Λολίτα: Όταν η αφήγηση γίνεται άλλοθι
Ανατροπή στο ...χαρτίΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Τι συμβαίνει όταν ένα από τα πιο σκοτεινά θέματα της λογοτεχνίας γράφεται με την πιο όμορφη γλώσσα;
Σε αυτό το επεισόδιο της Ανατροπής στο Χαρτί μπαίνουμε στη Λολίτα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ όχι για να μιλήσουμε για σκάνδαλο, αλλά για αφήγηση.
Τι θα γινόταν αν η Ντολόρες αφηγούνταν την ιστορία;
Είναι ο Χάμπερτ τέρας ή απλώς ένας επικίνδυνα ικανός αφηγητής;
Και γιατί η λέξη «Λολίτα» έγινε πολιτισμικός όρος, ενώ το έργο είναι στην ουσία μια μελέτη πάνω στη χειραγώγηση;
Ένα επεισόδιο για τη δύναμη της γλώσσας.
Και για το πώς η αισθητική μπορεί να θολώσει την ηθική.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Υπάρχουν βιβλία που σε σοκάρουν και υπάρχουν βιβλία που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν το σοκ το ένιωσε σωστά. Η λολίτα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα για μια απαγορευμένη σχέση. Είναι ένα μυθιστόρημα για το πως ένας άνθρωπος μπορεί να πάρει την πιο σκοτεινή πράξη και να την τύσει με τόσο εκλεπτισμένη γλώσσα ώστε για λίγες στιγμές να σε κάνει να ξεχάσεις τι πραγματικά συμβαίνει.
Και αυτό είναι τρομακτικό. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις 18 Αυγούστου 1955 και αναφισβήταται είναι ένα από τα διαμάντια της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Ένα διαμάντι όμως που προκάλεσε ένα παγκόσμιο σκάνδαλο. Ο αφιητής, ο Χάμπερτ Χάμπερτ, δεν ψιθυρίζει. Μιλάμε αυτοπεποίθηση Είναι η φωνή που μας παγιδεύει Μιλάει με χιούμορ, με ηρωνία, με λογοτοχική τεξιοτεχνία Από την πρώτη κιόλας σελίδα σου δείχνει ότι ξέρει να χειρίζεται τις λέξεις Και όταν κάποιος χειρίζεται τόσο καλά τις λέξεις Αρχίζει να χειρίζεται και τον αναγνώστη Δεν ζητά να τον συγχωρέσεις, ζητά να τον καταλάβεις Και το πρόβλημα είναι ότι μερικές φορές τον καταλαβαίνεις Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ανατροπή του Ναμπόκοφ Δεν μας φέρνει αντιμέτωπος μόνο με έναν ανήθικο άνθρωπο Μας φέρνει αντιμέτωπος με τη δική μας ικανότητα να παρασυρθούμε από την ομορφιά της γλώσσας Έχετε αναρωτηθεί σχετικά με το βιβλίο τι θα γινόταν αν η Λολίτα ήταν αυτή που μιλούσε Ας αλλάξουμε το κάδρο Αν η ιστορία λεγόταν από την τολόρες
όχι από το βλέμμα που την επιθυμεί αλλά από τη φωνή που τη βιώνει τι θα έμενε Δεν θα υπήρχαν παιχνιδιάρκες περιγραφές Δεν θα υπήρχε ηρωική αυτοκριτική Δεν θα υπήρχε το λεπτό χιούμορ που σε κάνει να χαλαρώνεις το βιβλίο Θα υπήρχε όμως η αμηχανία ενός παιδιού Η σύγχυση Η σταδιακή απώλεια ελέγχου Ο Χάμπερτ επιμένει ότι εκείνη τον προκάλεσε ότι εκείνη είχε πίνωση και ότι υπήρχε μια αμοιβαιότητα και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο της αφήγησης η μετατόπιση της ευθύνης μέσα από τη γλώσσα αν η Λολίτα φυγούταν το βιβλίο δεν θα ήταν τόσο λυρικό θα ήταν όμως ασφυκτικό και πιθανόν πολύ πιο σύντομο γιατί ο εξοραϊσμός απέτεικε λέξεις η βία όχι Ο Χάμπερτ τελικά πως λειτουργεί.
είναι το τέρας ή ο καθρέφτης. Είναι εύκολο να πούμε ότι είναι τέρας και να τελειώνουμε. Αλλά ο Ναμπόκοβ δεν γράφει καρικατούρες. Ο Χάμπερντ είναι φύης. Είναι αυτοαναφορικός, είναι με έναν παράδοξο τρόπο δικό του, διαφανής. Δεν κρύβει τι κάνει, το εξηγεί. Και αυτή η εξήγηση είναι πιο αεινσύντικη από την απόκριψη. Το βιβλίο δεν μας ζητά να συμπαθήσουμε τον Χάμπερντ.
Μας δείχνει πόσο εύκολα μπορούμε να παρασυρθούμε όταν κάποιος μιλά όμορφα για κάτι άσχημο. Η αισθητική λειτουργεί σαν φίλτρο. Μαλακώνει τις γωνίες, δημιουργεί την απόσταση. Και η απόσταση κάνει την πράξη να μοιάζει με αφίληση. Σαν να συνέβη σε κάποιον άλλο, σε άλλο χώρο, σε άλλη εποχή. Ορεοποιημένο ίσως. Το πιο ηρωνικό στοιχείο είναι αυτό που ακολούθησε το βιβλίο.
Η λέξη Λολίτα έγινε πολιτισμικός όρος. Συνδέθηκε με πρόοριση σεξουαλικότητα, με φλερτ, με πρόκληση. Το άνομα του θύματος έγινε ταμπέλα. Κανείς δεν χρησιμοποιεί το Χάμπερτ για να περιγράψει τον θήτη. Οι περισσότεροι από όσους έχουμε διαβάσει το βιβλίο δεν θυμόμαστε καν ότι λέγεται Χάμπερτ. Η αφήγηση του αφήγητη επικράτησε ακόμη και έξω από το βιβλίο, πολιτισμικά, στην κοινωνία.
Αυτό από μόνο του αποδεικνύει και τη δύναμη της οπτικής. Το έργο δεν είναι ερωτικό με διστόρημα. Είναι μελέτη πάνω στη χειραγώγηση. Και η παραμηνία του δείχνει πόσο εύκολα μια καλοδουλεμένη αφήγηση μπορεί να επηρεάσει συλλογικά την αντίληψη. Το βιβλίο ίσως λειτουργεί ως μια προειδοποίηση. Η Λολίτα δεν είναι ιστορία επιθυμίας, είναι ιστορία ελέγχου.
Ο Χάμπερντ ελέγχει την γλώσσα, το πλαίσιο, τον αριθμό της εξομολόγησης και τελικά την εικόνα της δολόρες Όταν κάποιος ελέγχει την αφήγηση, ελέγχει και τη μνήμη Και αυτό είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο του έργου Ζούμε σε μια εποχή αφηγημάτων Η πραγματικότητα περνά πάντα μέσα από φιλτραρισμένες εκδοχές Η Λολίτα μας θυμίζει ότι η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη Μπορεί να αποκαλύψει, μπορεί και να καλύψει.
δεν είναι κάποια ποιητική περιγραφή. Είναι η πρώτη νύχτα στο ξανοχείο. Ο Χάμπερτ αφηγείται τη σκηνή με τρόπο σχεδόν κομικό. Παινιτικός, πυρονικός, αυτάρεσκος. Περιγράφει τη μικρή τολόρες σαν να συμμετέχει ενεργά, σαν να καταλαβαίνει το παιχνίδι. Σε ορισμένα σημεία σχεδόν μεταφέρει την ευθύνη σε εκείνη. Και εδώ βρίσκεται το σοκ.
Δεν βλέπουμε το γεγονός. βλέπουμε την εκδοχή του και η εκδοχή είναι καλοδουλεμένη. Ο Χάμπερτ χρησιμοποιεί ευθυμισμούς, χιούμορ, λεκτικά παιχνίδια, αυτοσαρκασμό. Η βία δεν περιγράφεται όμα. Αποδομείται σε αφήγηση. Η πράξη γίνεται λόγος. Και αν σταματήσεις για λίγο και αφαιρέσεις το ύφος, μένει κάτι απλό. Ένας ενήλικας με εξουσία πάνω σε ένα παιδί.
Αν είναι τολόριες μιλούσες σε αυτή τη σκηνή, δεν θα υπήρχε ηρωνία. Θα υπήρχε ασάφεια, φόβος και αμηχανία. Η αφήγηση θα γινόταν αποσπασματική, ίσως και σιωπηλή. Ο Ναμπόκοφ δεν εξορράιζει την πράξη, εξορράιζει τον αφηγητή και μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε πόσο εύκολα αγωιτευόμαστε από την ευφυγεία. Ο Ρασκόλνικοφ βασανίζεται από τη συνείδησή του.
Η ενοχή είναι εσωτερική τιμώρια. Ο Χάμπερτ αντίθετα προσπαθεί να μετατρέψει την ενοχή εδώ σε αισθητική. Στον υπέροχο Γκάτσμι η αφήγηση εξιτανικεύει έναν άντρα μέσα από το βλέμμα άλλου. Στη Λολίτα η εξιτανίκευση γίνεται αυτοαφήγηση. Ο μύθος γράφεται από τον ίδιο τον δράστη. Στον ξένο του καμή ο Μερσό μιλά ψυχρά, σχεδόν αποστασιοποιημένα Η αποσία συναισθήματος προκαλεί Στη Λολίτα η υπερβολική διτολική κάνει το ίδιο Και στις τρεις περιπτώσεις το ερώτημα ανακοινώ Πόσο αξιόπιστος είναι ο αφηγητής όταν μιλά για τον εαυτό του Το μεθυστόρημα μεταφέρθηκε στο κινηματογράφο δύο φορές από τον Stanley Kubrick το 1962 και από τον Adrian Lane το 1997.
Η εκδοχή του Kubrick, αναγκασικά υπενηκτική, περιορισμένη από τη λογοκρισία της εποχής, εστιάζει περισσότερο στη σκοτεινή ηρωνία και λιγότερο στην πράξη. Η εκδοχή του Lane είναι πιο άμεση, πιο σωματική και πιο δραματική. Και στις δύο περιπτώσεις όμως φαίνεται το βασικό πρόβλημα. Στο σινεμά δεν μπορείς να κρυφτείς τόσο πίσω από την γλώσσα.
Το βλέμμα της κάμερας δεν έχει την ίδια βεληξία με την πρόσο του Ναμπόκοφ Και η χειραγώγηση της αφήγησης αποδυναμώνεται Αυτό δείχνει και κάτι ουσιαστικό Η Λολίτα είναι πρωτίστως λογοτεχνικό φαινόμενο Η δύναμή της βρίσκεται στο ύφος και όχι στην πλοκή γιατί αυτό που μένει είναι ένα απλό ερώτημα. Αν η Λολίτα φυγούνταν την ιστορία, αν η γλώσσα δεν ήταν εργαλείο εξωαραϊσμού, αν ο αναγνώστης δεν βυθιζόταν στην δεξιοτεχνία του Χάμπερτ, θα υπήρχε ποτέ αυτή η πολιτισμική σύγχυση.
Ίσως όχι. Αλλά τότε δεν θα είχαμε ένα από τα πιο σύνθετα με τις θωρήματα του 20ου αιώνα. Η Λολίτα δεν δοκιμάζει μόνο τα όρια της ηθικής, δοκιμάζει και τα όρια της ανάγνωσης και τελικά μας αφήνει με κάτι πιο άβολο από το σκάνδαλο τη συνειδητοποίηση ότι η ομορφιά της γλώσσας μπορεί να κάνει το σκοτάδι να μοιάζει ανεκτό
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα