Το έγκλημα που ενέπνευσε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο
Αληθινά εγκλήματαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται το έγκλημα που βρίσκεται πίσω από την «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
ξεφανισμένου άνδρα που δεν φάνηκε να ανησυχεί αφού ήξερε ότι είχε φύγει πάλι μετανάστη στη Γερμανία. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά. Της είχε στείλει και γράμμα από τα Ιωάννινα καθοδόν για την Αθήνα. Όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Είμαι ο Νίκος Τσέφλιος και αυτή είναι η ιστορία του 45χρονου Χαρίση που προκάλεσε αίσθηση στην Ελλάδα του 1968.
Μια υπόθεση που ενέπνευσε τον σκηνοθέτη Φόδορο Αγγελόπουλο να γυρίσει την πρώτη μεγάλο μήκους ταινία στην καριέρα του, την αναπαράσταση, η οποία απέσπασε βραβεία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγεί τις σκοτεινές υποθέσεις, διαβόητες δολοφονίες και ανεξιχνίαστα μυστήρια στο πλαίσιο της σειράς με αληθινά εγκλήματα που συγκλώνησαν την Ελλάδα από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.
Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο της σειράς, ακολουθήστε μας στο Spotify και στα Apple Podcasts ή ακούστε μας μέσα από το Lifeo TV στο YouTube και στο LifeoGR. Είναι τα podcast της Lifeo. Ακολουθεί διαφημιστικό σποτ. Για κάποιες αλήθειες πρέπει να τον μίσεις πιο πολύ. Να ψάξεις πιο βαθιά, με πιο πολλούς. Αυτές τις αλήθειες ζητάς να μάθεις και δεν θα τις βρεις πουθενάλλου.
Σκληρές αλήθειες on demand από τον Άρη Δημοκίδη. Ιστορίες που δεν ακούστηκαν ολόκληρες ποτέ πριν. Έρευνα σε βάθος, δεκάδες συνεντεύξεις και ντοκουμέντα για τα πιο σκοτεινά και ενδιαφέροντα πρόσωπα της ελληνικής πραγματικότητας. Σκληρές αλήθειες on demand από τον Άρη Δημοκίδη. Δέκα ημέρες είχε να εμφανιστεί στο Πολυνέρι ο 45χρονος Χαρίσης και οι συγχωριανοί του ρωτούσαν σχεδόν καθημερινά τη σύζυγό του, την Αγγελική.
Η 40χρονη γυναίκα δεν ανησυχούσε, αφού ήξερε. Ο Χαρίσης έφυγε στις 5 Απριλίου 1968 για τη Γερμανία, για να δουλέψει και να μαζέψει λεφτά. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που ξενιτευόταν τα τελευταία 7 χρόνια, ούτε ήταν ο μόνος. Στο ημιωρινό χωριό της Θεσπρωτίας, σε μια περιφέρεια που μαράζωνε και πεινούσε εκείνα τα χρόνια, ζούσαν λιγότερες από 100 ψυχές, καθώς οι περισσότεροι νέοι αναζήτησαν καλύτερη τύχη στην πόλη ή έφυγαν μετανάστες.
Η γυναίκα του αδελφού του, η Λαμπρινή, είχε τις αμφιβολίες της. Δεν πίστευε όσα της είχε πει η Αγγελική και εξέφρασε τους φόβους της στη χωροφυλακή. Φαινόταν σίγουροι ότι εκείνη του είχε κάνει κακό με τη βοήθεια του αγροφύλακα με τον οποίον όπως είπε διατηρούσε παρανομή σχέση για να τον βγάλουν από τη μέση και να χαρούν τον ερωτά τους και την περιουσία του Του τα έλεγα και εκείνου θα σε φάει η Λισάρα Είχε προσπαθήσει άλλες δύο φορές στο παρελθόν να τον σκοτώσει αλλά εκείνος δεν την κατήγγειλε γιατί τον απειλούσε Σίγουρα δεν φαινόταν σαν μια απλή εξαφάνιση κάτι σοβαρό είχε συμβεί στο 45χρονο άντρα.
Όλοι στο Πολυνέρι ήξεραν ότι ο Χαρίς ήταν καλός οικογενειάρχης και δεν ήθελε να λείπει τίποτα από τα τέσσερα παιδιά του. Μάλιστα, είχε στείλει και γράμμα στην Αγγελική από τα Ιωάννινα. Της έγραφε ότι θα κατέβαινε πρώτα στην Αθήνα για να τακτοποιήσει τα χαρτιά του και μετά θα έφευγε για τη Γερμανία, όπου είχε συμφωνήσει να δουλέψει για κάποιο διάστημα.
