Χιλή: Η επανάσταση και το πραξικόπημα του 1973
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ podcastΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Πώς η ρεφορμιστική πολιτική του Αλιέντε και των ηγετών της Λαϊκής Ενότητας οδήγησε στην ήττα της χιλιανής επανάστασης και στη δικτατορία του Πινοσέτ. Ομιλητής: Πάτροκλος Ψάλτης.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973 στη Χιλή εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα υπό τον Αγούστο Πινοσέτ, το οποίο με την υποστήριξη του Αμερικανικού Υμπεριαλισμού ανέτρεψε την εκλεγμένη αριστερή κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας με επικεφαλής τον Σαλβαδόρο Αλιέντε και επέβαλε μια στιγμή δικτατορία που διήρκεσε για τα επόμενα 17 χρόνια.
Κατά την επίθεση των πραξικοπηματιών στο Προεδρικό Μέγαρο, ο Αλιέντε αρνήθηκε να παραδοθεί και μετά από μια σύντομη και μάταιη προσπάθεια ένοπλης υπεράσπισης του κυβερνητικού κτηρίου, αυτοκτόνησε με το καλάζνικοφ που κρατούσε στα χέρια του. Αυτή η αιματηρή ήττα του επαναστατικού κινήματος της χιλιανής εργατικής τάξης που είχε αναπτυχθεί τα προηγούμενα χρόνια, αποτελεί ένα από τα πιο τραγικά αλλά και διδακτικά ιστορικά παραδείγματα της εγκληματικής φύσης των ρεφορμιστικών αυταπατών που κυριαρχούσαν και κυριαρχούν στην ηγεσία της εργατικής τάξης διεθνώς.
Αυταπάτες σύμφωνα με τις οποίες η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό μπορεί να γίνει ομαλά και σταδιακά και διατηρώντας άθικτο τον μηχανισμό του αστικού, δηλαδή του καπιταλιστικού κράτους. Κατά τον 20ο αιώνα, η Χιλία αποτελούσε μια κλασική περίπτωση καπιταλιστικής χώρας με βασικά αστικοδημοκρατικά ζητήματα να παραμένουν ανεπίλητα ζητήματα που στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είχαν επιληθεί από τις αστικές επαναστάσεις που είχαν εγκαθιδρύσει τον καπιταλισμό Οι μεγαλοτσιφλικάδες που κατήχαν σχεδόν το σύνολο της καλλιεργήσιμης γης Από την εποχή της επικράτησης των καστιλιανού κατακτητών, οι καπιταλιστές των ορυχείων, της βιομηχανίας και του εμπορίου και οι τραπεζίτες ήταν συγχωνευμένοι σχηματίζοντας μια ντόπια ολιγαρχία που μαζί με το ξένο κεφάλαιο καταλήστευε τον πλούτο που παρήγαγαν οι εργάτες και οι αγρότες της χώρας.
Αυτή η αντιδραστική ολιγαρχία κάθε άλλο παρά είχε οποιοδήποτε συμφέρον να προχωρήσει στην επίλυση των άλυτων αστικοδημοκρατικών ζητημάτων, όπως η αγροτική μεταρρύθμιση με διανομή της γης στους αγρότες ή η απελευθέρωση από το ζυγό αρχικά του Βρετανικού και μεταπολεμικά του Αμερικανικού υπεριαλισμού. Κάθε βήμα προόδου και κάθε δημοκρατικό δικαίωμα είχε κατακτηθεί ως αποτέλεσμα της κινητοποίησης της εργατικής τάξης και των φτωχών μαζών του πληθυσμού Στην πραγματικότητα, όπως είχε εξηγήσει ο Τρότσκι με τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης η υλοποίηση των απραγματοποιητών αστικοδημοκρατικών καθηκόντων σε μια καπιταλιστικά καθυστερημένη χώρα μπορούσε να γίνει μόνο με το πάρσιμο της εξουσίας από την εργατική τάξη, επικεφαλής των φτωχών λαϊκών μαζών και τον επαναστατικό σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα και από την εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης του 1917. Ωστόσο, η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Χιλής ήταν απόλυτα εγκλωβισμένη στην πολιτική που είχε επιβληθεί από τη σταλληνική κομμουνιστική διεθνή σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα διεθνώς από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, δηλαδή στη ρεφορμιστική θεωρία των σταδίων και την πολιτική των λαϊκών μετώπων.
Σύμφωνα με αυτήν, η ανατροπή του καπιταλισμού και ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας είναι καθήκον ενός μετέπειτα σταδίου στο προσδιορίστο μέλλον, ενώ το άμεσο καθήκον της εργατικής τάξης είναι έναν διάμεσο στάδιο αστικοδημοκρατικής ολοκλήρωσης μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Και για την επίτευξη αυτού του σταδίου είναι δήθεν αναγκαία η συμμαχία με κάποια υποτιθέμενη φιλελεύθερη, δημοκρατική και αντιμπεριαλιστική εθνική αστική τάξη.
Ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Χιλής βρέθηκε πάνω από μια φορά σε μέτωπα και συγκυβερνήσεις με αστικά κόμματα της δεκαετίας που ακολούθησαν Από την άλλη πλευρά, το δεύτερο μαζικό εργατικό κόμμα της Χιλής κατά τον 20ο αιώνα ήταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα που προέκυψε το 1933 ως διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος και διακήρυνται ρητά ως θεωρητική του βάση τον μαρξισμό και ως στόχο του τη Σοσιαλιστική Επανάσταση.
Ωστόσο, η ηγεσία του διατηρούσε ουσιαστικά μια ρεφορμιστική αντίληψη και υποχωρούσε διαρκώς στις πιέσεις της ταλληνικής ηγεσίας του ΚΚ για την υποτιθέμενη ανάγκη μιας συμμαχίας με την αστική τάξη, οδηγούμενη μάλιστα και σε συμμετοχή στη συγκυβέρνηση μαζί με το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Αστικό Ριζοσπαστικό Κόμμα το 1938.
Οι συνέπειες αυτών των ρεφορμιστικών αντιλήψεων μάλιστα οδήγησαν στο να βρεθεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα διασπασμένο στα δύο για σχεδόν μία δεκαετία από το 1948 ως το 1957, με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Χιλής να αποτελεί ένα πιο ανοιχτά ρεφορμιστικό κόμμα και το Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα να κινείται στον κεντρισμό, δηλαδή ανάμεσα στον επαναστατικό κομμουνισμό και τον αριστερό ρεφορμισμό.
Έως τη δεκαετία του 1960, ο αναβρασμός μέσα στη χιλιανή κοινωνία είχε κορυφωθεί. Η εκβιομηχάνηση είχε δημιουργήσει μια μαζική και ισχυρή εργατική τάξη και ο πληθυσμός στα αστικά κέντρα είχε φτάσει στο 60% του συνόλου. Αλλά η διαχρονική καταλήστευση του πλούτου της χώρας από την Ολιγαρχία και τους υπεριαλιστές οι αντιδραστικές πολιτικές της αστικής κυβέρνησης του Αλεσάνδρη και η έκρηξη του πληθωρισμού οδηγούσαν σε συνδίκες γενικευμένης φτώχειας για τον εργαζόμενο λαό Στις γραμμές της αγροτιάς κυριαρχούσαν αριθμητικά οι πολύ μικροί ιδιοκτήτες, οι ενοικιαστές γης και οι ακτήμονες εργάτες γης ενώ το 86% της καλλιεργήσιμης γης ήταν στα χέρια λίγων πλούσιων τσιφλικάδων.
Η ριζοσπαστικοποίηση αυξανόταν και είχαμε την εμφάνιση ενός αυξανόμενου απεριακού κύματος. Έτσι, στις προεδρικές εκλογές του 1964, η αστική τάξη υποχρεώθηκε να συμπαραταχθεί πίσω από τον Φρέη, τον υποψήφιο του εναλλακτικού σε εισαγωγικά αστικού κόμματος των χριστιανοδημοκρατών, που υιοθέτησε μια ρησοσπαστική και αριστερίζουσα δημαγωγική ρητορική προβάλλοντας μάλιστα το σύνθημα «Επανάσταση με Ελευθερία».
Ο Φρέη κατάφερε να επικρατήσει του Αλιέντε ο οποίος προερχόταν από την ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και ήταν ο υποψήφιος του μετόπου λαϊκής δράσης δηλαδή του συνασπισμού που είχαν σχηματίσει το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ένα μικρότερο αστικό κόμμα που ονομαζόταν Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα και άλλα μικρότερα κόμματα.
Μετά την Ήτα, η σταλληνική ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος κλιμάκωσε την περάσπιση των πολιτικών ταξικής συνεργασίας θέτοντας ζήτημα στήριξης από το μέτωπο λαϊκής δράσης στη νέα κυβέρνηση του Φρέη. Φυσικά, αν αυτή η πολιτική είχε γίνει αποδεκτή, θα είχε ολέθριες συνέπειες. Ως τις επόμενες εκλογές, η αληθινή φύση της κυβέρνησης του Φρέη και των χριστιανοδημοκρατών είχε αποκαλυφθεί πλήρως.
Η αγροτική μεταρρύθμιση δεν υλοποιήθηκε παρά σε μηδαμινό βαθμό, οι κρατικοποιήσεις ή η μερική κρατική παρέμβαση σε μεγάλες επιχειρήσεις και τράπεζες στην πλειοψηφία τους έμειναν στα χαρτιά και οι κινητοποίησεις των εργατών και των αγροτών αντιμετωπίστηκαν με βάναυση καταστολή. Έτσι, στις προεδρικές εκλογές του 1970, ο Αλιέντε ως υποψήφιος της Λαϊκής Ενότητας πλέον, δηλαδή του συνασπισμού που είχε διαδεχθεί το μέτωπο λαϊκής δράσης, βρέθηκε στην πρώτη θέση με 36,3% και 1.076.000 ψήφους.
Η Λαϊκή Ενότητα ήταν ένας συνασπισμός που περιλάμβανε πλέον το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το συρρυκνωμένο και χωρίς απήχηση Αστικό Κόμμα των Ριζοσπαστών και μια σειρά μικρότερες αστικές και μικροαστικές ομάδες με μηδαμινή απήχηση. Οι δυνάμεις του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν απόλυτα κυρίαρχες.
Αλλά οι σταλληνικοί ηγέτες του ΚΚ χρησιμοποιούσαν την παρουσία του Ριζοσπαστικού Κόμματος και των άλλων μικρών κομμάτων στη συμμαχία για να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία τους πως η λαϊκή ενότητα δεν θα έπρεπε να εφαρμόσει ένα επαναστατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα αλλά μόνο να υλοποιήσει την αστικοδημοκρατική ολοκλήρωση με φιλολαϊκό τρόπο.
Και ενώ η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν έβλεπε καν το ζήτημα του σοσιαλισμού παρά μόνο ως υπόθεση το προσδιορίστη του μέλλοντος, ο Αλιέντε και η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος πίστευαν ότι η μετάβαση στον Σοσιαλισμό είναι εφικτή μέσα από έναν ομαλό και αμυγός κοινοβουλευτικό δρόμο. Ταυτόχρονα παρερμήνευαν την τακτική του ενιαίου εργατικού μετόπου που είχαν εφαρμόσει οι Πολσεβίκοι κατά τη Ρωσική Επανάσταση και στη συνέχεια επεξεργάστηκε σε βάθος η Κομμουνιστική Διεθνής υπό την ηγεσία του Λένιν και του Τρότσκι πριν από το σταλενικό της εκφυλισμό, η οποία τακτική συνοψιζόταν συχνά και στο σύμφημα «χτυπάμε μαζί, βαδίζουμε χωριστά».
Σε αντίθεση με αυτή την τακτική, οι ηγέτες του Σοσιαλιστικού Κόμματος, εκτός από το ότι είχαν αποδεχτεί τη συμμετοχή των αστικών δυνάμεων στο συνασπισμό, ήταν διατεθειμένοι στο όνομα της Συμμαχίας με το Κομμουνιστικό Κόμμα να νερώσουν τις αρχές και το πρόγραμμα του κόμματος και να μεταθέσουν και αυτοί τον σοσιαλισμό στο απότερο μέλλον.
Την ίδια στιγμή, οι ηγεσίες και των δύο κομμάτων αποδέχονταν τους όρους που έθεταν επιτακτικά στη λαϊκή ενότητα η αστική τάξη και τα κόμματά της με το πρόσχημα ότι δεν είχε συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία. Όμως αυτό δεν ήταν παρά ένα κεροσκοπικό τρίκ από την πλευρά της ολιγαρχίας και του υπεριαλισμού, που το ίδιο επιθετικά θα επιχειρούσαν να βάλουν περιορισμούς στην κυβέρνηση της λαϊκής ενότητας, απ' εργαζόμενη παράλληλα την ανατροπή της με την πρώτη ευκαιρία, όποιο ποσοστό και αν είχε λάβει στις εκλογές.
Άλλωστε, η εργατική τάξη της χώρας ήξερε πολύ καλά ότι ήδη κατά την προεκλογική περίοδο είχαν χρησιμοποιηθεί ενάντια στη λαϊκή ενότητα κάθε είδους βρώμικες τακτικές και κόλπα. Έτσι, υπό την πίεση του Κορβαλάν και των υπόλοιπων ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Αλιέντε και η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος αποδέχτηκαν και αυτή τη Συμφωνία Συνταγματικών Εγγυήσεων, όπως ονομάστηκε, που είχε απαιτήσει για λογαριασμό της αστικής τάξης το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα.
Συμφωνία που μεταξύ άλλων απαγόρευε τη δημιουργία, όπως ανέφερε, ιδιωτικών πολιτοφυλακών, τον διορισμό αξιωματικών στο στρατό που δεν θα προέρχονταν από τη στρατιωτική ακαδημία, οποιαδήποτε αλλαγή στις ένοπλες δυνάμεις χωρίς την έγκριση από το Κογκρέσο, στο οποίο τα αστικά κόμματα είχαν ακόμα την πλειοψηφία, και ούτω καθεξής.
Τελικά, ήταν η ίδια η κινητοποίηση των εργαζόμενων μαζών, που με έναυσμα την εκλογή της λαϊκής ενότητας άρχισε να παίρνει επαναστατικό χαρακτήρα, εκείνη που επέβαλε στη νέα κυβέρνηση να μην παραλύσει από τους όρους των αστών, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις να προχωρήσει πέρα και από τις δικές της μετριοπαθείς αρχικές προθέσεις.
Οι μάζες κινητοποιούνταν μαζικά, ζητώντας δραστικά μέτρα σε βασικούς τομείς της οικονομίας, στην υγεία, στην εκπαίδευση και στη στέγη. Άρχισαν να απαιτούν την εθνικοποίηση μεγάλων μονοπωλίων σε τομείς της βιομηχανίας, καθώς και την απαλωτρίωση της γης των τσιφλικάδων για να μοιραστεί στους μικρούς και στους ακτήμονες αγρότες.
Καταλάμβαναν εργοστάσια και απαλωτρίωναν οι ίδιοι χωράφια μεγαλοτσιφλικάδων. Δημιουργούσαν εργοστασιακά συμβούλια, λαϊκές συνελεύσεις και αγροτικές επιτροπές και εμφανιζόταν έτσι το κλασικό επαναστατικό φαινόμενο της διαδικής εξουσίας. Όργανα που ανέπτυσαν οι εργάτες και οι φτωχοί αγρότες για να υπερασπιστούν τον αγώνα τους από την λιγαρχία, για να αναλάβουν πτυχές της καθημερινής ζωής, όπως η διανομή τροφίμων και για να διεκδικήσουν τη μετατροπή μεγάλων ιδιοκτησιών, των διοκτημόνων και των καπιταλιστών σε κοινωνική ιδιοκτησία, τα όργανα αυτά έτειναν μέσα από την κλιμάκωση του αγώνα να μετατραπούν σε όργανα μιας νέας δημοκρατικής εξουσίας της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς σε ευθεία αντίθεση με τον παλιό αστικό κρατικό μηχανισμό.
Συμφωνείς με τις ιδέες που ακούς στο Επανάσταση Podcast? Μη μένεις παθητικός αγροατής. Γίνε ενεργός υποστηριχτής Στο marxismos.com κάθετος οργανώσου Κάτω από αυτές τις πιέσεις, το ρεφορμιστικό μηχανιστικό σχήμα των σταλληνικών περί περιορισμού στα αμυγή καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής ολοκλήρωσης σαρώθηκε από την ίδια τη ζωή και η κυβέρνηση οθήθηκε πολύ πέρα από τις αρχικές προθέσεις της.
Τον Ιούλιο του 1971 εθνικοποιήθηκαν πλήρως τα ορυχεία Χαλκού αυτός ο νευραλικός τομέας της χιλιανής οικονομίας, τον οποίο λιμένονταν διαχρονικά οι περιαλιστές και η ντόπια ολιγαρχία, καθώς επίσης και τα ανθρακορυχία, τα ορυχεία σιδήρου και νατρίου, η κλωστοϊφαντουργία και άλλες σημαντικές βιομηχανίες. Παράλληλα έγιναν σημαντικές μεταρρυθμίσεις όπως το πάγωμα των ενοικίων και των τιμών, οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και το μοίρασμα δωρεάν γάλακτος στους μαθητές.
Αυτά τα μέτρα έδωσαν ακόμα μεγαλύτερη όφηση στην επαναστατική κίνηση των μαζών, που διεκδικούσαν βαθύτερες αλλαγές αλλά και τη λήψη μέτρων ενάντια στην αντεπαναστατική δραστηριότητα της ολιγαρχίας, των υπεριαλστών και των υψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων. Αλλά η ηγεσία της λαϊκής ενότητας προχωρούσε σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις αρκοπορημένα και απρόθυμα Σε πολλές περιπτώσεις εναντιονόταν ευθέως σε πρωτοβουλίες των μαζών που χαρακτήριζε υπερβολές οι οποίες τάχα θα λειτουργούσαν ως πρόκληση για την αντεπανάσταση Συχνά αντιτάχθηκε σε απόπειρες φτωχών αδροτών να απαλουτριώσουν τη γη των τσιφλικάδων ακόμα και στένοντας δυνάμεις καταστολής για να τους εμποδίσουν.
Μπροστά στην εμφάνιση του φαινομένου της διαδικής εξουσίας, εκείνη διατηρούσε άθικτο τον αστικό κρατικό μηχανισμό. Η ολιγαρχία και ο εμπειριαλισμός, από την πλευρά τους, δεν είχαν καμία αυταπάτη για το τι πραγματικά συνέβαινε και, σε αντίθεση με τους ηγέτες της λαϊκής ενότητας, αδιαφορούσαν πλήρως για τις τυπικότητες της αστικής δημοκρατίας, οργανώνοντας την υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων τους και προετοιμάζοντας την αντεπίθεσή τους.
Σαμποτάριζαν την παραγωγή κλείνοντας εργοστάσια ή εγκαταλείπαντας κτήματα και κατεδαφίζοντας τις υποδομές τους. Χρηματοδοτούσαν τον εξοπλισμό φασιστικών συμμοριών για να αποτρέψουν τις απαλωτριώσεις γης. Ένας διοκτήμονας δήλωσε δημόσια μάλιστα ότι θα αντιμετώπιζε με σφαίρες κάθε κυβερνητικό αξιωματούχο που θα επιχειρούσε την απαλωτρίωση της γης του Και σύμφωνα με μια επίσημη αναφορά της αστυνομίας πάνω από 2.000 άντρες στρατολογήθηκαν σε ομάδες εφόδου και σαμποτάζ με σκοπό να παραλύσουν το σύστημα μεταφορών, τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και την υδροδότηση έτσι ώστε να δημιουργήσουν γενική δυσαρέσκεια του κοινωνικού χάους και του πληθωρισμού που έτεινε να δημιουργηθεί από τις χωρίς σχέδιο και μόνο μερικής έκτασης εθνικοποιήσεις της κυβέρνησης.
Όμως η εργατική τάξη απάντησε με μαζικές κινητοποιήσεις υποστήριξης της κυβέρνησης, ματαιώνοντας τα σχέδια για προχώρημα αυτής της αντεπαναστατικής προσπάθειας. Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 1973, εκδηλώθηκε η αποκαλούμενη εξέγερση των ΤΑΝΚΣ, μια απόπειρα πραξικοπήματος από ένα μικρό τμήμα των ενόπλων δυνάμεων που κινήθηκε σπασμωδικά εξαιτίας του ότι η οργάνωση πραξικοπήματος είχε αποκαλυφθεί λίγες ημέρες πριν.
Ξανά, μέσα σε λίγες ώρες, οι εργάτες προχώρησαν σε απεργίες, κατέλαβαν τα εργοστάσια και αφήνοντας σε αυτά απεργιακές φρουρές, βάδησαν μαζικά προς το πρεδρικό μέγαρο, ενώ ταυτόχρονα, εξαιτίας της προηγηθής σας αποκάλυψης της συνωμοσίας, ο στρατός υποχρεώθηκε να καταστήλει τους επίδοξους πραξικοπηματίες. Τον Αύγουστο, η αντίδραση υποκίνησε μια νέα απεργία των ιδιοκτητών φορτηγών, αλλά και πάλι οι εργάτες απάτησαν με 24-ωρη γενική απεργία.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, με τη συμπλήρωση τριών ετών από την εκλογή του Αλιέντε, εν μέσω κλιμάκωσης των προκλήσεων από την αντιπανάσταση που μια βδομάδα αργότερα θα κατάφερνε να ανατρέψει πραξικοπηματικά την κυβέρνηση, 800.000 άνθρωποι στο Σαντιάγο και πολλές ακόμα χιλιάδες σε όλη τη χώρα διαδήλωσαν σε υποστήριξη της κυβέρνησης και προέβαλαν συνθήματα όπως «Αλλιέντε ο λαός θα σε υπερασπιστεί», «Χτυπήστε δυνατά, πάρτε σκληρά μέτρα», «Οργανώστε τη λαϊκή εξουσία».
Την επόμενη μέρα, οι εργοστασιακές επιτροπές που συντονίζονταν μέσω της πρωτοβουλίας που είχαν δημιουργήσει με όνομα βιομηχανικές ζώνες, απέστειλαν ένα γράμμα στον Αλιέντε που έλεγε «Είμαστε απόλυτα πεπισμένοι ότι ιστορικά η προσπάθεια για μεταρρυθμίσεις μέσω του διαλόγου με αυτούς που μας έχουν προδώσει ξανά και ξανά είναι ο πιο σύντομος δρόμος προς τον φασισμό».
Τι θα έπρεπε να κάνει μια επαναστατική ηγεσία μέσα σε αυτές τις συνθήκες? Θα έπρεπε, αντί να αντιτίθεται στις αυθόρμητες καταλήψεις των εργοστασίων και της γης, να απαντήσει στο οικονομικό σαμποτάζ της ολιγαρχίας με την εθνικοποίηση όλων των μεγάλων επιχειρήσεων, της μεγάλης γης και των τραπεζών. Θα έπρεπε να ενθαρρύνει, αντί να εμποδίζει, την εξάπλωση των εργατικών συμβουλίων, των λαϊκών συνελεύσεων και των αγροτικών επιτροπών σε όλη τη χώρα, κινητοποιώντας τη βάση του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος για να πρωτοθατήσει σε αυτή τη διαδικασία.
Θα έπρεπε να ανακηρύξει αυτά τα όργανα σε νέα εξουσία, αντί του αστικού κράτους, οι οποία θα καλούνταν να αναλάβει τη δημοκρατική διεύθυνση και λειτουργία της κοινωνικοποιημένης σοσιαλιστικής οικονομίας και την υπεράσπιση της επανάστασης από τους συνομότες επίδοξους πραξικοπηματίες. Για τον αφοπλισμό της αντεπανάστασης θα έπρεπε να εξοπλίσει το λαό και να οργανώσει εργατικές και λαϊκές πολιτοφυλακές, καθώς και να καλέσει σε δημιουργία επιτροπών των φαντάρων μέσα στις ένοπλες δυνάμεις.
Αναμενόμενα, οι απλοί στρατιώτες και ναύτες, αλλά και σημαντικά τμήματα των κατώτερων αξιωματικών, υποστήριζαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη λαϊκή ενότητα, με αρκετούς να είναι και μέλη του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αλλά για να μπορέσουν αυτές οι δυνάμεις να κινητοποιηθούν μαζικά και οργανωμένα ενάντια στις αντεπαναστατικές κορυφές των ενόπλων δυνάμεων, σπάζοντας τη στρατιωτική πειθαρχία και περνώντας ανοιχτά στο πλευρό της επανάστασης, θα έπρεπε να υπάρχει μια ξεκάθαρη έκκληση σε οργανωμένη επαναστατική δράση από την ηγεσία της εργατικής τάξης.
Όμως, απέναντι σε όλες τις προσπάθειες της αντεπανάστασης και παρά τις μεγαλειώδεις κινητοποίησεις της εργατικής τάξης απέναντι σε αυτές, οι ηγέτες της Λαϊκής Ενότητας απαντούσαν με εγκληματική αδράνεια, καλούσαν τις μάζες να επιδείξουν ηρεμία και έδειχναν θανάσιμη εμπιστοσύνη στο αστικό κράτος και την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων.
Μετά την ήττα της αντεπαναστατικής απόπειρας του Φθινοπόρου του 1972, χάρη στη μαζική κινητοποίηση των εργατών, η κυβέρνηση αντέδρασε με ανασχηματισμό, συμπεριλαμβάνοντας για πρώτη φορά στο Υπουργικό Συμβούλιο Αξιωματούχους του Στρατού. Ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος, Κορβαλάν, δήλωσε ότι οι στρατιωτικοί, παρά τις διάφορες πολιτικές τους απόψεις, έχουν κοινές ηθικές αξίες, σεβασμό στο Σύνταγμα και το νόμο και νομιμοφροσύνη απέναντι στην εκλεγμένη κυβέρνηση.
Είπα ακόμα ότι αν πιστέψουμε πως η ένοπλη σύγκρουση είναι αναπόφευκτη αυτό υπονοεί ότι θα πρέπει να δημιουργήσουμε λαϊκές πολιτοφυλακές Στη σημερινή κατάσταση αυτό θα ήταν μια τεράστια πρόκληση προς τις ένοπλες δυνάμεις οι οποίες θα πρέπει να κερδιθούν στην υπόθεση της προόδου στη Χιλή και να μην σπροχτούν στην απέναντι πλευρά του εδωφράγματος Τις παραμονές της εξέγερσης των τάγκς τον Ιούνιου του 1973 ο Αλιέντε καλούσε σε διάλογο με τα μήματα της αντιπολίτευσης που ήθελαν και αυτά την αλλαγή στη χώρα, εννοώντας τους χριστιανοδημοκράτες ακριβώς τη στιγμή που εκείνοι στήριζαν τους συνομότες μελλοντικούς πραξικοπηματίες και δήλωνε ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν πρέπει να τοποθετούνται στην πλευρά της αντίδρασης, πράγμα που θα τις εμπόδιζε να γίνουν μια μεγάλη δύναμη στην πρόοδο της χειλής.
Και μετά την αποτυχία και αυτής της αντεπαναστατικής απόπειρας, ο Αλιέντε έκανε έκκληση στους εργάτες να γυρίσουν στη δουλειά και η αστυνομία διατάχθηκε από την κυβέρνηση να διαλύσει όσες συγκεντρώσεις συνεχίζονταν. Ο Κορβαλάν επένεσε παράλληλα την ταχύτατη και αποφασιστική δράση του στρατού και την ομιμοφροσύνη που επέδειξαν οι ένοπλες δυνάμεις και η αστυνομία ενώ διαψεύδοντας με αγανάκτηση ότι ήταν υπέρ του σχηματισμού εργατικών πολιτοφυλακών, είπε «Όχι κύριοι, εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε τον απόλυτα επαγγελματικό χαρακτήρα των ενόπλων δυνάμεων Οι εχθροί τους δεν είναι στις τάξεις του λαού, αλλά στο τρατόπεδο της αντίδρασης.
20 μέρες πριν από το πραξικόπημα της 11ης Σεπτέμβρη, ο ίδιος Αλιέντε διόρισε τον Μινοσέτ αρχηγό του στρατού. Ενώ μετά τις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις της 4ης Σεπτέμβρη, που ζητούσαν μέτρα ενάντια στην αντεπανάσταση και οργάνωση της εργατικής και της λαϊκής εξουσίας, ο Αλιέντε και οι ηγέτες της Λαϊκής Ενότητας ανταποκρίθηκαν με νέες εκκλήσεις για ψυχραιμία και με δηλώσεις πίστης στον «δημοκρατικό χαρακτήρα» υποτίθεται των ενόπλων δυνάμεων.
Αυτή η μοιραία στάση είχε αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα τη σύγχυση των κινητοποιημένων μαζών, την παράλυση της δράσης τους την κρίσιμη στιγμή, καθώς και τη ματέωση κάθε ελπίδας για ένα ανοιχτό πέρασμα των φαντάρων στο πλευρό της επανάστασης. Ακόμα και τις κρίσιμες ώρες της εκδήλωσης του πραξικοπήματος, με τις μάζες της εργατικής τάξης να αναμένουν ένα γωνίος, όπλα και μια έκκληση για δράση, ο Αλιέντε καλούσε σε αυτοσυγκράτηση και επαιδείωκε να επικοινωνήσει με τον Πίνο Σετ.
Το γεγονός ότι ο Αλιέντε, κατά την επικράτηση του πραξικοπήματος, δεν επαιδείωξε να εξασφαλίσει μια σεσογωγικά πολιτισμένη απομάκρυνση του από το προεδρικό μέγαρο, αλλά αποπειράθηκε να το υπερασπιστεί με ένα καλάζνικο στο χέρι και ακολούθησε να αυτοκτονήσει, είναι αναμφίβολα προς τιμή του. Αλλά το δίδαγμα από την ήττα της ηρωικής χιλιανής επανάστασης δεν μπορεί να είναι άλλο από την ενγενώς προδοτική και εγκληματική για τον αγώνα της εργατικής τάξης φύση του ρεφορμισμού και την ανάγκη της πάλης για το χτίσιμο ενός επαναστατικού κόμματος της παγκόσμιας εργατικής τάξης με μια γνήσια μαρξιστική ηγεσία.
Μόνο έτσι μπορούμε να αποδώσουμε την τιμή που αρμόζει στον Αλιέντε αλλά και στους χιλιάδες ανώνυμους αγωνιστές που δολοφονήθηκαν από την αιμοσταγή δικτατορία που επιβλήθηκε στη Χιλή για σχεδόν δύο δεκαετίες. Η αριστερά από τη φύση της είναι ταυτόσιμη με τη μιζέρια. Συμφωνείς με τις ιδέες που ακούς στο Επανάσταση Podcast Μη μένεις παθητικός ακροατής Γίνε ενεργός υποστηρικτής Έλα να αγωνιστούμε μαζί για αυτές τις ιδέες σε κοινό συντονισμό με επαναστάτες από 70 χώρες του κόσμου Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να συμπληρώσεις τη φόρμα στο marxismos.com κάθετος οργανός σου
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα