Skip to content
PodBase
Μητέρα: Ο δεσμός που μας ακολουθεί

Μητέρα: Ο δεσμός που μας ακολουθεί

Ανθρώπων Σχέσεις
Μάιος 11, 2026 00:49:23
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Η σχέση με τη μητέρα είναι από τις πιο βαθιές, πιο καθοριστικές και πιο σύνθετες σχέσεις της ζωής μας.

Είναι συχνά η πρώτη σχέση μέσα από την οποία μαθαίνουμε τι σημαίνει ασφάλεια, φροντίδα, αποδοχή, εγγύτητα και αγάπη. Και γι’ αυτό ακριβώς συνεχίζει να μας επηρεάζει πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε, ακόμη και στην ενήλικη ζωή.

Σε αυτό το επεισόδιο του «Ανθρώπων Σχέσεις», προσεγγίζουμε τη σχέση με τη μητέρα ως έναν βαθύ ψυχικό δεσμό που μπορεί να είναι πηγή δύναμης, τρυφερότητας και εσωτερικής ασφάλειας, αλλά ταυτόχρονα να κουβαλά και δυσκολία, ενοχή, έλεγχο, πίεση ή ανοιχτές πληγές.

Μιλάμε για το πώς μας διαμορφώνει από νωρίς αυτή η σχέση, πώς συνεχίζει να υπάρχει μέσα στις ενήλικες σχέσεις μας, πότε γίνεται πηγή δύναμης και πότε πηγή εσωτερικής σύγκρουσης, πώς μπλέκονται η αγάπη και η ενοχή, πότε χρειάζονται όρια και αν τελικά αυτή η σχέση μπορεί να αλλάξει.

Η ποιητική ενότητα του επεισοδίου πλαισιώνεται από ένα ανέκδοτο προσωπικό ποίημα, αφιερωμένο στη μητέρα, και φωτίζει τη μητρική παρουσία ως φροντίδα, καταφύγιο και βαθύ εσωτερικό αποτύπωμα.

Ένα επεισόδιο για την αγάπη, τη φροντίδα, την ενοχή, την αυτονομία, τη μνήμη και τον τρόπο που η μητέρα συνεχίζει να κατοικεί μέσα μας.

Γιατί τελικά, η σχέση με τη μητέρα δεν είναι μόνο ένας δεσμός του παρελθόντος.
Είναι πολλές φορές μια σχέση που συνεχίζει να διαμορφώνει τον τρόπο που υπάρχουμε μέσα στην αγάπη.

🧡

@anthropon.sxeseis

📩 [email protected]

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Καλώς ήρθατε στο podcast Ανθρώπων Σχέσεις. Είμαι ο Ιωάννης Σιδηρόπουλος και εδώ εξερευνούμε τη ψυχολογία των σχέσεων, τις προκλήσεις της σύγχρονης ζωής και ανοίγουμε χώρο για σύνδεση με τον εαυτό μας και τους άλλους, με τη ψυχολογία ως οδηγό και την ποίηση ως γλώσσα. Καλωσορίσατε σε ένα ακόμη επεισόδιο του Ανθρώπων Σχέσεις.

Σήμερα θα μιλήσουμε για μία από τις πιο βαθιές και πιο καθοριστικές σχέσεις της ζωής μας. Τη σχέση με τη μητέρα μας. Μία σχέση που για πολλούς ανθρώπους συνδέεται με αγάπη, ασφάλεια, φροντίδα και τρυφερότητα, αλλά που μπορεί ταυτόχρονα να κουβαλά και δυσκολία, ενοχή, πίεση, προσδοκίες ή ανοιχτά ερωτήματα που μας συνοδεύουν ακόμη και στην ενήλικη ζωή.

Πώς μας διαμορφώνει αυτή η σχέση από πολύ νωρίς, πώς συνεχίζει να επηρεάζει τον τρόπο που αγαπάμε, σχετιζόμαστε και βλέπουμε τον εαυτό μας και πώς μπορούμε να την κοιτάξουμε όρημα, ανθρώπινα και αληθινά χωρίς ούτε ξυδανίκευση, ούτε σκληρότητα. Πάμε να το δούμε μαζί. Τι είναι πραγματικά η σχέση με τη μητέρα? Η σχέση με τη μητέρα είναι από τους πρώτους και πιο βαθείς δεσμούς της ζωής μας και είναι τόσο σημαντική όχι μόνο επειδή έρχεται πρώτη χρονικά, αλλά επειδή μέσα σε αυτήν αρχίζουμε πολύ νωρίς να μαθαίνουμε κάτι θεμελιώδες.

Πώς είναι να μας κρατά κάποιος να μας βλέπει, να μας φροντίζει, να μας ηρεμεί ή σε κάποιες περιπτώσεις να μην μπορεί να το κάνει σταθερά. Με απλά λόγια, η σχέση με τη μητέρα δεν είναι μόνο μια οικογενειακή σχέση. είναι συχνά ένα από τα πρώτα ψυχικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία μαθαίνουμε τι σημαίνει ασφάλεια, τι σημαίνει εγκύτητα, αν μπορούμε να χαλαρώσουμε μέσα στην αγάπη, αν έχουμε χώρο να υπάρχουμε όπως είμαστε και πώς αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε την ίδια μας την αξία.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό να το πούμε από την αρχή. Η σχέση με τη μητέρα δεν αφορά μόνο το παρελθόν. συχνά συνεχίζει να υπάρχει και μέσα στον ενήλικο εαυτό μας, στον τρόπο που δεχόμαστε την αγάπη, στον τρόπο που ζητάμε φροντίδα, στον τρόπο που νιώθουμε ενοχή, στον τρόπο που βάζουμε ή δεν βάζουμε όρια, στον τρόπο που απομακρυνόμαστε ή κολλάμε.

Και φυσικά δεν είναι ίδια για όλους. Όταν μιλάμε για τη μητέρα, χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί δεν υπάρχει μία εμπειρία μητρότητας και μία εμπειρία παιδιού. Για κάποιους ανθρώπους η μητέρα είναι συνδεδεμένη με ζεστασιά, ασφάλεια, τρυφερότητα, στήριξη, καταφύγιο. Για άλλους μπορεί να είναι συνδεδεμένη και με πίεση, κριτική, συναισθηματική αστάθεια, ενοχή, υπερβολικό έλεγχο ή μία αγάπη που υπήρξε αλλά δεν νιωθεί και δεν ήταν πάντοτε ασφαλής.

και πολλές φορές η αλήθεια είναι σύνθετη. Η ίδια σχέση μπορεί να έχει και αγάπη και δυσκολία και αυτό είναι ίσως από τα πιο όριμα σημεία του θέματος. Η μητέρα δεν είναι μόνο πρόσωπο, είναι και εσωτερικό αποτύπωμα. Η σχέση με τη μητέρα δεν μένει μόνο στις αναμνήσεις ή στα γεγονότα, γίνεται και εσωτερικό αποτύπωμα. Δηλαδή, ο τρόπος που σε κοίταξε, ο τρόπος που σε παρηγόρησε ή δεν σε παρηγόρησε, ο τρόπος που σε ενθάρρυνε ή σε φόβησε, ο τρόπος που σε δέχτηκε ή σε διόρθωνε διαρκώς, όλα αυτά μπορεί να γίνουν κομμάτι του τρόπου με τον οποίο αργότερα κοιτάς εσύ τον εαυτό σου.

και γι' αυτό η σχέση με τη μητέρα είναι τόσο σημαντική γιατί συχνά δεν αφορά μόνο εκείνη αφορά και το πώς φτιάχτηκε μέσα μας η φωνή που μας μιλά άρα τι είναι πραγματικά η σχέση με τη μητέρα είναι ένας από τους πρώτους πιο βαθείς και πιο διαμορφωτικούς δεσμούς της ζωής μας δεν είναι μόνο μια οικογενειακή ταυτότητα είναι μια σχέση που μπορεί να επηρεάζει βαθιά τον τρόπο που αγαπάμε που υπάρχουμε, που νιώθουμε αξία και που σχετιζόμαστε με τον κόσμο.

Και ίσως η ουσιαστική μας φράση εδώ είναι πως η σχέση με τη μητέρα δεν είναι μόνο η σχέση με έναν άνθρωπο, είναι συχνά και η πρώτη γλώσσα μέσα από την οποία μαθαίνουμε τι σημαίνει να υπάρχουμε μέσα στην αγάπη. Πώς μας διαμορφώνει από νωρίς. Η σχέση με τη μητέρα μας επηρεάζει πολύ νωρίς. Συχνά πριν ακόμη έχουμε λόγια για να περιγράψουμε τι ζούμε.

Και αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί οι πρώτες εμπειρίες φροντίδας, εγκύτητας και ανταπόκρισης δεν μένουν μόνο στη μνήμη, γίνονται αίσθηση, γίνονται σώμα, γίνονται τρόπος να νιώθουμε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο. Με απλά λόγια, μέσα από τη σχέση με τη μητέρα αρχίζουμε να μαθαίνουμε αν ο κόσμος είναι ασφαλής ή απρόβλεπτος, αν οι ανάγκες μας έχουν χώρο, αν αξίζουμε φροντίδα, αν μπορούμε να ηρεμούμε κοντά σε έναν άλλον και αν η αγάπη είναι κάτι που μας χωρά ή κάτι που μας αγχώνει.

Πάμε να τα δούμε ένα-ένα. Πρώτον, μας διαμορφώνει στην αίσθηση ασφάλειας. Όταν ένα παιδί βιώνει μια μητέρα αρκετά σταθερή, διαθέσιμη και συναισθηματικά παρούσα, αρχίζει να χτίσει μέσω του μια βασική αίσθηση ασφάλειας. μαθαίνει ότι όταν φοβάται, όταν πονά ή όταν μπερδεύεται μπορεί να στραφεί κάπου και να βρει ανταπόκριση.

Αυτό δεν σημαίνει τέλεια μητέρα. Σημαίνει μια παρουσία αρκετά σταθερή ώστε το παιδί να μην μεγαλώνει με συνεχή αγωνία για το αν θα βρει ή όχι συναισθηματικό έδαφος. Αντίθετα, όταν η φροντίδα είναι πολύ ασταθής, πολύ ψυχρή ή πολύ απρόβλεπτη το παιδί μπορεί να μάθει από νωρίς ότι η σύνδεση δεν είναι κάτι στο οποίο χαλαρώνεις εύκολα.

Δεύτερον, μας διαμορφώνει στην αυτοεικόνα. Ο τρόπος που μία μητέρα κοιτά το παιδί της επηρεάζει βαθιά το πώς το παιδί αρχίζει να κοιτά τον εαυτό του. Αν το παιδί νιώθει ότι το βλέπουν με αποδοχή, τρυφερότητα και αληθινό ενδιαφέρον, είναι πιο πιθανό να αναπτύξει μία πιο σταθερή αίσθηση αξίας. Αν όμως μεγαλώνει με υπερβολική κριτική, συνεχείς διορθώσεις, συναισθηματική απόσταση ή την αίσθηση ότι πρέπει να είναι κάπως εντός εισαγωγικών για να αγαπηθεί, τότε μπορεί να χτίσει μέσα του μια πιο εύθραυστη σχέση με την προσωπική του αξία.

Και αυτό αργότερα φαίνεται πολύ. Στο πόσο εύκολα ντρέπεται, στο πόσο αυστηρός, αυστηρή, αυστηρό είναι με τον εαυτό του, στο αν πιστεύει βαθιά ότι αξίζει αγάπη χωρίς να την κερδίζει συνεχώς. Τρίτον, μας διαμορφώνει στον τρόπο που σχετιζόμαστε με την αγάπη. Η σχέση με τη μητέρα είναι συχνά από τα πρώτα μέρη που μαθαίνουμε αν η αγάπη είναι κάτι ήρεμο ή κάτι αγχωτικό.

Αν η αγάπη συνοδευόταν από σταθερότητα, το παιδί μπορεί αργότερα να αντέχει πιο εύκολα την οικειότητα. Αν όμως η αγάπη συνοδευόταν από ένταση, υπερπροστασία, απόσταση, αστάθεια ή ενοχή, τότε μπορεί να μπει και στις ενήλικες σχέσεις με πιο μπερδεμένο τρόπο. Να φοβάται την απόσταση, να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, να ζητά διαρκή επιβεβαίωση ή αντίστροφα να απομακρύνεται για να μην νιώσει ξανά εκτεθειμένος.

Και τέταρτον, μας διαμορφώνει και στη σχέση με το σώμα και το συνέστημα. Πολύ νωρίς μέσα από τη μητέρα μαθαίνουμε και τι χώρο εντός εισαγωγικών έχουν τα συναισθήματά μας. Χωράει ο φόβος μου, χωράει η λύπη μου, χωράει ο θυμός μου, μπορώ να είμαι κουρασμένος, δύσκολος, μπερδεμένος και πάλι να μην χάσω την αγάπη. Αν το παιδί παίρνει το μήνυμα ότι τα δύσκολα συναισθήματά του είναι ανεπιθύμητα, υπερβολικά ή ενοχλητικά τότε μπορεί αργότερα να δυσκολεύεται να τα αντέξει και το ίδιο να ντρέπεται για τις ανάγκες του να μην ζητά εύκολα βοήθεια να μην νιώθει άνετα με την ευαλωτότητά του Άρα πώς μας διαμορφώνει από νωρίς η σχέση με τη μητέρα μας διαμορφώνει στην αίσθηση ασφάλειας στην αυτοεικόνα στον τρόπο που δεχόμαστε και ζητάμε αγάπη και στο πόσο χώρο δίνουμε στον ίδιο μας τον εσωτερικό κόσμο και ίσως η ουσιαστική μας φράση είναι η εξής.

Μέσα από τη σχέση με τη μητέρα δεν μαθαίνουμε μόνο ποια είναι εκείνη, μαθαίνουμε και ποιοι νιώθουμε ότι είμαστε εμείς όταν μας αγαπούν. Και πάμε να περάσουμε στο όταν η σχέση με τη μητέρα μας είναι πηγή δύναμης. Όταν μιλάμε για τη σχέση με τη μητέρα είναι σημαντικό να μην στεκόμαστε μόνο στις δυσκολίες ή στα τραύματα. Για πολλούς ανθρώπους αυτή η σχέση υπήρξε και παραμένει πηγή δύναμης, στήριξης και βαθιάς εσωτερικής ασφάλειας.

Και αυτό αξίζει να φωτιστεί εξίσου σοβαρά. Γιατί μια μητέρα δεν μας επηρεάζει μόνο μέσα από ό,τι μας πλήγωσε, μας επηρεάζει και μέσα από ό,τι μας κράτησε. Πάμε να τα δούμε ένα-ένα. Πρώτον, όταν η μητέρα γίνεται αίσθηση ασφάλειας. Για έναν άνθρωπο το αν έχει νιώσει από νωρίς ότι υπάρχει μια παρουσία σταθερή, τρυφερή και διαθέσιμη Είναι κάτι πολύ βαθύ Δεν είναι μόνο μια ωραία ανάμνηση Είναι ένα εσωτερικό θεμέλιο Μια τέτοια σχέση μπορεί να αφήσει μέσα μας την αίσθηση ότι Δεν είμαστε μόνοι Μπορούμε να ζητήσουμε βοήθεια Αξίζουμε φροντίδα Υπάρχει τρόπος να ηρεμούμε κοντά σε έναν άλλον άνθρωπο Η αγάπη δεν σημαίνει πάντα αγωνία και αυτό ακολουθεί τον άνθρωπο και αργότερα στη ζωή του στον τρόπο που σχετίζεται, στον τρόπο που εμπιστεύεται στον τρόπο που αντέχει τη δυσκολία χωρίς να διαλύεται αμέσως Δεύτερον, όταν η μητέρα μας βοηθά να χτίσουμε αίσθηση αξίας μια μητέρα που βλέπει το παιδί της με αποδοχή, ενδιαφέρον και πραγματική παρουσία μπορεί να βοηθήσει πολύ στο να χτιστεί μια πιο σταθερή αυτοεικόνα

όχι επειδή το παιδί ακούει μόνο επένους αλλά επειδή νιώθει ότι έχει αξία ακόμη και όταν δεν είναι τέλειο. Ότι δεν χρειάζεται να αποδεικνύει συνέχεια την αξία του για να αγαπηθεί, ότι μπορεί να υπάρξει με τις αδυναμίες, τα λάθη, τις δυσκολίες και τις ευαισθησίες του χωρίς να χάνει τη θέση του μέσα στη σχέση. Αυτό είναι τεράστιο εφόδιο για την ενήλικη ζωή.

Τρίτον, όταν η σχέση με τη μητέρα γίνεται εσωτερικό στήριγμα. στήριγμα. Για κάποιους ανθρώπους η μητέρα δεν είναι μόνο πρόσωπο της παιδικής ηλικίας, παραμένει και αργότερα μια εσωτερική φωνή στήριξης. Μπορεί, για παράδειγμα, σε δύσκολες στιγμές να κουβαλούν μέσα τους κάτι από εκείνον τον τρόπο που τους μιλούσε, που τους ηρεμούσε, που τους έδινε κουράγιο, που τους έκανε να νιώθουν ότι αντέχουν. Και αυτό είναι μια πολύ ουσιαστική μορφή δύναμης.

Να υπάρχει μέσα σου ένα εσωτερικό αποτύπωμα φροντίδας που να σε στηρίζει ακόμη και όταν η ζωή γίνεται δύσκολη. Και τέταρτον, όταν υπάρχει αγάπη χωρίς πνίξιμο. Μία δυνατή σχέση με τη μητέρα δεν σημαίνει απαραίτητα τέλεια σχέση. Σημαίνει συχνά μία σχέση όπου υπήρχε αγάπη χωρίς υπερβολικό έλεγχο, φροντίδα χωρίς πνίξιμο, εγκύτητα χωρίς κατάργηση της προσωπικότητας του παιδιού.

δηλαδή μια σχέση όπου το παιδί μπορούσε να είναι κοντά αλλά και να γίνει σταδιακά ο εαυτός του να αγαπηθεί αλλά και να ξεχωρίσει να ανήκει αλλά και να αυτονομηθεί και αυτό είναι πολύ ουσιαστικό γιατί εκεί η αγάπη δεν λειτουργεί σαν δεσμός εξάρτησης αλλά σαν έδαφος ανάπτυξης Άρα όταν η σχέση με τη μητέρα γίνεται πηγηδύναμης όταν μέσα της υπάρχει αρκετή ασφάλεια αποδοχή, στήριξη και χώρος ώστε ο άνθρωπος να νιώθει ότι μπορεί να υπάρξει να αγαπηθεί και να μεγαλώσει χωρίς να χάσει τον εαυτό του.

Και ίσως η φράση μας εδώ είναι η εξής Όταν η σχέση με τη μητέρα είναι αρκετά ασφαλής δεν μας κρατά απλώς κοντά της μας δίνει δύναμη να σταθούμε και μόνοι μας μέσα στην ίδια τη ζωή. Και πάμε τώρα να δούμε το αντίθετο. Όταν η σχέση με τη μητέρα είναι και δύσκολη. Η σχέση με τη μητέρα δεν είναι πάντα μόνο πηγή ασφάλειας και δύναμης.

Για πολλούς ανθρώπους είναι και ένας δεσμός πολύ αγαπημένος, αλλά ταυτόχρονα πολύ σύνθετος, φορτισμένος ή επώδυνος. Και αυτό χρειάζεται να το πούμε με μεγάλη προσοχή, γιατί το θέμα της μητέρας συχνά κουβαλά μέσα του και αγάπη και ενοχή και δυσκολία μαζί. Δεν χρειάζεται να ήταν μια μητέρα κακή για να έχει αφήσει δυσκολία, αρκεί μερικές φορές να ήταν πολύ αγχωμένη, πολύ ελεγκτική, πολύ επικριτική, πολύ εξαρτημένη συναισθηματικά από το παιδί, υπερπροστατευτική, ασταθής ή απλώς ανήκανη να δώσει εκείνο που το παιδί χρειαζόταν με συνέπεια.

Και τότε η σχέση μπορεί να έχει αγάπη, αλλά να μην δίνει πάντα ελευθερία ή ηρεμία. Πάμε να τα δούμε ένα ένα. Πρώτον, όταν υπάρχει πολύ αγάπη αλλά και πολλής έλεγχος Μία μητέρα μπορεί να αγαπά πραγματικά το παιδί της και ταυτόχρονα δυσκολεύεται πολύ να το αφήσει να ξεχωρίσει από εκείνη να παρεμβαίνει διαρκώς, να ξέρει καλύτερα να θέλει να ορίζει αποφάσεις, να μη σέβεται εύκολα όρια ή προσωπικό χώρο Εκεί το παιδί μεγαλώνει νιώθοντας ότι αγαπιέται αλλά όχι πάντα ότι αναπνέει ότι υπάρχει φροντίδα αλλά και πίεση ότι η εγκύτητα έχει μέσα της και εισβολή.

Αυτό εργότερα μπορεί να μπερδέψει πολύ την έννοια της αγάπης, να την κάνει να μοιάζει με έλεγχο, με υπερένταση ή με δυσκολία στην αυτονομία. Δεύτερον, όταν η μητέρα είναι πολύ επικριτική. Μία άλλη δύσκολη μορφή είναι η σχέση που η μητέρα δεν δίνει εύκολα αποδοχή, αλλά κυρίως διόρθωση, κριτική ή αποδοκιμασία. Το παιδί τότε μπορεί να μεγαλώνει με την αίσθηση ότι δεν είναι ποτέ αρκετό όπως είναι.

Ότι πρέπει να γίνει καλύτερο, σωστότερο, πιο άξιο, πιο καλό για να κερδίσει λίγη περισσότερη ηρεμία, επιβεβαίωση. Και αυτό αφήνει συχνά πολύ βαθύ αποτύπωμα. Αυστηρό εσωτερικό κριτή, χαμηλή αυτοεκτίμηση, δυσκολία να χαρεί τον εαυτό του, ανάγκη να αποδεικνύει συνεχώς την αξία του. Τρίτον, όταν υπάρχει συναισθηματική εξάρτηση.

και ίσως όπου η μητέρα δεν στηρίζεται μόνο στο παιδί πρακτικά, αλλά και συναισθηματικά με τρόπο υπερβολικό. Σαν το παιδί να γίνεται σταδιακά παρηγορητής, σύμμαχος, συναισθηματικό στήριγμα ή και χώρος όπου η μητέρα ακουμπά δυσανάλογα βάρη. Εκεί το παιδί μπορεί να νιώθει ότι πρέπει να είναι πάντα διαθέσιμο, να μην πληγώνει, να μην απομακρύνεται, να μην αυτονομείται εύκολα.

γιατί η ανεξαρτησία του δεν βιώνεται απλώς ως φυσική ενηλικίωση, αλλά σαν κάτι που μπορεί να πληγώσει ή να αφήσει μόνη τη μητέρα. Και έτσι αρχίζει συχνά να συνδέει την αγάπη με την ενοχή. Και τέταρτον, όταν η μητέρα είναι απρόβλεπτη ή ασταθής. Μία δύσκολη σχέση με τη μητέρα μπορεί να υπάρχει και όταν δεν ξέρεις πότε ακριβώς ποια μητέρα θα βρεις μπροστά σου.

Πότε θα είναι ζεστή, πότε απόμακρη, πότε τρυφερή, πότε επικριτική, πότε κλειστεί. Αυτή η αστάθεια μπορεί να κάνει το παιδί πολύ ευαίσθητο στις μεταβολές του άλλου. Να το μάθει να σκανάρει διαρκώς διαθέσεις, να προσπαθεί να προλάβει αντιδράσεις, να γίνεται υπεύθυνο για την ατμόσφαιρα. Και αργότερα αυτό μπορεί να μεταφερθεί και στις σχέσεις της ενήλικης ζωής.

Άρα, πότε η σχέση με τη μητέρα γίνεται δύσκολη? Όταν μέσα στην αγάπη μπαίνουν και στοιχεία που πιέζουν τον εαυτό, την ελευθερία και την αίσθηση προσωπικής αξίας, όταν υπάρχει έλεγχος αντί για εμπιστοσύνη, κριτική αντί για αποδοχή, συναισθηματική εξάρτηση αντί για στήριξη ή αστάθεια αντί για ασφάλεια. Και η φράση μας εδώ είναι η εξής.

Μία σχέση με τη μητέρα μπορεί να έχει αγάπη και ταυτόχρονα να αφήνει δυσκολία. Και η αναγνώριση αυτής της αλήθειας δεν είναι αχαριστία, είναι οριμότητα. Και πάμε τώρα να περάσουμε στη μητέρα στην ενήλικη ζωή μας. Η σχέση με τη μητέρα μας δεν μένει στην παιδική ηλικία. Δεν σταματά να μας επηρεάζει επειδή μεγαλώσαμε, φύγαμε από το σπίτι, χτίσαμε τη δική μας ζωή.

Πολύ συχνά συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας στις επιλογές μας, στις αντιδράσεις μας, στις ενοχές μας, στις σχέσεις μας και στον τρόπο που προσπαθούμε να γίνουμε πραγματικά ενήλικες. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί πολλοί άνθρωποι νομίζουν πως το θέμα με τη μητέρα ανήκει μόνο στο παρελθόν. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές αποκαλύπτεται πιο καθαρά ακριβώς την ενήλικη ζωή.

Πάμε να τα δούμε ένα-ένα. Πρώτον, επηρεάζει τον τρόπο που αγαπάμε και δεχόμαστε αγάπη. Η σχέση με τη μητέρα μπορεί να φαίνεται στον τρόπο που μπαίνουμε στις ερωτικές ή στενές σχέσεις. Για παράδειγμα, πόσο εύκολα εμπιστευόμαστε, πόσο χώρο νιώθουμε ότι έχουμε μέσα στην αγάπη, αν φοβόμαστε την απόσταση, αν ζητάμε συνεχώς επιβεβαίωση, αν μπερδεύουμε την αγάπη με τον έλεγχο ή με την ενοχή, αν δυσκολευόμαστε να δεχτούμε φροντίδα χωρίς άγχος.

Δηλαδή, η μητέρα δεν μένει μόνο ως ανάμνηση, μπορεί να συνεχίζει να μιλά μέσα από τον τρόπο που σχετιζόμαστε. Δεύτερον, επηρεάζει την αυτονομία μας Ένα πολύ μεγάλο θέμα στην ενήλικη ζωή είναι το πόσο εύκολα ή δύσκολα μπορεί κανείς να αυτονομηθεί από τη μητέρα του Και εδώ δεν μιλάμε μόνο πρακτικά, μιλάμε ψυχικά Μπορώ να πάρω αποφάσεις χωρίς να περιμένω έγκριση Μπορώ να ζήσω διαφορετικά χωρίς να νιώθω ότι προδίδω Μπορώ να διαφωνήσω χωρίς να διαλυθώ από ενοχή Μπορώ να αγαπώ χωρίς να είμαι συνεχώς δεμένος σε μια υποχρέωση να ικανοποιώ?

Αυτά είναι βαθιά ερωτήματα ενηλικίωσης, γιατί πολλές φορές ο άνθρωπος είναι τυπικά ενηλικός, αλλά εσωτερικά παραμένει πολύ μπλεγμένος μέσα σε ένα δεσμό που δεν του επιτρέπει πλήρη ψυχική ανεξαρτησία. Τρίτον, επηρεάζει και τη φωνή με την οποία μιλάμε στον εαυτό μας. Στην ενήλικη ζωή η μητέρα πολλές φορές συνεχίζει να υπάρχει ως εσωτερική φωνή.

Αν υπήρξε υποστηρικτική, μπορεί αυτή η φωνή να είναι ήρεμη, ενθαρρυντική, καθησυχαστική. Αν υπήρξε πολύ επικριτική, ελεγκτική, ασταθής, μπορεί η φωνή αυτή να γίνει σκληρή, αγχωμένη ή ενοχική. και έτσι ακόμη και όταν η μητέρα δεν είναι μπροστά μας μπορεί να κουβαλάμε μέσα μας έναν τρόπο να σχετιζόμαστε με τον εαυτό που έχει βαθιά επηρεαστεί από εκείνη.

Και τέταρτον, η ενήλικη ζωή συχνά αποκαλύπτει πόσο ανοιχτό είναι ακόμη το θέμα. Πολλές φορές ο άνθρωπος νομίζει ότι έχει ξεπεράσει τη σχέση με τη μητέρα του μέχρι να βρεθεί μπροστά σε πραγματικές ενήλικες επιλογές. σχέση, συμβίωση, γάμος, παιδί, απόσταση, μετακόμιση, όρια, φροντίδα των γονιών, διαφορετικές αξίες. Τότε ξαφνικά φαίνεται πώς η ελευθερία υπάρχει πραγματικά και πώς η ενοχή, πώς η αγάπη υπάρχει και πώς η πίεση, πώς η σύνδεση υπάρχει και πώς η εξάρτηση και εκεί συχνά αρχίζει μια δεύτερη πιο όριμη κατανόηση αυτής της σχέσης.

Άρα η μητέρα στην ενήλικη ζωή μας δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο του παρελθόντος Συχνά συνεχίζει να υπάρχει μέσα στις σχέσεις μας, στις αποφάσεις μας, στα όρια μας, στην αυτονομία μας και στη φωνή με την οποία βλέπουμε τον εαυτό μας Και ίσως η πιο ουσιαστική φράση αυτής ενώτες είναι η εξής Η ενήλικη ζωή δεν μας απομακρύνει αυτόματα από τη σχέση με τη μητέρα πολύ συχνά είναι το σημείο που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πόσο βαθιά κατοικεί μέσα μας ακόμη.

Και πάμε να περάσουμε στην ενότητα που αφορά την αγάπη και την ενοχή στη σχέση με τη μητέρα. Η σχέση με τη μητέρα είναι ίσως από τις πιο συχνές σχέσεις όπου η αγάπη και η ενοχή μπλέκονται πολύ βαθιά. Και αυτό την κάνει ιδιαίτερα δύσκολη γιατί ο άνθρωπος πολλές φορές δεν ξέρει αν αυτό που νιώθει είναι καθαρή αγάπη, υποχρέωση, ήκτος, φόβος μήπως πληγώσει ή μια μόνιμη ανάγκη να ανταποδώσει κάτι που θεωρεί πως χρωστά.

Και εδώ χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή γιατί το να αγαπάς τη μητέρα σου δεν σημαίνει ότι δεν δυσκολεύεσαι μαζί της. Και το να δυσκολεύεσαι μαζί της δεν σημαίνει ότι δεν την αγαπάς. Πάμε να τα δούμε ένα-ένα. Πρώτον, η ενοχή μπαίνει συχνά εκεί όπου αρχίζει η αυτονόμηση. Πολλοί άνθρωποι νιώθουν έντονη ενοχή όταν προσπαθούν να ξεχωρίσουν λίγο περισσότερο από τη μητέρα τους.

Όταν δεν απαντούν όσο συχνά θα ήθελε εκείνη, όταν βάζουν όριο, όταν διαφωνούν, όταν δεν μπορούν να είναι πάντα διαθέσιμοι, όταν θέλουν να ζήσουν τη δική τους ζωή χωρίς να εξηγούν συνεχώς τα πάντα. και τότε η αυτονόμηση δεν βιώνεται σαν κάτι φυσικό και όριμο, αλλά σαν προδοσία. Αυτό είναι πολύ βαρύ ψυχικά, γιατί ο άνθρωπος νιώθει πως για να γίνει πραγματικά ο εαυτός του, πρέπει κάπως να πληγώσει κάποιον που αγαπά.

Δεύτερον, η αγάπη μπορεί να γίνει βάρος όταν συνδέεται μόνο με υποχρέωση. Υπάρχουν σχέσεις με τη μητέρα όπου η φροντίδα δεν βιώνεται μόνο ως κάτι ανθρώπινο και όμορφο, αλλά και σαν μια μόνιμη υποχρέωση να μην απογοητεύσεις, να μην απομακρυνθείς, να μην είσαι άδικος, να μην κοιτάξεις πολύ τον εαυτό σου. Και τότε η αγάπη αρχίζει να χάνει τη ζεστασιά της, δεν πάβει να υπάρχει αλλά βαραίνει.

Γίνεται κάτι που κουβαλιέται με κόπο, κάτι που συνοδεύεται από σκέψη, πίεση και ενοχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι η σχέση δεν έχει αγάπη, σημαίνει ότι η αγάπη έχει μπλεχτεί με κάτι που την κάνει ψυχικά κουραστική. Τρίτον, η ενοχή συχνά κρύβει και θυμό που δεν χωράει εύκολα Πολλοί άνθρωποι νιώθουν ενοχή απέναντι στη μητέρα τους αλλά κάτω από αυτήν υπάρχει και θυμός Θυμός για πίεση, για έλεγχο, για κριτική, για συναισθηματική επιβάρυνση για την αίσθηση ότι δεν είχαν πάντα χώρο να είναι μόνο παιδιά ή αργότερα μόνο εαυτός τους Όμως αυτός ο θυμός είναι δύσκολος γιατί στρέφεται προς ένα πρόσωπο με το οποίο υπάρχει βαθύς δεσμός και συχνά μεγάλη αγάπη.

Έτσι, αντί να αναγνωριστεί καθαρά, μετατρέπεται πολλές φορές σε ενοχή, εσωτερική πίεση ή μόνιμη δυσφορία χωρίς σαφή γλώσσα. Και τέταρτον, η όρημη αγάπη δεν σημαίνει αυτοεγκατάληψη. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο αυτής της ενότητας. Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να πιστεύουν ότι αν αγαπούν πραγματικά τη μητέρα τους πρέπει να είναι πάντα διαθέσιμη να μην τεστεναχωρούν να υποχωρούν, να αντέχουν τα πάντα να μην κρατούν απόσταση να μην βάζουν σκληρά όρια.

Όμως αυτό δεν είναι πάντα όριμη αγάπη πολύ συχνά είναι αγάπη ανακατεμένη με φόβο και ενοχή. Η όριμη αγάπη μπορεί να περιλαμβάνει φροντίδα, ενδιαφέρον και τρυφερότητα χωρίς να απαιτεί από τον άνθρωπο να εγκαταλείπει τον εαυτό του κάθε φορά που η σχέση δυσκολεύει. Άρα, τι συμβαίνει με την αγάπη και την ενοχή στη σχέση με τη μητέρα?

Συχνά μπλέκονται τόσο πολύ ώστε ο άνθρωπος δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τι νιώθει πραγματικά και τι νιώθει επειδή έχει μάθει ότι η αγάπη πρέπει να συνοδεύεται από υποχώρηση, βάρος ή χρέος. Και ίσως η φράση μας είναι η εξής. Το να αγαπάς τη μητέρα σου δεν σημαίνει ότι πρέπει να χαρείς. Το να αγαπάς τη μητέρα σου δεν σημαίνει ότι πρέπει να χάνεις τον εαυτό σου για να αποδείξεις αυτή την αγάπη.

Και έτσι πάμε να περάσουμε στο πότε χρειάζονται όρια στη σχέση με τη μητέρα. Η λέξη όρια στη σχέση με τη μητέρα κουβαλάει και πολλούς ανθρώπους πολύ βάρος, γιατί δεν ακούγεται μόνο σαν μια υγιής ανάγκη, ακούγεται συχνά σαν απόσταση, σαν αχαριστία, σαν ψυχρότητα, σαν απόρριψη και ούτω καθεξής. Κι όμως σε πολλές περιπτώσεις τα όρια δεν είναι αυτό που διαλύει τη σχέση Είναι αυτό που μπορεί να την κάνει πιο καθαρή και πιο αληθινή Και χωρίς όρια η αγάπη μπορεί εύκολα να μπερδευτεί με την υποχρέωση Η διαρκή διαθεσιμότητα ή την αίσθηση ότι δεν σου ανήκει πλήρωση ζωής σου Πάμε να τα δούμε ένα Πρώτον, όρια χρειάζονται όταν η σχέση μπαίνει μέσα στον εαυτό σου χωρίς άδεια Υπάρχουν μητέρες που από αγάπη, αγωνία ή συνήθεια δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ότι το παιδί τους, ακόμη και ενήλικο, είναι ξεχωριστό πρόσωπο Μπορεί να ρωτούν τα πάντα, να θέλουν λόγο σε αποφάσεις, να παρεμβαίνουν σε σχέσεις, σε επιλογές, σε καθημερινότητα ακόμη και σε συναισθηματικούς χώρους που δεν τους ανήκουν

Εκεί τα όρια δεν μπαίνουν για να τιμωρήσουν, μπαίνουν για να ξεκαθαρίσουν μέχρι που φτάνει αυτή η σχέση και από που αρχίζει η προσωπική μου ζωή. Δεύτερον, όρια χρειάζονται όταν η ενοχή γίνεται τρόπος σύνδεσης. Αν κάθε φορά που απομακρύνεσαι λίγο, διαφωνείς, λες όχι ή δεν μπορείς να ανταποκριθείς, νιώθεις ότι πρέπει να κουβαλίζεις δυσανάλογη ενοχή, τότε μάλλον η σχέση χρειάζεται περισσότερα όρια.

Γιατί η αγάπη δεν μπορεί να στηρίζεται μόνιμα στο αν δεν κάνω αυτό που θέλει θα πληγωθεί, αν δεν είμαι διαθέσιμος, διαθέσιμη, διαθέσιμο θα είμαι κακό παιδί, αν βάλω όριο θα είμαι άδικος, άδικη, άδικο. Όταν η ενοχή γίνεται ο βασικός ρυθμιστής της σχέσης, τότε η αγάπη αρχίζει να χάνει την ελευθερία της. Τρίτον, όρια χρειάζονται όταν η φροντίδα γίνεται αυτοεγκατάληψη.

Είναι πολύ ανθρώπινο να θέλει κανείς να φροντίσει τη μητέρα του, να τη στηρίξει, να είναι παρόν παρούσα. Όμως, άλλο η φροντίδα και άλλο η εξαφάνιση του εαυτού. Αν για να παραμένει η σχέση καλή, πρέπει εσύ να σβήνεις συνεχώς τις ανάγκες σου, να ακυρώνεις το χρόνο σου, να μιλές τι σε δυσκολεύει ή να βάζεις πάντα τη δική της συναισθηματική ισορροπία πάνω από τη δική σου, τότε δεν μιλάμε πια μόνο για φροντίδα, μιλάμε για σχέση που έχει χάσει το μέτρο.

Τέταρτον, τα όρια δεν σημαίνουν λιγότερη αγάπη Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό σημείο Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να βάλουν όρια στη μητέρα τους και γενικότερα στις σχέσεις Γιατί φοβούνται πως αυτό σημαίνει ότι την αγαπούν λιγότερο Όμως, το όριο δεν λέει δεν σε αγαπώ Το όριο λέει σε αγαπώ αλλά υπάρχω κι εγώ Σε αγαπώ αλλά έχω και δικό μου χώρο Σε αγαπώ, αλλά δεν μπορώ να σχετίζομαι μόνο μέσα από ενοχή ή πίεση.

Και συχνά όταν τα όρια μπαίνουν καθαρά, η σχέση μπορεί να γίνει πιο τίμια, ίσως όχι πάντα εύκολη, αλλά πιο αληθινή. Και πέμπτον, το δύσκολο είναι να αντέξεις ότι το όριο ίσως στεναχωρήσει. Αυτό είναι η πιο όριμη και πιο δυσκολή αλήθεια. Μερικές φορές ακόμη και το πιο σωστό όριο θα στεναχωρήσει τη μητέρα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητο ότι το όριο είναι λάθος.

Η ενηλικίωση φέρνει συχνά αυτό το δύσκολο μάθημα, ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε αληθινά αν προσπαθούμε να μην στεναχωρήσουμε ποτέ κανέναν, ειδικά εκείνους που αγαπάμε περισσότερο. Το ζητούμενο δεν είναι να γίνουμε σκληροί, το ζητούμενο είναι να αντέχουμε ότι η αλήθεια μας δεν θα γίνεται πάντα αμέσως ευχάριστη. Άρα, πότε χρειάζονται όρια στη σχέση με τη μητέρα, όταν η αγάπη αρχίζει να μπερδεύεται με εισβολή, ενόχη, υποχρέωση ή αυτοεγκατάληψη.

Όταν η σχέση δεν αφήνει αρκετό χώρο στην εμίλη και ταυτότητα, στις ανάγκες και στην ελευθερία του ανθρώπου να υπάρξει ως ξεχωριστό πρόσωπο. Και η φράση μας εδώ είναι η εξής. Τα όρια στη σχέση με τη μητέρα δεν είναι απόρριψη της αγάπης. Είναι συχνά ο μόνος τρόπος να μπορέσει η αγάπη να υπάρξει χωρίς να πνιγεί, χωρίς να χαθεί.

Μπορεί να αλλάξει αυτή η σχέση? Αυτή είναι ίσως μία από τις πιο δύσκολες ερωτήσεις γύρω από τη σχέση με τη μητέρα. Γιατί από τη μία πρόκειται για ένα πολύ παλιό και βαθύ δεσμό, Από την άλλη, πολλοί άνθρωποι κουβαλούν την ελπίδα ότι κάποια στιγμή αυτή η σχέση θα γίνει πιο ήρεμη, πιο όρημη, πιο καθαρή, πιο αληθινή. Η απάντηση είναι ότι ναι, μπορεί να αλλάξει.

Αλλά όχι πάντα με τον τρόπο που φανταζόμαστε και όχι πάντα στον βαθμό που θα θέλαμε. Πάμε να τα δούμε επιμέρους. Πρώτον, μπορεί να αλλάξει πρώτα μέσα μας. Πολλές φορές η πρώτη μεγάλη αλλαγή δεν συμβαίνει στη μητέρα, συμβαίνει στον τρόπο που αρχίζουμε εμείς να βλέπουμε τη σχέση. Όταν αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τι μας πλήγωσε, τι μας έλλειψε, τι μας στήριξε, πού υπάρχει αγάπη, πού υπάρχει πίεση, πού νιώθουμε ενοχή, που χρειάζονται όρια.

Τότε αλλάζει ο τρόπος που στεκόμαστε μέσα σε αυτή τη σχέση. Και αυτό από μόνο του είναι τεράστια αλλαγή, γιατί ο άνθρωπος πάβει σιγά σιγά να σχετίζεται μόνο αυτόματα, αρχίζει να σχετίζεται με περισσότερη επίγνωση. Δεύτερον, μπορεί να αλλάξει μέσα από πιο όριμου διάλογο. Σε κάποιες περιπτώσεις η σχέση μπορεί πράγματι να αλλάξει και στην πράξη.

Όταν υπάρχει κάποιος βαθμός ανοιχτότητας, όταν η μητέρα μπορεί να ακούσει, όταν δεν είναι πλήρως κλειστή σε κάθε διαφορετική θέση, τότε ένας πιο όριμος διάλογος μπορεί να μετακινήσει πράγματα. Όχι πάντα εύκολα, όχι πάντα γρήγορα, όχι πάντα τέλεια, αλλά μπορεί να δημιουργήσει περισσότερο χώρο, περισσότερη ειλικρίνα και λιγότερη σιωπηλή ένταση.

Τρίτον, μερικές φορές αλλάζει μέσα από την απόσταση. Υπάρχουν όμως και σχέσεις που δεν μπορούν να αλλάξουν αρκετά μόνο μέσα από συζήτηση, γιατί το μοτίβο είναι πολύ βαθύ, πολύ παλιό ή πολύ άκαμπτο. Εδώ, εκεί η αλλαγή έρχεται συχνά περισσότερο μέσα από τη διαφορετική θέση που παίρνει το ενήλικο παιδί. Δηλαδή, μέσα από πιο καθαρά όρια, μέσα από λιγότερη διαθεσιμότητα εκεί που παλιά υπήρχε υποχώρηση, μέσα από περισσότερη εσωτερική ανεξαρτησία και μέσα από το να μην συμμετέχει πια με τον ίδιο τρόπο σε παλιές δυναμικές.

Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο σαφώς, αλλά συχνά είναι ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος να αλλάξει η σχέση. Τέταρτον, μερικές φορές δεν αλλάζει όσο θα θέλαμε. Αυτό χρειάζεται να υποθεί πολύ καθαρά και όριμα. Δεν αλλάζουν όλες οι μητέρες, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ικανότητα αυτογνωσίας, αυτοκριτικής ή συναισθηματικής μετακίνησης.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η σχέση μπορεί να μαλακώσει λίγο, αλλά όχι να μεταμορφώθει βαθιά. Και αυτό δυστυχώς πονά, γιατί πολλοί άνθρωποι κουβαλούν για χρόνια την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα πάρουν ακριβώς εκείνο που χρειάζονταν. Περισσότερη αποδοχή, περισσότερη κατανόηση, μία συγνώμη, μία διαφορετική στάση, μία πιο ήρμη μορφή αγάπης.

Μερικές φορές αυτό έρχεται. Μερικές φορές έρχεται μόνο λίγο. Και μερικές φορές δεν έρχεται ποτέ. Και μέρος της ορίμανσης είναι να μπορέσει κανείς να δει και αυτή την αλήθεια χωρίς να καταρρεύσει από αυτήν. Και πέμπτον, αλλαγή δεν σημαίνει πάντα συμφιλίωση με τον τρόπο που ονειρευτήκαμε. Πολύ συχνά όταν λέμε να αλλάξει η σχέση φανταζόμαστε μια τέλεια συμφιλίωση.

Πιο ζεστή, πιο εύκολη, πιο βαθιά, πιο τρυφερή. Μπορεί να συμβεί, αλλά δεν είναι η μόνη μορφή αλλαγής. Μερικές φορές αλλαγή σημαίνει λιγότερη ενοχή, λιγότερες ψευδεστήσεις, περισσότερη αποδοχή της πραγματικότητας, πιο καθαρά όρια, πιο ήσυχη θέση μέσα μας, λιγότερη ανάγκη να πάρουμε από τη μητέρα κάτι που ίσως δεν μπορεί να δώσει.

Και αυτή είναι επίσης μια πολύ σημαντική μορφή θεραπείας. Άρα, μπορεί να αλλάξει αυτή η σχέση? Ναι, μπορεί. Αλλά πολλές φορές αλλάζει πρώτα μέσα μας, μπορεί να αλλάξει μέσα από διάλογο, μέσα από όρια, μέσα από απόσταση ή μέσα από πιο καθαρή αποδοχή της πραγματικότητας. Και κάποιες φορές δεν αλλάζει όσο θα θέλαμε, αλλά μπορούμε να αλλάξουμε εμείς τον τρόπο που τη ζούμε.

Και η φράση μας είναι η εξής. Η αλλαγή στη σχέση με τη μητέρα δεν αρχίζει πάντα όταν αλλάζει εκείνη, πολύ συχνά αρχίζει όταν πάβουμε να στεκόμαστε εμείς μέσα σε αυτήν με τον παλιό τρόπο. Γι' αυτό και συχνά τη βλέπουμε είτε εξειδανικευμένα είτε πολύ φορτισμένα. Είτε δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε τη δυσκολία, είτε δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε την αγάπη μέσα στη δυσκολία.

Όμως, η οριμότητα ζητά κάτι πιο σύνθετο. Πρώτον, η μητέρα μας δεν είναι μόνο ο ρόλος της. Πολύ συχνά ξεχνάμε ότι πριν γίνει η μητέρα μας ήταν και παραμένει άνθρωπος. Με τη δική της ιστορία, με τα δικά της τραύματα, με τις δικές της ελήψεις, με τις δικές της αντοχές και ανεπάρκειες. Με τον δικό της τρόπο να αγαπά, να φοβάται, να ελέγχει, να χάνει, να αγχώνεται, να προσπαθεί ή να αποτυγχάνει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ό,τι μας πλήγωσε εξηγείται και αραπάβει να έχει σημασία. Όχι. Σημαίνει όμως ότι η μητέρα μας δεν είναι μόνο αυτό που χρειαζόμασταν να είναι. είναι και αυτό που μπορούσε ή δεν μπορούσε να γίνει. Δεύτερον, να τη δούμε ανθρώπινα δεν σημαίνει να ακυρώσουμε τον πόνο μας. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Η ανθρώπινη ματιά δεν σημαίνει εξοραϊσμός, δεν σημαίνει ότι λέμε «και εκείνη πέρασε δύσκολα, άρα δεν πειράζει»

ή «ήταν η μητέρα μου, άρα δεν έχω δικαίωμα να δυσκολεύομαι μαζί της». Όχι. Το να δούμε τη μητέρα μας ανθρώπινα σημαίνει να κρατήσουμε και τις δύο αλήθειες. ότι μπορεί να υπήρξε άνθρωπος με τα δικά της όρια και πληγές και ότι ταυτόχρονα κάποια πράγματα μας επηρεάσαν βαθιά. Η κατανόηση δεν χρειάζεται να ακυρώνει την αλήθεια του δικού μας βιώματος.

Τρίτον, η ορειμότητα δεν ζητά ούτε δαιμονοποίηση ούτε εξιδανίκευση. Μία ορειμή ματιά στη μητέρα είναι συχνά μία ματιά που αντέχει την πολυπλοκότητα. Να μπορούμε να πούμε «με αγάπησε αλλά με πίεσε», «ήταν παρούσα αλλά και επικριτική», πολλά αλλά κάποια βασικά δεν μπόρεσε να μου τα δώσει, ήταν σημαντική αλλά και δύσκολη, ήταν στήριγμα αλλά και πηγή ενοχής.

Αυτό δεν είναι ασέβεια, είναι μια βαθύτερη αλήθεια. Και πολλές φορές μόνο μέσα από αυτήν την πιο σύνθετη αλήθεια μπορεί να υπάρξει πραγματική εσωτερική συμφιλίωση. Και τέταρτον, να τη δούμε ανθρώπινα σημαίνει και να ελευθερωθούμε από το απόλυτο. Όταν βλέπουμε τη μητέρα μας μόνο ως ιδανική, μένουμε εγκλωβισμένοι στην ενοχή κάθε φορά που κάτι μας πονά στη σχέση.

Όταν τη βλέπουμε μόνο ως φτέχτρα, μένουμε εγκλωβισμένοι στο θυμό. Η ανθρώπινη ματιά επιτρέπει κάτι πιο ελεύθερο. Να φύγουμε από το απόλυτο, να μην είμαστε μόνο παιδιά που ζητούν, αλλά και ενήλικοι που καταλαβαίνουν, ξεχωρίζουν, βάζουν όρια και στέκονται με περισσότερη επίγνωση. Άρα, τι σημαίνει να δούμε τη μητέρα μας ανθρώπινα?

σημαίνει να τη δούμε πέρα από τον ρόλο, πέρα από την εξιδανίκευση ή τη δαιμονοποίηση ως έναν άνθρωπο αληθινό, σύνθετο, με αγάπη αλλά και με όρια, με προσφορά αλλά και με αδυναμίες. Και ίσως η ουσιαστική μας φράση είναι η εξής. Η οριμότητα στη σχέση με τη μητέρα αρχίζει όταν μπορούμε να τη δούμε όχι μόνο ως μητέρα, αλλά ως άνθρωπο, χωρίς αυτό να ακυρώνει ούτε τη δική της αλήθεια, ούτε τη δική μας.

Και τώρα θα περάσουμε στην ενότητα της ποίησης. Στην ποιητική ενότητα αυτού του επεισοδίου θα μοιραστώ ένα δικό μου ανέκδοτο ποίημα αφιερωμένο στη μητέρα γιατί η σχέση με τη μητέρα δεν είναι μόνο μια σχέση που αναλύεται είναι και μια σχέση που βιώνεται βαθιά, που κουβαλιέται μέσα στο σώμα, στη μνήμη, στην καθημερινότητα, στην απουσία, στην παρουσία, στην αγάπη, στη φροντίδα και στην αίσθηση ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που μας έμαθε από πολύ νωρίς τι σημαίνει καταφύγιο.

Το ποίημα έχει τον τίτλο «Η Μητέρα». Εσύ που κάθε τηλεφώνημα σε βρίσκει απίκο, απορροφώντας κάθε γκρίνια, κάθε αγωνία και φόβο, τους προβληματισμούς των σκέψεων. Η πρώτη των πρώτων στις χαρμόσυνες ηλυπηρές ειδήσεις, από το πρώτο κλάμα, το πρώτο βήμα, την πρώτη πληγή που μάτωσε ανοίγοντας το δέρμα. Την επιστήμον που δίδαξε το φάρμακο της αγκαλιάς, με θεραπεία την αγάπη και συνταγή το χάδι.

Εσύ που παραμέρισες ανάγκες σου που έπνιξες τα δάκρυά σου για να στεγνώσουν τα δικά μου Εσύ που πρόσταξες ασπίδα το κορμί σου σε κάθε απειλή το κορμί σου που έγινε φωλιά να μεγαλώσω και μέσω για να βγω στον κόσμο Ήσουν εκεί λοιπόν και όταν δεν ήσουν ακόμη κι αν σου θύμωσα σε είχα πάντα εκεί, μαζί μου στη θέση την ξεχωριστή Είσαι εδώ λοιπόν με κάθε τρόπο, σωματικό ή ψυχικό, ανιδιωτελώς, δίχως αντάλλαγμα, με τον ορίσμο της αφοσίωσης.

Και θα'σαι εδώ για πάντοτε, μαμά, πως αν κομμάτι σου έτσι κι αλλιώς πορεύομαι σε τούτη τη ζωή. Αυτό το πείμα λειτουργεί πολύ όμορφο μέσα στο επεισόδιο γιατί δεν προσεγγίζει τη μητέρα αφηρημένη συμβολικά μόνο, την προσεγγίζει ως σταθερή παρουσία, ως άνθρωπο διαθέσιμο, ανθεκτικό και βαθιά συνδεδεμένο με τις πιο βασικές στιγμές της ζωής.

Από το πρώτο κιόλας στίχο που κάθε τηλεφώνη μας ευρίσκει απίκο. Η μητέρα παρουσιάζεται όχι ως ιδέα, αλλά ως άμεση καθημερινή ζωντανή διαθεσιμότητα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί φέρνει τη μητρική σχέση μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα. Δεν μιλά μόνο για την παιδική ηλικία ή για μια εξετανοικευμένη μορφή του παρελθόντος, μιλά για τη μητέρα ως εκείνον τον άνθρωπο που εξακολουθεί να είναι σημείο πρώτης αναφοράς μέσα στη ζωή.

Μία εξίσου δυνατή φράση είναι η εξής «Οι πρώτοι των πρώτων στις χαρμόσυνες λυπηρές ειδήσεις». Εδώ φαίνεται ότι η μητέρα δεν είναι απλώς πρόσωπο φροντίδας, αλλά πρόσωπο πρωταρχικής συναισθηματικής θέσης. είναι εκείνη στην οποία στρεφόμαστε πριν από όλους, είτε για τη χαρά είτε για τον πόνο. Άρα το ποίημα αποτυπώνει πολύ καθαρά τη μητέρα ως τον πρώτο και διαρκή μάρτυρα της ζωής μας.

Μια επίσης εξαιρετικά όμορφη και ουσιαστική εικόνα είναι η εξής. Την επιστήμον που δίδαξε το φάρμακο της αγκαλιάς με θεραπεία την αγάπη και συνταγή το χάδι. Εδώ η μητέρα παρουσιάζεται σχεδόν σαν γιατρός της πρώτης ύπαρξης. Όχι με επιστήμη ψυχρή, αλλά με μια γνώση βαθιά σωματική και συναισθηματική. Η αγκαλιά, η αγάπη και το χάδι δεν παρουσιάζονται απλώς ως τρυφερότητα, αλλά ως οι πρώτες μορφές θεραπείας που γνωρίζει ο άνθρωπος.

Πολύ δυνατό είναι επίσης το πέρασμα στη θυσία και στην αυταπάρνηση. Που παραμέρισες ανάγκες σου, που έπνιξες τα δάκρυά σου για να στεγνώσουν τα δικά μου. Εδώ το πείμα αγγίζει ένα από τα πιο συγκινητικά στοιχεία της μητρότητας, την αόρατη πλευρά της φροντίδας. Όχι μόνο αυτό που δίνεται, αλλά και αυτό που συγκρατιέται, που δεν εκφράζεται, που θυσιάζεται σιωπηλά για να σταθεί όρθιο το παιδί.

Επίσης, μια ιδιαίτερη βαθιά εικόνα είναι η εξής. Το κορμί σου που έγινε φωλιά να μεγαλώσω και μέσω για να βγω στον κόσμο. Αυτή είναι ίσως από τις πιο ολοκληρωμένες εικόνες του πείματος, γιατί ενώνει τη βιολογική, τη σωματική και την υπαρξιακή διάσταση της μητέρας. Η μητέρα δεν παρουσιάζεται μόνο ως πρόσωπο ανατροφής αλλά και ως κυριολεκτικός πρώτος τόπος ύπαρξης.

Ως εκείνος ο χώρος μέσα από τον οποίο πρώτα στεγάστηκε και έπειτα γεννήθηκε το παιδί, δηλαδή εμείς. Και ένα συγκινητικό σημείο είναι «Και όταν δεν ήσουν, ακόμη κι αν σου θύμωσα, σε είχα πάντα εκεί». Εδώ το πείμα φεύγει από μια απλή εξυτανίκευση και γίνεται πιο βαθύ. Αναγνωρίζει ότι η σχέση με τη μητέρα δεν είναι χωρίς εντάσεις ή χωρίς τιμό και όμως ακόμη και εκεί η θέση της παραμένει σταθερή και ξεχωριστή.

Αυτό δίνει στο πείμα μεγαλύτερη αλήθεια γιατί δεν παρουσιάζει τη σχέση ως μονοδιάστατη αλλά ως δεσμό που αντέχει ακόμη και τη δυσκολία. και τέλος ο στίχος ως αν κομμάτι σου έτσι κι αλλιώς πορεύουμε σε τούτη τη ζωή κλείνει πολύ όμορφα και δυνατά όλο το νόημα του επεισουδίου γιατί συνοψίζει ακριβώς αυτό που συζητήσαμε ότι η μητέρα δεν μένει μόνο ως πρόσωπο έξω από εμάς αλλά συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας στον τρόπο που πορευόμαστε, αγαπάμε, στεκόμαστε και θυμόμαστε Ίσως τελικά αυτό είναι και ένα από τα πιο βαθιά σημεία της σχέσης με τη μητέρα.

Ότι δεν είναι μόνο ένας άνθρωπος που υπήρξε στην αρχή της ζωής μας, είναι πολλές φορές μια παρουσία που συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας, με τον τρόπο που μας κράτησε, που μας φρόντισε, με τον τρόπο που μας σημάδεψε, με τον τρόπο που ακόμη πορευόμαστε κράτοντας κάτι από εκείνη. μέσα από αυτή τη βαθιά σχέση. Η σχέση μου με τη μητέρα μου μου δίνει κυρίως αίσθηση αγάπης και ασφάλειας ή μου γεννά συχνά ενοχή, πίεση και δυσκολία να υπάρξω ελεύθερα.

Μπορώ να τη δω σήμερα όχι μόνο ως μητέρα μου, αλλά και ως άνθρωπο με τα δικά της όρια, τις δυσκολίες και τις αδυναμίες της, χωρίς αυτό να ακυρώνει τη δική μου αλήθεια. Και τελικά, μέσα στη σχέση μαζί της, έχω καταφέρει να αγαπώ χωρίς να χάνω τον εαυτό μου ή ακόμα παλεύω να ξεχωρίσω την αγάπη από την υποχρέωση και την ενοχή?

Κλείνοντας λοιπόν αυτό το επεισόδιο που είναι εμπνευσμένο από την γιορτή της μητέρας, αυτή την γιορτή που γιορτάζουμε κάθε χρόνο, η σχέση με τη μητέρα μας είναι από τις πιο βαθιές, πιο καθοριστικές και πιο σύνθετες σχέσεις στη ζωή μας. Και ίσως είναι τόσο σύνθετη γιατί μέσα της χωρούν πολλά μαζί. Χωράει η αγάπη, η ασφάλεια, η τρυφερότητα, αλλά μπορεί να χωράει και η πίεση, Η ενοχή, ο έλεγχος, η ανάγκη για αποδοχή, η δυσκολία να ξεχωρίσουμε χωρίς να πονέσουμε ή χωρίς να πονέσουμε εκείνη.

Και ίσως γι' αυτό αυτή η σχέση μας ακολουθεί τόσο βαθιά, γιατί δεν είναι μόνο ένας δεσμός του παρελθόντος, είναι πολλές φορές ένας δεσμός που συνεχίζει να μιλά μέσα μας, στον τρόπο που αγαπάμε, στον τρόπο που ζητάμε φροντίδα, στον τρόπο που νιώθουμε αξία, στον τρόπο που βάζουμε ή δεν βάζουμε όρια, στον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στον εαυτό μας.

Αν υπάρχει κάτι ουσιαστικό που αξίζει να κρατήσουμε από αυτό το επεισόδιο είναι το εξής. Η σχέση με τη μητέρα δεν χρειάζεται ούτε εξειδανίκευση ούτε σκληρότητα. Χρειάζεται αλήθεια. Χρειάζεται να μπορούμε να αναγνωρίζουμε και την αγάπη και τη δυσκολία, και την προσφορά και το τραύμα και την ευγνωμοσύνη και την ανάγκη για όρια και τη βαθιά σύνδεση και την ανάγκη να ξεχωρίσουμε.

Γιατί μόνο τότε μπορούμε πραγματικά να οριμάσουμε μέσα σε αυτή τη σχέση. Όχι όταν προσποιούμαστε ότι όλα είναι τέλεια, όχι όταν μένουμε επαγγεδευμένοι μόνο σε όσα μας πλήγωσαν, αλλά όταν αρχίζουμε να βλέπουμε πιο καθαρά. Να βλέπουμε τη μητέρα μας ως άνθρωπο, να βλέπουμε και τον εαυτό μας μέσα σε αυτή τη σχέση με περισσότερη κατανόηση να καταλαβαίνουμε τι μας έδωσε, τι μας έλειψε, τι κουβαλάμε ακόμη και τι χρειάζεται ίσως να αλλάξει μέσα μας για να αναπνεύσουμε πιο ελεύθερα.

Γιατί το να μεγαλώνεις πραγματικά δεν σημαίνει να πάψεις να αγαπάς τη μητέρα σου σημαίνει να μπορέσεις κάποια στιγμή να σταθείς απέναντι σε αυτή τη σχέση με περισσότερη επίγνωση, περισσότερη ειλικρίνεια και περισσότερη εσωτερική ελευθερία. Να μπορείς να αγαπάς χωρίς να διαλύεσαι από ενοχή, να μπορείς να φροντίζεις χωρίς να αυτοεγκαταλείπεσαι, να μπορείς να αναγνωρίζεις τη σημασία χωρίς να χάνεις τη δική σου ξεχωριστή θέση μέσα στη ζωή.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα πιο όριμα βήματα της ψυχής. Να καταφέρουμε να κρατήσουμε μέσα μας τη μητέρα όχι μόνο ως ανάγκη, όχι μόνο ως τραύμα, όχι μόνο ως ιδανική μορφή, αλλά ως έναν αληθινό άνθρωπο που μας διαμόρφωσε βαθιά και απέναντι στον οποίο τώρα καλούμαστε να σταθούμε και εμείς αληθινά. Σε ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου σε αυτό το επεισόδιο του Ανθρώπων Σχέσης και ίσως πριν κλείσουμε να μείνει μέσα μας αυτή η σκέψη.

Η σχέση με τη μητέρα δεν τελειώνει όταν μεγαλώνουμε, αλλάζει μορφή. αρχίζει όταν μπορούμε να την κοιτάξουμε με αγάπη, με αλήθεια και με αρκετό θάρρος ώστε να μην χαθούμε μέσα της. Γεια χαρά!

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00