Οι εξωματικοί της χωροφυλακής που ανέλαβαν να διερευνήσουν την καταγγελία κάλεσαν για κατάθεση τη σύζυγο του εξαφανισμένου άντρα αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν κάτι εναντίον της. Πάντως, σε αντίθεση με το χαρίσι που τον αγαπούσαν όλοι οι χωριανοί επειδή ήταν άψογος οικογενειάρχης, την Αγγελική δεν την πολλοί συμπαθούσαν. Στριμμένοι την αποκαλούσαν και έλεγαν ότι γλυκοκοίταζε τους όμορφους άντρες.
Μάλιστα σχολίαζαν αρνητικά το γεγονός ότι φίμωνε που ο σύζυγός της εκτός από την εξαμελή οικογένειά τους συντηρούσε και τα τρία παιδιά του αδελφού του που είχε σκοτωθεί πέφτοντες από μια βελανιδιά την ώρα που τίναζε τον καρπό Ταυτόχρονα βοηθούσε και πολλοί κόσμο στο χωριό με όποιο τρόπο μπορούσε οικονομικά και όχι μόνο και εκείνη γκρίνιαζε και τα δύο σενάρια, όσο ο Χαρίσης παρέμενε εξαφανισμένος, και της αναχώρησής του για τη Γερμανία και της εγκληματικής πράξης.
Στην πορεία των ερευνών και μέσα από τις καταθέσεις, έμαθαν ότι πράγματι η Αγγελική διατήρουσε σχέση με τον Αγροφύλακα. Μια σχέση που γνώριζε ουσιαστικά όλο το χωριό και πιθανότατα και ο ίδιος ο Χαρίσης. Ο 45χρονος άντρας χρωστούσε σε ένα συγχωριανό του 13.000 δραχμές. Λίγες ημέρες πριν να εξαφανιστεί, σήκωσε από το λογαριασμό του 15.000 δραχμές, όπως έμαθαν από την τράπεζα η εξωματική της χωροφυλακής, και εξόφλησε το χρέος του.
Εάν εφεύγε μετανάστης, θα χρειαζόταν πολλά περισσότερα από τα 2.000 που κράτησε για τον εαυτό του, αλλά και για να αφήσει στην οικογένειά του για να περάσει το Πάσχα που ήταν σε δύο εβδομάδες. Δεν θα άφηνε υπόλοιπο 30 χιλιάρικα στο λογαριασμό. Αυτό ήταν ένα πρώτο στοιχείο για τις έρευνές τους. Ήξεραν ότι ο 45χρονος άντρας είχε επιστρέψει από την ξενιτιά μόλις 7 μήνες πριν και είχε χτίσει καινούριο σπίτι στο χωριό όπου στέγασε και ένα αμπακάλικο καφενείο.
Επομένως, δεν είχε λόγο να φύγει πάλι αφού είχε τη δική του δουλειά να παλέψει. Στη συνέχεια έψαξαν την υπόθεση και στα Ιωάννινα από όπου ο Χαρίσης είχε ταχυδρομήσει το γράμμα στην Αγγελική. Κατάφεραν να εντοπίσουν το ξενοδοχείο που είχε διανυκτερεύσει. Στο βιβλίο υποδοχής φαινόταν ότι πράγματι ο Χαρίσης είχε μείνει για ένα βράδυ με τη σύζυγό του Όλγα.
Όμως το όνομα της σύζυγου του ήταν Αγγελική. Όλγα έλεγαν τη γυναίκα του αγροφύλακα ο οποίος είτε από συνήθεια είτε από κεκτημένη ταχύτητα δήλωσε λάθος όνομα στην υποδοχή του ξενοδοχείου Όλα έδειχναν ότι το παράνομο ζευγάρι είχε κάνει το μοιραίο λάθος Τις επόμενες ημέρες κλείθηκαν και οι δύο για κατάθεση σε ξεχωριστά ανακριτικά γραφεία Η σύζυγος του θύματος στην Πλαταριά και ο 40χρονος αγροφύλακα στην Ιγουμενίτσα και οι δύο αρνήθηκαν οποιαδήποτε σχέση με την εξαφάνιση του Χαρίση.
«Τι να σας πω αφού πήρα γράμμα του άντρα μου από τα αιώνινα», είπε η Αγγελική. «Είναι στη Γερμανία. Ψάξε τον εκεί». Την ίδια στάση κράτησε και ο αγροφύλακας. «Δεν ξέρω τίποτα για την εξαφάνιση του ανθρώπου. Γιατί ρωτάτε εμένα». Οι εξωματικοί της χωροφυλακής όμως είχαν επιβεβαιώσει ότι ήταν αληθινή η καταγγελία της Λαμπρινής για την παρανομή σχέση της συνειφάδας της με τον αγροφύλακα.
