Το τροχαίο που οδήγησε σε συμβόλαιο θανάτου
Αληθινά εγκλήματαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται ένα κατά παραγγελία έγκλημα εκδίκησης που συγκλόνισε τα Τρίκαλα, την «αυγή» του 2002.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται σκοτεινές υποθέσεις, διαβόητες δολοφονίες και ανεξιχνίαστα μυστήρια στο πλαίσιο της σειράς με αληθινά εγκλήματα που συγκλώνησαν την Ελλάδα από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο της σειράς, ακολουθήστε μας στο Spotify και στα Apple Podcasts ή ακούστε μας μέσα από το Lifeo TV στο YouTube και στο LifeoGR.
Είναι τα podcast της Lifeo. με τη μέρα ένιωθε να πνίγεται όχι μόνο από τις τύψεις του επειδή είχε στερήσει τη ζωή ενός νέου ανθρώπου αλλά πολύ περισσότερο από τη συμπεριφορά της οικογένειάς του που σε κάθε ευκαιρία εκτόξευε κατάρες και απειλές εναντίον του και αυτό επειδή θεωρούσε ότι ο άνθρωπος αυτός έπρεπε να πάει στη φυλακή για το κακό που έκανε.
Ήταν 3 Οκτωβρίου 1996, νωρίς το πρωί. Το Ζάρκο ξυπνούσε μέσα στην πυκνή φθινοπορίνη ομίχλη. Η ορατότητα στους δρόμους ήταν περιορισμένη και οι λιγοστεί οδηγοί κινούνταν προσεκτικά. Ο 17χρονος Στέφανος είχε ήδη ξεκινήσει τη μέρα του. Τα βράδια πήγαινε σε τεχνική σχολή. Τα πρωινά εργαζόταν για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του.
Ήταν ένα παιδί που πάλευε νωρίς για τη ζωή. Εκείνο το πρωινό κατευθυνόταν προς συστάση του λεωφορείου. Την ίδια στιγμή, ο 23χρονος Γιάννης Δαρλαγιάννης οδηγούσε προς τη δουλειά του και τότε, μέσα στην Ομίχλη, συνέβη το μοιραίο. Δεν πρόλαβε να πατήσει εγκύρος φρένο όταν είδε την τελευταία στιγμή μπροστά του το 17χρονο αγόρι.
Το χτύπησε και το πέταξε αιμόφυρτο στην άσφαλτο. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο υπέτειος οδηγός μετέφερε τον Στέφανο στο κέντρο υγείας της Φαρκαδόνας, 7 χιλιόμετρα μακριά, και από εκεί στο νοσοκομείο των Τρικάλων. Οι γιατροί πάλεψαν, όμως τα τραύματα ήταν πολύ σοβαρά. Ο Στέφανος άφησε την τελευταία του πνοή. Κάποιοι είπαν ότι η διακομιβή του σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, που κρύθηκε αναγκαία από τους γιατρούς στα Τρίκαλα, άργησε, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος.
Σε κάθε μικρή κοινωνία, ένας τέτοιος θάνατος δεν μείνει ποτέ απλώς ένα δυστύχημα. Για την οικογένεια του Στέφανου δεν υπήρχε καμιά δικαιολογία για τον οδηγό. Το παιδί τους είχε χαθεί και κάποιος έπρεπε να πληρώσει. Έως το μοιραίο πρωινό τίποτα δεν χώριζε τις δύο οικογένειες αλλά και τίποτα δεν τις ένωνε Μια καλημέρα είχαν όπως και με όλους στο ζάρκο των 1500 κατοίκων Όμως μετά το δυστύχημα όλα άλλαξαν Όσο περνούσε ο καιρός και ο νεαρός φοδηγός ήταν ελεύθερος μέχρι να γίνει η δίκη του αφού η κατηγορία που αντιμετώπιζε ήταν σε βαθμό πλήμμαι λίματος το μίσος πότιζε την οικογένεια του Στέφανου που δεν μπορούσε να αντέξει το χαμό του.
Ένα μίσος που έγινε ανεξέλεγκτο όταν ο Γιάννης καταδικάστηκε από το δικαστήριο σε ποινή φυλάκιση στριών ετών με αναστολή για ανθρωποκτονία εξαμελίας. «Τον είδα ξαφνικά, πετάχτηκε μπροστά μου. Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα», είπε μεταξύ άλλων στην απολογία του και οι δικαστές τον πίστεψαν εν μέρη. Για τη δικαιοσύνη η υπόθεση είχε κλείσει.
Για την οικογένεια του Στέφαν όμως μόλις άνοιγε. Ο 48χρονος πατέρας του παιδιού που ήταν μηχανικός αυτοκινήτων αλλά και η γυναίκα του δεν έκρυβαν την οργή τους. Έλεγαν ανοιχτά πως ο Γιάννης έπρεπε να τιμωρηθεί σκληρά. Και ο ίδιος το ήξερε. Κάθε βλέμμα στο χωριό είχε γίνει βαρύ. Κάθε συνάντηση στο δρόμο έκρυβε ένταση. Ο πατέρας δεν φοβόταν να μοιράζεται τον πόνο του αλλά και την απόφασή του να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα το θάνατο του παιδιού του.
Δεν αναγνώριζε κανένα ελαφριντικό στο συγχωριανό του που τον είχε παρασύρει. Ούτε ότι η ορατότητα ήταν πολύ περιολυσμένη εξαιτίας της ομίχλης ούτε και την προσπάθειά του να σώσει το 17χρονο αγόρι μεταφέροντάς το ο ίδιος αμέσως στο νοσοκομείο. Οι απειλές έγιναν πλέον καθημερινό φαινόμενο καθώς στη συνείδηση του πατέρα δεν είχε αποδοθεί δικαιοσύνη.
Είχε αποφασίσει ότι η μόνη ποινή που του έπρεπε ήταν ο θάνατος. Πολλοί στη μικρή κοινωνία του Ζάρκου άκουγαν το μηχανικό και τη γυναίκα του να απειλούν πως θα εκδικηθούν το συγχωριανό τους για το κακό που τους έκανε. Κανείς ωστόσο δεν επενέδαινε. Ποιος τολμάραγε να μιλήσει σε γονείς που έχασαν παιδί. Ο Γιάννης δεν κοιμήθηκε ξανά όπως πριν.
αμέλεια. Άκουγε λόγια πικρά, λόγια μίσους που δεν τα άντεχε, ούτε τα άξιζε. Έλεγε πως δεν έφταιγε για ότι έγινε, ότι δεν πρόλαβε να αντιδράσει όταν ο Στέφανος βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στις ρόδες του. Όμως το κλίμα πια δεν τον σήκωνε. Η ζωή του είχε γίνει κόλαση. Κι έτσι το πήρε απόφαση. Λίγους μήνες αργότερα αποφέσαι να εγκαταλείψει το χωριό και τους ηλικιωμένους γονείς του και να αναζητήσει μια νέα άρχιστη Λάρισα άγνωστος μεταξύ αγνώστων ώστε να μην προκαλεί με την παρουσία του Σοζάρκο.
Οι ίδιοι συγγενείς του τον είχαν συμβουλεύσει να φύγει βλέποντας την πίεση που ένιωθε καθημερινά. «Τον πόνο τους τον καταλαβαίναμε. Τον καταλάβαινε και ο Γιάννης. Γι' αυτό ταμάζεψε και έφυγε», θα πει η μητέρα του Αλεξάνδρα που έμεινε πίσω στο χωριό με τον ηλικιωμένο και άρρωστο σύζυγό της. Ο Γιάννης παιδεύτηκε να βρει το δρόμο του σε μια πόλη ξένη, μακριά από την οικογένειά του, και άλλαξε τρεις δουλειές.
Στην αρχή δούλεψε σε μια ταβέρνα ως σερβιτόρος. Με τις οικονομίες που συγκέντρωσε, άνοιξε ένα μαγαζάκι με χαρτικά και αργότερα έπιασε δουλειά ως οδηγός ταξί. Είχε πια ηρεμήσει, δεν ένιωθε πίεση και μοναδικός του στόχος ήταν να αλλάξει σελίδα στη ζωή του, να ορθοποδήσει οικονομικά και να κάνει οικογένεια. Πίσω στο ζάρκο, η οικογένεια του Στέφανου έδειχνε να ησυχάζει με την απουσία του ανθρώπου που στη συνείδησή της είχε καταδικάσει.
Όλοι πίστεψαν ότι ο χρόνος που περνούσε έκλεινε σιγά σιγά τις πληγές. Ότι το παρελθόν είχε αρχίσει να ξεθοριάζει. Ίσως ο χρόνος να είχε μαλακώσει τον πόνο. Ίσως το μίσος να είχε κουραστεί. Ο Γιάννης έστρωσε τη ζωή του, παντρεύτηκε και ονειρευόταν τη στιγμή που θα κρατούσε στην αγκαλιά το πρώτο του παιδί. Βάδιζε πια στα 29.
Όμως δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Στις 3 Ιανουαρίου 2002, με το πρώτο φως της ημέρας, βρέθηκε νεκρός μέσα στο επαγγελματικό του αυτοκίνητο, στη Συμβολή των Οδών, Τσίρκα και Καζαντζάκη, στη Συνικία Αγίου Γεωργίου της Λάρισας, σε μια αεροκατοικημένη γειτονιά κοντά στην όχθη του Πηνιού. Οι κάτοικοι της περιοχής πάγωσαν, μαθαίνοντας ότι ένας νέος άνθρωπος, οδηγός ταξί, είχε δολοφονηθεί, με πιθανότερο κίνητρο τη ληστεία.
Το σημείο αποκλείστηκε για να γύρει έρευνα από την ασφάλεια και τη σήμανση. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, ο θάνατος του νεαρού οδηγού ταξί είχε επέλθει από δύο σφαίρες στον Αφιένα, γύρω στις δύο με τρεις ταξιμερώματα. Στις τσέπες του βρέθηκαν οι σπράξεις της Βάρδιας, 26.700 ραχμές και το κινητό του τηλέφωνο, ενώ το ρολόι του ήταν άθικτο στον καρπό του.
Τα στοιχεία αυτά ήταν αρκετά για τους αστυνομικούς της ασφάλειας Λάρισας, ώστε να αποκλείσουν την εκδοχή της ληστείας. Ποιο ήταν τότε το κίνητρο? Όλα τα στοιχεία οδηγούσαν σε προσωπικές διαφορές. Άρχισαν τις έρευνες ψαχνώντας το παρελθόν του θύματος, τις επαφές του και τυχόν διαενέξεις που μπορεί να είχε με κάποιους. Ο δημοσιογράφος Πάνος Γαρουφαλιάς ήταν τότε ανταποκριτής του τηλεοπτικού σταθμού Άλτες στη Θεσσαλία.
Θυμάται τις έρευνες της αστυνομίας. με τον οποίο είχε εκτελεστεί ο νεαρός οδηγός ταξί. Και το δεύτερο, η απλουσία του κινήτρου της πληστίας. Στις τσέπες του βρέθηκαν τα χρήματα που είχε εισπράξει από τις κούρσες εκείνη την τελευταία βραδιά. Και το κινητό του τηλέφωνο, ενώ το ρολόι στο χέρι του, ήταν και αυτό άκρηκτο. Κατάλαβαν ότι η υπόθεση δεν ήταν συνηθισμένη και ότι για να αποκαλύψουν τον δολοφόνο θα έπρεπε να ψάξουν στο παρελθόν του θύματος.
έκαναν έρευνα προς κάθε κατεύθυνση, στο φιλικό, στο επαγγελματικό περιβάλλον και στις επαφές του. Στην παλιά τους ζωή στα Τρίκαλα αλλά και στην καινούργια στη Λάρισα, καθώς τα σενάρια εγκαταλείπονταν το ένα μετά το άλλο, όλα έδειχναν ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Το μυαλό τους γύρισε σχεδόν έξι χρόνια πίσω. Το τροχαίο δυστύχημα στο Ζάρκο ήταν οι καταγγελίες του κρήματος για τα απειλητικά μηνύματα που δεχόταν το τελευταίο διάστημα.
Έτσι, ο φακός της έρευνας εστίασε στην οικογένεια του Λεαρού, που είχε παρασύρει με το αυτοκίνητό του. Δεν φαινόταν να είχε κανείς άλλος λόγους να σκοτώσει τον Δαλαγιάννη. Όμως, για να πει άκρη, θα περνούσε πραγματικά πολύς καιρός. Όλες οι διαδρομές οδηγούσαν πίσω στο Ζάρκο, σε εκείνο το μοιραίο τροχαίο και στον πατέρα του 17χρονου Στέφανου.
Πάνω του έπεσαν οι υποψίες των αστυνομικών, καθώς πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν ακούσει με τα αυτιά τους τις απειλές του εναντίον του Γιάννη και κατέθεσαν για αυτές. Εκείνος δήλωσε άγνοια, προβάλλοντας άλοθη που φαινόταν να έχει βάσει. «Ξεστόμησα βαριές κουβέντες πάνω στον πόνο μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι και δολοφόνος», είπε.
Ωστόσο οι αστυνομικοί δεν το έβαλαν κάτω. Οι έρευνες προς άλλες κατευθύνσεις κατέληξαν σε αδίέξοδο και ο μηχανικός αυτοκινήτων παρέμενε για αυτούς ο βασικός ύποπτος. Μπορεί να μην ήταν ο φυσικός αυτούργος του εγκλήματος, αλλά δεν απέκλειαν το σενάριο να είχε δώσει την εντολή σε πληρωμένους δολοφόνους για να εκδικηθεί το θάνατο του γιού του.
Οι αστυνομικοί δεν εγκατέλειψαν την υπόθεση. Είχαν περάσει πια 26 ολόκληροι μήνες από τη δολοφονία του νεαρού οδηγού ταξί όταν άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες ρογμές στο άλοθη του υπαριθμονένα υπόπτου. Μετά από επίμονες έρευνες κατάφεραν να βρουν την άκρη του νήματος. Εντόπισαν τρεις Αλβανούς, τους οποίους είχε πλησιάσει για να υλοποιήσουν το Συμβόλαιο Θανάτου Όπως κατέθεσαν οι υποψήφοι εκτελεστές, το Πάσχα του 2001 ο μηχανικός τους έταξε 21 εκατομμύρια δραχμές για να καταστρώσουν και να υλοποιήσουν το σχέδιο της δολοφονίας Μάλιστα, για να είναι σίγουρος ότι δεν θα αποτύχουν, τους υπέδειξε το κατάστημα χαρτικών που διατηρούσε εκείνο το διάστημα ο Γιάννης και τους έδωσε και 50.000 δραχμές για να μπουν και να ψωνίσουν σαν πελάτες, ώστε να γνωρίζουν το στόχο τους και να μην κάνουν λάθος.
Όμως, παρότι πήραν 1.765.000 δραχμές ως προκαταβολή, λυπήθηκαν τον νεαρό ταξιτζή και δεν προχώρησαν. «Να προσέχεις από εδώ και πέρα», του είπαν και δεν τους ξαναείδε ποτέ. Η επόμενη κίνηση των αστυνομικών ήταν η αίτηση για άρση του τηλεφωνικού απορρίτου, κάτι που αποδείχθηκε κλειδί για τις έρευνές τους και διέλυσε την ομίχλη που είχε σκεπάσει την υπόθεση.
Όπως φάνηκε, ο πατέρας του Στέφανου δεν έχασε χρόνο μετά το ναυάγιο της πρώτης απόπειρας. Τον επόμενο κιόλας μήνα ήρθε σε επαφή με πέντε άλλους Αλβανούς. Τηλεφωνήθηκαν δεκάδες φορές για να καταλήξουν στις λεπτομέρειες τον σχεδιασμό και το κόστος αυτού του συμβολέου. Εκείνος δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τη συχνή επικοινωνία που είχε μαζί τους από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2001 δηλαδή ένα μήνα πριν δολοφονηθεί ο 29χρονος ταξιτζής Ούτε γνωρίζονταν έως τότε, ούτε τους απασχολούσε στο συνεργείο ή στα χωράφια του Άρα προσθήκτωσες επικοινωνίες και μάλιστα με προφυλάξεις, χρησιμοποιώντας πάντα τηλεκάρτα Μάλιστα όπως προέκυψε από την έρευνα η σύζυγος ενός από τους πληρωμένους Αλβάνους εγκατέλειψε το χωριό και έφυγε βιαστικά για την πατρίδα της μόλις 24 ώρες μετά την εξέτασή της από τους εξωματικούς ασφάλειας.
Η αντιπαραβολή των τραπεζικών τους λογαριασμών έφερε στο φως το οργανωμένο σχέδιο. Το συμπέρασμα ξεκάθαρο. Το πρώτο συμβόλαιο απέτυχε. Το δεύτερο εκτελέστηκε με δύο σφαίρες στο κεφάλι. ο μηχανικός, η σύζυγος και η κόρη του συνελήφθησαν το Μάρτιο του 2004 για ηθική αυτουργία στην ανθρωποκτονία από πρόθεση. Ανάμεσα στα πιστήρια ήταν και μια σελίδα από επιτραπέζιο ημερολόγιο που βρέθηκε στο σπίτι του στο οποίο ήταν σημειωμένα τα τηλέφωνα των τριών από τους πέντε Αλβανούς εκτελεστές του συμβολέου. Αυτόν δηλαδή που είχαν πάρει μέρος στη δολοφονία καθώς οι άλλοι δύο ήταν οι ενδιάμεσοι αυτοί που μεσολάβησαν ώστε να έρθουν σε επαφή οι δύο πλευρές.
Ο δικηγόρος Παραρίο Πάγο, Διονύσης Χιόνης, υπεύθυνος επιστημονικών εκδόσεων και θεσμικής δικτύωσης του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, μιλάει για τα χαρακτηριστικά αυτού του συμβολέου θανάτου. Έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο έγκλημα και σπάνιο σχετικά που είχε σαν κίνητρο όχι την αυτογικία, όπως συνήθως συμβαίνει, γιατί εδώ είχε αποδοθεί δικαιοσύνη.
Είχε επιβληθεί δηλαδή ποινή φυλάκιση από δικαστήριο για τρία χρόνια με αναστολή στον υπέτειο του τροχαίου δυστυχήματος που μετέπειτα έγινε το θύμα. Εδώ το κίνητρο ήταν η εκδίκηση, καθαρά. Και όπως φαίνεται από τα στοιχεία της υπόθεσης, η εκδίκηση δεν είναι καθόλου αυτορμιστική, γιατί προηγήθηκε μια πολύ μεγάλη εσωτερική διεργασία, χρονικά μεγάλη, κατά την οποία ξανάγραψε μέσα του ο δράστης τα όρια μεταξύ δικαιοσύνης και εγκλήματος.
Και αυτή η υπόθεση φαίνεται να έχει τέτοια βασικά χαρακτηριστικά. Τι ήθελα να πω με αυτό, ότι ο πατέρας δεν αντέδρασε αμέσως μετά το τροχαίο. Υπάρχει μια πολυετή συναισθηματική επένδυση στο μίσος, οργάνωσε τον αφανισμό του υπέτηου για τον θάνατο του παιδιού του και αυτό το έκανε σταδιακά μέσω της καθημερινής συνειδητηριασίας, έτσι όπως φαινόταν.
Και εγκληματολογικά αυτό είναι πολύ κρίσιμο, γιατί όταν κάποιος επαναλαμβάνει επί έναν μακρόχρον μικρό διάστημα ότι πρέπει να αποδοθεί η πραγματική δικαιοσύνη, γιατί δεν έμεινε ευχαριστημένος με τη δικαιοσύνη που όντως αποδόθηκε, υπάρχει κανένας αφής κίνδυνος να αρχίσει να αντιλαμβάνεται τη βία όχι ως έγκλημα, όχι ως παράνομη πράξη, αλλά ως μια ηθική υποχρέωση του ίδιου απέναντι στον εαυτό του, στην οικογένειά του και στον θανόντα γιο του.
Και έτσι εκεί ενεργοποιούνται εσωτερικοί μηχανισμοί ουδετεροποίησης, όπως λέμε στην εγκληματολογία, και εκλογή και ευσύς της εγκληματικής πράξης που εν τέλει τέλεσε. Βλέπουμε δηλαδή τη μετάβαση από το γονέα που πενθεί σε έναν άνθρωπο που νομιμοποιεί μέσα του την εκδικήση, την άσκηση βίας ως μέσο εκδικήσης. Και μάλιστα προσλαμβάνει και άλλους ως φυσικούς αυτοργούς, που αυτό το κάνει είτε για να μην εκτεθεί άμεσα ο ίδιος και να προφυλαχθεί από ενδεχόμενη σύλληψη, καταδίκη, φυλάκιση κλπ, είτε επειδή απλά μερικές φορές δεν μπορεί να το εκτελέσει το ίδιο σχέδιο ο ίδιος σαν φυσικός αυτοργός.
Η απάντηση είναι ότι ενδεχομένως να πίστευε Πως η πραγματικά μεγάλη χρονική απόσταση Επί το θάνατο του παιδιού Μέχρι το έγκλημα που διέπραξε Ως ηθικός αυτούργος Αλλά και διαφορετική τόπη κατοικίας Του ίδιου και του θύματος Γιατί πια το θύμα είχε μετακομίσει Και έμενε στη Λάρισα Και εκείνος έμενε στα Τρίκαλα δηλαδή μια απόσταση 60-70 χιλιόμετρων πίστευε ότι δεν θα τον προσθέσει στο κάδρο των υπόπτων που θα σχημάτιζε το ανθρωποκτονιόν.
Θεωρούσε επίσης ότι είχε λάβει τα μέτρα του με κλήσεις που έκανε μέσω κάρτον τηλεφώνων στους υποψήφους φυσικούς αυτούργους γιατί είδαμε ότι απέτυχε η πρώτη από πειρά του και προσέλαβε δεύτερους. Δεν έπαιρνε από δικό του τηλέφωνο δηλαδή σε αυτές τις περιπτώσεις σε πέρνα από κάρτο τηλέφωνο, τους πλήρωνε χρηματικά ποσά όχι με τραπεζική μεταφορά στο λογαριασμό τους, αλλά με μετρητά που τα σήκωνε σταδιακά κάποια εκατομμύρια δραχμές και όλο αυτό τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν μια αφελής προσέγγιση.
Δεν φάνηκε καν σαν ληστεία, γιατί το θύμα παρόλο που εκτελέστηκε μέσα στο ταξί είχε στη τσέπη ακόμα τα χρήματα από τις πράξεις της ημέρας. οπότε συνολικά φαίνεται σαν μια αφελής προσέγγιση εκ μέρους του το ότι δεν θα ασχοληθεί η αθληνομία μαζί του Βέστο κινδυντά από τόσα χρόνια από την άλλη μπορούμε να σταθούμε στο θέμα της κοινωνίας της τοπικής και μπορούμε έβλεπα να υποθέσουμε ότι είχε την πεποίθηση ότι οι συγχωριανοί του δεν θα μεταφέρουν αρμοδίως τις συζητήσεις που είχε μαζί τους και έλεγε ανοιχτά ότι θέλει να πάρει εκδίκηση αυτό στις μικρές κοινωνίες που πολλοί άνθρωποι έρχονται σε καθημερινή επαφή με τον Πενσούντα μπορεί να δημιουργήσει καμιά φορά μια μορφή κοινωνικής ανοχής προς το αίσθημα της εκδίκησης.
Είναι κάτι που το έχουμε ξαναδεί. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ρητή αποδοχή αλλά μπορεί να υπάρχει μια σιωπηρή κατανόηση. Αυτό το καταλαβαίνουμε, έχασε το παιδί του, έχει δίκιο να είναι οργισμένος. Και σε τέτοιες περιπτώσεις ο άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται ότι δεν είναι μόνο στη γνωρινή του ότι η επικείμενη άσκηση βίας εκ μέρους του αποκτά μια μορφή έστω και υπογείως ηθικής νομιμοποίησης.
Αφού δεν μου λένε ότι κάνω κάτι κακό, μάλλον είναι μαζί μου. Και πίστευε ίσως ότι δεν θα τον καταδώσουν, να δηλαδή δεν θα μεταφέρουν τη συζήτηση στην αστυνομία. Και αυτό εμπληματολογικά έχει μεγάλη σημασία γιατί επηρεάζει τους ανασταλτικούς μηχανισμούς Μηχανισμούς που αποτρέπουν το πέρασμα ενός ανθρώπου στην εγκληματική πράξη.
Το να έχει μια ηθική νομιμοποίηση και αποτρίπηση. Το χωριό μουδιασε μαθαίνοντας τις εξελίξεις. Οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η ιστορία είχε φτάσει τόσο μακριά. Το παιδί ήταν συνέχεια σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ακούγαμε όλοι τις απειλές από την οικογένεια. Ποιος να φανταστεί όμως ότι θα έφταναν σε αυτό το σημείο, είπαν οι κάτοικοι του Ζάρκου στους δημοσιογράφους.
Πάντως κάποιοι είχαν παρατηρήσει την αλλαγή στη συμπεριφορά του μηχανικού μετά τη δολοφόνια του ταξιτζή. Έως τότε δεν κυκλοφορούσε σχεδόν καθόλου στο χωριό. Απήχε από κάθε κοινωνική εκδήλωση καθώς πενθούσε το χαμό του γιού του και μάλιστα δεν είχε πάει ούτε στο γάμο του ανήψιού του. Ξαφνικά άρχισε να ντύνεται καλύτερα, να βγαίνει, να μιλάει με τον κόσμο, να κοινωνικοποιείται.
Ο δημοσιογράφος Πάνος Γαρουφάλιας θυμάται. Το κλειδί για τις έρευνες ήταν ο ετοπισμός των δύο Αλβανών, που είχε προσεγγίσει αρκικά ο πατέρας του 17χρονου, που είχε σκοτωθεί στο τροχαίο. Μπορεί οι αστυνομικοί να είχαν ήδη στα χέρια τους την καταγγελία του νεαρού ταξιτζή ότι δεχόταν απειλές από την οικογένειά του, αλλά αν δεν έβρισκαν τους υποψήφιους εκτελεστές του συμβολέου θανάτου, δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν κατηγορία μια πληρωμένη δολοφονία.
Αυτοί οι δύο λοιπόν με τις καταθέσεις τους κατήφθηκαν ουσιαστικά τις έρευνες. Είπαν ότι πήραν λεφτά από τον πατέρα του νεαρού για να το σκοτώσουν, αλλά τελικά τον λυπήθηκαν. Να προσέχεις, του είπαν. Ο Δαρλαγιάννης κατήγηλε το περιστατικό στην αστυνομία και αυτή η καταγγελία ήταν η άκρη του νήματος για τη διαλέξαση της υπόθεσης.
Η έρευνα συνεχίστηκε στα τηλέφωνα, κυρίως στα κινητά της οικογένειας. Όπως διαπιστώθηκε, υπήρχαν κλήσεις προς συγκεκριμένα άτομα αλβανικής καταγωγής και μάλιστα άγνωστα έως τότε. Όλα έδειγαν ότι ο πατέρας του 17χρονου μετά το ναυάγιο με τους δύο Αλβανούς είχε απευθυνθεί σε άλλους υποψήφιους εκτελεστές που ήταν και αυτοί από την ίδια χώρα Το επόμενο στάδιο των ερευνών έγινε στους τραπεζικούς λογαριασμούς της οικογένειας σε αντιπαραβολή με λογαριασμούς που διατηρούσαν οι Αλβανοί Από την διασταύρωση των στοιχείων βρέθηκαν ότι είχαν καταδεχεί κρίματα από την οικογένεια στους λογαριασμούς των φυσικών αυτοργών της δολοφονίας.
Και έτσι οι αστυνομικοί προχώρησαν στη σύλληψη του Αιτολέα, της σύζυγου του και της κόρης τους. Όπως ήταν φυσικό οι σύλληψεις προκάλεσαν αίσθηση στο χωριό Ζάρκου. Οι μόνοι που έπεσαν από τα σύννεφα ήταν οι κοντινοί συγγενείς του άνθρωπου ταξιδί που δήλωσαν δικαιωμένοι. Από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος του βρέθηκε νεκρός κόλαζαν ότι η οικογένεια του μηχανικού αυτοκινήτων δεν ήταν αμέτροχη.
Μετά την απολογία του, ο πατέρας του Στέφανου, στα 56 του πλέον χρόνια, κρύθηκε προσωρινά κρατούμενος και οδηγήθηκε στη φυλακή, ενώ η σύζυγος και η κόρη του αφήθηκαν ελεύθερες έως τη δίκη, που έγινε το Σεπτέμβριο του 2005 στο Μικτόρκο, το δικαστήριο Λάρισας, λίγες μέρες πριν εκπνεύσει το 18 μήνο, ανώτατο όριο προφυλάκησης.
Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε μέσα σε ένταση, αλλά και με μια σοβαρή καταγγελία. Ένας ένωρκος αποκάλυψε ότι είχε δεχθεί απειλές κατά της σωματικής του ακεριότητας και ζήτησε από την αστυνομία να εντείνει τις έρευνες για τον εντοπισμό των ασύλειτων πληρωμένων δολοφόνων. Ο βασικός κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι προσέγγισε κάποιους Αλβανούς για να κάνουν κακό στο Γιάννη Δαρλαγιάννη.
Άλλωστε αυτό είχε αποδειχθεί με ατράνταχτα στοιχεία κατά την προανάκριση. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι τους πλήρωσε όχι για να σκοτώσουν τον νεαρό οδηγό ταξί, αλλά για να τον εμπλέξουν σε υπόθεση ναρκωτικών, προκειμένου να συλληφθεί και να καταλήξει στη φυλακή, έστω και έτσι. Η υπεράσπιση παρουσίασε έναν άνθρωπο διαλυμένο ψυχολογικά από το θάνατο του παιδιού του.
Ένα πατέρα που δεν άντεξε την απώλεια, που μετά το θάνατο του γιού του υπέστη έντονο ψυχικό κλονισμό, με αποτέλεσμα να έχει διαταραχθεί η συνείδησή του και να έχει μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του. Επιπλέον ζήτησε να του αναγνωριστεί και το ελαφριντικό του πρώτερου έντιμου βίου. Το δικαστήριο δεν πίστηκε, αξιολογώντας και τα στοιχεία που ήρθαν στην επιφάνεια κατά την αποδεικτική διαδικασία Έκλεινε τον κατηγορούμενο ένοχο για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και πρόκληση σε εκτέλεση κακουργήματος, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση Τον καταδίκασε στην ανώτατη ποινή που προβλέπεται για την ανθρωποκτονία, η σώβια κάθριξη και φυλάξη τριών ετών για τη δεύτερη κατηγορία Ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Διηγόπουλος που είχε καλύψει την υπόθεση και την εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισσας θύμαται το κλίμα στο Ζάρκο μετά τις αποκαλύψεις Νομίζω ήταν και η πρώτη φορά που ακούστηκε τέτοιο πράγμα και μάλιστα εδώ έχουμε και δικαστική απόφαση
που δέχθηκε ότι πληρωθήκαν τρία άτομα για να τους σκοτώσουν δεν είχε ακουστεί ούτε ποτέ σε δικαστήριο έχει προκύψει τέτοια κατηγορία και να καταδικαστεί κιόλας και ο ηθικός αυτοργός. Βέβαια εδώ πέρα έχουμε και τους φυσικούς αυτοργούς, τους αλβανούς υπηκούς, που φυσικά την κομπανία έτσι και την έθιναν στην Αλβανία, ούτε ποτέ δεν βρεθήκαν.
Δεν ξέρω αν η αστυνομία γνώριζε και τις ταυτότητές τους, αυτό δεν το ξέρουμε. Αλλά δεν βρέθηκαν ποτέ εν πάση περιπτώσει για να συλληφθούν, τέλος πάντων. Έκανε αίσθηση τότε αυτό πάρα πολύ ασχόλιατον για μέρες της τοπικής κοινωνίας και λέει δεν είναι δυνατόν τη ρωμένη δολοφόνη, τι είναι αυτά και λοιπά τα γνωστά. Όλο το χωριό γνώριζε ότι πήρε και μανία κατά του οδηγού του ταξί επειδή σκότωσε τον γιο τους.
Μάλιστα κατά διαστήματα εκφράζονταν απειλές κατά το 28χρονο ο οποίος βλέποντας όλο αυτό το σκηνικό σε βάρος και με προνοπή της οικογένειάς του μετακόμισε οριστικά στη Λάρισα μετά το συμβάνι το θενατηφόρο τροχείο εκεί άνοιξε ένα μαγαζάκι καλώς πάντων και μετά έγινε οδηγός ταξί όμως η οικογένεια του θύματος του 17χρονου παιδιού και ειδικά να μην λέμε οικογένειο πατέρας γιατί αυτός καταδικάχθηκε ήταν πάντα στο κατόπι του δεν ησυχάζε ποτέ Η σύζυγος και η κόρη του αθώθηκαν ομόφωνα καθώς δεν αποδείχθηκε ότι είχαν εμπλακεί στην υπόθεση.
Αυτή η ομοφωνία σήμαινε ότι κανένας εισαγγελέας δεν μπορούσε να ασκήσει έφεση ώστε να καθίσουν και πάλι στο ευδόλιο μαζί με τον καταδικαστέντα ως ηθικό αυτούργο του εγκλήματος. Η αθώση τους προκάλεσε αντιδράσεις από τους συγγενείς του θύματος στη συνείδηση των οποίων είχαν και αυτές μερίδιο ευθύνης για τη δολοφονία του παιδιού τους, καθώς, ενώ είχαν καταλάβει τις προθέσεις του και όλη την προετοιμασία και τις επαφές με τους εκτελεστές, δεν έκαναν τίποτα για να τον σταματήσουν και στη συνέχεια έκαναν τα πάντα για να τον καλύψουν.
«Δεν είναι δικαιοσύνη αυτή», φώναζε η μητέρα μετά το τέλος της δίκης. «Έχω ένα παιδί στο χώμα και αυτές θα είναι ελεύθερες». Η ποινή του μηχανικού σφραγίστηκε τρία χρόνια αργότερα, το 2008 από το μεικτό ορκωτό εφετίο Λάρισας το οποίο απέρριψε και πάλι το αίτημα της υπεράσπισης να το αναγνωρίσει ελαφριντικά ώστε να σπάσουν τα εισόβια.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης που είδα αργότερα το φως της δημοσιότητας ο αυτοτελής ισχυρισμός περιμειωμένου καταλογισμού απορρίφθηκε καθώς όπως αναφερόταν χαρακτηριστικά ο κατηγορούμενος ενήλικησε ψύχρεμα, παρέμεινε ήρεμος και έδρασε με όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις που μαρτυρούσε σαν λογικό άνθρωπο, χωρίς ο ίδιος να βρίσκεται υπό καμία ψυχοπνευματική διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών.
Για το ελαφρυντικό του πρώτερου έντιμου βίου, που επίσης απορρίφθηκε, το σκεπτικό της απόφασης ήταν το εξής. Για να συγχιοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του πρωτέρου εντίμου βίου, δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρό, ούτε η εκμέρους του πετίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόπινες πράξεις, συνήθισης ανθρώπινης συμπεριφορά, της εργασίας του, προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ίδιου και των μελών της οικογένειάς του, δοθέντως ότι για τη στοιχειοθέτηση του ελαφριντικού αυτού απαιτείται θετική και επωφελείς για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς, ενώ ο ίδιος δεν επικαλείται καθόλου στοιχεία προς θεμελίωσή του.
Ο αυτοτελής λοιπόν, ισχυρισμός αυτός, ήταν αόριστος. Παρά το γεγονός ότι ο Μικτόρκο, το εφετείο, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και να αιτιολογήσει την κρίση του, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη τεσσάρων μελών του δικαστηρίου δεν είναι βάσιμος εφόσον ο κατηγορούμενος επί έτη και για μεγάλο χρονικό διάστημα σχεδίαζε το θάνατο του οδηγού ταξί.
Ο δικηγόρος Παραρίο Πάγο Διονύσης Χιόνης σχολιάζει την απόφαση της δικαιοσύνης. Το δικαστήριο όπως κατά κανόνα συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις εστίασε σε δύο πολύ βασικά σημεία. Στη μεθοδικότητα που επέδειξε ο δράστης και στην αλληλουχία των πράξεων του δράστη. Δηλαδή, στείασε στις επαφές που είχε με τους υποψήφιους φυσικούς αυτοργούς, στις οικονομικές συναλλαγές που τις έκανε προσεκτικά, στις επαναλαμβανόμενες απόπειρες.
Δοκίμασε, δεν ολοκληρώθηκε η πράξη, πήγε σε άλλους, πληρώσε άλλους φυσικούς αυτοργούς. Στείασε στις προφυλάξεις που έλαβε, τηλεφωνώντας από το τηλέφωνο. Τα χρήματα που δεν τα μετέφερε μέσω τράπεζας Αλλά μόνο με τριτά Δηλαδή σε στοιχεία που συνολικά δείχνουν ψυχραιμία και σχεδιασμό Αυτά δεν συνάζουν με ψυχική ή διανοητική διαταραχή Ούτε με διατάρξη της συνείδησης κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης Από την πλευρά του δράστη Και οι παραδοχές αυτές του δικαστηρίου που είναι σωστές Μας βοηθούν να καταλήξουμε σε ένα βαθύτερο δηματολογικό συμπέρασμα ότι ενίοτε η εκδίκηση οδηγεί σε μια διαδικασία ηθικής μετατόπισης που γίνεται με σταδιακά, αλλά γίνεται.
Δηλαδή ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ότι παραβιάζει έναν κανόνα δικαίου, όπως είπαμε και προηγουμένως, αλλά πιστεύει ότι αποκαθιστά μια αδικία. Μόνο που τελικά εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη τραγωδία των εμπλημάτων, γιατί η εκδίκηση που ολοκληρώνεται ανοίγει ένα νέο κύκλο βίας και τελικά καταστρέφει όχι μόνο το θύμα της εκδίκης αλλά και τον δράστη, τον άνθρωπο που πίστηκε ότι μέσα από αυτή τη βία θα λυτρωθεί και εν τέλει ούτε αυτός λυτρώνεται ούτε η οικογένεια του λυτρώνεται ίσα ίσα που βιώνουν εγκλεισμό, βιώνουν ένα νέο δράμα.
ο Μίχλη να μην έφυγε ποτέ από το ζάρκο και να απλώθηκε στις ζωές όλων αυτών που έζησαν την ιστορία. Γιατί οι άνθρωποι μπορεί να σωπαίνουν, να συνεχίζουν τη ζωή τους, να πηγαίνουν στις δουλειές τους, στα καφενεία, στις εκκλησίες, στα πανηγύρια, αλλά οι ιστορίες μένουν και κάθονται βαριές πάνω στα σπίτια. Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγεί τις σκοτεινές υποθέσεις διαβόητες δολοφονίες και ανεξιχνίαστα μυστήρια στο πλαίσιο της σειράς με αληθινά εγκλήματα που συγκλώνησαν την Ελλάδα από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.
Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο της σειράς ακολουθήστε μας στο Spotify και στα Apple Podcasts ή ακούστε μας μέσα από το Lifeo TV στο YouTube και στο LifeoGR.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα