Φόβος εγκατάλειψης: Όταν η αγάπη συναντά την αγωνία
Ανθρώπων ΣχέσειςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ο φόβος εγκατάλειψης είναι ένα από τα πιο βαθιά και πιο καθοριστικά ζητήματα στις ανθρώπινες σχέσεις.
Δεν αφορά μόνο τον φόβο ότι κάποιος θα φύγει από τη ζωή μας. Αφορά και την αγωνία ότι μπορεί να απομακρυνθεί, να αλλάξει, να πάψει να μας επιλέγει ή να μη μας αγαπά με τον τρόπο που έχουμε ανάγκη.
Σε αυτό το επεισόδιο του «Ανθρώπων Σχέσεις», προσεγγίζουμε τον φόβο εγκατάλειψης όχι ως μια απλή ανασφάλεια, αλλά ως ένα βαθύ σχεσιακό βίωμα που μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο που αγαπάμε, δεχόμαστε την αγάπη και σχετιζόμαστε με τους άλλους.
Μιλάμε για το τι είναι πραγματικά ο φόβος εγκατάλειψης, πώς γεννιέται, πώς εμφανίζεται στις σύγχρονες σχέσεις, πώς μπορεί να μοιάζει με ζήλια, έλεγχο ή υπερανάλυση, τι κάνει στον άνθρωπο που τον βιώνει και τι επιπτώσεις έχει στη σχέση.
Αναφερόμαστε επίσης στο πώς ξεχωρίζεται ο πραγματικός κίνδυνος από την ενεργοποίηση του φόβου, πώς δουλεύεται εσωτερικά και γιατί η αγάπη, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να θεραπεύσει μια τόσο βαθιά αγωνία.
Το επεισόδιο πλαισιώνεται από ένα ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που φωτίζει με λεπτό και συγκινητικό τρόπο την ανάγκη του ανθρώπου να μη μείνει μόνος μέσα στον πόνο του και να νιώσει ότι μια ουσιαστική παρουσία θα μείνει.
Γιατί τελικά, ο φόβος εγκατάλειψης δεν είναι μόνο φόβος μοναξιάς.
Είναι πολλές φορές ο φόβος ότι θα πάψουμε να είμαστε σημαντικοί για εκείνον που έχει γίνει σημαντικός για εμάς.
🧡
@anthropon.sxesies
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Καλώς ήρθατε στο podcast Ανθρώπων Σχέσεις. Είμαι ο Ιωάννης Σιδηρόπουλος και εδώ εξερευνούμε τη ψυχολογία των σχέσεων, τις προκλήσεις της σύγχρονης ζωής και ανοίγουμε χώρο για σύνδεση με τον εαυτό μας και τους άλλους, με τη ψυχολογία ως οδηγό και την ποίηση ως γλώσσα. Καλωσορίσατε σε ένα ακόμη επεισόδιο του Ανθρώπων Σχέσεις.
Σήμερα θα μιλήσουμε για ένα θέμα βαθιά ανθρώπινο και πολύ ουσιαστικό στις σχέσεις. Τον φόβο εγκατάληψης. Τι σημαίνει όταν η αγάπη δεν μας ηρεμεί πάντα, αλλά μαζί της ξυπνά και μια διαρκής αγωνία μήπως ο άλλος απομακρυνθεί, αλλάξει ή πάψει να μας επιλέγει. πώς γεννιέται αυτός ο φόβος, πώς εμφανίζεται στις σύγχρονες σχέσεις και πώς μπορούμε να τον καταλάβουμε χωρίς να αφήνουμε να ορίζει όλη μας τη ζωή και όλη μας τη σύνδεση με τον άλλον.
Πάμε λοιπόν να το δούμε μαζί. Τι είναι πραγματικά ο φόβος εγκατάληψης? Ο φόβος εγκατάληψης δεν είναι απλώς ο φόβος ότι κάποιος θα φύγει από τη ζωή μας. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι ο εσωτερικός τρόμος ότι ο σημαντικός άλλος μπορεί να απομακρυνθεί, να αλλάξει, να πάψει να μας επιλέγει, να μην μας χρειάζεται πια ή να μην μας αγαπά με τον τρόπο που έχουμε ανάγκη.
Με απλά λόγια, είναι ο φόβος ότι θα μείνουμε μόνοι, όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και ψυχικά. ότι θα χαθεί ο δεσμός που μας κρατά ασφαλείς, σημαντικούς, ορατούς και συνδεδεμένους. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί ο φόβος εγκατάλειψης δεν ενεργοποιείται μόνο όταν ο άνθρωπος όντως φεύγει. Μπορεί να ενεργοποιηθεί και όταν αργεί να απαντήσει, όταν απομακρύνεται συναισθηματικά, όταν αλλάζει ύφος, όταν δείχνει λιγότερη διαθεσιμότητα, όταν δεν επιβεβαιώνει όσο πριν και όταν κάτι μοιάζει να αλλάζει στο μεταξύ.
Άρα, ο φόβος εγκατάλειψης δεν αφορά μόνο το τέλος μιας σχέσης. Αφορά και την απειλή της απόλυας της σύνδεσης. Δεν είναι πάντα λογικός, αλλά είναι πάντα αληθινός για εκείνον που τον βιώνει. Αυτό χρειάζεται να υποθεί πολύ καθαρά. Ο φόβος εγκατάλειψης μπορεί κάποιες φορές να φαίνεται υπερβολικός απ' έξω. Ο άλλος μπορεί να πει, μα δεν έγινε κάτι, μα απλώς άρχισα να απαντήσω, μα απλώς είμαι κουρασμένος, μα δεν σε άφησα και ούτω καθεξής.
Όμως για τον άνθρωπο που τον βιώνει, ο φόβος είναι αληθινός. Το νευρικό του σύστημα δεν αντιδρά μόνο σε αυτό που συμβαίνει αντικειμενικά και πραγματικά. Αντιδρά σε αυτό που θυμίζει παλιό πόνο, παλιά αστάθεια, παλιά απειλή. Άρα δεν χρειάζεται να τον κοροϊδεύουμε ή να τον μικραίνουμε. Χρειάζεται να τον καταλάβουμε αυτό το φόβο.
Δεν εκφράζεται πάντα ως αδυναμία. Αυτό είναι επίσης πολύ σημαντικό. Ο φόβος εγκατάληψης δεν φαίνεται πάντα σαν κλάμα, παραδοχή ή τρυφερή ανάγκη. Μπορεί να φαίνεται και ως προσκόλληση, έντονη ανάγκη για επιβεβαίωση, υπερανάλυση, ζήλια, καχυποψία, θυμός, πίεση, ανάγκη ελέγχου, πανικός όταν ο άλλος μακρύνεται λίγο. Δηλαδή, πολλές φορές ο άνθρωπος δεν λέει φοβάμαι ότι θα με αφήσεις, αντίθετα μπορεί να λέει γιατί δεν απάντησες, με αποφεύγεις, δεν σε νοιάζω πια, πάλι άλλαξες, πες μου τι συμβαίνει τώρα.
Και από όλα αυτά συχνά υπάρχει ένας βαθύς φόβος απόλυσης του δεσμού. Άρα, τι είναι πραγματικά ο φόβος εγκατάληψης? είναι ο βαθύς φόβος ότι θα χάσουμε όχι μόνο έναν άνθρωπο αλλά και την αίσθηση σύνδεσης, ασφάλειας, αγάπης και αξίας που έχουμε επενδύσει σε αυτόν. Και ίσως η πιο καθαρή φράση της ενότητας να είναι η εξής. Ο φόβος εγκατάληψης δεν είναι μόνο φόβος μοναξιάς.
Είναι φόβος ότι θα πάψουμε να είμαστε σημαντικοί για εκείνον που έχει γίνει σημαντικός για εμάς. Πώς γεννιέται ο φόβος εγκατάληψης? Ο φόβος εγκατάληψης δεν εμφανίζεται συνήθως από το πουθενά. Δεν είναι απλώς μια υπερβολή χαρακτήρα ή μια τυχαία ευαισθησία. Πολύ συχνά έχει ρίζες και ρίζες βαθιές. Και αυτές οι ρίζες βρίσκονται σε εμπειρίες όπου ο άνθρωπος έμαθε άμεσα ή έμεσα ότι η σύνδεση δεν είναι πάντα σταθερή, ασφαλής και δεδομένη.
Με απλά λόγια, ο φόβος εγκατάληψης γεννιέται όταν μέσα μας έχει γραφτεί η αίσθηση ότι η αγάπη μπορεί να χαθεί, να αλλάξει, να αποσυρθεί ή να μην μας κρατήσει όταν τη χρειαζόμαστε. Πρώτον, από πρώιμες εμπειρίες αστάθειας. Πολλές φορές αυτό ξεκινά από την παιδική ηλικία. Όχι απαραίτητα μόνο μέσα από μια κυριολεκτική εγκατάληψη, αλλά και μέσα από πιο λεπτές μορφές αστάθειας.
Για παράδειγμα, όταν η αγάπη ήταν απρόβλεπτη, όταν ο γονιός ήταν πότε πολύ κοντά και πότε πολύ απόμακρος, όταν υπήρχε συναισθηματική απουσία, όταν το παιδί δεν ήξερε αν θα βρει ανταπόκριση ή όχι, όταν η αποδοχή εξαρτιόταν από τη συμπεριφορά του και όταν η σύνδεση συνδεόταν από άγχος, φόβο ή αβεβαιότητα. Τότε το παιδί δεν μαθαίνει μόνο να αγαπά μαθαίνει και να φοβάται ότι η αγάπη δεν είναι σταθερή Δεύτερον, από εμπειρίας απόρριψης και ξεφνικής απομάκρυνσης Ο φόβος εγκατάλειψης μπορεί επίσης να ενισχυθεί αργότερα μέσα από εμπειρίες όπου κάποιος σημαντικός άνθρωπος έφυγε, απομακρύνθηκε, πρόδωσε, άλλαξε στάση ή έκοψε τη σύνδεση με τρόπο που άφησε βαθύ τραύμα Ένας χωρισμός, μια απότομη απόρριψη, μια πιστεία, μια σχέση με έντονο κρύο ζέστη, μια εμπειρία ghosting ή μια σχέση όπου ο άλλος σε κρατούσε αβέβαιο μπορούν να ενισχύσουν πολύ αυτόν τον φόβο.
Τότε λοιπόν ο άνθρωπος δεν φοβάται μόνο θεωρητικά ότι ο άλλος θα φύγει, το έχει ήδη ζήσει με τρόπο που τον σημάδεψε. Τρίτον, από αγάπη που συνδέθηκε με αγωνία. Για κάποιους ανθρώπους η αγάπη δεν έχει γραφτεί μέσα τους ως χώρος ηρεμίας αλλά ως χώρος αγωνίας Δηλαδή η σύνδεση έμαθαν να συνοδεύεται από υπερένταση Θα είναι εδώ, θα αλλάξει, θα με θέλει αύριο, μήπως κάνω κάτι και τον χάσω και ούτω καθεξής Όταν αυτό γίνεται εσωτερικό μοτίβο τότε ο άνθρωπος μπορεί να μπαίνει και στις ενήλικες σχέσεις με διαρκή επιφυλακή Ακόμη και αν ο άλλος δεν έχει δώσει λόγο, ο φόβος ενεργοποιείται εύκολα γιατί το σώμα και ο ψυχισμός έχουν μάθει ότι η οικειότητα είναι και πιθανή απειλή.
Τέταρτον, αποχαμηλή αίσθηση προσωπικής αξίας. Ο φόβος εγκατάλειψης συνδέεται συχνά και με το πώς βλέπει ο άνθρωπος τον εαυτό του. Αν βαθιά μέσα του πιστεύει ότι δεν είναι αρκετός, ότι εύκολα θα αντικατασταθεί, ότι δεν είναι πραγματικά άξιο σταθερής αγάπης, τότε κάθε μικρή μετατόπιση του άλλου μπορεί να ξυπνά τεράστιο άγχος.
Γιατί τότε δεν φοβάται μόνο ότι ο άλλος θα φύγει, φοβάται ότι θα φύγει επειδή ο ίδιος δεν άξιζε αρκετά να μείνει. Και αυτό κάνει τον φόβο ακόμη πιο έντονο. Άρα, πώς γεννιέται ο φόβος εγκατάληψης? Γεννιέται όταν ο άνθρωπος έχει μάθει μέσα από εμπειρίες ότι η αγάπη δεν είναι πάντα σταθερή, ασφαλής και προβλέψιμη Όταν η σύνδεση έχει συνδεθεί με αβεβαιότητα, απώλεια, απόρριψη ή αγωνία τότε ο ψυχισμός κουβαλά αυτόν τον φόβο και στις επόμενες σχέσεις Και ίσως η ουσιαστική φραστινότητα είναι η εξής Ο φόβος εγκατάληψης δεν γεννιέται μόνο από το ότι κάποιος έφυγε.
Γεννιέται και από το ότι κάποτε η αγάπη δεν ένιωθε αρκετά ασφαλής ώστε να μπορείς να χαλαρώσεις μέσα της. Ο φόβος εγκατάληψης δεν εμφανίζεται πάντα με ξεκάθαρη μορφή. Δηλαδή ο άνθρωπος δεν λέει απαραίτητα «φοβάμαι ότι θα με αφήσεις». Πολύ συχνά αυτός ο φόβος μεταφράζεται σε συμπεριφορές, αντιδράσεις και εσωτερικές εντάσεις που μοιάζουν με κάτι άλλο.
Και στις σύγχρονες σχέσεις αυτό γίνεται ακόμα πιο έντονο γιατί η επικοινωνία είναι συνεχής, η πρόσβαση στον άλλον άμεση, αλλά ταυτόχρονα η αβεβαιότητα και η ασάφεια είναι επίσης πολύ μεγάλες. Πρώτον, εμφανίζεται ως υπερανάλυση. Ένας από τους πιο συχνούς τρόπους είναι η υπερανάλυση. Ο άνθρωπος παρατηρεί τα πάντα. Όσο γρήγορα απάντησε ο άλλος, αν άλλαξε ο τόνος του, αν ήταν πιο ψυχρός, αν είπε κάτι διαφορετικά, αν φαίνεται πιο απόμακρος, αν ανεβάζει κάτι αλλά δεν μιλά.
Και κάθε μικρή αλλαγή μπορεί να βιώνεται όχι ως απλό γεγονός, αλλά ως πιθανό σημάδι απώλειας της σύνδεσης. Δεν είναι απλώς σκέψη. Είναι μια εσωτερική επαγρύπνηση που δεν αφήνει τον άνθρωπο να χαλαρώσει. Δεύτερον, εμφανίζεται ως ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση Ο φόβος εγκατάληψης μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να ζητά διαρκώς μικρές αποδείξεις ότι όλα είναι καλά Να θέλει να ακούει, με αγαπάς, είμαστε καλά, σου λείπω, με θέλεις ακόμα, γιατί είσαι έτσι και χιλιάδες άλλα παραδείγματα ή να μην λέει πάντα τόσο ξεκάθαρα αυτές τις ερωτήσεις, αλλά να τις ψάχνει μέσα από τον τόνο, τη συχνότητα της επικοινωνίας, την προσοχή του άλλου, τη διαθεσιμότητα, τις μικρές καθημερινές ενδείξεις.
Το πρόβλημα είναι ότι η ανακούφιση από αυτή την επιβεβαίωση κρατά συνήθως λίγο και έτσι η ανάγκη επιστρέφει. Τρίτον, εμφανίζεται ως πανικός στην απόσταση. Κάθε σχέση χρειάζεται χώρο, ρυθμό και μικρές αποστάσεις. Όμως για τον άνθρωπο με φόβο εγκατάλειψης η απόσταση δεν βιώνεται πάντα ως φυσιολογικό μέρος της ζωής Μπορεί να βιώνεται ως απειλή Αν ο άλλος αργήσει, αν αποσυρθεί λίγο, αν χρειαστεί χρόνο, αν δεν είναι τόσο διαθέσιμος, αν δεν εκφράζεται όπως πριν Ο φόβος μπορεί να ενεργοποιηθεί αμέσως και τότε η απόσταση δεν μοιάζει ουδέτερη, μοιάζει επικίνδυνη Τέταρτον, εμφανίζεται ως ζήλια ή καχυποψία Πολλές φορές ο φόβος εγκατάλεψης δεν φαίνεται σαν ευάλωτη ανάγκη, αλλά σαν κακή υποψία.
Ο άνθρωπος μπορεί να αρχίσει να συγκρίνεται, να υποψιάζεται, να φοβάται ότι υπάρχει κάποιος άλλος, ότι ο σύντροφος θα βρει κάτι καλύτερο, ότι θα χάσει τη θέση του. Και τότε η ζήλια δεν είναι πάντα μόνο θέμα κτητικότητας. Πολύ συχνά είναι τρόμος ότι ο δεσμός δεν είναι τόσο ασφαλής όσο θα ήθελε να πιστεύει. Πέμπτον, εμφανίζεται πολύ έντονα μέσα από τα social media, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Στη σημερινή εποχή, τα social media έχουν γίνει τεράστιες ενισχυτής αυτού του φόβου. Γιατί τώρα ο άνθρωπος δεν έχει μόνο το βίωμα της σχέσης, αλλά έχει και τα likes, τα stories, το scene, το πότε είναι online, το σε ποιον αντέδρασε, το τι ανεβάζει, το τι δεν απάντησε, το που μοιάζει να δίνει προσοχή. Όλα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν σαν συνεχείς μικρές συνεργοποιήσεις.
και ο άνθρωπος μένει πολύ εύκολα μέσα σε μία μόνιμη κατάσταση ανάγνωσης σημάτων χωρίς να ξέρει αν διαβάζει την πραγματικότητα ή τον φόβο του. Άρα, πώς εμφανίζεται ο φόβος εγκατάλειψης σύγχρονες σχέσεις? Ως υπερανάλυση, ανάγκη για επιβεβαίωση, πανικό στην απόσταση, ζήλια, καχυποψία και διαρκή συνεργοποίηση από μικρά σημάδια, ειδικά στην ψηφιακή επικοινωνία.
Και ίσως η φράση μας είναι η εξής, στις σύγχρονες σχέσεις ο φόβος εγκατάλειψης δεν τρέφεται μόνο από αυτά που συμβαίνουν, τρέφεται από όλα όσα μπορούν να ερμηνευτούν ως πιθανή απώλεια της σύνδεσης. Και πάμε να δούμε όταν ο φόβος εγκατάλειψης δεν μοιάζει με φόβο αλλά με έλεγχο. Ο φόβος εγκατάλειψης δεν εμφανίζεται πάντα με τρυφαίριη ευάλωτη μορφή.
Δηλαδή δεν φαίνεται πάντα σαν παραδοχή, σαν κλάμα, σαν λόγια που λένε καθαρά φοβάμαι ότι θα σε χάσω. Πολύ συχνά μεταμφιέζεται. Και τότε αντί να μοιάζει με φόβο, μοιάζει με έλεγχο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβουμε γιατί πολλές φορές ο άνθρωπος που φοβάται βαθιά την εγκατάλειψη δεν ζητά απλώς αγάπη. Προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι ο άλλος δεν θα φύγει Και όταν η αγάπη μετατρέπεται σε προσπάθεια εξασφάλισης Πολύ εύκολα αρχίζουν να εμφανίζονται ελεγκτικές συμπεριφορές Πρώτον, από την ανάγκη για ασφάλεια σε ανάγκη για έλεγχο Ο άνθρωπος που φοβάται την εγκατάλειψη θέλει να νιώθει ασφαλής Αυτό είναι ανθρώπινο Το πρόβλημα όμως αρχίζει όταν η ασφάλεια δεν αναζητείται μέσα από σχέση, διάλογο και εμπιστοσύνη, αλλά μέσα από έλεγχο.
Δηλαδή, αντί να λέει «φοβάμαι», «χρειάζομαι σύνδεση», «χρειάζομαι καθαρότητα», μπορεί να αρχίζει τα εξής. Να ζητά συνεχείς εξηγήσεις, να θέλει συνεχή διαθεσιμότητα, να ενοχλείται υπερβολικά με την απόσταση, να δυσκολεύεται να αντέξει το προσωπικό χώρο του άλλου, να παρακολουθεί, να ψάχνει, να ελέγχει ή να πιέζει. Εδώ λοιπόν δεν βλέπουμε πια μόνο ευαλωτότητα.
Βλέπουμε τον φόβο να μετατρέπεται σε ανάγκη επιτήρησης του δεσμού. Δεύτερον, ο έλεγχος δίνει ψευδέστηση σταθερότητας. Αυτό είναι το κλειδί. Ο έλεγχος δεν εμφανίζεται τυχαία. Εμφανίζεται γιατί δίνει μία ψευδέστηση ασφάλειας. αν ξέρω που είσαι, αν ξέρω τι κάνεις, αν ξέρω γιατί άργησες, αν νιώθω ότι έχω πρόσβαση στα πάντα, αν παρατηρώ κάθε σου αλλαγή, τότε προσωρινά νιώθω ότι μειώνω την απειλή.
Μόνο που αυτή η ασφάλεια δεν είναι πραγματική. Είναι προσωρινή και εξαρτημένη και συνήθως δεν ηρεμεί πραγματικά τον άνθρωπο. Αντίθετα, τον εγκλωβίζει σε μια όλο και μεγαλύτερη ανάγκη να ελέγχει για να μην αγχώνεται. Τρίτον, η αγάπη γίνεται απέτηση διαρκούς απόδειξης Όταν ο φόβος εγκατάληψης παίρνει τη μορφή ελέγχου ο άλλος καλείται διαρκώς να αποδεικνύει ότι είναι εκεί να απαντά γρήγορα, να εξηγεί, να καθησυχάζει, να επιβεβαιώνει να προλαβαίνει αντιδράσεις, να μην αφήνει περιθώριο για αμφιβολία και έτσι η σχέση σταδιακά κουράζεται γιατί ο ένας δεν νιώθει ποτέ αρκετά καθησυχασμένος και ο άλλος ποτέ αρκετά ελεύθερος.
Εδώ η ανάγκη για σύνδεση αρχίζει να μοιάζει με απέτηση συνεχούς καθησυχασμού. Τέταρτον, ο φόβος μπορεί να βγει ως θυμός ή πίεση. Ένα άλλο πολύ σημαντικό σημείο είναι ότι ο φόβος εγκατάληψης δεν βγαίνει πάντα ως θλίψη. Μπορεί να βγει ως θυμός. Δηλαδή ο άνθρωπος αντί να πει φοβήθηκα ότι απομακρύνθηκες, λέει γιατί φέρθηκες έτσι, πάντα το κάνεις αυτό, «Δεν σε νοιάζει, με αγνοείς, σε έχω βαρεθεί» και ούτω καθεξής.
Και έτσι ο πραγματικός φόβος κρύβεται πίσω από επίθεση, γκρίνια, πίεση ή κατηγορία. Γιατί πολλές φορές είναι πιο εύκολο να θυμώσεις παρά να δείξεις πόσο ευάλωτος νιώθεις. Άρα, όταν ο φόβος εγκατάλειψης πάβει να μοιάζει με φόβο και αρχίζει να μοιάζει με έλεγχο, όταν η αγάπη για ασφάλεια μετατρέπεται σε ανάγκη να ρυθμίζω τον άλλον, όταν η αγάπη ζητά συνεχής αποδείξεις, όταν η απόσταση δεν αντέχεται και πρέπει πάντα να ελέγχεται, όταν η ευαλωτότητα μεταμφιέζεται σε πίεση, καχυποψία ή θυμό.
Και ίσως κλείνοντας την ενότητα να σημειώσουμε το εξής. Ο άνθρωπος που φοβάται την εγκατάληψη δεν θέλει πάντα να ελέγξει από δύναμη. Πολύ συχνά προσπαθεί να ελέγξει από φόβο. Αλλά και πάλι αυτό μπορεί να γίνει ασφικτικό για τη σχέση. Τι κάνει ο φόβος εγκατάλειψης στον άνθρωπο που τον βιώνει? Ο φόβος εγκατάλειψης δεν είναι απλώς μια σκέψη.
Δεν είναι μόνο μια ανησυχία που περνά στιγμή από το μυαλό. Όταν ενεργοποιείται έντονα επηρεάζει ολόκληρο τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. τον τρόπο που σκέφτεται, που νιώθει, που σχετίζεται, που ερμηνεύει την πραγματικότητα. Και πολλές φορές αυτό είναι και ο λόγος που κουράζει τόσο πολύ. Γιατί δεν τον ζεις μόνο σε μια στιγμή, τον κουβαλάς μέσα στη σχέση σαν μόνιμη εσωτερική ένταση.
Πρώτον, δημιουργεί διαρκές άγχος. Ο άνθρωπος που φοβάται την εγκατάλειψη συχνά δεν χαλάρωνε εύκολα μέσα στη σχέση. Ακόμη και όταν όλα φαίνονται καλά, μπορεί να υπάρχει από κάτω ένα μόνιμο άγχος. Και αν αλλάξει, και αν απομακρυνθεί, και αν χαλάσει κάτι, και αν δεν είναι τόσο σταθερό όσο φαίνεται. Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι πολλές φορές δεν απολαμβάνει πραγματικά τη σύνδεση.
Την ζει με αγωνία, σαν να περιμένει διαρκώς κάτι να στραβώσει. Δεύτερον, δημιουργεί στον άνθρωπο επαγρύπνηση, υπερεπαγρύπνηση πολλές φορές. Ο φόβος εγκατάλειψης βάζει τον άνθρωπο σε μια κατάσταση συνεχώς παρατήρησης. Διαβάζει τα πάντα. Τον τόνο, την απόσταση, την καθυστέρηση, την αλλαγή ύφους, τη μικρή ψυχρότητα, τη λιγότερη διαθεσιμότητα.
Και έτσι πράγματα που για κάποιον άλλον μπορεί να ήταν ουδέτερα και εκείνων γίνονται ενδείξεις κινδύνου. Αυτό είναι πολύ κουραστικό. Γιατί δεν τον επιτρέπει να βρίσκεται απλώς μέσα στη σχέση. τον βάζει να λειτουργεί σαν να πρέπει πάντα να προλάβει το κακό πριν συμβεί. Αυτό είναι πολύ κουραστικό, γιατί δεν του επιτρέπει να βρίσκεται απλώς μέσα στη σχέση.
Τον βάζει να λειτουργεί σαν να πρέπει πάντα να προλάβει το κακό πριν συμβεί. Τρίτον, φθύρει την αυτοεικόνα. Πολύ συχνά ο φόβος αγκατάληψης συνδέεται με βαθύτερες σκέψεις για την προσωπική αξία. Ο άνθρωπος δεν φοβάται μόνο ότι ο άλλος θα φύγει. Φοβάται ότι θα φύγει επειδή δεν ήταν αρκετός, δεν ήταν αρκετά άξιος να τον αγαπήσουν, δεν ήταν αρκετά σημαντικός, δεν ήταν αρκετά επιθυμητός.
Και έτσι κάθε μικρή μετατόπιση του άλλου μπορεί να μεταφράζεται εσωτερικά σαν προσωπική απόρριψη. Αυτό κουράζει βαθιά την ψυχή γιατί η σχέση δεν αγγίζει μόνο την αγάπη, αγγίζει και την αυτοαξία, την αυτοπεποίθηση και τον αυτοσεβασμό. Τέταρτον, δημιουργεί εξάρτηση από την ανταπόκριση του άλλου Όταν ο φόβος εγκατάλειψης είναι έντονος, η ηρεμία του ανθρώπου αρχίζει να εξαρτάται υπερβολικά από το πώς ανταποκρίνεται ο άλλος Αν ο άλλος είναι θερμός, νιώθει καλά Αν ο άλλος αργήσει, πέφτει Αν ο άλλος απομακρυνθεί λίγο, πανικοβάλλεται Αν ο άλλος καθυσυχάσει, ανακοφίζεται προσωρινά Έτσι η εσωτερική του σταθερότητα δεν προέρχεται πια αρκετά από μέσα του κρέμεται από έξω, από το αν ο άλλος είναι παρόν παρούσα, τρυφερός, τρυφερή, ξεκάθαρο, ξεκάθαρη, ξεκάθαρο, διαθέσιμος και ούτω καθεξής.
Και αυτό κάνει τη σχέση να αποκτά τεράστιο ψυχικό βάρος. Πέμπτον, εξαντλήσει συναισθηματικά. Ο φόβος εγκατάλειψης είναι κουραστικός όχι μόνο επειδή πονά, αλλά και επειδή καταναλώνει συνεχώς ενέργεια. Ο άνθρωπος σκέφτεται πολύ, νιώθει πολύ, αναλύει πολύ, φοβάται πολύ. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει εξωτερικό δράμα, μπορεί να υπάρχει εσωτερικός θόρυβος.
Και αυτό οδηγεί συχνά σε συναισθηματική εξάντληση, δυσκολία να χαρεί τη σχέση, εσωτερική ένταση, κούραση από τις ίδιες σκέψεις και δυσκολία να νιώσει πραγματική ηρεμία. Άρα τι κάνει ο φόβος εγκατάλειψης στον άνθρωπο που τον βιώνει Τον γεμίζει άγχος, τον φέρνει σε επαγρύπνηση, υπερεπαγρύπνηση Φτύρει την αυτοεικόνα και την αυτοπεποίθησή του Και τον κάνει εξαρτημένο υπερβολικά από την ανταπόκριση του άλλου Καθώς και τον εξαντλεί συναισθηματικά Οπότε συνοψίζοντας αυτή την ενότητα Ο φόβος εγκατάλειψης δεν πόνα μόνο επειδή φοβάσαι ότι θα χάσεις τον άλλον πονάει γιατί σε κάνει να χάνεις την ηρεμία σου πριν καν συμβεί οτιδήποτε.
Και πάμε να δούμε τι κάνει ο φόβος εγκατάλειψης στη σχέση. Ο φόβος εγκατάλειψης δεν μπαίνει μόνο μέσα στον άνθρωπο που τον βιώνει. Με τον καιρό περνάει και μέσα στη σχέση. Επηρεάζει τον τρόπο που επικοινωνούν οι δύο άνθρωποι, τον ρυθμό τους, την αίσθηση ελευθερίας, το κλίμα εμπιστοσύνης και τελικά την ίδια την ποιότητα του δεσμού.
Και αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί πολλές φορές μια σχέση δεν κουράζεται μόνο από το τι έχει συμβεί ανάμεσα στους δύο ανθρώπους, αλλά και από τον μόνιμο φόβο για το τι μπορεί να συμβεί. Πρώτον, δημιουργεί ένταση εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ροή. Όταν ο φόβος εγκατάλειψης είναι έντονος, η σχέση πάφει να κινείται φυσικά.
Ο ένας είναι σε συνεχή αναζήτηση σιγουριάς και ο άλλος συχνά αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει πως είναι εκεί. Έτσι κάτι που θα μπορούσε να κυλά με περισσότερη ηρεμία αρχίζει να φορτίζεται με υπερένταση. Μια μικρή απόσταση γίνεται θέμα, μια καθυστέρηση παίρνει μεγάλο βάρος, μια κακή στιγμή μοιάζει απειλητική και η σχέση αρχίζει να χάνει την απλότητα και τη ροή της.
Δεύτερον, μπορεί να κουράσει τον σύντροφο. Αυτό χρειάζεται να υποθεί με ευαισθησία αλλά και καθαρότητα. Ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπά πολύ τον σύντροφό του, παρόλα αυτά να κουραστεί όταν καλείται συνεχώς να καθυσυχάζει, να εξηγεί, να επιβεβαιώνει, να απορροφά φόβους που δεν τελειώνουν ποτέ. Όχι επειδή δεν νοιάζεται, αλλά επειδή καμία σχέση δεν μπορεί να αντέξει μακροπρόθεσμα αν το ένα μέρος της λειτουργεί σαν μόνιμο σύστημα ρύθμισης του άγχος του άλλου.
Κάποια στιγμή λοιπόν ο σύντροφος μπορεί να νιώσει πίεση, ασφυξία, ενοχή, κόπωση ή και αδικία. Και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπά. Σημαίνει ότι η σχέση αρχίζει να δυσκολεύεται να ηρεμήσει, να αναπνεύσει. Τρίτον, δημιουργεί παρεξηγήσεις και φαύλους κύκλους. Ο φόβος εγκατάλεψης συχνά φτιάχνει έναν επόδυνο κύκλο. Ο ένας φοβάται, πιέζει, αναζητάται περισσότερη σιγουριά ή γίνεται πιο ελεγκτικός.
Ο άλλος αισθάνεται πίεση και απομακρύνεται λίγο για να πάρει χώρο. Η απόσταση αυτή όμως ενεργοποιεί περισσότερο τον φόβο του πρώτου. Και τότε εκείνος πιέζει ακόμη πιο πολύ. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου ο φόβος της εγκατάλεψης παράγει τελικά συμπεριφορές που μπορεί να αυξήσουν την απόσταση που τόσο φοβάται.
Αυτό είναι από τα πιο σκληρά σημεία του θέματος Τέταρτον, η σχέση χάνει την αίσθηση ελευθερίας Μια υγιή σχέση χρειάζεται και σύνδεση και χώρο Όταν όμως ο φόβος εγκατάλειψης είναι πολύ έντονος ο χώρος αρχίζει να βιώνεται ως απειλή και έτσι η σχέση μπορεί να γίνει πιο σφιχτή, πιο φορτισμένη, πιο απαιτητική Ο σύντροφος λοιπόν μπορεί να νιώθει ότι δεν επιτρέπεται να αποσυρθεί λίγο να είναι κουρασμένος, να μην μιλήσει πολύ, να πάρει χρόνο ή να στραφεί λίγο στον εαυτό του, χωρίς αυτό να παρερμηνευτεί.
Και όταν μια σχέση δεν αντέχει τον φυσικό χώρο του άλλου, τότε αρχίζει να χάνει ένα βασικό στοιχείο οριμότητας. Και πέμπτον, ο φόβος εγκατάλειψης, παραδόξως, δεν τρώει μόνο την ηρεμία, τρώει και την εμπιστοσύνη. γιατί όταν ο ένας είναι μονίμως σε επιφυλακή η σχέση αρχίζει να στηρίζεται περισσότερο στον έλεγχο στην παρατήρηση και στην ανάγκη για αποδείξεις και λιγότερο στην αυθόρμητη αίσθηση ότι είμαστε μαζί και το νιώθουμε.
Και έτσι ενώ ο στόχος είναι να νιώσει περισσότερη ασφάλεια το αποτέλεσμα είναι συχνά μια σχέση πιο αγχώδης, πιο αμυντική και λιγότερο ξεκούραστη. Άρα, τι κάνει ο φόβος εγκατάλειπης στη σχέση? φέρνει ένταση εκεί που χρειάζεται ροή κουράζει τον σύντροφο δημιουργεί φαύλους κύκλους πίεσης και απόστασης μειώνει την αίσθηση ελευθερίας και διαβρώνει σταδιακά την εμπιστοσύνη.
Άρα η φράση που συνοψίζει το θέμα μας είναι πως ο φόβος εγκατάληψης δεν πληγώνει μόνο εκείνο που το νιώθει αν δεν δουλευτεί αρχίζει σιγά σιγά να οργανώνει ολόκληρη τη σχέση γύρω από τον φόβο και γύρω από την αγάπη. Πώς όμως ξεχωρίζω τον πραγματικό κίνδυνο από την ενεργοποίηση του φόβου μου. Αυτή είναι ίσως μία από τις πιο σημαντικές ενότητες όλου του επεισοδίου.
Γιατί ο άνθρωπος που βιώνει φόβο εκατάληψης δεν υποφέρει μόνο από αυτό που συμβαίνει. Υποφέρει και από το ότι πολλές φορές δεν ξέρει αν αυτό που νιώθει είναι διέστηση ή απλά ο φόβος. Δεν ξέρει αν πράγματι κάτι δεν πάει καλά ή αν ενεργοποιήθηκε μέσα του ένα παλιό τραύμα που τον κάνει να βλέπει απειλή πιο εύκολα. Και αυτή η διαδικασία είναι δύσκολη αλλά απολύτως αναγκαία.
Πρώτον, ο πραγματικός κίνδυνος έχει συνήθως επανάληψη και συνέπεια. Όταν υπάρχει όντως πρόβλημα στη σχέση, συνήθως δεν στηρίζεται μόνο σε μια αίσθηση ή σε ένα μεμονωμένο περιστατικό. Υπάρχει μοτίβο, για παράδειγμα. Ο άλλος απομακρύνεται συστηματικά. Υπάρχει ασυνέπεια. Λέει άλλα και κάνει άλλα. Αποφεύγει τη δέσμευση ή την σαφήνεια.
Ακυρώνει συχνά τα συναισθήματά σου. Δεν δίνει πραγματικό χώρο σε διάλογο. Απαναλαμβάνει συμπεριφορές που σε κάνουν να νιώθεις αβέβαιος. Εδώ λοιπόν δεν μιλάμε μόνο για φόβο. Μιλάμε για πραγματικότητα που δίνει λόγο στον φόβο να ξυπνά. Δεύτερον, η ενεργοποίηση του φόβου μπορεί να ξεκινήσει και από κάτι μικρό Αντίθετα, όταν ενεργοποιείται κυρίως ο εσωτερικός φόβος πολλές φορές το αιρέθισμα είναι μικρότερο από την ένταση της αντίδρασης για παράδειγμα, μια καθυστέρηση σε μήνυμα, μια μέρα από όστασης μια στιγμή κούρασης ή μια αλλαγή ύφους που δεν είναι σταθερή ένας σύντροφος που χρειάζεται χώρο χωρίς να σημαίνει ότι αποσύρεται συναισθηματικά Εδώ το βιώμα είναι αληθινό, αλλά χρειάζεται να δούμε αν το τωρινό γεγονός είναι πράγματι τόσο απειλητικό ή αν άγγιξε κάτι πιο παλιό και πιο βαθύ μέσα μας.
Τρίτον, βοηθά να ρωτήσω αυτό συμβαίνει τώρα ή μου θυμίζει κάτι παλιό. Αυτή είναι μία από τις πιο κρίσιμες και κρίσιμες ίσως ερωτήσεις. Αυτό που φοβάμαι αυτή τη στιγμή βασίζεται κυρίως σε όσα κάνει τώρα ο άλλος ή ξυπνά μέσα μου μια παλιά εμπειρία. Γιατί πολύ συχνά ο σύντροφος μπορεί να μην είναι εκείνος που εγκαταλείπει, αλλά μια μικρή αλλαγή της διαθεσιμότητά του να ξυπνά μέσα μας όλη την παλιά αγωνία ότι θα μείνουμε μόνοι, αόρατοι ή απροστάτευτοι.
Αν δεν κάνουμε αυτή τη διάκριση, κινδυνεύουμε να ζητάμε από την παρούσα σχέση να θεραπεύσει κάθε προηγούμενη απώλεια με τρόπο άμεσο και απόλυτο. Τέταρτον, χρειάζεται να βλέπω δεδομένα, όχι μόνο σενάρια. Όταν ενεργοποιεί το φόβος εγκατάληψης, το μυαλό γεμίζει πολύ γρήγορα με σενάρια. Κάτι που το μυαλό μας λατρεύει να κάνει.
Κάτι άλλαξε, δεν με θέλει όπως πριν, θα φύγει, έχει κουραστεί, σίγουρα κάτι συμβαίνει, στο μέλλον θα γίνει αυτό, μετά από μια εβδομάδα θα γίνει το άλλο και ούτω καθεξής. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα σενάρια μοιάζουν πολλές φορές με αλήθεια, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να είναι απλά ερμηνείες. Γι' αυτό χρειάζεται να ρωτήσω τον εαυτό μου καθαρά. Ποια είναι τα πραγματικά δεδομένα, τι έχει όντως συμβεί, υπάρχει επανάληψη, υπάρχει σαφής αλλαγή, υπάρχουν γεγονότα ή μόνο φόβος που γεμίζεται κενά.
Αυτό δεν σημαίνει να αγνοώ τη διέστησή μου, σημαίνει να τη φέρνω σε επαφή με την πραγματικότητα. 5. Ο πραγματικός κίνδυνος δεν σε μπερδεύει μόνο εσωτερικά, σε φθήρι και σχεσιακά Ένα ακόμη κριτήριο είναι το εξής Όταν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα δεν νιώθεις μόνο φόβο Συνήθως αρχίζεις να βλέπεις και επιπτώσεις στη σχέση Λιγότερη καθαρότητα, περισσότερη αστάθεια, συναισθηματική απόσταση, έλλειψη σεβασμού Έστηση ότι δεν υπάρχει ασφαλές έδαφος Αντίθετα, όταν ο άλλος είναι σταθερός, διαθέσιμος και ουσιαστικά παρόν, αλλά εσύ συνεχίζεις να πανικοβάλεσαι ακόμη και στις πιο μικρές μετατοπίσεις, τότε μάλλον ο φόβος έχει μεγαλύτερη σχέση με το μέσα σου παρά με το πραγματικό τώρα.
Άρα, πώς ξεχωρίζω τον πραγματικό κίνδυνο από την ενεργοποίηση του φόβου μου? Κοιτάζω αν υπάρχει επαναλαμβανόμενο μοτίβο ή μεμονωμένο ερέθισμα, αν υπάρχουν δεδομένα ή κυρίως σενάρια αν αυτό που νιώθω ανήκει μόνο στο παρόν ή ξυπνά κάτι παλιότερο αν η σχέση όντως με φθείρει ή αν ενεργοποιούμε έντονα ακόμη και μέσα σε ένα αρκετά ασφαλές πλαίσιο.
Και ίσως η σημαντική μας φράση είναι η εξής δεν είναι όλα όσα φοβάμαι πραγματικός κίνδυνος αλλά ούτε και όλα όσα με φοβίζουν είναι φαντασία. Η οριμότητα είναι να μάθω να ξεχωρίζω πότε μιλάει η πραγματικότητα και πότε μιλά το τραύμα μου. Και πώς δουλεύεται ο φόβος εγκατάληψης? Ο φόβος εγκατάληψης δεν ξεπερνιέται απλώς επειδή βρέθηκε ένας άνθρωπος που μας αγαπά.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό να το πούμε από την αρχή. Μία σχέση μπορεί να μας ανακουφίσει, να μας στηρίξει, να μας δώσει εμπειρίες ασφάλειας, αλλά από μόνη της δεν αρκεί πάντα για να θεραπεύσει έναν φόβο που έχει ρίζες βαθιές. Για να δουλευτεί πραγματικά ο φόβος εκατάληψης χρειάζεται κάτι πιο ουσιαστικό. Να αρχίσουμε να τον αναγνωρίζουμε, να τον καταλαβαίνουμε και να μην ζούμε εντελώς μέσα από αυτόν.
Πρώτον, πρώτα τον αναγνωρίζω. Το πρώτο βήμα είναι να μπορώ να πω καθαρά αυτό που νιώθω τώρα ίσως δεν είναι μόνο θυμός, δεν είναι μόνο ζήλια, δεν είναι μόνο ανάγκη για απάντηση, ίσως είναι ο φόβος. Αυτή η αναγνώριση είναι πολύ σημαντική, γιατί όσο ο φόβος μένει μεταμφιασμένος, τόσο δυσκολότερα δουλεύεται. Όταν όμως αρχίζω να λέω «ενεργοποιήθηκα», «φοβήθηκα ότι θα με αφήσει», «μετάραξε η απόσταση περισσότερο από όσο θα ήθελα», τότε αρχίζω να βγαίνω λίγο από τον αυτόματο πιλό του.
Δεύτερον, μαθαίνω να σταματώ πριν να αντιδράσω. Ο φόβος εγκατάλειψης θέλει αμεσότητα. Θέλει να απαντήσω τώρα, να ρωτήσω τώρα, να πιέσω τώρα, να βγάλω συμπέρασμα τώρα. Όμως πολύ συχνά αν αντιδρώ μέσα στο πικ του φόβου δεν μιλάει η καθαρότητά μου. Μιλά ο πανικός. Γι' αυτό χρειάζεται να μάθω να κάνω μία μικρή παύση, να μην στέλνω αμέσως το μήνυμα, να μην βγάζω αμέσως υπέρασμα, να μην θεωρώ αμέσως ότι κάτι χάθηκε.
Αυτή η πάυση δεν είναι καταπίεση, είναι ρύθμιση Τρίτον, διαχωρίζω το παρόν από το παλιό, από το παρελθόν Αυτό είναι από τα πιο θεραπευτικά βήματα Να αρχίσω να αναρωτιέμαι Αυτό που νιώθω τώρα ανήκει μόνο σε αυτή τη σχέση ή ξυπνά και παλιότερους φόβους Γιατί πολλές φορές η ένταση που νιώθω στο παρόν δεν γεννήθηκε όλοι στο παρόν Το τωρινό γεγονός μπορεί να άγγιξε ένα παλιότερο βίωμα Απόρριψη, αστάθεια, απουσία, απώλεια, συναισθηματική μη διαθεσιμότητα Όσο περισσότερο ξεχωρίζω αυτά τα δύο, τόσο λιγότερο μπερδεύω τον σημερινό άνθρωπο με παλιάς πληγές Τέταρτον, χτίζω εσωτερική αξία και όχι μόνο σχεσιακή αξία Ο φόβος εγκατάλειψης γίνεται πιο δυνατός όταν η αξία μου εξαρτάται υπερβολικά από το αν ο άλλος με επιλέγει, με επιβεβαιώνει, με καθησυχάζει ή μένει Άρα μέρος της δουλειάς είναι να αρχίσω να χτίζω μια πιο σταθερή αίσθηση εαυτού που να μην κρέμεται εξ ολοκλήρου από τη σχεσιακή ανταπόκριση Να μπορώ να θυμάμαι Η αξία μου δεν καταραίει κάθε φορά που ο άλλος απομακρύνεται λίγο
Η αγάπη του άλλου είναι σημαντική αλλά δεν είναι ο μοναδικός καθρέφτης του ποιος είμαι Αυτό δεν γίνεται φυσικά από τη μια μέρα στην άλλη Είναι όμως κομβικό Πέμπτον, μαθαίνω να επικοινωνώ τον φόβο χωρίς να τον κάνω όπλο. Ο φόβος εγκατάλειψης δεν βοηθιέται μόνο όταν βγαίνει ως κατηγορία έλεγχος ή πίεση. Βοηθιέται κυρίως όταν μπορεί σιγά σιγά να γίνει πιο καθαρή επικοινωνία.
Αντί λοιπόν για δεν σε νοιάζει καθόλου, μπορεί να γίνει όταν απομακρύνεσαι έτσι, ενεργοποιούμε πολύ και φοβάμαι. Αντί για γιατί δεν απάντησες, τι κάνεις, μπορεί να γίνει θα ήθελα λίγη περισσότερη καθαρότητα ή συνέπεια γιατί με δυσκολεύει η απόσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άλλος θα καλύψει όλες τις πληγές μου και το επαναλαμβάνω.
Δεν σημαίνει ότι ο άλλος θα καλύψει όλες τις πληγές μου. Δεν είναι εκεί οι άλλοι για να μας θεραπεύσουν. Πρέπει πρώτα να το συνειδητοποιήσουμε και να το δουλέψουμε εμείς. Σημαίνει όμως ότι εγώ αρχίζω να μιλάω πιο αληθινά και λιγότερο αμυντικά. Έκτον, δουλεύετε και θεραπευτικά. Σε πολλούς ανθρώπους ο φόβος εγκατάλειψης δεν είναι απλώς ένα θεματάκι σχέσης Είναι βαθύ μοτίβο Και εκεί η προσωπική θεραπευτική δουλειά μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά Όχι μόνο για να καταλάβει κανείς το παρελθόν του Αλλά και για να μάθει να ρυθμίζει το άγχος του Να αντέχει την αβεβαιότητα Να μην συγχύει κάθε απόσταση με απώλεια Να χτίζει μια πιο ασφαλή σχέση με τον εαυτό του και με τους άλλους Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί κάποιες πληγές δεν αρκεί να τις εξηγήσουμε, χρειάζεται και να τις επεξεργαστούμε.
Άρα, πώς δουλεύεται ο φόβος εγκατάληψης? Δουλεύεται όταν τον αναγνωρίζω, κάνω παύση πριν αντιδράσω, ξεχωρίζω το παρόν από το παλιό, δεν αφήνω όλη μου την αξία να εξαρτάται από τον άλλον, μαθαίνω να επικοινωνώ πιο καθαρά και όπου χρειάζεται τον δουλεύω βαθύτερα και θεραπευτικά. Και η φράση της ενότητας είναι η εξής. Ο φόβος εγκατάληψης δεν θεραπεύεται όταν καταφέρνω να κρατήσω τον άλλον κοντά μου με κάθε τρόπο.
Αρχίζει να θεραπεύεται όταν μαθαίνω να μην χάνω τον εαυτό μου κάθε φορά που φοβάμαι ότι ο άλλος μπορεί να απομακρυνθεί. Και ας περάσουμε στο ότι η αγάπη δεν θεραπεύει μόνη της το φόβο εγκατάληψης Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ουσιαστικά και πιο όριμα συμπεράσματα όλου του επεισοδίου Γιατί πολλοί άνθρωποι συνειδητά ή ασυνείδητα ελπίζουν πως Αν βρεθεί ο σωστός άνθρωπος, αν αγαπηθούν αρκετά, αν νιώσουν επιτέλους ασφαλείς μέσα σε μια σχέση τότε ο φόβος εγκατάλειψης θα εξαφανιστεί από μόνος του.
Και ναι, η αγάπη μπορεί να βοηθήσει, μπορεί να ανακουφίσει, μπορεί να μαλακώσει κάποια πράγματα, μπορεί να δώσει εμπειρία σταθερότητας, τρυφερότητας και συνέπειας. Όμως δεν αρκεί πάντα. Γιατί ο φόβος εγκατάλειψης δεν είναι μόνο έλλειψη αγάπης στο παρόν, είναι πολλές φορές ένα βαθύ εσωτερικό μοτίβο που κουβαλά μνήμη, αγωνία, παλιό πόνο και μια ευαλωτότητα που ενεργοποιείται ακόμη και όταν ο άλλος δεν θέλει να πληγώσει.
Πρώτον, ο πιο αγαπητικός σύντροφος δεν μπορεί να κάνει όλη τη δουλειά. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι πραγματικά παρόν, σταθερός, τρυφερός και καθαρός. Μπορεί να προσπαθεί, να καθυσυχάζει, να εξηγεί, να στηρίζει. Αλλά ακόμη και έτσι, αν ο φόβος εγκατάλειψης είναι βαθιά ριζωμένος, κάποια στιγμή θα ενεργοποιηθεί ξανά. όχι επειδή ο άλλος δεν αγαπάρκεται αλλά επειδή η πληγή δεν βρίσκεται μόνο στη σχέση βρίσκεται και μέσα στον τρόπο που ο άνθρωπος έχει μάθει να βιώνει τη σύνδεση να σχετίζεται Αυτό είναι πολύ σημαντικό να το θυμόμαστε γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να φορτώσουμε στη σχέση ή στον σύντροφο μια αποστολή που κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να σηκώσει μόνος του να θεραπεύσει ολοκληρωτικά τον φόβο μας Δεύτερον, η αγάπη χωρίς εσωτερική δουλειά μπορεί να γίνει εξάρτηση Όταν κάποιος περιμένει από τη σχέση να θεραπεύσει από μόνη της το φόβο εγκατάληψης τότε πολύ εύκολα αρχίζει να εξαρτάται υπερβολικά από αυτήν από την παρουσία του άλλου, από τα μηνύματά του, από τη διαθεσιμότητα να επιβεβαιώσει τη συνέπειά του
και εκεί η αγάπη αντί να γίνεται χώρος συνάντησης μπορεί να γίνεται χώρος υπερφόρτωσης Ο άλλος δεν καλείται απλώς να αγαπήσει. Καλείται να κρατά συνεχώς ρυθμισμένο, κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ πιο εύθραυστο. Αυτό κουράζει και τελικά δεν θεραπεύει πραγματικά, γιατί η ανακούφιση εξαρτάται πάντα από έξω. Τρίτον, η θεραπεία αρχίζει όταν η σχέση δεν είναι το μόνο στήριγμα.
Η όρημη αγάπη μπορεί να είναι πολύ βοηθητική, αλλά γίνεται πραγματικά θεραπευτική όταν συναντά και μια προσωπική εσωτερική δουλειά. Όταν ο άνθρωπος δεν ζητά μόνο να καθυσυχαστεί, αλλά μαθαίνει και να αναγνωρίζει τον φόβο του, να τον ρυθμίζει, να τον καταλαβαίνει και να μην παραδίδεται ολοκληρωτικά σε αυτόν. Εκεί κάτι αλλάζει.
Γιατί τότε η σχέση δεν γίνεται το μοναδικό φάρμακο, γίνεται ένα ζωντανός χώρος όπου ο άνθρωπος μπορεί να μάθει σταδιακά να μένει χωρίς να καταραίει σε κάθε απειλή απόστασης. Και τέταρτον, η αγάπη μπορεί να στηρίξει αλλά όχι να αντικαταστήσει την εσωτερική ασφάλεια Το πιο βαθύ ζητούμενο δεν είναι να βρω κάποιον που δεν θα με αφήσει ποτέ Είναι να μπορέσω σιγά σιγά να χτίσω μέσα μου μια περισσότερη εσωτερική ασφάλεια ώστε να μην ζω κάθε σχεσιακή μετατόπιση σαν απειλή εξαφάνισης Αυτό δεν σημαίνει ότι γινόμαστε αδιάφοροι ούτε ότι δεν θα πονάνε Ούτε ότι δεν θα μας νοιάζει αν κάποιος απομακρυνθεί. Σημαίνει όμως ότι δεν θα καταραίει κάθε φορά όλος ο εαυτός μας μαζί με τον φόβο και αυτό είναι τεράστια διαφορά.
Άρα η αγάπη μπορεί να βοηθήσει τον φόβο εγκατάλειψης αλλά δεν τον θεραπεύει από μόνη της τον μαλακώνει, τον φωτίζει, τον ηρεμεί κάποιες φορές μπορεί να προσφέρει μια νέα εμπειρία σχέσης αλλά η βαθύτερη θεραπεία αρχίζει όταν ο άνθρωπος μαθαίνει να χτίζει μέσα του περισσότερη σταθερότητα και να μην ζητά από τον άλλο να σηκώσει μόνος του όλο το βάρος της παλιάς του πληγής και ίσως η φράση, η ουσιαστική μας φράση εδώ είναι η εξής Μπορεί να γίνει τόπος θεραπείας, αλλά δεν μπορεί να θεραπεύσει μόνη της έναν φόβο που ζητά και προσωπική συνάντηση με τον εαυτό.
Και τώρα θα περάσουμε στην ενότητα της ποίησης. Θα τον δει, θα τον κρατήσει και δεν θα φύγει. Και αυτό συνδέεται πολύ ουσιαστικά με τον φόβο εγκατάλειψης. Γιατί ο φόβος εγκατάλειψης δεν είναι μόνο φόβος απώλειας. Είναι και μια βαθύτερη προσμονή ότι κάποιος θα εμφανιστεί, θα καταλάβει τον πόνο μας και θα μείνει. Τις βαριές τις ώρες που είμαι μόνος και δεν είναι γύρω μου κανείς, που δεν είμαι παρά μόνο πόνος, περιμένω μάνα να φανείς.
Κι όμως ήξερε όλες μου τις πράξεις πριν σα ρόδο σπάσεις και σα πεις. Σχεδόν ξέρω πως θα με κοιτάξεις για τα λόγια ακόμα που θα πεις. Ξέρω ακόμα πως θα με χαϊδέψεις με έναν τρόπο τόσο τρυφερό που θα σβήσεις όλες μου τις σκέψεις που με βαραίνουν τόσο καιρό και άμα νιώσεις όλο μου τον πόνο, τι μεγάλος είναι και βαθύς φτάνει τη ματιά μου να δεις μόνο, δεν θα φύγεις, θα με λυπηθείς.
Αυτό το ποίημα ταιριάζει πολύ ουσιαστικά με το θέμα του φόβο κατάληψης γιατί ξεκινά από ένα βίωμα απόλυτης εσωτερικής μοναξιάς. Τις βαριές της ώρες που είμαι μόνος και δεν είναι γύρω μου κανείς. Εδώ δεν έχουμε απλώς μοναξιά ως κατάσταση. Έχουμε μοναξιά ως ψυχική βαρύτητα, ως στιγμή όπου ο άνθρωπος δεν είναι ο θυμόνος του εξωτερικά, αλλά γίνεται σχεδόν ο ίδιος μόνο πόνος.
Και αυτό είναι πολύ κοντά στο βίωμα του φόβου εγκατάλειψης, όπου η αποσία του άλλου δεν γίνεται απλώς έλλειψη αλλά διωγγώνεται σε υπαρξιακή αγωνία. Το ποίημα στη συνέχεια χτίζεται πάνω στην προσμονή μιας μορφής που θα εμφανιστεί, θα κοιτάξει, θα μιλήσει, θα χαϊδέψει, θα ανακουφίσει. Αυτή η ανάγκη για την παρουσία που θα έρθει και θα επανορθώσει τον εσωτερικό χάος είναι εξαιρετικά σημαντική για το σημερινό μας θέμα.
γιατί ο φόβος εγκατάλειψης δεν είναι μόνο φόβος ότι ο άλλος θα φύγει είναι και ελπίδα σχεδόν αγωνιώδης ότι ο άλλος θα μείνει θα γυρίσει, θα με δει και θα αντέξει τον πόνο μου χωρίς να απομεκρυνθεί. Αυτή είναι φυσικά μια δική μου ερμηνευτική σύνδεση του ποίηματος με το θέμα του επεισοδίου αλλά στηρίζεται καθαρά στην επαναλαμβανόμενη κίνηση της προσδοκίας μέσα στο ίδιο το ποίημα.
Ιδιαίτερα συγκλονιστικός είναι ο τελευταίος στίχος. Δεν θα φύγεις, θα με λυπηθείς. Εδώ αποτυπώνεται σχεδόν γυμνά ο πυρήνας του φόβου εγκατάληψης. Η βαθιά λαχτάρα να μην φύγει ο άλλος, αλλά και η ανάγκη να μείνει επειδή θα δει πόσο πονάω. Είναι ένας στίχος που φέρνει στην επιφάνεια κάτι πολύ ανθρώπινο, αλλά και πολύ εύθραυστο.
την ελπίδα ότι αν ο άλλος δει πραγματικά το φάθος της πληγής μου, τότε δεν θα με εγκαταλείψει. Και αυτό είναι από τα πιο λεπτά και αληθινά σημεία του θέματος. Γιατί πολλές φορές ο φόβος εγκατάλειψης συνδέεται ακριβώς με την ανάγκη να γίνει ο πόνος μας αρκετά ορατός ώστε να εξασφαλίσει την προσμονή του άλλου. Άρα το ποίημα του Λαπαθιώτη δεν μιλά μόνο για μοναξιά, μιλά για την προσμονή του δεσμού, για την ανάγκη να υπάρχει μια μορφή που θα δει, θα αγγίξει, θα καταλάβει και κυρίως δεν θα φύγει και γι' αυτό δένει τόσο ουσιαστικά με το επεισόδιο μας.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και ένα από τα πιο βαθιά σημεία του φόβου εγκατάληψης, ότι δεν φοβόμαστε μόνο την απώλεια, φοβόμαστε και τη στιγμή που ο πόνος μας δεν θα βρει κανένα να τον αντέξει μαζί μας. και γι' αυτό πολλές φορές δεν ζητάμε μόνο αγάπη, ζητάμε μια παρουσία που όταν δει στα αλήθεια μέσα μας δεν θα γυρίσει να φύγει αλλά θα μείνει.
που με κάνει να νιώθω ξανά απροστάτευτος. Ζητώ από τον άλλον αγάπη και σύνδεση ή ζητώ, χωρίς να το καταλαβαίνω πάντα, συνεχή απόδειξη ότι δεν θα με αφήσει. Και τελικά μπορώ να αγαπώ χωρίς να προσπαθώ διαρκώς να εξασφαλίσω ότι ο άλλος θα μείνει ή ο φόβος μου κάνει τη σχέση να μοιάζει περισσότερο με αγωνία παρά με χώρο εμπιστοσύνης.
Δεν εμφανίζεται πάντα σαν φόβος, εμφανίζεται σαν αγωνία, σαν υπερανάλυση, σαν ανάγκη για επιβεβαίωση, ζήλια, πίεση, έλεγχος, σαν μια εσωτερική αδυναμία να ησυχάσεις ακόμη και όταν αγαπάς και αγαπιέσαι. Και ίσως γι' αυτό είναι τόσο δύσκολο. Γιατί δεν μας φέρνει μόνο αντιμέτωπους με το ενδεχόμενο να χάσουμε έναν άλλον άνθρωπο, μας φέρνει αντιμέτωπους και με τις πιο εύθραυστες πλευρές του εαυτού μας.
με εκείνα τα κομμάτια μας που φοβούνται ότι δεν είναι αρκετά, ότι μπορούν να αντικατασταθούν, ότι η αγάπη μπορεί να αλλάξει, να χαθεί ή να αποσυρθεί χωρίς προειδοποίηση. Όμως, αν υπάρξει κάτι ουσιαστικό που αξίζει να κρατήσουμε από αυτό το επεισόδιο είναι το εξής. Ο φόβος εγκατάλειψης δεν σημαίνει ότι αγαπάς πιο βαθιά.
Σημαίνει συχνά ότι μέσα στην αγάπη ξυπνά και μια παλιά αγωνία που ζητά φροντίδα. και αυτή είναι μια πολύ σημαντική διάκριση γιατί όταν δεν την κάνουμε κινδυνεύουμε να μπερδέψουμε την αγάπη με την αγωνία τη σύνδεση με την προσκόλληση την ανάγκη με τον πανικό και την παρουσία του άλλου με το μοναδικό στήριγμα της ψυχικής μας ισορροπίας και τότε η σχέση αντί να γίνεται χώρος συνάντησης κινδυνεύει να γίνει χώρος διαρκούς φόβου αλλά ο δρόμος δεν είναι να ντραπούμε για αυτό το φόβο ούτε να τον κρύψουμε ούτε να τον γελιοποιήσουμε, ούτε να τον παραδώσουμε ολοκληρωτικά στον άλλον.
Ο δρόμος είναι να αρχίσουμε να τον αναγνωρίζουμε, να τον καταλάβουμε, να τον ξεχωρίζουμε από την πραγματικότητα όταν χρειάζεται, να τον ακούμε χωρίς να τον αφήνουμε να οδηγεί κάθε μας κίνηση και σιγά σιγά να χτίζουμε περισσότερη εσωτερική ασφάλεια ώστε να μπορούμε να αγαπάμε χωρίς να καταραίουμε κάθε φορά που η σύνδεση δοκιμάζεται.
γιατί η όρημη αγάπη δεν είναι η απουσία φόβου είναι η δυνατότητα να μένεις αληθινός ακόμη και όταν ο φόβος ενεργοποιείται να μην τον κάνεις όπλο, να μην τον κάνεις έλεγχο να μην τον κάνεις μόνιμο φακό μέσα από τον οποίο κοιτάς τη σχέση και ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα πιο βαθιά μαθήματα της συναισθηματικής ορίμανσης ότι δεν θεραπεύεται ο φόβος εγκατάληψης όταν καταφέρουμε να κρατάμε τον άλλον συνεχώς κοντά μας αρχίζει να θεραπεύεται όταν μαθαίνουμε να μην εγκαταλείπουμε εμείς τον εαυτό μας κάθε φορά που φοβόμαστε ότι ο άλλος μπορεί να απομακρυνθεί.
Ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου σε ένα ακόμη επεισόδιο του Ανθρώπων Σχέσης και ίσως πριν σας αφήσω να μείνει μέσα μας αυτή η σκέψη. Δεν αξίζει μόνο να βρίσκουμε ανθρώπους που μας αγαπούν, Αξίζει να χτίζουμε και μέσα μας έναν τόπο όπου η αγάπη δεν θα συναντά μόνο φόβο αλλά και περισσότερη εμπιστοσύνη, περισσότερη επίγνωση και περισσότερη εσωτερική γαλήνη Γεια χαρά
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα