Skip to content
PodBase
Ενδοοικογενειακή Βία

Ενδοοικογενειακή Βία

Ανθρώπων Σχέσεις
Ιούνιος 08, 2026 00:50:31
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα από τα πιο σοβαρά και πιο επώδυνα θέματα των ανθρώπινων σχέσεων.

Δεν αφορά μόνο τα χτυπήματα. Αφορά και τον φόβο, τον έλεγχο, την απειλή, την ταπείνωση, τη σιωπή, τη συναισθηματική κακοποίηση και τη σταδιακή διάλυση της ασφάλειας μέσα στον ίδιο τον χώρο που θα έπρεπε να προστατεύει τον άνθρωπο.

Σε αυτό το επεισόδιο του «Ανθρώπων Σχέσεις», προσεγγίζουμε την ενδοοικογενειακή βία ως μια βαθιά παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της έννοιας του δεσμού.

Μιλάμε για το τι είναι πραγματικά η ενδοοικογενειακή βία, ποιες μορφές μπορεί να πάρει, γιατί είναι τόσο δύσκολο να αναγνωριστεί, πώς λειτουργεί ο κύκλος της βίας και τι αφήνει μέσα στον άνθρωπο που τη βιώνει.

Αναφερόμαστε επίσης στον βαθύ αντίκτυπο που έχει στα παιδιά, είτε ως άμεσους αποδέκτες είτε ως μάρτυρες βίας, στο γιατί οι άνθρωποι δεν “φεύγουν απλώς”, αλλά και στο τι σημαίνει ουσιαστική στήριξη, ασφάλεια και προστασία.

Η ποιητική ενότητα του επεισοδίου πλαισιώνεται από ένα ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη, που φωτίζει με λιτό και βαθύ τρόπο το ψυχικό αποτύπωμα του φόβου και την ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί από κάτι σταθερό όταν όλα γύρω του απειλούνται.

Ένα επεισόδιο για τη βία, τον φόβο, τη σιωπή, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ανάγκη να ξαναπούμε καθαρά ότι η αγάπη δεν είναι ποτέ τρόμος.

Γιατί τελικά, κανένα σπίτι δεν είναι πραγματικά σπίτι όταν μέσα του κατοικεί ο φόβος.

🧡

@anthropon.sxeseis

📩 [email protected]

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Καλώς ήρθατε στο podcast Ανθρώπων Σχέσεις. Είμαι ο Ιωάννης Σιδηρόπουλος και εδώ εξερευνούμε τη ψυχολογία των σχέσεων, τις προκλήσεις της σύγχρονης ζωής και ανοίγουμε χώρο για σύνδεση με τον εαυτό μας και τους άλλους, με τη ψυχολογία ως οδηγό και την ποίηση ως γλώσσα. Καλώς ορίσατε σε ένα ακόμη επεισόδιο του Ανθρώπων Σχέσεις.

Σήμερα θα μιλήσουμε για ένα θέμα πολύ δύσκολο, πολύ σοβαρό και βαθιά ανθρώπινο. Την ενδοοικογενειακή βία. Μια πραγματικότητα που δεν αφορά μόνο τα χτυπήματα, αλλά και τον φόβο, τον έλεγχο, την απειλή, την ταπείνωση, τη σιωπή και τη σταδιακή διάλυση της ασφάλειας μέσα στον ίδιο τον χώρο που θα έπρεπε να προστατεύει τον άνθρωπο.

Τι σημαίνει να φοβάσαι μέσα στο ίδιο στο σπίτι? Πώς αναγνωρίζεται η βία όταν δεν είναι πάντα ορατή? Και γιατί είναι τόσο σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι η αγάπη δεν μπορεί να συνεπάρχει με τον τρόμο? Πάμε λοιπόν να το δούμε μαζί. Τι είναι πραγματικά η ενδοοικογενειακή βία? Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι απλώς μια τοξική σχέση ή μια έντονη σύγκρουση ή ακόμη ότι οι δύο άνθρωποι δεν ταιριάζουν.

Είναι μια κατάσταση όπου μέσα στον οικογενειακό ή συντροφικό χώρο ένας άνθρωπος ασκεί βία, φόβο, έλεγχο ή εξουσία πάνω σε έναν άλλον. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι η βία από γονέα, σύντροφο ή πρώην σύντροφο περιλαμβάνει σωματική, σεξουαλική και συναισθηματική βία και μπορεί να ασκείται και με τεχνολογικά μέσα.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή. Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι μόνο το χτύπημα. Μπορεί να είναι η απειλή, η τρομοκράτηση, η ταπείνωση, η συνεχής υποτίμηση, η απομόνωση, ο οικονομικός έλεγχος, η επιτήρηση, η σεξουαλική εξαναγκαστική συμπεριφορά, η αίσθηση ότι ο ένας άνθρωπος ζει μέσα στο σπίτι του με φόβο.

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης αναγνωρίζει τη βία κατά των γυναικών και την ενδοοικογενειακή βία ως παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ζητά από τα κράτη να αναπτύσσουν νόμους, πολιτικές και υπηρεσίες στήριξης. Πάμε να τα δούμε ένα. Πρώτον, δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Ένας από τους πιο επικίνδυνους μύθους είναι ότι ό,τι συμβαίνει μέσα στο σπίτι, ανήκει στο σπίτι.

Όχι. Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι κοινωνικό, νομικό, ψυχικό και ανθρώπινο ζήτημα. Όταν ένας άνθρωπος ζει υπό φόβο μέσα σε ένα στενό δεσμό, δεν μιλάμε για προσωπική διαφωνία. Μιλάμε για βλάβη και παραβίαση. Δεύτερον, δεν χρειάζεται να είναι συνεχής για να είναι βία. Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τη βία επειδή δεν συμβαίνει κάθε μέρα ή επειδή ο άνθρωπος που τη διαπράττει δεν είναι μονίμως βίαιος.

Μπορεί να έχει και στιγμές τρυφερότητας, μεταμέλειας, υποσχέσεων ή κανονικότητας. Αυτό δεν αναιρεί τη βία. Αντίθετα, πολλές φορές αυτή η εναλλαγή είναι που μπερδεύει πιο πολύ το θύμα και το κρατά δεμένο στη σχέση. Τρίτον, δεν αφορά μόνο μία κοινωνική ομάδα. Η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές ηλικίες, μορφωτικά επίπεδα, οικονομικές τάξεις και οικογενειακά περιβάλλοντα.

Δεν είναι θέμα κάποιων άλλων. Είναι φαινόμενο, διαδεδομένο και παγκόσμιο. Ο ΠΟΗ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, αναφέρει ότι παγκοσμίως σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες έχει υποστεί σωματική ή και σεξουαλική βία στη ζωή της, κυρίως από σύντροφο, ενώ στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας το αντίστοιχο ποσοστό για γυναίκες 15 έως 49 ετών είναι 26%.

Τέταρτον, η βία δεν είναι αγάπη που ξεφεύγει. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο αυτής της πρώτης ενότητας. Η βία δεν είναι πάθος, δεν είναι ζήλια επειδή σε αγαπά, δεν είναι ένταση χαρακτήρα, δεν είναι σκληρή αγάπη, δεν είναι φυσιολογική έκρηξη μέσα σε μια δύσκολη ζωή. Η βία είναι βία και όταν μπαίνει μέσα στον οικείο χώρο τραυματίζει ακριβώς εκεί που ο άνθρωπος θα έπρεπε να νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια.

Άρα τι είναι πραγματικά η ενδοοικογενειακή βία? Είναι κάθε μορφή σωματικής, ψυχολογικής, σεξουαλικής, οικονομικής ή ελεγκτικής βίας που ασκείται μέσα σε οικογενειακή ή συντροφική σχέση και κάνει έναν άνθρωπο να ζει με φόβο, πίεση ή διαρκή απειλή μέσα στον ίδιο του τον οικείο χώρο. Και ίσως η πιο ουσιαστική μας φράση αυτής της ενότητας να είναι η εξής.

Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι μια δύσκολη σχέση. Είναι η καταστροφή της ασφάλειας μέσα στον χώρο που θα έπρεπε να προστατεύει τον άνθρωπο. Πάμε να περάσουμε στις μορφές της ενδοοικογενειακής βίας Όταν μιλάμε για ενδοοικογενειακή βία είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει μόνο μία μορφή βίας Αυτό είναι και ένας από τους λόγους που πολλές φορές δυσκολεύεται ένας άνθρωπος να αναγνωρίσει αυτό που ζει Γιατί αν δεν υπάρχουν εμφανή χτυπήματα μπορεί να σκεφτεί ότι δεν είναι και τόσο σοβαρό ή ότι ίσως υπερβάλλω ή απλώς έχουμε μια δύσκολη σχέση.

Όμως η βία δεν είναι μόνο σωματική. Ο ΠΟΙ και τα ευρωπαϊκά θεσμικά πλαίσια περιγράφουν ότι η βία μέσα στην οικογένεια ή στην συντροφική σχέση μπορεί να είναι σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, συναισθηματική, οικονομική και ελεγκτική, ενώ πλέον αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο και οι ψηφιακές μορφές ελέγχου και κακοποίησης.

Πάμε να τα δούμε επιμέρους. Πρώτον, σωματική βία. Αυτή είναι η πιο αναγνωρίσιμη μορφή, καθώς περιλαμβάνει χτυπήματα, σπροξίματα, τραβήγματα, πνίξιμο ή απόπειρα πνιγμού, κλωτσιές, χαστούκια, κάψιμο, χρήση αντικειμένων ή όπλων, κάθε σωματική επίθεση ή απειλή επίθεσης. Επειδή αυτή η μορφή αφήνει πιο όρατα σημάδια, συχνά θεωρείται η πραγματική βία.

Όμως αυτό είναι λάθος. Είναι μια μορφή βίας, όχι η μόνη. Δεύτερον, ψυχολογική και συναισθηματική βία. Αυτή είναι πολλές φορές η πιο διαβροτική μορφή, ακριβώς επειδή δεν αφήνει πάντα ορατά τραύματα στο σώμα, αλλά αφήνει βαθιά τραύματα στην ψυχή. Περιλαμβάνει συνεχή υποτίμηση, εξευτελισμό, προσβολές, φωνές και εκφοβισμό, απειλές, ενοχοποίηση, χειρισμό, τιμωρητική σιωπή, «gaslighting», σταδιακή διάλυση της αυτοεκτήμησης.

Και ούτω καθεξής. Υπάρχουν πάρα πολλά ακόμη. Ο άνθρωπος λοιπόν αρχίζει να αμφισβητεί τον εαυτό του, να μικραίνει, να φοβάται, να χάνει τη σταθερότητά του. Και πολλές φορές αυτό είναι τόσο βαθύ, ώστε αργότερα να μην ξέρει πια αν μπορεί να εμπιστευτεί αυτό που βλέπει και νιώθει. Τρίτον, σεξουαλική βία. Η σεξουαλική βία μέσα σε μια σχέση παραμένει συχνά από τις πιο αόρατες και πιο σιωπηλές μορφές βίας γιατί υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πιστεύουν ότι μέσα σε γάμο ή σε σχέση οφείλεις σεξουαλική διαθεσιμότητα.

Αυτό δεν ισχύει. Σεξουαλική βία σημαίνει εξαναγκασμό σε σεξουαλική πράξη χωρίς συνένεση, πίεση ή απειλή για σεξ, σεξουαλική πράξη όταν ο άνθρωπος φοβάται να αρνηθεί, εξευτελισμός ή εξαναγκασμός σε πρακτικές που δεν θέλει κάθε παραβίαση του σώματος και της συνένεσης ακόμη και μέσα σε γάμο ή μακροχρόνια σχέση. Η συνένεση δεν ακυρώνεται επειδή υπάρχει δεσμός.

Τέταρτον, οικονομική βία. Αυτή η μορφή συχνά υποτιμάται, αλλά είναι πολύ σοβαρή. Περιλαμβάνει κάθε προσπάθεια ελέγχου του άλλου μέσω των οικονομικών. Για παράδειγμα, να του στερείτε πρόσβαση σε χρήματα, να μην του επιτρέπεται να εργαστεί, να ελέγχεται πλήρως που ξοδεύει και τι, να του ζητείτε λογοδοσία για τα πάντα, να κρατιέται σε οικονομική εξάρτηση ώστε να μην μπορεί να φύγει.

Η οικονομική βία δεν είναι απλώς σφιχτός χαρακτήρας, είναι εργαλείο εξουσίας. Πέμπτον, ελεγκτική και καταναγκαστική συμπεριφορά. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό και πολύ σύγχρονο ως κατανόηση. πολλές φορές η βία δεν εμφανίζεται πρώτα ως χτύπημα, αλλά ως μοτίβο ελέγχου. Περιλαμβάνει απομόνωση από φίλους και οικογένεια, έλεγχο μετακινήσεων, απέτηση διαρκούς ενημέρωσης, ζήλια που λειτουργεί ως επιτήρηση, καθορισμό του τι επιτρέπεται και τι όχι, απειλές αν ο άλλος δεν συμμορφωθεί, γενική αίσθηση ότι πρέπει να ζεις με βάση τους κανόνες του άλλου.

Εδώ, ο στόχος δεν είναι απλώς να πληγωθεί ο άνθρωπος, είναι να περιοριστεί η ελευθερία του και να ελεγχθεί η ζωή του. Έκτον, ψηφιακή βία και ψηφιακός έλεγχος. Στη σημερινή εποχή η βία μπορεί να περνά και μέσα από τα κινητά, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την τεχνολογία. Για παράδειγμα, έλεγχος μηνυμάτων και λογαριασμών, απέτηση για κωδικούς, παρακολούθηση τοποθεσίας, απειλές μέσω μηνυμάτων, ψηφιακή παρενόχληση, δημοσιοποίηση προσωπικών πληροφοριών ή εικόνων, διαρκής επιτήρησης μέσω τεχνολογίας.

Αυτό δεν είναι ζήλια επειδή νοιάζεται, είναι επέκταση της βίας στον ψηφιακό χώρο. Και έβδομον, βία μέσω των παιδιών ή της οικογένειας. Σε κάποιες περιπτώσεις η βία ασκείται και έμεσα, μέσω απειλών για τα παιδιά, μέσω χειρισμού τους, μέσω προσβολών μπροστά τους, μέσω χρήσης τους ως μέσου πίεσης, μέσω απειλών ότι θα τα πάρει, θα τα στρέψει εναντίον του άλλου ή θα τα βάλει στο επίκεντρο της σύγκρουσης.

Αυτό είναι πολύ σοβαρό γιατί η βία δεν πλήττει μόνο τον άμεσο αποδέκτη αλλά ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα. Άρα, ποιες είναι οι μορφές της ενδοοικογενειακής βίας? είναι πολλές. Σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική, σεξουαλική, οικονομική, ελεγκτική, ψηφιακή και έμεση βία μέσω των παιδιών ή της οικογένειας. Και ίσως η φράση μας εδώ είναι η εξής.

Η ενδοοικογενειακή βία δεν φαίνεται πάντα με μελανιές. Πολλές φορές φαίνεται με φόβο, έλεγχο, εξάντληση και με τη σταδιακή απώλεια της ελευθερίας του ανθρώπου μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Είναι εύκολο να δικαιολογηθεί. Με ζήλια, με έλεγχο, με απότομο θυμό, με απαξίωση, με απομόνωση, με σιωπή, με το να σε κάνει ο άλλος να αισθάνεσαι ότι πάντα κάτι κάνεις λάθος.

Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί όταν η βία μπαίνει σταδιακά, ο άνθρωπος δεν τη βλέπει πάντα αμέσως βία, τη βλέπει συχνά σαν δυσκολία, σαν κρίση, σαν χαρακτήρα, σαν φάση, σαν κάτι που ίσως θα περάσει. Πάμε να τα δούμε ένα-ένα. Πρώτον, γιατί συχνά συνυπάρχει με αγάπη ή με στιγμές τρυφερότητας. Ένας από τους βασικότερους λόγους που η βία μπερδεύει είναι ότι δεν είναι πάντα συνεχής.

Μπορεί να υπάρχουν και στιγμές τρυφερότητας, συγνώμης, μεταμέλειας, υποσχέσεων, κανονικότητας ή ακόμα και μεγάλης εγκύτητας. Και τότε ο άνθρωπος λέει, δεν είναι πάντα έτσι, κατά βάθος με αγαπά, ήταν μια κακιά στιγμή, έχει και εκείνος εκείνη προβλήματα, θα αλλάξει και ό,τι καθεξής. Αυτή η εναλλαγή είναι που συχνά κρατά τον άνθρωπο δεμένο και θολώνει την αίσθηση του τι πραγματικά συμβαίνει.

Δεύτερον, γιατί ο άνθρωπος αρχίζει να αμφισβητεί τον εαυτό του. Η βία, ειδικά η ψυχολογική, δεν πληγώνει μόνο, μπερδεύει. Ο άνθρωπος αρχίζει να σκέφτεται «μήπως υπερβάλλω», «μήπως τον προκάλεσα», «μήπως φταίω κι εγώ», «μήπως έτσι είναι όλες οι σχέσεις» και όσο περισσότερο αμφισβητεί τον εαυτό του, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ονομάσει καθαρά αυτό που ζει.

Τρίτον, γιατί υπάρχει ντροπή. Η ενδοοικογενειακή βία συνοδεύεται πολύ συχνά από ντροπή. Ο άνθρωπος μπορεί να νιώθει ότι αν μιλήσει θα εκτεθεί, ότι οι άλλοι δεν θα τον πιστέψουν, και έτσι η σιωπή μεγαλώνει όχι επειδή δεν υπάρχει πόνος, αλλά επειδή ο πόνος μπλέκεται με ντροπή και απομόνωση. Και τέταρτον, γιατί ο οικείος χώρος μπερδεύει την αλήθεια.

Όταν η βία συμβαίνει μέσα στο σπίτι, μέσα στην οικογένεια ή μέσα στη σχέση, είναι ακόμη πιο δύσκολο να αναγνωριστεί γιατί προέρχεται από πρόσωπα που υποτίθεται πως είναι δικοί σου άνθρωποι. Και εκεί ο άνθρωπος δυσκολεύεται να δεχτεί την αλήθεια ότι εκείνος ή εκείνη που λέει ότι τον αγαπά είναι και εκείνος εκείνη που τον φοβίζει, τον ελέγχει, τον μειώνει ή τον πληγώνει Αυτό είναι από τα πιο επώδυνα ψυχικά σημεία του θέματος Άρα, γιατί είναι τόσο δύσκολο να αναγνωριστεί η ενδοκογενειακή βία?

Γιατί συχνά μπαίνει σταδιακά, συνεπάρχει με στιγμές τρυφερότητας γεννά αυτοαμφιβολία και ντροπή και συμβαίνει μέσα στον ίδιο το δεσμό που ο άνθρωπος θέλει να εμπιστευτεί. Και ίσως η φράση μας εδώ είναι η εξής. Η ενδοοικογενειακή βία είναι δύσκολο να αναγνωριστεί όχι επειδή είναι μικρή, αλλά επειδή πολλές φορές μπαίνει στη ζωή του ανθρώπου αργά, μπερδεμένα και μέσα από πρόσωπα που ο ίδιος θέλει να συνεχίσει να βλέπει ως δικά του.

Δεν είναι δηλαδή μόνο βία, μόνο πόνος και μόνο φόβος από την αρχή ως το τέλος. Συχνά κινείται κυκλικά. Και αυτός ο κύκλος είναι που μπερδεύει, εγκλωβίζει και κάνει την απομάκρυνση τόσο δύσκολη. Γιατί αν η βία ήταν διαρκώς στο ίδιο ακραίο επίπεδο, ίσως θα ήταν πιο εύκολο να αναγνωριστεί. Όμως, πολλές φορές ακολουθεί ένα μοτίβο που η ένταση ανεβαίνει, ξεσπά και μετά ακολουθεί μια περίοδος ηρεμίας, μεταμέλειας ή υποσχέσεων.

Και έτσι ο άνθρωπος που τη βιώνει δεν μένει μόνο με τον τρόμο, μένει και με την ελπίδα. Πάμε να τα δούμε ένα-ένα. Πρώτον, η φάση της έντασης. Ο κύκλος συχνά ξεκινά με μια περίοδο αυξανόμενης έντασης. Ο άλλος γίνεται πιο ευερέθιστος, πιο ελεγκτικός, απότομος, επικριτικός, επιθετικός, ασταθής κτλ. Ο άνθρωπος που ζει μαζί του αρχίζει να διαβάζει εντός εισαγωγικών το κλίμα, να προσέχει τα λόγια του, να αποφεύγει αντιδράσεις, να προσπαθεί να μην δώσει αφορμή, σαν να περπατά διαρκώς πάνω σε έφτραυστο έδαφος.

Και αυτό είναι ήδη βία στο ψυχικό επίπεδο γιατί η καθημερινότητα αρχίζει να οργανώνεται γύρω από την πρόληψη της έκρηξης. Δεύτερον, η φάση της έκρηξης. Μετά έρχεται το ξέσπασμα. Αυτό μπορεί να είναι σωματική επίθεση, λεκτική κακοποίηση, έντονος εκφοβισμός, απειλή, συντριπτική ταπείνωση, καταστροφή αντικειμένων, σεξουαλικός εξαναγκασμός ή άλλη μορφή βία ή σεπιβολής.

Εδώ η βία γίνεται ξεκάθαρη. Αλλά ακόμη και σε αυτή τη φάση, ο άνθρωπος που τη βιώνει μπορεί να βρίσκεται σε σοκ, φόβο ή σύγχυση. Δεν είναι πάντα σε θέση να σκεφτεί καθαρά. Τρίτον, η φάση της μεταμέλειας ή της διόρθωσης Μετά την έκρηξη πολύ συχνά έρχεται μια άλλη φάση Ο άνθρωπος που άσκησε βία μπορεί να ζητήσει συγνώμη, να κλάψει, να πει ότι δεν θα ξανασυμβεί να δείξει τρυφερότητα, να γίνει ξαφνικά πολύ προσεκτικός να ρίξει την ευθύνη στο στρες, στο αλκοόλ, στα νεύρα, στα παιδικά του τραύματα ή να πει ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα Και εδώ δημιουργείται ένα πολύ βαθύ μπέρδεμα γιατί ο άνθρωπος που έχει πληγωθεί δεν βλέπει μόνο τον θήτη, βλέπει και την καλή του πλευρά, τον άνθρωπο που μετανοεί, που υπόσχεται, που φαίνεται να καταλαβαίνει, που ίσως δείχνει ξανά αγάπη.

Τέταρτον, η φάση της προσωρινής ηρεμίας. Συχνά ακολουθεί και μία περίοδο σχετικής ηρεμίας, μία φάση όπου τα πράγματα μοιάζουν καλύτερα, ίσως πιο ήσυχα, ίσως πιο τρυφερά, ίσως σχεδόν κανονικά Και εκεί ακριβώς ξαναμπαίνει η ελπίδα. Ίσως αυτή τη φορά το εννοεί, ίσως κατάλαβε, ίσως τώρα αλλάξουν τα πράγματα, ίσως ήταν η τελευταία φορά.

Όμως, πολλές φορές αυτή η ηρεμία δεν είναι αληθινή αλλαγή. Είναι το διάλειμμα πριν αρχίσει ξανά η συσσόρευση έντασης. Πέμπτον, ο κύκλος είναι παγίδα γιατί δένει τον φόβο με την ελπίδα. Αυτό είναι το πιο σημαντικό σημείο της ενότητας. Ο κύκλος της βίας δεν κρατά τον άνθρωπο μόνο με φόβο. Τον κρατά και με ελπίδα. Και αυτό είναι που τον κάνει τόσο ψυχικά δεσμευτικό.

Ο άνθρωπος δεν λέει μόνο φοβάμαι. Λέει και ίσως αλλάξει. Δεν είναι πάντα έτσι. Υπάρχουν και καλές στιγμές. Ξέρω ποιος είναι κατά βάθος. Δεν μπορώ να πετάξω μόνο την κακή πλευρά και να ξεχάσω όσα ζήσαμε και ούτω καθεξής. Και έτσι ο δεσμός γίνεται πολύ πιο δύσκολο να σπάσει. Εκεί είναι ο κύκλος της βίας, είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο όπου η ένταση ανεβαίνει, η βία εκρήγνεται, ακολουθεί με τα μέλια η ηρεμία και μετά ο κύκλος ξεκινά ξανά.

Και αυτό που τον κάνει τόσο επικίνδυνο είναι ότι δεν κρατά τον άνθρωπο μόνο μέσα από τον τρόμο αλλά και μέσα από την ελπίδα ότι ίσως αυτή τη φορά κάτι θα αλλάξει. Και ίσως η πιο ουσιαστική φράση αυτής της ενότητας είναι η εξής. Ο κύκλος της βίας είναι τόσο ισχυρός γιατί δεν δένει τον άνθρωπο μόνο με τον πόνο, τον δένει και με την ελπίδα ότι ο πόνος δεν θα επαναληφθεί ακόμη και όταν επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά.

Τι κάνει αυτός τον άνθρωπο που το βιώνει? Η ενδοοικογενειακή βία δεν αφήνει μόνο τραύματα στην στιγμή που συμβαίνει. Αφήνει και ένα βαθύ αποτύπωμα στον τρόπο που ο άνθρωπος σκέφτεται, αισθάνεται, σχετίζεται και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και άλλοι διεθνείς οργανισμοί συνδέουν τη βία από σύντροφο ή μέσα στην οικογένεια με σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική και σωματική υγεία όπως άγχος, κατάθλιψη, τραυματικό στρες και μακροχρόνια απορρίθμιση.

Πάμε να τα δούμε ένα-ένα. Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει στον άνθρωπο που βιώνει την ενδοικογενική βία. Πρώτον, δημιουργεί φόβο και διαρκή επιφυλακή. Ο άνθρωπος που βιώνει βία δεν ζει μόνο με τη μνήμη ενός περιστατικού. Ζει συχνά με μια μόνιμη εσωτερική ετοιμότητα. Προσέχει τον τόνο του άλλου, το βλέμμα του, τα βήματά του, το πώς ανοίγει η πόρτα, το πώς αλλάζει το κλίμα μέσα στο σπίτι.

Αυτό σημαίνει ότι το σώμα και ο ψυχισμός του μένουν σε κατάσταση συναγερμού Δεν χαλαρώνουν εύκολα, δεν νιώθουν πραγματικά ασφάλεια Ακόμη και σε στιγμές που εξωτερικά δεν συμβαίνει κάτι Δεύτερον, γεννάς σύγχυση και αυτοαμφιβολία Η βία, ειδικά όταν είναι ψυχολογική ή επαναλαμβανόμενη Μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να αφισβητεί την ίδια του την αντίληψη Μήπως υπερβάλλω, μήπως το φαντάζομαι, μήπως φταίω κι εγώ, μήπως είναι δίκαια θυμωμένος ή θυμωμένη.

Αυτή η σύγχυση λοιπόν δεν είναι μικρό πράγμα γιατί διαβρώνει ένα από τα πιο βασικά στηρίγματα του ανθρώπου, την ικανότητά του να πιστεύει αυτό που ζει. Τρίτον, διαλύει την αυτοεκτήμηση. Όταν ένας άνθρωπος ακούει ξανά και ξανά ότι δεν αξίζει, ότι φταίει, ότι είναι ανεπαρκής, γελίος, υπερβολικός ή τρελός, αρχίζει σταδιακά να εσωτερικεύει αυτή τη φωνή.

Και τότε η βία δεν έρχεται μόνο από έξω, αρχίζει να μιλά και μέσα του. Ο άνθρωπος μπορεί να ντρέπεται για τον εαυτό του, να νιώθει μικρός, ανίκανος, ανάξιος αγάπης ή ανίκανος να σταθεί μόνος του. Και αυτό κάνει ακόμη δυσκολότερη την απομάκρυνση γιατί δεν παλεύει πια μόνο με έναν βίο άλλο, παλεύει και με μια πολύ τραυματισμένη εικόνα του εαυτού του.

Τέταρτον, δημιουργεί ενοχή και ντροπή. Πολλοί άνθρωποι που βιώνουν ενδοοικογενική βία κουβαλούν τεράστια ενοχή. Όχι επειδή έφτεξαν, αλλά επειδή τους έχει περάσει η αίσθηση ότι κάπως προκάλεσαν, δεν προστάτευσαν αρκετά τους εαυτούς τους, έμειναν πολύ, μίλησαν πολύ αργά ή δεν μπόρεσαν να ελέγξουν την κατάσταση. Μαζί με την ενοχή λοιπόν έρχεται συχνά και η ντροπή. Πώς βρέθηκα εγώ εδώ, τι θα πουν οι άλλοι, πώς δεν το είδα, γιατί δεν έφεγα και ό,τι καθεξής.

αυτό είναι πολύ σκληρό γιατί ο άνθρωπος δεν χρειάζεται μόνο προστασία, χρειάζεται και αποφόρτηση από μια ντροπή που δεν του ανήκει. Και πέμπτον, μπορεί να αφήσει βαθύ τραύμα και μετά το τέλος. Ακόμη και όταν η βία σταματήσει ή όταν ο άνθρωπος φύγει από τη σχέση, οι επιπτώσεις δεν εξαφανίζονται αυτόματα. Ο Πόη αναφέρει ότι η ενδοοικογενική και συντροφική βία συνδέονται με μακροχρόνιες συνέπειες για τη ψυχική υγεία όπως κατάθλιψη, άγχος, μετατραυματικό στρες, PTSD και δυσκολίες σε μελλοντικές σχέσεις.

Ο άνθρωπος μπορεί μετά να τρομάζει εύκολα, να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, να φοβάται την οικειότητα, να παραμένει σε επιφυλακή, να κουβαλάει φιάλτες, αναδρομές ή σωματική ένταση, να δυσκολεύεται να νιώσει ότι έχει δικαίωμα ξανά στην ηρεμία. Άρα το τέλος της βίας δεν σημαίνει πάντα και το τέλος του τραύματος. Άρα τι κάνει η ενδοοικογενική βία στον άνθρωπο που τη βιώνει Τον γεμίζει φόβο, τον βάζει σε μόνιμη επιφυλακή Διαβρώνει την αυτοεκτήμησή του, γεννά εννοχή και ντροπή Και μπορεί να αφήσει βαθύ τραύμα που συνεχίζεται και μετά το τέλος της ίδιας της βιαής σχέσης Και η φράση μας εδώ είναι η εξής Η ενδοοικογενική βία δεν τραυματίζει μόνο το σώμα ή τη στιγμή τραυματίζει την αίσθηση του ανθρώπου ότι έχει δικαίωμα να ζει χωρίς φόβο μέσα στην ίδια του τη ζωή.

Και πάμε να περάσουμε στη βία απέναντι στα παιδιά και η βία που βλέπουν τα παιδιά. Όταν μιλάμε για εδώ οικογενειακή βία είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε κάτι που συχνά υποτιμάται. Τα παιδιά δεν χρειάζεται να χτυπηθούν τα ίδια για να τραυματιστούν βαθιά. αρκεί να ζουν μέσα σε ένα σπίτι όπου υπάρχει φόβος, αρκεί να ακούν, να βλέπουν, να νιώθουν την ένταση, να μεγαλώνουν σε ένα κλίμα που η ασφάλεια μπορεί να σπάσει ανά πάσα στιγμή.

Οπόι είναι σαφής ότι η έκθεση των παιδιών στη βία μεταξύ φροντιστών ή συντρόφων θεωρείται μορφή βίας κατά των παιδιών ακριβώς λόγω των σοβαρών επιπτώσεων που έχει στην ανάπτυξη και την υγεία τους. Πρώτον, τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα από όσα νομίζουμε Πολλές φορές οι νήλικες λένε δεν είδε τίποτα, ήταν στο άλλο δωμάτιο, ήταν μικρό δεν καταλάβαινε, δεν έγινε μπροστά του Όμως τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται μόνο με τα μάτια, αντιλαμβάνονται με όλο τους το σώμα και με όλη την ατμόσφαιρα του σπιτιού Καταλαβαίνουν τον φόβο, την απειλή, το πάγωμα, καταλαβαίνουν ότι κάτι δεν είναι ασφαλές ακόμη κι αν δεν έχουν τις λέξεις έχουν το βίωμα κι αυτό δεν αλλάζει ποτέ.

Καταγράφεται στο σώμα. Δεύτερον, το σπίτι πάβει να είναι ασφαλές έδαφος. Για ένα παιδί το σπίτι θα έπρεπε να είναι ο πρώτος τόπος ασφάλειας. Όταν όμως μέσα σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει βία τότε το παιδί μαθαίνει κάτι πολύ σκληρό. Ότι εκεί όπου θα έπρεπε να χαλαρώνει πρέπει να είναι σε επιφυλακή. Μπορεί να φοβάται τις φωνές, τους ήχους, τις κινήσεις, τις αλλαγές στο πρόσωπο του γονιού, το βράδυ, τη στιγμή που ανοίγει πόρτα.

Και έτσι το παιδί δεν μεγαλώνει μόνο με δύσκολες εμπειρίες, μεγαλώνει με απορριθμισμένο αίσθημα ασφάλειας. Τρίτον, τα παιδιά συχνά παίρνουν πάνω τους ευθύνη που δεν τους ανήκει. Αυτό είναι πολύ συχνό και πολύ επόδεινο. Πολλά παιδιά που ζουν μέσα σε βίο περιβάλλον αρχίζουν να πιστεύουν ότι πρέπει να βοηθήσουν, να ηρεμήσουν την κατάσταση, να προστατεύσουν τον ένα γονιό, να μην προκαλέσουν να είναι καλά ή ήσυχα εύκολα.

Δηλαδή αρχίζουν να κουβαλούν βάρη που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία και στη θέση τους. Μπορεί να νιώθουν αν είμαι πιο καλό παιδί ίσως δεν γίνει φασαρία, αν δεν μιλήσω ίσως ηρεμήσουν, πρέπει να προστατεύσω τη μαμά ή τον μπαμπά, πρέπει να μην επιβαρύνω περισσότερο. Αυτό είναι βαθιά τραυματικό γιατί το παιδί δεν πάβει να είναι απλώς παιδί.

Τέταρτον, η βία επηρεάζει την ανάπτυξη, τη ρύθμιση και τις μελλοντικές σχέσεις Η έκθεση στη βία μπορεί να αφήσει πολύ βαθύ αποτύπωμα Στο άγχος, στον ύπνο, στη συγκέντρωση, στη συμπεριφορά, στη ρύθμιση των συναισθημάτων, στην αυτοεικόνα Στον τρόπο που αργότερα το παιδί θα σχετίζεται με την αγάπη, τη σύγκρουση και την ασφάλεια Ο Πόη και η Γιούνισεφ συνδέουν την έκθεση των παιδιών στη βία με αυξημένο κίνδυνο ψυχικών δυσκολιών, προβλημάτων υγείας, μαθησιακών επιπτώσεων και μελλοντικών δυσκολιών στις σχέσεις.

Και πέμπτον, η βία προς τον άλλο γονιό είναι και βία προς το παιδί. Αυτό χρειάζεται να υποθεί πολύ καθαρά. Όταν ένα παιδί βλέπει τον ένα γονιό να εξευτελίζεται, να τρομοκρατείται, να χτυπάται, να σωπαίνει από φόβο ή να ζει διαλυμένος ψυχικά, τότε το παιδί δεν είναι απλώς παρατηρητής. Είναι και το ίδιο θύμα του κλίματος βίας, γιατί χάνει την αίσθηση ασφάλειας, την εμπιστοσύνη στο δεσμό, την ηρεμία του σπιτιού και πολλές φορές την ελευθερία να είναι παιδί χωρίς να φοβάται.

Άρα τι σημαίνει βία απέναντι στα παιδιά και η βία που βλέπουν τα παιδιά Σημαίνει ότι τα παιδιά τραυματίζονται όχι μόνο όταν χτυπώνται τα ίδια Αλλά και όταν μεγαλώνουν μέσα σε σπίτι όπου κυκλοφορεί ο φόβος, η απειλή, η ταπείνωση και η βία Και αυτό το τραύμα μπορεί να τα συνοδεύσει πολύ βαθιά στην ανάπτυξη και τις μελλοντικές τους σχέσεις Και ίσως η ουσιαστική μας φράση εδώ είναι η εξής τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στη βία δεν είναι απλώς μάρτυρες, είναι παιδιά που μαθαίνουν πολύ νωρίς ότι η αγάπη μπορεί να συνεπάρχει με τον φόβο και αυτό τα πληγώνει βαθιά.

Και πάμε να περάσουμε σε μια ερώτηση που ακούνε πάρα πολλοί άνθρωποι που ζουν σε ενδοικογενική βία. Γιατί οι άνθρωποι δεν φεύγουν απλώς. Αυτή είναι ίσως μια από τις πιο σκληρές και πιο άδικες φράσεις που ακούγονται γύρω από την ενδοικογενική βία. Γιατί δεν έφυγε. Και είναι άδικη γιατί υποθέτει ότι η απομάκρυνση είναι απλή, καθαρή και πάντα άμεσα εφικτή.

Όμως δεν είναι. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπογραμμίζει ότι η βία από σύντροφο συνδέεται με φόβο, εξάρτηση, ψυχική επιβάρυνση και κοινωνικούς παράγοντες που κάνουν την απομάκρυνση εξαιρετικά δύσκολη. Οι άνθρωποι δεν μένουν επειδή θέλουν τη βία. μένουν πολύ συχνά επειδή έχουν εγκλωβιστεί ψυχικά, πρακτικά, οικονομικά και τραυματικά μέσα σε μια κατάσταση που δεν λύνεται με ένα απλό φεύγο.

Πάμε να τα δούμε ένα-ένα. Πρώτον, γιατί φοβούνται. Ο πιο άμεσος λόγος είναι ο φόβος. Ο φόβος ότι ο άλλος θα γίνει πιο βίαιος αν επιχειρήσουν να φύγουν, φόβος για τα παιδιά, φόβος για απειλές που έχουν ήδη ακουστεί, φόβος ότι θα τους βρει, θα τους εκδικηθεί, θα τους παρακολουθεί, θα τους κάνει κακό. Και αυτό δεν είναι υπερβολή.

Πολύ συχνά η πιο επικίνδυνη στιγμή σε μια κακοποιητική σχέση είναι ακριβώς η στιγμή της απομάκρυνσης ή της προσπάθειας απομάκρυνσης. Δεύτερον, γιατί υπάρχει τραυματικός δεσμός. Η βία δεν κρατά τον άνθρωπο μόνο με τρόμο. Τον κρατά και με συναισθηματικό δέσιμο. με τις καλές στιγμές, με τη μεταμέλεια, με τις υποσχέσεις, με την ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει.

Αυτό το είδαμε και στον κύκλο της βίας. Έτσι ο άνθρωπος δεν σκέφτεται μόνο υποφέρω, σκέφτεται και ίσως τώρα κατάλαβε, ίσως μπορώ να σώσω τη σχέση, δεν είναι πάντα έτσι, ξέρω την καλή πλευρά. Αυτό λοιπόν τον πλέξιμο πόνου και ελπίδας κάνει την απομάκρυνση πολύ πιο δύσκολη από όσο φαίνεται απ' έξω. Τρίτον, γιατί έχει διαβρωθεί η αυτοεκτίμηση Όταν ένας άνθρωπος έχει ζήσει για καιρό μέσα σε βία Πολύ συχνά έχει αρχίσει να χάνει τη δύναμή του Να πιστεύει ότι μπορεί να σταθεί μόνος του Μπορεί να νιώθει ότι δεν θα τα καταφέρει Ότι δεν αξίζει κάτι καλύτερο Ότι δεν θα τον πιστέψει κανείς Ότι ίσως φταίει και εκείνος Ότι δεν έχει πια αρκετή δύναμη να οργανώσει μια έξοδο Άρα δεν τον κρατά μόνο άλλος το κρατάει και η πληγωμένη του εικόνα για τον εαυτό του.

Τέταρτον, γιατί υπάρχει οικονομική και πρακτική εξάρτηση. Πολλοί άνθρωποι δεν φεύγουν γιατί δεν έχουν πού να πάνε. Δεν έχουν χρήματα, δεν έχουν εργασία, δεν έχουν πρόθεση σε σπίτι, δεν έχουν άμεσο υποστηρικτικό περιβάλλον. Έχουν παιδιά, ευθύνες, πρακτικούς δεσμούς που κάνουν την απομάκρυνση να μοιάζει όχι απλώς δύσκολη, αλλά σχεδόν αδύνατη.

Η οικονομική βία λοιπόν και η οικονομική εξάρτηση είναι από τους πιο ισχυρούς μηχανισμούς εγκλωδισμού. Πέμπτον, γιατί υπάρχει ντροπή και κοινωνική πίεση. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται να μιλήσουν γιατί ντρέπονται, γιατί δεν θέλουν να εκτεθούν, γιατί φοβούνται ότι δεν θα τους πιστέψουν ή ότι θα τους κρίνουν. Και συχνά η κοινωνία τους βοηθά να σωπαίνουν με φράσεις όπως «κάνε υπομονή», «μην διαλύσεις το σπίτι σου», «σκέψου στα παιδιά», «όλοι παίρνουν δύσκολα», «μην τα βγάζεις όλα προς τα έξω». Έτσι ο άνθρωπος νιώθει ακόμη πιο μόνος και ακόμη πιο υπεύθυνος να κουβαλήσει κάτι που δεν θα έπρεπε να κουβαλά.

και έκτον γιατί το φεύγω δεν είναι μια στιγμή, είναι διαδικασία. Αυτό είναι πολύ σημαντικό να υποθεί. Η απομάκρυνση από μια βίαιη σχέση δεν είναι πάντα μια απόφαση που παίρνει και εκτελείται αμέσως. Πολύ συχνά είναι μια διαδικασία. Πρώτον, ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει τι ζει και έχει μεγάλη σημασία να βλέπουμε και να κατανοούμε αυτό που ζούμε.

Μετά να το ονομάσει, μετά να το πιστέψει, μετά να το λέει σε κάποιον, μετά να στήσει σιγά σιγά πιθανότητες ασφάλειας και μόνο κάποια στιγμή να μπορεί να φύγει, αν και εφόσον αυτό είναι φυκτό. Άρα το γιατί δεν έφυγε είναι πολλές φορές λάθος ερώτηση. Η πιο σωστή ερώτηση είναι τι ήταν αυτό που κρατούσε τον συγκεκριμένο άνθρωπο τόσο βαθιά εγκλωβισμένο.

Άρα γιατί οι άνθρωποι δεν φεύγουν απλώς, γιατί τους κρατούν ο φόβος, Ο τραυματικός δεσμός, η διαλυμένη αυτοεκτίμηση, η οικονομική εξάρτηση, η ντροπή, η κοινωνική πίεση και η πολύ πραγματική δυσκολία να μετατρέψεις τον τρόμο σε ασφαλή έξοδο. Και ίσως η πιο ουσιαστική μας φράση σε αυτή την ενότητα είναι η εξής. Το ερώτημα δεν είναι γιατί ένας άνθρωπος δεν έφυγε αμέσως.

Το ερώτημα είναι πόσο βαθιά μπορεί να τον έχει εγκλωβίσει η βία, ώστε το να φύγει να μοιάζει πιο επώδυνο από το να μείνει. Και πάμε να περάσουμε στην ενότητα για να δούμε το τι σημαίνει στήριξη και τι σημαίνει ασφάλεια. Όταν μιλάμε για ενδοοικογενειακή βία η στήριξη δεν είναι απλώς να πεις σε κάποιον «Είμαι εδώ». Η στήριξη χρειάζεται τρόπο και η ασφάλεια δεν είναι μια αφηρημένη έννοια.

Είναι κάτι πολύ πρακτικό, πολύ συγκεκριμένο και συχνά πολύ επίγον. Γιατί ένας άνθρωπος που βιώνει βία δεν χρειάζεται μόνο κατανόηση. Χρειάζεται και πλαίσιο που να μην τον εκθέτει περισσότερο σε κίνδυνο. Ο ΠΟΗ και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες τονίζουν ότι η πρώτη ανταπόκριση πρέπει να είναι υποστηρικτική, μη επικριτική και προσανατολισμένη στην ασφάλεια του ατόμου.

Πάμε να τα δούμε επιμέρους. Πρώτον, στήριξη σημαίνει να πιστεύεις τον άνθρωπο. Αυτό είναι ίσως το πρώτο και πιο βασικό. Να μην αμφισβητείς, να μην λες, μήπως το παρεξήγησες, σίγουρα έγινε έτσι, μήπως έφταιγες εσύ, δεν τον ξέρω έτσι, ίσως ήταν και μια κακή στιγμή. Όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται δύναμη να μιλήσει, το να συναντήσει αμφισβήτηση μπορεί να τον ξαναβυθίσει στη σιωπή.

Η στήριξη λοιπόν ξεκινά από κάτι απλό αλλά τεράστιο Σε πιστεύω, αυτό που ζεις είναι σοβαρό, δεν φταίς εσύ Δεύτερον, στήριξη δεν σημαίνει πίεση για άμεσες αποφάσεις Πολύ συχνά οι άνθρωποι που θέλουν να βοηθήσουν λένε Φύγε τώρα, κατάγγειλε τον αμέσως, μην ξαναγυρίσεις, τελειώνε και ούτω καθεξής Η πρόθεση μπορεί να είναι καλή, αλλά αν ο άνθρωπος δεν είναι ακόμη έτοιμος ή ασφαλής η πίεση μπορεί να τον κάνει να νιώσει ακόμη πιο μόνος για αν υπαρκείς.

Η σωστή στήριξη δεν είναι να αποφασίζεις εσύ για εκείνον. Είναι να τον βοηθάς να βλέπει πιο καθαρά, να ενισχύει τη δική του ασφάλεια και να αποκτά πρόσβαση σε επιλογές. Τρίτον, ασφάλεια σημαίνει να σκεφτόμαστε πρακτικά. Όταν υπάρχει βία, η ασφάλεια δεν είναι θεωρία. Είναι πολύ συγκεκριμένη. μπορεί να σημαίνει να υπάρχει ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης που ξέρει τι συμβαίνει, να υπάρχουν διαθέσιμα σημαντικά έγγραφα, να υπάρχει σχέδιο για το πού μπορεί να πάει ο άνθρωπος αν χρειαστεί, να έχει αποθηκευμένους αριθμούς βοήθειας, να μην γίνονται κινήσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο χωρίς σχέδιο, να ξέρει ποια στιγμή είναι η πιο ασφαλής για να μιλήσει ή να ζητήσει βοήθεια.

Αυτά είναι πολύ σημαντικά γιατί σε βίαιες σχέσεις δεν είναι όλες κοινής ασφάλειας μόνο και μόνο επειδή είναι σωστές ηθικά Τέταρτον, στήριξη σημαίνει να μην φορτώνεις ντροπή Ο άνθρωπος που βιώνει βία κουβαλάει ήδη τεράστιο βάρος Δεν χρειάζεται να ακούσει πώς το άντεξες τόσο, γιατί δεν έφυγες νωρίτερα, πώς δεν το έβλεπες Τέτοιες φράσεις δεν βοηθούν, αυξάνουν την ντροπή Η στήριξη σημαίνει να αποφορτίζεις από την τροπή και να λες καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο, δεν είναι απλό, δεν είσαι αδύναμος, αδύναμη που δυσκολεύτηκες, η ευθύνη ανήκει σε εκείνον που ασκεί τη βία.

Πέμπτον, ασφάλεια σημαίνει και επαγγελματική ή θεσμική βοήθεια όπου χρειάζεται. Σε τέτοια θέματα η στήριξη από φίλους ή συγγενείς είναι πολύτιμη αλλά δεν αρκεί πάντα. Μπορεί να χρειαστεί κοινωνική υπηρεσία, ξενώνας, γραμμή βοήθειας, ψυχολογική υποστήριξη, νομική συμβουλή, αστυνομική παρέμβαση όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης δίνουν κεντρική σημασία στις εξειδικευμένες υπηρεσίες προστασίας και υποστήριξης για θύματα βίας. Και έκτον, όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, η προτεραιότητα είναι η προστασία. Αυτό χρειάζεται να εποθεί καθαρά. Δεν υπάρχει άμεση απειλή για τη σωματική ακαιρεότητα.

Η προτεραιότητα δεν είναι η ανάλυση της σχέσης, είναι η προστασία. Αυτό χρειάζεται να εποθεί καθαρά. Αν υπάρχει άμεση απειλή για τη σωματική ακαιρεότητα, η προτεραιότητα δεν είναι η ανάλυση της σχέσης, είναι η προστασία. Σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται άμεση προσφυγή σε επίγουσα βοήθεια ή στις αρμόδιες αρχές, ανάλογα με το πλαίσιο και τη χώρα.

Η ασφάλεια προηγείται από κάθε άλλη συζήτηση. Άρα, τι σημαίνει στήριξη και τι σημαίνει ασφάλεια. Σημαίνει να πιστεύεις στον άνθρωπο, να μην τον πιέζεις ή να τον τροπιάζεις, να σκέφτεσαι μαζί του πρακτικά και προσεκτικά, να ενισχύεις την πρόσβασή του σε ασφαλείς επιλογές και όπου χρειάζεται να ανοίγεις δρόμο προς εξειδικευμένη βοήθεια και προστασία.

Και ίσως η πιο ουσιαστική μας φράση είναι η εξής. Η αληθινή στήριξη δεν λέει απλώς μη φοβάσαι. Λέει δεν είσαι μόνος, δεν είσαι μόνη και ας δούμε μαζί τι χρειάζεται για να είσαι πιο ασφαλής. Και θα περάσουμε κλείνοντας αυτό το επεισόδιο ίσως στο πιο ουσιαστικό που χρειάζεται να μείνει το οποίο είναι κάτι πολύ καθαρό Η αγάπη δεν είναι βία Δεν είναι φόβος, δεν είναι τρόμος, δεν είναι έλεγχος Δεν είναι απειλή, δεν είναι εξευτελισμός ευτελισμός, δεν είναι η αίσθηση ότι πρέπει να προσέχεις κάθε λέξη και κάθε κίνηση για να μην συμβεί κάτι κακό, δεν είναι το να ζεις μέσα στο σπίτι σου σαν να περπατάς επάνω σε ένα αρκοπέδιο.

Και αυτό χρειάζεται να υποθεί τόσο καθαρά γιατί πολλές φορές η βία μπερδεύεται με λέξεις όπως πάθος, ένταση, νεύρα, ζήλια επειδή σε αγαπά, δεν μπορεί να σε χάσει, έχει προβλήματα αλλά κατά βάθος σε νοιάζεται. Όχι. Και επαναλαμβάνω. Όχι. Αυτά δεν αλλάζουν τη φύση της βίας. Η βία παραμένει βία. Και πάμε να δούμε επιμέρους σχετικά με την αγάπη.

Πρώτον, η αγάπη δεν ζητά να φοβάσαι για να υπάρχεις. Σε μια υγιή σχέση μπορεί να υπάρχουν δυσκολίες, συγκρούσεις, κακές στιγμές, ακόμα και έντονα συναισθήματα, αλλά δεν πρέπει να υπάρχει συστηματικός φόβος. Όταν ο άνθρωπος φοβάται την αντίδραση του άλλου, φοβάται να μιλήσει, φοβάται να βάλει όριο, φοβάται να διαφωνήσει, φοβάται να φύγει από ένα δωμάτιο, φοβάται για τη σωματική ψυχική του ακαιρεότητα, τότε δεν μιλάμε για δύσκολη αγάπη, μιλάμε για καταστροφή της ασφάλειας μέσα στον δεσμό.

Δεύτερον, η αγάπη δεν ακυρώνει την αξιοπρέπεια του άλλου. Η αγάπη δεν μειώνει, δεν ταπεινώνει, δεν σπάει σταδιακά την αυτοϊκόνα του άλλου, δεν τον κάνει να ντρέπεται για τον εαυτό του, δεν τον απομονώνει από τον κόσμο, δεν τον πείθει ότι δεν αξίζει τίποτα χωρίς εκείνον που τον κακοποιεί. Όπου η αξιοπρέπεια του ανθρώπου διαβρώνεται συστηματικά, δεν έχουμε βαθιά αγάπη, έχουμε βία που ντύνεται με οικία λόγια.

Τρίτον, η αγάπη δεν χρησιμοποιεί τα παιδιά, την εξάρτηση ή την αδυναμία ως όπλο Αυτό είναι πολύ σημαντικό Όταν ένας άνθρωπος χρησιμοποιεί τα παιδιά, το χρήμα, τον φόβο, την αδυναμία του άλλου, τη συναισθηματική εξάρτηση ή το γεγονός ότι ο άλλος τον αγαπά ως εργαλείο ελέγχου τότε δεν προστατεύει το δεσμό, τον κακοποιεί Η αγάπη μπορεί να πονά, μπορεί να δυσκολεύεται, μπορεί να περνάς κρίσεις αλλά δεν εργαλειοποιεί την ευαλωτότητα του άλλου για να τον κρατάει κλωβισμένο.

Τέταρτον, το ότι υπάρχει αγάπη δεν αναιρεί τη βία. Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο μπερδεμένα και πιο δύσκολα σημεία. Μπορεί ένας άνθρωπος που ασκεί βία να λέει ότι αγαπά. Μπορεί και να το πιστεύει με τον δικό του διαφτρευλωμένο τρόπο. Μπορεί το θύμα επίσης να συνεχίζει να αγαπά. Αυτό δεν αναιρεί τίποτα από τη σοβαρότητα της βίας.

γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο υπάρχει συνέστημα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς εκφράζεται αυτό το συνέστημα και αν εκφράζεται με φόβο, πόνο, έλεγχο και καταστροφή της ασφάλειας τότε δεν μπορούμε να το ονομάσουμε αγάπη με τρόπο που να θολώνει την ασφάλεια. Και πέμπτον, η πιο σημαντική πράξη είναι να ξαναδώσουμε στις λέξεις το αληθινό τους νόημα.

Σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας, ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα είναι να ξαναβάλουμε τις λέξεις στη σωστή τους θέση. Αγάπη δεν είναι βία. Φροντίδα δεν είναι έλεγχος. Προστασία δεν είναι φυλακή. Ζήλια δεν είναι απόδειξη αξίας. Σχέση δεν είναι εγκλωβισμός. Οικειότητα δεν είναι δικαίωμα πάνω στο σώμα, στη φωνή ή στην ελευθερία του άλλου.

Και αυτή η αποκατάσταση της γλώσσας είναι βαθιά θεραπευτική, γιατί βοηθά τον άνθρωπο να δει πιο καθαρά τι ζει. Άρα, τι χρειάζεται να κρατήσουμε? Χρειάζεται να κρατήσουμε το ότι η αγάπη δεν είναι βία Δεν είναι έλεγχος, δεν είναι τρόμος, δεν είναι ταπείνωση, δεν είναι συστηματική διάλυση της ασφάλειας και της αξιοπρέπειας του άλλου Και όσο πιο καθαρά το λέμε αυτό, τόσο πιο πολύ βοηθάμε να σπάσει η σύγχυση που κρατά τους ανθρώπους εγκλωβισμένους Και η φράση αυτής ενώτας είναι η εξής Καμία μορφή βίας δεν γίνεται αγάπη επειδή συμβαίνει μέσα σε μια οικογένεια ή μέσα σε μια σχέση.

Η αγάπη δεν ζητά από τον άνθρωπο να φοβάται για να την αποκαλεί αγάπη. Και τώρα θα περάσουμε στην ενότητα της ποιήσης. συνθήκη που αλλάζει τον τρόπο που ζεις, που σκέφτεσαι το αύριο και που προσπαθείς απεγνωσμένα να πιαστείς από κάτι σταθερό, ενώ μέσα σου ή γύρω σου όλα μοιάζουν να παρασύρονται. Γιώργος Αραντάρης, μας έπιασε ο φόβος.

Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό για την τύχη που θα γνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις και αγαπήσαμε, αγαπήσαμε τα δέντρα τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει στην επόμενη αλλαγή του κλίματος. Ο στίχος «Για την τύχη που θα γνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις» αποτυπώνει επίσης πολύ βαθιά το πώς το παρελθόν μέσα σε μια βία η συνθήκη δεν μένει πίσω.

Οι χτεσινές πράξεις συνεχίζουν να ρίχνουν σκιά στο παρόν και στο μέλλον. Αυτό ταιριάζει πολύ με την ατμόσφαιρα που ζει ένας άνθρωπος μέσα στην ενδοικογενική βία, όπου κάθε τι που υπόθηκε, κάθε αντίδραση, κάθε προσπάθεια αντίστασης ή σιωπής μπορεί να αποκτά βάρος για την επόμενη μέρα. Εδώ κάνω φυσικά μια ερημινευτική σύνδεση του ποίηματος με το σημερινό επεισόδιο, αλλά στηρίζεται καθαρά στην ίδια τη γλώσσα του ποίηματος.

Ο φόβος στρέφεται προς το μέλλον μέσα από το αποτύπωμα των πράξεων του παρελθόντος. Πολύ σημαντικό είναι και το σημείο «και αγαπήσαμε, αγαπήσαμε τα δέντρα, τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος» Εδώ το ποίημα φωτίζει τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για σταθερότητα όταν όλα γύρω μας μοιάζουν να σταθεί Τα δέντρα και τα πράγματα που στέκονται στο έδαφος γίνονται εικόνες γύωσης, αντοχής και ασφάλειας Και αυτό δεν είναι πολύ ουσιαστικά με την ευεκογενειακή βία γιατί ο άνθρωπος που τη βιώνει συχνά αναζητά απεγνωσμένα κάτι σταθερό, κάτι που να μην αλλάζει απότομα, κάτι που να μπορεί να τον κρατήσει όταν ο κόσμος του έχει γίνει αβέβαιος και πληκτικός.

Το τέλος είναι ίσως το πιο δυνατό. Ενώ ο άνεμος σε εμάς μας διώχνει. Εδώ υπάρχει μια αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν στέκεται, παρασύρεται. Διώχνεται από τη θέση του, χάνει το εδαφός του και αυτό είναι πολύ κοντά σε όσα είπαμε σε όλο το επεισόδιο. Η βία δεν πληγώνει μόνο, ξεριζώνει. Διώχνει τον άνθρωπο από την αίσθηση ότι έχει δικαίωμα να κατοικεί με ασφάλεια στη ζωή του, στο σπίτι του, στον ίδιο του τον εαυτό.

Άρα το ποίημα του Σαραντάρη ταιριάζει πολύ ουσιαστικά σε αυτή την ενότητα, όχι επειδή περιγράφει ευθέως τη βία, αλλά επειδή αποτυπώνει με πολύ καθαρό τρόπο το ψυχικό της αποτύπωμα. Φόβο για το αύριο, ανάγκη να κρατηθείς από κάτι σταθερό και αίσθηση ότι ο άνεμος σε διώχνει από τον τόπο της ασφάλειας. Ίσως τελικά αυτό να είναι και ένα από τα πιο βαθιά σημεία της ενδοοικογενειακής βίας.

Ότι δεν πληγώνει μόνο με αυτό που κάνει, αλλά και με αυτό που εγκαθιστά μέσα στον άνθρωπο. Έναν φόβο και τον ερχόμενο καιρό. Μία μόνιμη επιφυλακή, μία ανάγκη να πιαστεί από κάτι σταθερό, ενώ μέσα του ή γύρω του όλα παρασύρονται. Και ίσως γι' αυτό η βία δεν είναι ποτέ απλώς ένα περιστατικό. Είναι μια συνθήκη που διώχνει τον άνθρωπο από την αίσθηση του ασφαλούς εδάφους.

Ή ποτέ μπροστά σε έναν άνθρωπο που ζητούσε βοήθεια, αλλά εγώ δεν κατάλαβα πόσο σοβαρό ήταν αυτό που ζούσε ή δεν ήξερα πώς να σταθώ σωστά δίπλα του. Και τελικά μπορώ να αναγνωρίσω χωρίς δικαιολογίες ότι όπου υπάρχει τρόμος, εξευτελισμός και έλεγχος δεν μιλάμε για αγάπη, αλλά για παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. μέσα στη σχέση, μέσα στην οικογένεια, μέσα στον δεσμό.

Και ίσως αυτό είναι που κάνει τη βία αυτή τόσο καταστροφική. Δεν πληγώνει μόνο το σώμα ή την ψυχή. Πληγώνει και την ίδια την έννοια της ασφάλειας. Κάνει τον άνθρωπο να φοβάται εκεί όπου θα έπρεπε να μπορεί να αναπνέει. Να προσέχει εκεί όπου θα έπρεπε να χαλαρώνει. Να σωπαίνει εκεί που θα έπρεπε να νιώθει ότι μπορεί να μιλήσει.

Αν υπάρχει κάτι ουσιαστικό που αξίζει να κρατήσουμε από αυτό το επεισόδιο είναι το εξής. Η βία δεν είναι αγάπη, δεν είναι πάθος, δεν είναι ένταση χαρακτήρα, δεν είναι ενδιαφέρον, δεν είναι νεύρα, δεν είναι μια κακή στιγμή που πρέπει να εξηγηθεί και να ξεχαστεί. Η βία είναι βία και όταν επαναλαμβάνεται μέσα σε ένα οικείο δεσμό δεν έχουμε μπροστά μας μια δύσκολη σχέση, έχουμε μια κατάσταση που διαβρώνει συστηματικά την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την ψυχική ασφάλεια του ανθρώπου.

Και γι' αυτό είναι τόσο σημαντικό να σπάει η σιωπή. Γιατί η βία τρέφεται από τη σύγχυση, από την τροπή, από το μήπως υπερβάλλω, από το δεν είναι πάντα έτσι, από το τι θα πει ο κόσμος, από το ίσως αλλάξει. Και πολλές φορές χρειάζεται μεγάλη δύναμη για να μπορέσει ένας άνθρωπος να δει καθαρά αυτό που ζει, να το ονομάσει, να το πει, να ζητήσει βοήθεια ή να βρει δρόμο προς την ασφάλεια.

Γι' αυτό και το πιο ανθρώπινο που μπορούμε να κάνουμε δεν είναι να κρίνουμε, είναι να καταλάβουμε. Να μην ρωτάμε μόνο γιατί δεν έφυγε, αλλά να μπορούμε να δούμε πόσο βαθιά μπορεί η βία να εγκλωβίσει έναν άνθρωπο σε φόβο, εξάρτηση, ενοχή και σιωπή. Και αν είμαστε εμείς αυτοί που ακούμε έναν τέτοιον άνθρωπο, να θυμόμαστε ότι η στήριξη δεν είναι να πιέζεις ή να δίνεις εύκολες εντολές.

Η στήριξη είναι να πιστεύεις, να μην τροπιάζεις, να μην μικραίνεις το βίωμα, να βοηθάς να ανοίξει η έδαφος ασφάλειας. Γιατί στο τέλος αυτό είναι το πιο κρίσιμο. Ο άνθρωπος που ζει βία δεν χρειάζεται άλλον ένα να του πει τι έπρεπε να έχει κάνει. Χρειάζεται κάποιον που να τον βοηθήσει να ξαναβρει το δικαίωμα να ζήσει χωρίς φόβο.

Σε ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου σε αυτό το επεισόδιο του Ανθρώπων Σχέσης και ίσως πριν κλείσουμε να μείνει μέσα μας αυτή η σκέψη. Κανένα σπίτι δεν είναι πραγματικά σπίτι όταν μέσα του κατοικεί ο τρόμος και καμία σχέση δεν μπορεί να λέγεται αγάπη όταν ο ένας άνθρωπος μαθαίνει να επιβιώνει αντί να ζει. Γεια χαρά!

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00