Είχαν καταλήξει τα συμπεράσματα τους. Άλλωστε, το βιβλίο στην υποδοχή του ξενοδοχείου ήταν αδιάψευστος μάρτυρας και στο τέλος, όσο εκείνοι αρνούνταν κάθε σχέση, έστησαν την παγίδα. «Έλα, πες τα μας όλα. Ο Κώστας ομολόγησε και είπε ότι εσύ τον σκότωσες», είπαν στην αγγελική. «Ψέματα, μαζί τον σκότωσαμε, εκείνος τον κρατούσε και εγώ τον έπνιξα».
Και κάπως έτσι αναγκάστηκαν να αμολογήσουν ότι ο Χαρίσης δεν ήταν πάλι μετανάστη στη Γερμανία, αλλά δολοφονημένος και θαμμένος στον κήπο του σπιτιού του, στην άκρη του χωριού, λίγα μέτρα από εκεί που έτρεχαν και έπαιζαν τα τέσσερα παιδιά του. Όπως είπαν οι διαβολικοί εραστές, όπως χαρακτήρισε ο τύπος της εποχής, το έγκλημα έγινε στις 5 Απριλίου 1968, όταν δίθεν ο 45χρονος άνδρας έφυγε για να δουλέψει στη Γερμανία.
Ήταν απόγευμα Παρασκευής. Από την εκκλησία του χωριού ακουγόταν ο ακάθιστος ύμνος. Όταν βλέποντάς τον να επιστρέφει στο σπίτι, έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσής του. Οι ίδιοι σχηρίστηκαν ότι βρέθηκαν σε άμυνα όταν ο Χαρίσης τους επιτέθηκε με μαχαίρι επειδή τους βρήκε σε τρυφαίρες περιπτύξεις μέσα στο σπίτι αλλά δεν έγινε να πιστευτεί καθώς όλα τα στοιχεία έδειχναν πρόμελετη με εννοέγκλημα Η αποκάλυψη της αλήθειας ήταν πια θέμα χρόνου και η ομολογία τους επίσης και όπως γίνεται συνήθως ο ένας έριχνε το μεγαλύτερο βάρος τον άλλο «Ο Κώστας τον περίμενε πίσω από την πόρτα», είπε η Αγγελική.
«Του έπιασε τα χέρια και εγώ του πέρασα τη φιλιά του σκηνιού στο λαιμό και τράβηξα με δύναμη μέχρι που πέθανε. Ήταν γύρω στις πέντε και μισή το απόγευμα. Ήταν η ώρα που επέστραφαν τα παιδιά από το σχολείο. Ανοίξαμε την καταπακτή του υπογείου και τον ρίξαμε μέσα για να μην καταλάβουν τίποτα μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε.
Ο Κώστας έφυγε και εγώ έβαλα στα παιδιά να φάνε και να κοιμηθούν Τα μεσάνυχτα ήρθε ξανά ο Κώστας όπως είχαμε συμφωνήσει Κατεβήκαμε στο υπόγειο Τυλίξαμε το πτώμα με ένα σεντόνι και το ρίξαμε στην αυλή σε ένα λάκκο που είχε σκάψει την προηγούμενη ημέρα ο Μακαρίτης για να βάλει ασβέστη Ρίξαμε πέτρες και από πάνω χώμα Το πρωί σκάλισα άλλο τον κήπο Θα φυτέψω κρεμμυδάκια, είπα στα παιδιά που έφευγαν για το σχολείο.
Εκτός από κρεμμυδάκια, φύτεψα και μια ακυδονιά. Ο αγροφύλακας που ήταν πατέρας τριών παιδιών ανέπτυξε τον δικό του σενάριο. Περνούσα τυχαία έξω από το σπίτι όταν με φώναξε η Αγγελική. Πήγα κοντά της σαν μαγεμένος. Μετά από λίγη ώρα ερχόταν και ο Χαρίσης. Είχαμε καλές σχέσεις γιατί ήταν καλός άνθρωπος και δεν πείραζε κανέναν Συχνά παίζαμε και χαρτιά στο καφενείο Με ρώτησε τι έκανα στο σπίτι του αλλά δεν του απάντησα Του άρπαξα τα χέρια και η εγγυλική πήρε μια θηλιά που είχε βουτήξει στο λάδι για να γλιστράει και την πέρασε στο λαιμό του Μόλις κατάλαβα τι είχαμε κάνει την έβρισα και τράβηξα το μαχαίρι μου για να τη σφάξω Εκείνη έπεσε στα πόδια μου Μου είπε κλαίγοντας ότι το έκανε για την αγάπη μας Με διαβεβαίωσε ότι δεν θα καταλάβαινε κανείς τίποτα Ήμουν ήδη μπλεγμένος Είχα κατρακυλήσει στον κρεμό Εξαιτίας μιας γυναίκας Και το μόνο που έμενε μέσα στην απελπισία μου Ήταν η εξαφάνιση του πτώματος Ο ίδιος πρόσθεσε ότι αφού δεν βρήκαν τη δύναμη να το τεμαχήσουν
Προσπάθησαν να το ξεφορτωθούν πετώντας το σε μια ανεξερεύνητη σπηλιά του κακοτράχαλου βουνού πάνω από το χωριό που ήξερε καλά η Αγγελική αλλά δεν χωρούσε από την τρύπα που βρήκαν και εγκατέλειψαν την ιδέα. Επέστρεψαν στο Πολυνέρι αναζητώντας μια λύση. Τη λύση που περιέγραψε και η Αγγελική η οποία ανέλαβε να κρύψει μια για πάντα τον αυτοσχέδιο τάφου του σύζυγου της που τραγική ηρωνία ο ίδιος είχε σκάψει για να βάλει ασβέστη να βάψει το σπίτι.
Αφού διέδωσαν στο χωριό ότι ο Χαρίσης έφυγε για τη Γερμανία πήγαν τις επόμενες ημέρες στα Ιωάννινα από όπου ταχυδρόμισαν ένα παλιό γράμμα του με παραλήπτρια την Αγγελική ώστε να φανεί ότι το είχε στείλει ο ίδιος. Στη συνέχεια ο αγροφύλακας έβγαλε σιτήλο για την Αθήνα με το υπεραστικό λεωφορείο στο όνομα του Χαρίση και το βράδυ διανυκτέρευσαν στο ξενοδοχείο όπου έκαναν το μοίραιο λάθος στο βιβλίο της υποδοχής.
Είχαν περάσει 22 μέρες από τη δολοφονία και οι ελπίδες τους ότι θα απολάμβαν ανήσυχη τον έρωτά τους αλλά και την περιουσία του Χαρίση αποδείχθηκαν φρούδες καταλήγοντας με χειροπέδες τον Ισαγγελέα. Ποια είναι η εγκληματολογική οπτική του φωνικού στοπολινέριθες πρωτείας που τάραξε τα ήθη της εποχής και συγκλώνησε το Πανελλήνιο σε μια περίοδο δύσκολη για τη χώρα μας.
Απαντά ο κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Μάνος Κουκίδης. Η αποκάλυψη του εγκλήματος στο Πολυνέρι Θεσπρωτήρας τον Απριλίο του 1968 καθαρίφτησε παράλληλα και μια πραγματικότητα της ελληνικής υπέθρου και εν γέννη της ελληνικής κοινωνίας. Από εγκληματολογική σκοπιά, το συγκεκριμένο έγκλημα δεν μπορούμε να το διαβάσουμε αποκλειστικά με τους όρους του κυρίαρχου αφηγήματος της εποχής και των μέσων μαζικής ενημέρωσης δηλαδή ως τορία διαβολικών εραστών.
Αποτελεί ένα έγκλημα βαθιά ριζωμένο στις κοινωνικές συνθήκες που ποιοι κρατούσαν τότε. Χούντα, εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου, μετανάστευση και φυσικά εκείνη την περίοδο η γυναίκα στην επαρχία δεν είχε οικονομική αυτονομία ούτε νομική προστασία. Το διαζύγιο ήταν στίγμα. Είχε επιστρέψει στους μετανάστες από την Γερμανία.
Η μετανάστευση τότε απογίνωνε τα χωρικά αφήνοντας πίσω γυναίκες κοινωνικά και οικονομικά εγκλωβισμένες. Οι σύζυγός του, Αγγελική, και ο εραστής της, ο Κώστας, δεν σκοτώνουν παρομοιτικά τον πάντο. Σχεδιάζουν ένα έγκλημα με έντονο το στοιχείο της εξασφάλισης Στην εγκληματολογία το περιβάλλον καθορίζει τις επιλογές Σε μια κλειστή πατριαρχική κοινωνία το διαζύγιο ήταν κοινωνικός θάνατος Έτσι η εξάλληψη του εμποδίου, δηλαδή του σύζυγου, φάνηκε στους δράστες ως η μόνη διέξοδος για να διατηρήσουν τη σχέση τους και την περιουσία Η βία επιλέχθηκε ως λύση εξαιτίας του κοινωνικού και θεσμικού εγκλωβισμού της Αγγελικής αλλά και της ίδιας της σχέσης Ο φόβος της γενικότερης οικονομικής ανασφάλειας εξάλλου επιβεβαιώνεται και από τη στάση της Λαμπερνής, συνειφάντα της Αγγελικής με την οποία ο Χαρίστης διατηρούσε σχέση και συντηρούσε την ίδια και τα τρία παιδιά της η οποία κατήγγειλε στη χοροφυλακή και την εξαφάνισή του Όπως φάνηκε ο 45χρονος άνδρας ένας μικρός όμως πράος και εργατικός άνθρωπος
δεν είχε σκόπο να ξαναφύγει στη Γερμανία όπως τόσοι και τόσοι συμπατριώτες μας που έφεραν την ερήμωση της περιφέρειας Του έφταναν όλα αυτά τα χρόνια που έλειπε και τον αποξένωσαν από την οικογένειά του Δεν είχε και λόγο αφού μόλις είχε χτίσει το καινούριο σπίτι στο χωριό όπου στέγασε και την Μπακαλοταβέρνα Παρά τις πιέσεις της Αγγελικής, δεν έγραψε το μαγαζιστό όνομά της και αυτή ήταν η πρώτη φορά που δεν πειθαρχούσε στις εντολές της.
Έκανε μάλιστα τα εγγένεια πριν βγήκε τυπικά η Άβια και έρχε τραβήματα με τις αρχές στην Ιγουμενίτσα. Εκείνη του έλεγε κάθε τόσα να το παρατήσει, επειδή θα έχει προβλήματα με τα δικαστήρια και να ξαναφύγει μετανάστης. Έτσι κι αλλιώς δεν θα της έλειπε ιδιαίτερα. Από την αρχή δεν τον ήθελε, όπως είπε σχολοφύλακες Τον πήρε για άντρα της, γιατί επέμεναν οι δικοί της Αντιθέτως, ο Χαρίστης ήταν ερωτευμένος μαζί της και αψήφισε τα λόγια κάποιων συγγενών ότι η Αγγελική ήταν πολύ ζωηρή και δεν έκανε για αυτόν Και οι πιο ζωηρές φρονιμεύουν όταν παντρευτούν και κάνουν παιδιά, έλεγε και επέμεινε στο προξενιό Η παράσταση του εγκλήματος μαζεύτηκε όλο το χωριό για να αποδοκιμάσει το παράνομο ζευγάρι.
Κάποιοι απειλήσαν να τους λιντσάρουν, αλλά απομακρύνθηκαν από τη δύναμη της χωροφυλακής. Η Αγγελική θύμωσε και τα έβαλε με τη συνειφάδα της στη λαμπρινή, όταν την είδα ενάμεσα στο πλήθος που οριόταν. «Εσύ τι θέλεις τώρα, αν σε αυτόν έβαλα κρεμμυδάκια, σε σένα θα φυτέψω κυπαρίσι», της είπε με θράσος. αλλά φίλος σου είναι, γι' αυτό τον υποστηρίζεις.
Προφανώς δεν μπορούσε να της συγχωρήσει ότι ήταν αυτή που αποκάλυψε το σατανικό σχέδιο δολοφονίας του Χαρίση. Τι μας δείχνει ο τρόπος που έδρασε το ζευγάρι των δολοφόνων απαντώ ο κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Μάνος Κουκίδης. Ο τρόπος δράσης, δηλαδή το μόντους οπεράτη των δραστών δείχνει ψυχρότητα, προμελέτη και οργάνωση.
Το λάδι στη θηλιά του θύματος, το γεγονός πως έταψαν το τόμα στην αυλή κάτω από την κηδωνιά, η προσπάθεια παραπλάνησης των αρχών προκειμένου να δικαιολογήσουν την απουσία του Χαρίση, όλα συνάδουν πως το παράνομο ζευγάρι είχε σχεδιάσει κάθε του κίνηση. Η Αγγελική, στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει την απορσία του Χαρίση στις αρχές και τον λόγο που δεν ανησυχούσε παρουσίασε μια παλιά επιστολή του που εκεί ανέφερε πως θα κατέβαινε πρώτα στην Αθήνα για να τακτοποιήσει τα χαρτιά του και μετά θα έφευγε για Γερμανία Στην σκηνοθετημένη παραμονή του τολεφωνημένου συζύγου της στα Ιωάννινα το παράνομο ζευγάρι κάνει όμως ένα σημαντικό λάθος Ο Κώστας υποδιόμενος τον Χαρίση στο βιβλίο υποδοχής του ξενοδοχείου που διέμειναν πληρώνει στο πνεύμα σύζυγου το όνομα της γυναίκας του Όλγα δηλαδή αντί Αγγελική που ήταν η σύζυγος του Χαρίση Αυτό σε συνδυασμό με το μικρό σχετικά ποσό που έκανε ανάληψη ο δολοφονημένος από τον τραπεζικό του λουραβιασμό που δεν δικαιολογούσε ούτε τη μετακίνησή του στη Γερμανία
ούτε τα χρήματα που θα έφερνε στην οικογένειά του ενόπιστου Πάσχα και τον υποψίσχο ευκληρακή. Η κλασική ανακριτική μπλόφα από τις αρχές πως δίθεν ο ένας κατέδειξε ως δολοφόνο των άλλων έφερε αποτελέσματα. Οι ξεχωριστές ανακρίσεις καθώς και η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των συνεργών σε συνδυασμό με το τρομερό βάρος των ενοχών οδήγησε στην άμεση κατάρρευση των επιχειρημάτων τους και την αποκάλυψη του πτώματος του Χαρίσης.
Στο κρατητήριο της Διεύθυνσης Χοροφυλακής στην Ιγουμενίτσα, όπου οδηγήθηκαν και οι δύο, η Αγγελική ρωτούσε καθ' έτος ότος σκοπό αν τα παιδιά της είναι καλά. Οι δημοσιογράφοι την πλησίασαν στα κάγκελα και την ρώτησαν εάν είχε μετανιώσει. «Από την πρώτη στιγμή», είπε αμέσως, «αλλά το πρόσωπό της παρέμεινε σκληρό και ανέκφραστο».
Ο αγροφύλακας από την πλευρά του δεν ήθελε πολλά-πολλά με τις εφημερίδες. «Όπου υπάρχουν γυναίκες, αυτά γίνονται», είπε μόνο πριν γυρίσει στο βάθος του κελιού του. Τα μεγαλύτερα θύματα αυτής της ιστορίας ήταν τα τέσσερα παιδιά του ζευγαριού. Τα φρόντιζε πλέον η αδελφή της Αγγελικής, η Ευδοκία, μαζί με τα τέσσερα δικά της.
«Τώρα έχω οκτώ παιδιά», είπε στους δημοσιογράφους. εκείνη ούτε να την ξέρω θέλω ούτε να την θυμάμαι. Την ίδια ώρα στο σπίτι του αυροφύλακα πόνος και ντροπή. Εμείς είμαστε τώρα όλοι για να πάμε να πνιγούμε είπε σύζυγός του και έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στο μαύρο της τσεμπέρι. Πώς άραγε επηρεάστηκαν τα ζωντανά θύματα αυτής της υπόθεσης, δηλαδή τα παιδιά των εμπλεκόμενων οικογενειών.
Ακούμε το Μανοκουκίδη. Πέρα από τα γεγονότα της σύλληψης των δραστών, εγκληματολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος της αναπαράστασης των γεγονότων που οδήγησαν το ζευγάρι στο φωνικό, τόσο στη δικαστική έθουσα όσο και από τον τύπο της εποχής. Ο Ισαγγελέας παρακτήρισε το έγκλημα ως «Η διαζώντωση δεχθές». Μάλιστα, η εφημερίδα της εποχής έγραψε με ποιεύους τίτλους «Ανέσθητη, ατάραχη διαβολική δραστέ».
Η εισβολή των δημοσιογράφων στο χωριό, στα κρατητήρια και στις ζωές της Αγγλικής και του Κώστα ήταν εντυπωσιακή. Οι δράστες και οι οικογένειές τους βίωσαν στιγματισμό και διαπόπευση. Ο Χαρίσης, αν και ήταν το μόνο δολοφονημένο θύμα στη συγκεκριμένη υπόθεση, παράπλευρα θύματα αυτής της τραγωδίας ήταν και τα παιδιά των εμπλεκομένων.
Αυτό δηλαδή που ονομάζουμε κλιματολογικά δευτερογενή θυματοποίηση και αφορά το πόσο τραυματικά άλλαξαν οι ζωές όλων αυτών των παιδιών. Η απόλυτη διάλυση δύο οικογενειών επηρέασε συνολικά 10 παιδιά. Το θύμα και η σύζυγος είχαν μαζί τέσσερα παιδιά, τα οποία έχασαν τον πατέρα τους και ήταν τη μάνα τους να οδηγείται στη φυλακή.
Ο Εραστής, από την άλλη, ήταν επίσης παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών, ενώ η λαμπρυνή που έκανε την καταγγελία και είχε σχέση με τον Κώστα είχε επίσης τέτοια παιδιά που τα βοηθούσε ο Κώστας. Ο απεσταλμένος της εφημερίδας από Γευματινή, Σπύρος Καρατζαφέρης τους έπεισε και τους δύο να ανοιχτούν περισσότερο. Η αγγελική απέδωσε το έγκλημα, ούτε λίγο ούτε πολύ στη συμπεριφορά του άντρα της.
Διαβάζουμε στην πέμπτη σελίδα της εφημερίδας. Κοντή, αδύνατη, άσκημη, βρώμικη, ρητιβιασμένη η σύζυγο κτόνος Με κοίταξε με μισό κλειστά μάτια για αρκετή ώρα Και μετά έσκυψε στο στρώμα που καθόταν Προσπάθησα να πιάσω κουβέντα μαζί της Αλλά εκείνη με έβιωχνε, κουνώντας το δεξί της χέρι Σε καμιά ερώτηση δεν δεχόταν να απαντήσει Αλλά όταν τη ρώτησα αν την έδερνε ο μακαρίτης ανασηκώθηκε από το στρώμα και εξαπέλισε δρυμή κατηγορό αντίον του θύματος.
Με έδερνε και με παραμελούσε. Με απειλούσε ότι θα με σκοτώσει και προκειμένου να με φάει εκείνος, τον έπνιξα εγώ, εντάξει. «Μετάνιωσες» την ρώτησε ο Σπύρος Καρατζαφέρης. «Θα με σκόδωνε σου λέω». «Εσύ τον έπνιξες ή ο φίλος σου». «Άκου, ο άντρας μου κάθε τόσο έφευγε για τη Γερμανία. Εγώ ήμουνα γυναίκα θερμή Φυσική συνέπεια να βρω έναν άντρα Το λοιπόν βρήκα τον Κώστα Βέβαια εγώ του πρότεινα να σκοτώσουμε τον Μακαρίτη Και εκείνος δέχθηκε επαναθεμάτων Όχι πες μου σε παρακαλώ Εγώ για παράδειγμα τρελάθηκα Και ήθελα να κάνω έγκλημα Εκείνος δεν έπρεπε να με συγκρατήσει Έπρεπε Έκανε όμως το αντίθετο Του είπα εγώ να τον πνίξουμε και δέχθηκε Άρα εγώ είμαι αθώα γράμμα, θα πάω να τα δω.
Να τους γράψω δύο λόγια. Ή μάλλον δεν βαριέσαι. Να τους αγοράσω σοκολάτες και μπισκότα και να τους πω ότι τα στέλνεις εσύ. Α, μπράβο, για στο στόμα σου. Φέρε χαρτί και μολύβι. Ο δημοσιογράφος εισέδωσε χαρτί και μολύβι και η Αγγελική άρχισε να γράφει. Αγαπημένα μου παιδιά, Σοφούλα, Σπυράκη, Αριστάκη και Χρυσή μου Ελενίτσα, Σας γλυκοφιλώ αλλά με πολύ πόνο και με την καρδιά Θα σας παρακαλέσω να μη στεναχωριέστε Εγώ η μάνα σας είμαι καλά Και σας συμβουλεύω να μη στεναχωριέστε Και να τότε καλά και πολύ Και εσείς θα μεγαλύτερα να προσέχετε την Ελενίτσα Γιατί την είχα χαβιάρα Όπως την είχα εγώ να την έχετε κι εσείς Γεια χαρά αγαπημένα μου παιδιά Σας γλυκοφιλώ όλα Θα σας ξαναγράψω κάτι Εγώ η μάνα σας σας γλυκοφιλώ τη φίλια στο λαιμό. Όταν τον είδα νεκρό τα έχασα. Αυτή τον έπνιξε.
Αυτή τον τυλίξε με το σεντόνι και τον πέταξε στην καταπακτή. Εγώ τον έπιασα μόνο από τα πόδια. Εκείνη η βρώμα με παρέσυρε. Πριν από μένα είχε φίλο τον άντρα της αδελφής της, της Ευδοκίας. Εκείνη τους έπιασε μια φορά στα πράσα και τον χτύπησε με μια πλάκα στο κεφάλι. Όταν έγινε καλά, έφυγε για τη Γερμανία, που ζει ακόμη.
έγινε το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου στα δικαστήρια του νησιού. Το έγκλημα χαρακτηριζόταν ως ιδιαίτερο στις δεχθές το κατηγορητήριο, κάτι που επέστειρε την ποινή του θανάτου. Και οι δύο συνέχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον ως φυσικό αυτούργο. Η γυναίκα, που έκλαιγε ασταμάτητα σε όλη τη δίκη, υποστήριξε ότι το έγκλημα διέπρεξε μόνος του αγροφύλακας, όχι μόνο για να την έχει ερωμένη αλλά και για να καρποθεί την περιουσία του θύματος.
Μάλιστα, το δεύτερο σενάριο επιβεβαίωσαν και άλλοι μάρτυρες. Ο αγροφύλακας από την πλευρά του τα έρχνε στην Αγγελική που τον έμπλεξε στο έγκλημα επειδή τον είχε ξελογιάσει. Στο ακροατήριο αποκαλύφθηκε ακόμη ότι η Αγγελική πριν από τον Κώστα είχε και άλλους παρανομούς εραστές. Επιβεβαιώθηκε ακόμη αυτό που η ίδια έλεγε από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στο στόχαστρο της χωροφυλακής ότι ο Χαρίσης διατηρούσε τεσμό με τη σύζυγο του αδελφού του, τη Λαμπρινή τη γυναίκα δηλαδή που είχε κινητοποιήσει τις αρχές όταν εκείνος εξαφανίστηκε Ο Ισαγγελέας της Έδρας τόνισε στην αγόρευσή του ότι η κατηγορούμενη χαρακτηριζόταν από ύληψη συνείδησης ανθρωπισμού καθώς είχε θάψει το πτώμα του άντρα της ακριβώς εξω από την πόρτα του σπιτιού τους και δεν έδειξε καμία μεταμέλεια την οποία, όπως είπε χαρακτηριστικά, θα της υπαγόρευε και το σιχειώδες ακόμη αίσθημα αυτοελέγχου.
Πρότεινε να κηρυχθούν και οι δύο ένοχοι χωρίς κανένα λαφρυντικό και να επιβληθεί η ποινή του θανάτου στον αγροφύλακα για τον οποίο πίστηκε ότι ήταν ο φυσικός αυτούργος και ισόβια κάθριξη στην Αγγελική. Τελικώς το δικαστήριο τους καταδίκασε σε ισόβια κάθριξη και οι δύο οδηγήθηκαν στη φυλακή, συνοδευόμενοι από ισχυρή αστυνομική δύναμη, καθώς, αν και ήταν περασμένα μεσάνυχτα, όταν ολοκληρώθηκε η δίκη, ο κόσμος μέσα και έξω από τα δικαστήρια απειλούσε να τους λιντσάρει.
Έγραφε χαρακτηριστικά η εφημερίδα Ακρόπολης της 5ης Δεκεμβρίου 1968 βουτυγμένος στη λάσπη. Μέχρι τώρα δεν έχει δοθεί εντολή για την άσκηση αναιρέσεως στους συνηγόρους υπερασπίσεως. Η δολοφονία στο Πολυνέρι Θεσπρωτίας από τη σύζυγο και τον αεραστή της ενέπνευσε τον σκηνοθέτη Θεόδωρο Αγγελόπουλο να αγγελίσει την πρώτη μεγάλο μήκους ταινία στην καριέρα του, την αναπαράσταση.
Δεν ήταν απλώς μια αστυνομική ταινία που περιέγραφε γεγονότα, αλλά εμβάθυνε στα κοινωνικά χαρακτηριστικά της εποχής, τη μετανάστευση των ανδρών και το μαράζωμα των χωριών. Συμμετείχε στο 11ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1970, κερδίζοντας πέντε βραβεία, ενώ την επόμενη χρονιά πήρε το βραβείο «Καλύτερης Ταινίας της Χρονιάς» στη Γαλλία, «Καλύτερης Ξένης Ταινίας» στο Φεστιβάλ της ΙΕΡ και ειδική μνήμα από τη Διεθνή Ομοσπονδία Κριτικών Κινηματογράφου στο φόρουμ του Φεστιβάλ Βερολίνου.
Γιατί άραγε συγκεκριμένη υπόθεση, ενέπνευσε τον Αγγελόπουλο και ποια είναι η τελική εγκληματολογική και κοινωνική επίγευση που μας αφήνει αυτή η υπόθεση. Απαντά ο κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος Μάνος Κουκίδης. Η ταινία του Αγγελόπουλου εμπνεύθηκε όντως από τα πραγματικά γεγονότα και την αναπαράσταση που έγινε στο τόπο του εγκλήματος.
Η αναπαράσταση στην ανακριτική διαδικασία έχει μια λειτουργικότητα. Γίνεται για να ελεγχθεί η αξιοπιστία του δράστη, να επιβεβαιωθεί η ομολογία του, να διευκρονιστούν οι συνθήκες, να ατοπιστούν πιθανές παραλήψεις και γενικότερα να γίνει μια ανασύνθεση των γεγονότων με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν και βρέθηκαν στο τόπο του φόνου.
Στην αναπαράσταση στο Πολυνέρι θα αποκαλυφθεί ότι το έγκλημα ήταν καλά προμελετημένο. Οι δράστες υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στο τόπο του έγκληματος μπροστά στα μάτια των εξοργισμένων συγχωριανών τους και να επαναλάβουν τις κινήσεις της δολοφονίας. Αυτό ακριβώς το τελετουργικό μοιάζει με ένα μακάδερο θέατρο. αυτό το βαρύ φορτίο είναι που μετατρέπει την υπόθεση σε αρχαία τραγωδία κάτι που ο Αγγελόπουλος αποτύπωσε μοναδικά.
Στην ταινία του το χωριό παρουσιάζει τεριμωμένο γεμάτο μαυροφορεμένες γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά που έχουν μείνει πίσω μόνα. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί αυτή τη λεπτομέρεια για να δείξει ότι το έγκλημα δεν αφαίρεσε μόνο μια ζωή αλλά ξεκλήρισε το μέλλον του ίδιου του τόπου. Τα παιδιά των δραστών και του θύματος έγιναν υβουβήμα άπτυρες μιας επαρχίας που κατέβαλε ηθικά και οικονομικά κουβαλώντας τις πλάτες τους μια σύκοτη πληρονομιά αντροπής Η ταινία μετατρέπει το έγκλημα σε μια αρχαία τραγωδία, ατρεδική τραγωδία Η πραγματική ενοχή δεν είναι μόνο οι δυο εραστές, είναι η ίδια η κοινότητα κοινή γνώμη που λειτουργεί ως ένας μαύρος χορός αρχαίας τραγωδίας
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα