Skip to content
PodBase
Τεντ Γκραντ: Η ζωή και οι ιδέες του (2/2)

Τεντ Γκραντ: Η ζωή και οι ιδέες του (2/2)

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ podcast
Σεπτέμβριος 18, 2026 00:22:58
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Το πολιτικό θαύμα του Militant. Το σαράκι του σεχταρισμού και το νέο ξεκίνημα της δεκ. του 1990. Το θεωρητικό έργο του Τεντ Γκραντ. Ομιλητής: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Με την έλευση της δεκαετίας του 1960 το κοινωνικό κλίμα στην καπιταλιστική Δύση άρχισε να αλλάζει και το ρεύμα της ιστορίας αρχίζει και πάλι να ευνοεί τις ιδέες του μαρξισμού. Στη Βρετανία δημιουργούνται και πάλι οι νέοι σοσιαλιστές του εργατικού κόμμα, η οργάνωση νεολαίας δηλαδή του εργατικού κόμματος, η οποία είχε διαλυθεί από τη δεξιά ρεφορμιστική γραφειοκρατία του κόμματος το 1954 με πρόσχημα τις χουλιγκάνικες ενέργειες των υποστηρικτών του Τζέρι Χίλι.

Αυτοί ως το Βρετανικό τμήμα της διασπασμένης στο 1953 Διεθνούς Επιτροπής της Τετάρτης Διεθνούς επιχειρούσαν με σωματική βία, με τραμπουκισμούς και με ίτριγκες να φημώνουν κάθε άλλη αριστερή φωνή συμπεριλαμβανομένης της ομάδας του Τέντ Γκραντ Η συμπεριφορά των υποστηρικτών του Χίλι έδωσε το τέλειο άλοθη και τα καλύτερα όπλα στα χέρια της δεξιάς γραφειοκρατίας και του αστικού τύπου προκειμένου να παρουσιάζουν τον τρότσκισμό ως ένα συνώνυμο της βίας.

Η μικρή ομάδα του Τεντγκραντ, η επαναστατική σοσιαλιστική λίγκα RSL, άρχισε να δουλεύει υπομονετικά για να κερδίσει την εωλέα του εργατικού κόμματος στις μαρξιστικές ιδέες, ενώ οι άλλες δύο ομάδες που επικαλούνταν τις ιδέες του τρότσκι στη Βρετανία, η μεγαλύτερη του Τζέρι Χίλι και η μικρότερη του Τόνι Κλίφ με σεχθαριστικές ιδέες και τακτικές σταδιακά έκοβαν τους δεσμούς τους με το Εργατικό Κόμμα.

Το 1964 η ομάδα του Τέντγκραντ εξέδωσε την εφημερίδα Militant συνεχίζοντας τη δουλειά στο Εργατικό Κόμμα την ίδια στιγμή που τα άλλα δύο σεχθαριστικά γκρουπ το εγκατέλειψαν ακριβώς στην περίοδο που το εργατικό κόμμα άρχισε να στρέφεται προς τα αριστερά. Μετά τη διαγραφή από την ενιαία γραμματεία της Τετάρτης Διεθνούς το 1965, ο Τέντ Γκραντ και η Άρεσελ αποφάσισαν να γυρίσουν οριστικά την πλάτη σε όλες τις μόνο κατ' όνομα τροτσκιστικές διεθνείς οργανώσεις.

τόσο η ενιαία γραμματεία των Μαντέλ και Φρανκ όσο και η Διεθνής Επιτροπή του Χίλι δεν είχαν καμία σχέση με τον αυθεντικό μαρξισμό. Είχαν εγκαταλείψει την εργατική τάξη και λειτουργούσαν με τη μέθοδο του ζηνοδιευθυσμού. Αυτή η επιλογή δεν ήταν μια πράξη απομόνωσης αλλά μια πράξη πολιτικής αυτοσυντήρησης για την ομάδα του Τέντ Γκραντ.

Ο Τέντ κατάλαβε ότι ήταν ανώφελο οι λιγοστές δυνάμεις του γνήσιου τροτσκισμού να συνεχίζουν να σπαταλούν το χρόνο και την ενέργειά τους σε ατέρμονες, άγονες εσωτερικές διαμάχες με αγιάτρευτους σεχταριστές και έστρεψε το 100% των δυνάμεων της οργάνωσης προς το Βρετανικό Προλεδοριάτο και την ΕΟΛΕΑ. Αντί να προσπαθεί να πείσει τους ηγέτες του Παρισιού και τα στελέχη που βρίσκονταν υπό την επιρροή τους, ο Τέντ Γκραντ αποφάσισε να αποδείξει την ανωτερότητα των ιδεών του στην πράξη χτίζοντας την οργάνωση μέσα στα συνδικάτα, τη νεολαία και το εργατικό κόμμα.

Εκείνη την περίοδο μπήκαν οι βάσεις για τη δημιουργία της ισχυρότερης στο εργατικό κίνημα τροσκιστικής τάσης από την εποχή της ρώσικης αριστερής αντιπολίτευσης. Έτσι, από τα 100 μέλη το 1966, η τάση του Μιλιταντ εκτοξεύθηκε στα 500 μέλη το 1975, το 1972 η εφημερίδα έγινε εβδομαδιαία και το 1974 η τάση του Μιλιταντ κέρδισε την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Νεολαίας του ΕΚ.

Τον Απρίλιο του 1974 ιδρύθηκε στο Λονδίνο η Διεθνής του Μιλιταν, η CWI, η Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή με τη συμμετοχή 46 αντιπροσώπων από συνολικά 12 χώρες και με άξονα το πολιτικό παράδειγμα της τάσης του Μιλιταν στη βάση κοινών αρχών, προγράμματος και προσανατολισμού. Το 1980 το Μίλινταντ αριθμούσε πλέον 1000 μέλη. Κάπου εκεί η άνοδος του τροτσκισμού στο εργατικό κόμμα ανησύχησε πραγματικά τους αστούς.

Στη Βρετανία ξεκίνησαν έτσι μια ανελαίτη πίεση προς την ηγεσία του εργατικού κόμματος προκειμένου να διαγράψει τους τροτσκιστές, η οποία εκφράστηκε μέσα από εκτεταμένα καθημερινά δημοσιεύματα στον αστικό τύπο. Στις 5 Οκτωβρίου του 1983 στο ετήσιο συνέδριο του Ρεγατικού Κόμματος στον Μπράιντον ο Τέντ Γκραντ τελικά διαγράφθηκε μαζί με την συντακτική επιτροπή του Μίλινταντ από το Ρεγατικό Κόμμα καταφέρνοντας όμως να αποσπάσει 1600 ψήφους ενάντια στις διαγραφές με 2800 συνέδρους να υπερψηφίζουν την πρόταση της ηγεσίας αποχωρώντας από την έρθουσα του Μπράιντον μετά τη γραφειοκρατική αυτή εκαθάριση, ο Τέντ Γκραντ κοίταξε τους δημοσιογράφους και με απόλυτη μπολσεδίκικη ψυχραινία δήλωσε το ιστορικό «We'll be back, θα επιστρέψουμε».

Η ιστορία τον δικαίωσε άμεσα. Η διαγραφή της ηγεσίας δεν σταμάτησε το «Militant», αντιθέτως η τάση συνέχισε να ανατύσσεται ραγδαία, καθοδηγώντας λίγους μήνες μετά τον ηρωικό αγώνα στο Δήμο του Λίβερπουλ ελέγχοντας πολιτικά το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης. Η περίοδος της μαρξιστικής διοίκησης στο Δήμο του Λίβερπουλ δίρκησε από τον Μάιο του 1983 έως τον Μάρτιο του 1987 και αποτέλεσε ένα από τα μεγάλα ορόσημα στην ιστορία του Βρετανικού και του Παγκόσμιου Τροτσκισμού.

Μέσα από δεκαετίες υπομονετικής δουλειάς στη βάση του κόμματος Οι μαρξιστές του Μίλιταντ κατάφεραν να κερδίσουν την πλειοψηφία στην τοπική επιτροπή του εργατικού κόμματος στο Λίβερπουλ με πρόεδρο τον αγωνιστή Τόνι Μουλχέρντ. Στις δημοτικές εκλογές του Μαΐου του 1983 το εργατικό κόμμα υπό την πολιτική καθοδήγηση του Μίλιταντ σάρωσε και πήρε τον έλεγχο του Δήμου του Λίβερπουλ, αντιπρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου και de facto όμως ηγέτης του, ανέλαβε ο μαρξιστής Ντέρεκ Χάτον με δήμαρχο, τον έντιμο αριστερό ρεθορπιστή Τσον Χάμιλτον.

Όταν το Μίλιταντ ανέλαβε το Δήμο, η πόλη βρισκόταν σε οικονομική εξαθλίωση και η δεξιά κυβέρνηση της Μάργαρη Θάτσερ απαιτούσε από τις τοπικές αρχές να εφαρμόσουν άγριες περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και να απολύσουν 1200 εργαζόμενους. Η απάντηση των συντρόφων ήταν άμεση και αποφασιστική. Αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τις περικοπές και υιοθέτησαν το ιστορικό σύνθημα «Καλύτερα να τσακίσουμε το νόμο της Θάτσερ παρά να τσακίσουμε τους στοχούς».

Έτσι, αντί για περικοπές, ο Δήμος ψήφισε έναν ελληματικό προϋπολογισμό απαιτώντας από την κυβέρνηση να επιστρέψει τα εκατομμύρια λίρες που είχε κλέψει από τις κρατικές επιχορηγήσεις της πόλης. Με αυτά τα χρήματα η μαρξιστική διοίκηση πραγματοποίησε ένα έργο που καμία ρεφορμιστική δημοτική αρχή δεν είχε ποτέ διανοηθεί. Έκτισε πάνω από 5.000 σύγχρονες εργατικές κατοικίες, γκρεμίζοντας τις άθλιες παραγκουπόλης, δημιούργησε 6 νέα μεγάλα πάρκα και υπερσύγχρονα αθλητικά κέντρα, δεν απέλησε κανέναν εργάτη απέναντίας, δημιούργησε χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας στο Δήμο, αυξάνοντας τους μισθούς και καθιερώνοντας το 35ωρο.

Για να επιβάλλει τον φιλεργατικό προϋπολογισμό, το Militant δεν βασίστηκε στα δικαστήρια, αλλά στην κινητοποίηση των εργατών και της νεολαίας. Οργάνωσε μεγάλες γενικές απεργίες των δημοτικών υπαλλήλων και μαζικές διαδηλώσεις 50.000 και πλέον ανθρώπων στους δρόμους και τρομοκρατημένη η Thatcher, καθώς το 1984 ήταν ανοιχτό και το μέτωπο της μεγάλης απεργίας των ανθρακορύχων, αναγκάστηκε να υποχωρήσει και έδωσε στο Δήμο του Λίβερπουλ επιπλέον 30 εκατομμύρια λίρες και αυτό συνιστούσε μια τεράστια νίκη για το κίνημα.

Και η λαομίση της η δειρά κυρία δεν θα μπορούσε ποτέ να νικήσει το ηρωικό Λίβερπουλ αν δεν είχε τη βοήθεια των προδοτών της Σοσιαλδημοκρατίας. Ο δεξιός ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, ο Νιλ Κίνοκ, έβλεπε με τρόμο την άνοδο της επιρροής των μαρξιστών στο συνέδριο του κόμματος το 1985 πια εξαπέλυσε λησαλέας η κωφαντική επίθεση απέναντι στο Λίβερπουλ δίνοντας το σύνθημα για το ξεκίνημα ενός άγριου εσωκομματικού κοινιού μαγισσών οι αριστεροί δήμαρχοι των άλλων πόλεων οι οποίοι είχαν υποσχεθεί να κάνουν κοινό μέτωπο με το Λίβερπουλ δίλιασαν και συνθηκολόγησαν ένας-ένας αφήνοντάς το εντελώς απομονωμένο.

Και αφού το εργατικό κόμμα διέγραψε τους μαρξιστές ηγέτες η αστική δικαιοσύνη ανέλαβε να τελειώσει τη δουλειά και τον Μάρτιο του 1987 δέξιοι δικαστές καθαίρεσαν τους 47 δημοτικούς συμβούλους του Λίβερπουλ και τους επέβαλαν εξοντοτικά προσωπικά πρόσθημα εκατοντάδων χιλιάδων λευρών. Αυτοί οι 47 οι υποστηρικτές του Μίλιταντ δεν ιτήθηκαν ποτέ στις κάλπες, κέρδιζαν κάθε εκλογική αναμέτρηση με αυξημένα μάλιστα ποσοστά, καθώς η εργατική τάξη έβλεπε τα σπίτια και τα άλλα πεπραγμένα της δημοτικής διοίκησης του Μίλιταντ στην ίδια της την καθημερινή πραγματικότητα.

Τελικώς καθαρέθηκαν από το αστικό κράτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και μετά την έναρξη των διώξεων του Μίλιταντ από τη δεξιά ηγεσία του Νιλ Κίνοκ, οι εργάτες του Λίβερπουλ έστειλαν καθαρό μήνυμα δίνοντας στο εργατικό κόμμα το 49,5% των ψήφων, το υψηλότερο ποσοστό που είχε καταγραφεί ποτέ στην ιστορία της πόλης. Η μάχη του Λίβερπουλ παρέμεινε ένας φάρος που δείχνει ότι ο μαρξισμός συνδέεται με τις μάζες και όταν συνδέεται με τις μάζες μπορεί να κλονίσει τα ίδια τα θεμέλια του αστικού καθεστώτος.

Συμφωνείς με τις ιδέες που ακούς στο Επανάσταση Podcast? Μη μένεις παθητικός ακροατής. Γίνε ενεργός υποστηριχτής. Στο marxismos.com κάθετος οργανώσου. Το 1984 η συνδικαλισκή παράταξη της οποίας ηγούταν το Μίλιταν, το αριστερό μπλοκ, ήταν η ισχυρότερη αριστερή δύναμη στα συνδικάτα. Μόνο κατά τη διάρκεια της απεργίας των Αθρακορίχων το Μίλιταν στρατολόγησε 500 απεργούς στις γραμμές του.

Το 1988, στο απόγειο της δύναμης της τάσης, ο Τατ Γκραντ μίλησε στο Λονδίνο με τον εγγονό του Τρότσκι, Εστεμπάν Βολκόφ, σε μια συγκέντρωση 8.000 υποστηριτών. Τότε, στις γραμμές του Μίλιταντ υπήρχαν τρεις βουλευτές, ενώ η τάση διέθετε περισσότερα επαγγελματικά στελέχη ακόμα και από το ίδιο το εργατικό κόμμα. Το αποκορύφωμα ήρθε το 1990 όταν το Μίλιταντ καθοδήγησε ένα τεράστιο κίνημα χιλιάδων εργαζόμενων ενάντια στον διαβόητο Πολ Ταξ, τον κεφαλικό φόρο τον οποίο είχε επιβάλει η Θάτσερ.

εκατομμύρια άνθρωποι δεν κατέβαλαν το φόρο είναι χαρακτηριστικό ότι 250.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στο Λονδίνο κατά του νόμου και 50.000 στη Γλασκόβη ήταν το μεγαλύτερο κίνημα κοινωνικής ανυπακοής στην ιστορία της Βρετανίας. Αυτό το γιγαντιέο κίνημα γκρέμισε την ίδια τη Θάτσερ. Καθώς η Σιδηρά κυρία δήλωνε πεισματικά ότι δεν υποχωρεί η δημοτικότητα του συντηρητικού κόμματος κατέρευσε στις δημοσκοπήσεις του εργατικού κόμμα προηγούνταν με περισσότερες από 20 μονάδες οι βουλευτές των συντηρητικών στις εργατικές και μικροαστικές περιφέρειες κατάλαβαν ότι ο κεφαλικός φόρος θα σήμαινε την ολοκληρωτική εκλογική του ΣΥΤΑ στις επόμενες εκλογές βλέποντας ότι η παρουσία της ΣΤΑΤΣΕΡ πυροδοτούσε την ταξική υπάλληλη η ίδια η ηγεσία του συντηρητικού κόμματος αποφάσισε να απαλλαγεί από αυτήν εκείνη η αντιλαμβανόμενη τελικά ότι είχε χάσει τη στήριξη για των δικών της υπουργών ανακάστηκε να παρετηθεί στις 22 Νοεμβρίου του 1990 και ο νέος πρωθυπουργός των Τόρις ο Τζον Μέιτζορ

κατάργησε οριστικά τον κεφαλικό φόρο το 1991 αντικαθιστώντας το με ένα φόρο βασισμένο στην αξία της ιδιοκτησίας. Κάτω από την πολιτική καθοδήγηση του Ted Grant χτίστηκε λοιπόν μια πανίσχυρη τροτσκιστική τάση. Δυστυχώς όμως, μετά την κατάρρευση του σταλινισμού, η ιδεολογική και πολιτική υποχώρηση που ακολούθησε στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα, σε συνδυασμό με τις εκταριστικές αντιλήψεις του ηγετικού πυρήνα του Μίλιναντ υπό τον Πίτερ Ταφ, ένα από τα παλιότερα και ικανότερα σε οργανωτικό επίπεδο ηγετικά στελέχη του Μίλιταν κατέστρεψαν σταδιακά το κύρος της οργάνωσης και οδήγησαν σε μια οδυνηρή διάσπαση όχι μόνο τη Βρετανική οργάνωση αλλά και ολόκληρη τη Διεθνή την Επιτροπή για μια Αργατική Διεθνή CWI.

Αντί η ηγεσία του Μίλιταν να αναλύσει ψύχραμα την υποχώρηση του αργατικού κινήματος και να προετοιμάσει θεωρητικά τα στελέχη για μια περίοδο δύσκολης δύσκολης αμυντικής δουλειάς, ο Πίτερ Ταφ και η ομάδα του τυφλώθηκαν από τις επιτυχίες στο Λίβερπουλ, στον Πολτάξ και πίστεψαν ότι το Μίλιταντ είχε γίνει τόσο ισχυρό ώστε μπορούσε να ανταγωνιστεί άμεσα το εργατικό κόμμα και να αποτελέσει από μόνο του μια εναλλακτική λύση για τις μάζες.

Η πολιτική ρήξη εκδηλώθηκε ανοιχτά την άνοιξη του 1991 με αφορμή μια επαναληπτική βουλευτική εκλογή στην περιφέρεια του Βόλτον στο Λίβερπουλ. Ο Πίτερ Τάφης εισηγήθηκε την κάθοδο ενός ανεξάρτητου υποψηφίου εκτός των ψηφοδελτήων του Εργατικού Κόμματος. Αυτό σήμαινε βέβαια μια αντεφάκτω εγκατάλειψη ενός μακροχρόνιου προσανατολισμού στο εργατικό κόμμα, τον οποίο ο Ted Grant είχε επεξεργαστεί και εφαρμόσει με επιτυχία για 40 χρόνια.

Ο Τέντ Γκράτ και ο σημερινός πολιτικός γραμματέας της επαναστατικής κομμουνικής διεθνούς ο Άλαν Γούτς αντιτάχθηκαν σφοδρά στο σεχταρισμό του ΤΑΦ εξηγώντας ότι η έξοδος από το εργατικό κόμμα εκείνη τη δεδομένη στιγμή θα ήταν ένα ασυγχώρητο σεχταριστικό λάθος το οποίο θα αποκόψει την τάση από τις παραδοσιακές οργανώσεις.

Στο Μίλιταντ θα μετατρεπόταν μοιραία σε άλλη μία απομονωμένη υπεραριστερή σέκτα, χάνοντας την επαφή του με τη μαζική συνείδηση της εργατικής τάξης και καθώς η ομάδα του Πίτερ Ταφ δεν θιέθεται πραγματικά θεωρητικά επιχειρήματα για να αντιμετωπίσει τον Δεντ Γκραντ, κατέφυγε στις γνώριμες για τις έκτες καταστροφικές μεθόδους του ζηνοδιευισμού.

Φήμωσαν την μειοψηφία, υπονόμευσαν τη δημοκρατική διακίνηση των κειμένων του Τέντ Γκραντ στις τοπικές οργανώσεις του Μίλιταντ και εξαπέλθαν μια εκστρατεία προσωπικών επιθέσεων. Τελικά, τον Ιανουάριο του 1992, η πλειοψηφία του Πίτερ Ταφ διέγραψε γραφειοκρατικά τον Τέντ Γκραντ, τον Άλαν Γούτς και όλη τη μαρξιστική μειοψηφία από την ίδια την οργάνωση που ο Τέντ Γκραντ είχε ιδρύσει και καθοδηγήσει.

Η διάσπαση αυτή μεταφέρθηκε άλλες ειδωτά σε ολόκληρη τη διεθνή, κομματιάζοντας υγιεί τμήματα σε πολλές χώρες. Έτσι, ο Τεντγκράτ σε ηλικία 79 ετών βρέθηκε με γραφειοκρατικό τρόπο έξω από το πολιτικό του δημιούργημα, το οποίο έβλεπε μέρα με τη μέρα να διολυσθένει στο σεκταρισμό. Όμως αυτό δεν τον έκανε καθόλου να χάνει το κουράγιο του και τον επαναστατικό του ενθουσιασμό.

Μαζί με τον Alan Woods, τον Rob Sewell και πάνω από τρεις εκατοντάδες άλλα στελέχη του Militant εξέδωσαν το περιοδικό «Σοσιαλιστική Έκκληση» και το καλοκαίρι του 1992 ανέλαβαν την πρωτοβουλία για την ίδρυση της Επιτροπής για μια αμαρτσιστική διεθνή, του αρχικού δηλαδή πυρήνα της διεθνούς μαρξιστικής τάσης η οποία αργότερα εξελίχθηκε στη σημερινή επαναστατική κομμουνιστική διεθνή RCI.

Ο Τέτγκραντ πάντοτε τόνιζε τη σημασία της βαθιάς κατανόησης της μαρξιστικής θεωρίας και ιδιαιτέρως του έργου και της μεθόδου των κλασσικών του μαρξισμού. Ο ίδιος ήταν βαθύς γνώστης της θεωρίας, γεγονός που τον έκανε ικανό να υπερασπιστεί αποφασιστικά σε περίοδους μεγάλης ιδεολογικής υποχώρησης το μαρξισμό, όπως τέτοια. Τέτοιες περίοδοι ήταν οι δεκαετίες του 1950 ή του 1990, αλλά μπόρεσε και να αναπτύξει τη θεωρία σε μια περίοδο κατά την οποία άλλοι υποτιθέμενοι μαρξιστές εγκατέλειπαν τα βασικά της θεμέλια.

Τα γραπτά του από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 2000, κυρίως κείμενα, πάμπολα άρθρα, αναλύσεις αλλά και βιβλία, είναι ανεκτήμη της θεωρητικής και πολιτικής αξίας για κάθε κομμουνιστή αγωνιστή. Η θεωρητική και συγγραφική του προσφορά εκτείνεται σε μια περίοδο 64 ετών συνεχούς και αδιάλειπτης μαρξιστικής παραγωγής με το πρώτο δημοσιευμένο πολιτικό κείμενο του να έχει γραφτεί το 1938.

Πρόκειται για το κείμενο «Μαθήματα της Ισπανίας» που συνέγραψε μαζί με τον Ραλφ Λί και απέσπασε η έκδοση της ομώνυμης μπροσούρας πάρα πολύ κολακευτικά λόγια από τον ίδιο τον Τρότσκι, ενώ το τελευταίο του βιβλίο εκδόθηκε το 2002 με τίτλο «Η Ιστορία του Βρετανικού Τρότσκισμού». Το 1969, μαζί με τον Αλαγούτς, έγραψαν το βιβλίο «Λένι και Τρότσκι τι πραγματικά υποστήριζαν», απαντώντας με έναν τεκμηριωμένο και ακριβή τρόπο στο κύμα συκοφαντιών για τη ζωή και το έργο του Τρότσκι, το οποίο εξαπέλυσαν μέσα από το περιοδικό τους οι σταλλινικοί ηγέτες του ΚΚ της Μεγάλης Βρετανίας.

Το βιβλίο αυτό έχει ήδη κάνει δύο εκδόσεις στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Μαρξιστική φωνή». Η γενική συνεισφορά του Τέντγκραντ, το μαρξιμό, αποτυπώνεται ενδεικτικά στη συλλογή κειμένων του, τα οποία εκδόθηκαν από το Μίλιταν το 1989 με τίτλο «Τον Ήμα που δεν κόπηκε» το 1995. Μαζί με τον Άλαν Γκουτς, ο Τέντγκραντ συνέγραψε και δημοσίευσε το αριστογηματικό έργο με τίτλο Reason in Revolt με αντικείμενο την εξέταση των σύγχρονων επιστημονικών πεδίων από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού.

Το βιβλίο αυτό γνώρισε από τότε δεκάδες εκδόσεις σε όλο τον κόσμο και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, δίνοντας σε χιλιάδες αγωνιστές ένα ανεκτήμητο εργαλείο υλιστικής κατανόησης των φαινομένων του σύμπαντος απέναντι στον νέο σκοταδισμό και τις μεταφυσικές αντιλήψεις οι οποίες στις συνθήκες ιδεολογικής υποχώρησης της δεκαετίας του 1990 γνώρισαν μια πρωτόγνωρη έξαρση.

Η πρώτη ελληνική έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε με το τίτλο «Διαλεκτική σε αντεπίθεση» το 1997. Οι εκδόσεις «Μαρξιστική φωνή» προχώρησαν πρόσφατα σε μια νέα, βελτιωμένη και επικυρωποιημένη επανέκδοση αυτού του βιβλίου, εξασφαλίζοντας ότι η νέα γενιά κομμουνιστών στην Ελλάδα θα έχει στα χέρια της αυτό το ανεκτήμητο όπλο.

Το 1997 κυκλοφόρησε η αγγλική έκδοση του βιβλίου του Ted Grant με τίτλο «Ρωσία από την επανάσταση στην αντεπανάσταση», το οποίο εξηγήθηκε η πορεία εκφυλισμού της Συνδυντικής Ένωσης από την εποχή της Παντοκρατορίας του Στάλιν μέχρι και την Περεστρόικα του Γκορπατσόφ και τέλος αποτυπώνοντας τις μνήμες και τις εμπειρίες του από σχεδόν 7 δεκαετίες επαναστατικής δράσης στη Βρετανία το 2002 ο Τέντγραντ έγραψε την ιστορία του Βρετανικού Τροτσκισμού η οποία αποτελεί σημαντική συνεισφορά στην ιστορική αλήθεια και τη γνώση των αιτιών και των γεγονότων που καθόρισαν τη μοίρα του επαναστατικού κινήματος στη Βρετανία αλλά και όχι μόνο.

Το βιβλίο αυτό επίσης έχει ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαρξιστική Φωλή. Η αριστερά από τη φύση της είναι ταυτός με τη μιζέρια. Συμφωνείς με τις ιδέες που ακούς στο Επανάσταση Podcast Μη μένεις παθητικός ακροατής. Γίνε ενεργός υποστηρικτής. Έλα να αγωνιστούμε μαζί για αυτές τις ιδέες σε κοινό συντονισμό με επαναστάτες από 70 χώρες του κόσμου.

Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να συμπληρώσεις τη φόρμα στο marxismos.com κάθετος οργανός σου.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00