πάμε μια αποστολή στην Κρήτη Τι είναι λίγο, δεν μπορώ να σου το πω εκεί Και πράγματι όταν φτάσαμε ανάψαν όλα τα φώτα και εμείς περιμέναμε.
Όταν η πομπή ξεκίνησε, το ταξί που ήταν ήδη προκληρωμένο, τους ακολουθήσαμε. Εγώ είχα προσυνενοηθεί, απαγορευόταν η παρουσία δημοσιογράφων, δεν πρέπει να είναι μόνο ο εισαγγελέας, ο ιερέας και η επικεφαλής του αποσπάσματος, του αποτελού μόνο από 12 στρατιώτες. Στατές που έκαναν τη ζητήρα τους κανονικά. Επικεφαλίστηκε ένας έφεδρος αντιπρογραμμός για να τρως το επάγγελμα και ως βοηθός του ένας μόνιμος λοχίας ή επιλοχίας, δεν θυμάμαι καλά.
Η αρδιμονία πλέον ήταν φοβερήθα. Δεν είναι υπερβολική λέξη, διότι έπρεπε, σύμφωνα με την ισχύουσα τότε και νομοθεσία, να βγει η πρώτη αχτίνα του ηλίου και τότε θα δίδεται το παράγγελμα πύλ. Είχαμε φτάσει 15 λεπτά νωρίτερα Ο εισεγγυλεύς Τον εισαγωγικό μιλημένος από συμπληκτική μου Άλλο μου είχε πει Δεν θα πω ποιος είσαι Θα είσαι δίπλα μου, θα παρακολουθείς Μου είχε πει όμως όχι φωτορεπότερ Ευτυχώς ο έξυπνος καρμανότης Ήγεσε από μακρύν δική Αλλά βρήκε ένα μεγάλο μεταλλικό τεράστιο Εκεί που φτιάχνουν τα κρασιά Η λέξη δεν ξέρω πώς το λέγανε κριτική, κρύφτηκε από εκεί και τράβηξε με τηλεφακό φωτογραφίες και έτσι είχαμε και φωτογραφίες την ίδια μέρα που έγινε η εκτέλεση στην εφημερίδα τα σημερινά αρχιτείς συντάκτης ο Λυκούργος Κομίνης.
Στο πεδίο βολής έφτασαν εκείνο το ξημέρωμα η μητέρα του Λιμπέρη Σοφία και ο αδελφός του με την αρβωνιαστικιά του ενώ στην Κρήτη βρισκόταν και ο πατέρας του ο οποίος όμως δεν βρήκε τη δύναμη να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Συγχρονία ανέμεναν να είχαν καθορμένο το βλέμμα τους στο χώμα. Δεν κοιτάζαν ποτέ ο Λιμπέρη που επρόχει τον εκτελεσή.
Ήταν και για μένα ακόμα, θα έλεγα στιγμές, ότι δύσκολες δεν θα τις ξεχάσω βεβαίως ποτέ, δεν είναι δυνατόν. Ήταν μιας η κυριολεκτικά νεκρική, θα έλεγα πριν από την εκτέλεση. Μόλις ο Λιμπέρης έφτασε στον τόπο της εκτέλεσης, τον πλησίασε ο Ισαγγελέας. «Θέλεις να πεις κάτι, έχεις καμιά τελευταία επιθυμία» τον ρώτησε «Όχι, τίποτα» απάντησε ο Λιμπέρης που συνειδητοποιούσε λίγο πριν από το σκληρό τέλος ότι ήταν ο αρχιτέκτονος του πεπρωμένου του Δύο χωροφύλακες τον οδήγησαν με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη σε ένα μικρό ύψομα στην άκρη του πεδίου βολής Πήρ και όλα τελείωσαν Ήταν η σειρά του επικεφαλής υπολοχαγού να εκτελέσει τη χαριστική βολή Όμως ο έφεδρος αντιπολογαγός γιατρός δεν μπορούσε, δεν είχε το κουράγιο να δώσει τη χαριστική βολή στο κεφάλι του ήδη εκτελεσθέντος και έδωσε δυάταγη στον κατώτερό του, αν και μόνιμο επιλοχεία, να δώσει εκείνος τη χαριστική βολή.
Βυστρόπισε θα έλεγα ο τελευταίος Αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί Και όμως αντί περιστρόφου Χρησιμοποίησε ένα ή μία αυτόματο όπλο Ο Ντόκανο Σημάδεψε το κεφάλι Έστρεψε το βλέμμα του αλλού Και τράβηξε τη σκανδάλη Περτοδέων Όχι μία σφαίρα πλέον Τέσσερις ή πέντε Σχεδόν θρημάτισαν το κεφάλι του Αποβίωσαν εντός ίδιου από τα προηγούμενα πειρά των 12 στράτιων, όταν τα τυφέκια των οποίων όμως δεν είχαν όλα σφαίρες, ώστε να μην ξέρει κανείς ποιος είχε σκοτώσει τον Βασίλη Λιμπέρη.
Είχαν τα έξι μόνο. Όλα είχαν παρούτι, όλα κάναν θόρυβο, όλοι πυροβόλησαν, αλλά κανείς δεν ήξερε αν είχε το δικό του ή όχι. Ήταν τέτοιο το σοκ που υπέστη, που ο διοικητής τον απάλλαξε για έξι μήνες από τα καθήκοντά του. Τη στιγμή εκείνη ένιωσα τη μέγιστη δυνατή αποστροφή για τη θανατική ποινή, η πρώτης της οποίας ήταν τότε η κοινή γνώμη, στη μεγάλη της πλειονότητα.
Στην κτωδός όμως διερωτήθηκα. Τιμωρήθηκαν η μάνα και ο πατέρας και τα αδέρφια του δολοφόν, που είχαν ειδοποιηθεί από την προηγούμενη ημέρα για την εκτέλεση και μετρούσαν κάθε ώρα, κάθε λεπτό, με την καρδιά τους πυγμένη, πως οι γυναίκες έχουν την πάρα μικρή παιδιότητα αντίθετα η μάνα αυτό το παιδί το έχει εννέα μήνες την κοινά της το έχει γεννήσει βυζάξει μεγαλώσει με όνειρα είχα το μυαλό μου όπως και να το κάνουμε νέος δημοσιογράφος το είχα στραμμένο και προς την επιτυχία και διατηρούσα μια ψυχραιμία αλλά μια συγκίνηση μια ταραχή την ένιωθα κάθε δεύτερο έβλεπα ότι μετά από δύο λεπτά θα έπαβε να υπάρχει στη ζωή ή μιας νέος άνθρωπος και σκεπτόμουν τον πατέρα του, την μάνα του, τον αδερφό του.
Η Αποστολία Τζιβάρα, φιλόλογος και εκπαιδεύτρια ενηλίκων με εξειδίκευση στη σοφρονιστική επιστήμη μιλά για τη θανατική ποινή. Η θανατική ποινή αποτελεί ένα φλέγον ζήτημα που απασχολεί την ανθρώπινη κοινωνία από την προχριστιανική εποχή. Σε πολλές χώρες με δημοκρατικά πολιτεύματα έχει καταργηθεί η θανατική ποινή καθώς παραβιάζει κατάφορα το θεμελιώδες δικαίωμα στη ζωή.
Είναι σαφές ότι οι νόμοι και οι ποινές είναι απαραίτητα στοιχεία για να λειτουργήσει εύρυθμα μια κοινωνία. Χωρίς αυτές θα ίσχυε η δύναμη του ισχυρότερου και δεν θα μπορούσε να υφίσταται η έννοια του κράτους δικαίου για όλους τους ανθρώπους. Ωστόσο, η θανατική ποινή δεν εγκαιάται ούτε την αποτροπή ούτε και την καταστολή, αλλά σε μερικές περιπτώσεις οδηγεί ακόμη και στην αύξηση της εγκληματικότητας.
Εναλλακτικές λύσεις πρέπει αναμφίβολα να αναζητηθούν μεταξύ των οποίων η μέρημνα των κρατών για ενίσχυση της πρόληψης, της έγκαιρης παρέμβασης και καταστολής εγκληματικών ενεργειών. Σημαντικό επίσης είναι να υπάρξει μέρημνα για τα στιγερά εγκλήματα ώστε τα εισόδια να μην καταλήγουν να μειώνονται σημαντικά με συνέπεια ύστερα από μερικά χρόνια να αποφυλακίζονται εγκληματίες που συγκλώνησαν τις κοινωνίες με τα σοβαρά αδικήματα που διέπραξαν χωρίς μάλιστα να έχουν σοφρονιστεί.
Η εκτέλεση του Αγγελόπουλου αναβλήθηκε αρχικά επειδή ήταν ανήλικος. Έζησε τρία χρόνια ως μελοθάνατος στις φυλακές της Κέρκυρας, έως τη στιγμή που η θανατική ποινή καταργήθηκε στην πράξη και μετατράπηκε αυτοδικαίως σε ισόβια κάθριξη. Η τετραπλή δολοφονία μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Μάριο Ρετσίλα και τον παραγωγό Τζέιμς Πάρης, σε σενάριο του Βασίλη Μανουσάκη με τίτλο «Η σατανάδεσης νύχτας».
Πρωταγωνίστησαν οι Γιάννης Κατράνης, Έλενα Τσαλδάρη, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Χρήστος Καλαβρούζος, Δημήτρης Μπισλάνης και άλλοι. Λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, η οικογένεια Λιμπέρη έκανε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ώστε να μην προβληθεί η ταινία. Ο εισαγγελέας δέχθηκε την αίτηση για να μην επηρεαστούν οι δικαστές και οι ένορκοι, καθώς η εκδίκαση της υπόθεσης εκκρεμούσε.
Η ταινία προβλήθηκε τελικά πέντε μήνες αργότερα. Στην αρχική μορφή προσθέθηκε μόνο η σκηνή της εκτέλεσης του Λιμπέρη, η οποία γυρίστηκε ξεχωριστά. και στο Life.gr
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα