Πρόσεχε τι εύχεσαι! Επ. 54
Ήμουνα νια και γέρασα... (και μυαλό δεν έβαλα από το 1985)Σχετικά με αυτό το επεισόδιο
Οι ευχές μου συνήθως πραγματοποιούνταν. Απλώς εγώ τις έκανα μισές.
Φεβρουάριος 2005. Ο Γιάννης μού δίνει σιγουριά κι εγώ περιμένω να έρθει και ο έρωτας. Ανάμεσα σε καλό σεξ, εξόδους που δεν θέλουμε εξίσου και δεύτερες ευκαιρίες, προσπαθώ να καταλάβω πόσο χρόνο χρειάζεται μια σχέση για να με κάνει να νιώσω.
Ώσπου φεύγουμε για ένα τριήμερο στο βουνό.
Μια αληθινή ιστορία από το ημερολόγιό μου, με τις σημερινές μου παρενθέσεις, χιούμορ και μια δύσκολη ερώτηση: μένω επειδή τον θέλω ή επειδή φοβάμαι να μείνωμόνη;
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Καμιά φορά πιστεύω ότι ο Θεός με δοκιμάζει, μου δίνει ό,τι ακριβώς θέλω και κάθεται μετά να δει πώς το αντιμετωπίζω. Είμαι η Pinksy και αυτό είναι το Ήμουνα Νιά και Γέρασα, το podcast όπου διαβάζω τα ημερολογιά μου με ντροπή, με γέλιο και καμιά φορά με μια μικρή κρίση ταυτότητας. Αν κάποτε αγάπησες διπλά ή αγάπησες κάποιον που δεν είχε ιδέα για σένα, καλώς ήρθες!
Πρόσεχε τι έφιασε! Επισόδιο 54 Σήμερα θα σας πω για τη σύντομη σχέση μου με τον Γιάννη. Για το καλό σεξ, τις εξόδους που ήθελα εγώ και την ησυχία που ήθελε εκείνος. και για ένα τριήμερο στο βουνό όπου πήγα ελπίζοντας να έρθουμε πιο κοντά. Ευτυχώς είχα πάρει μαζί μου τα βιβλία των Αγγλικών. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.
Στις 2 και όλες Βεβρουαρίου φάνηκε το πρώτο συννεφάκι. Ήμασταν ακόμη στην αρχή. Κανονικά θα έπρεπε να περιμένω πώς και πώς το επόμενο τηλεφώνημα, Το επόμενο φιλί Την επόμενη φορά που θα τον έβλεπα Εγώ περίμενα να καταλάβω Αν του άρεσα Μου έδινε κάποια σιγουριά Αλλά ήταν τόσο λίγο διαχειριτικός Που αναρωτιόμουν Πώς με βλέπει αυτός ο άνθρωπος Με θέλει Ή απλώς βρέθηκα αδιαφέσιμη Τη σωστή στιγμή Στα τηλέφωνα του πάντως Ήταν τυπικότατος Έπαιρνε Δεν μπορούσα να πω «Γεια σου, τι κάνεις, τα λέμε».
Τέλος. Έμενα με το ακουστικό στο χέρι και με όλη τη συζήτηση που δεν είχαμε κάνει. Μου είχε πει ότι πριν από μένα έβγαινε με μία 23χρονη. Προσπαθούσα να φανταστώ πώς ήταν μαζί της. Τη γούσταρε, της το δείχνε. Έλεγε καμιά κουβέντα παραπάνω ή και εκείνη με το «τα λέμε» πορευόταν. Εγώ ήθελα να κάνω μία καθαρή αρχή. Να τον ερωτευτώ, να αφεθώ, αλλά δεν έβρισκα που να πατήσω.
Ούτε ένα μωρό μου δεν μου έβγαινε να του πω. Οπότε γινόμουν κι εγώ ξερή. Μου μιλούσε συγκρατημένα, απαντούσα συγκρατημένα, κλίναμε συγκρατημένα. Εξαιρετική συνεννόηση, αν θέλαμε να κρατήσουμε αποστάσεις. Βέβαια, τη Δευτέρα είχε έρθει να με δει και μου είχε κάνει έκπληξη. Ωραία! «Τι βέβαια» «Δεν πειράζει» είπα μέσα μου «θα βάλω νερό στο κρασί μου»
«Δεν μπορώ να τα έχω όλα» Και τότε συνειδητοποίησα ότι θα μου έλειπαν τα μπαράκια από το Χρήστο «Η έξοδη διασκέδαση» Με το Γιάννη θα έπρεπε να συνηθίσω σε πιο ήρεμες καταστάσεις «Μπορούσα» «Δεν ήξερα» Την επόμενη μέρα πάντως ήξερα πολύ συγκεκριμένα τι ήθελα «Πρωινό σεξ» «Πότε θα κάνω πρωινό σεξ με αυτόν τον άνθρωπο», άραγε.
«Είναι και κάποιες ηλικίας, βέβαια». «Αυτό υπάρχει στο ημερολόγιο». «Δεν μπορώ να το αρνηθώ». Ο άνθρωπος ήταν 44. 44! Τώρα ακούω αυτή την ηλικία και σκέφτομαι, παιδί είναι ακόμα. Τότε προφανώς πίστευα ότι το πρωινό σεξ μετά τα 40 ήθελε έγκριση καρδιολόγου. Σήμερα λέω ότι είναι θέμα ανθρώπου. Τότε έλεγα ότι είχα λυσάξει. Και είχα. Μέχρι τις 7 Φεβρουαρίου όμως είχα επιστρέψει στις ίδιες αμφιβολίες.
Ένα βράδυ που βγήκαμε, αισθάνθηκα ότι δεν με κοίταξε ούτε μια φορά. Ήταν δυνατόν. Μήπως ήταν ιδέα μου. Μήπως ζητούσα πράγματα που εκείνος δεν είχε μάθει να δείχνει. Ίσως έπρεπε να ξεχάσω τους μεγάλους έρωτες, να δεχτώ κάτι πιο ήσυχο. Αλλά πόσο πιο ήσυχο! Χαιρόμουν που υπήρχε ένας άνθρωπος στη ζωή μου Ήθελα όμως να νιώθω ότι με θέλει Ήταν νωρίς ακόμη Αυτό έλεγα και κρατιόμουν Άλλωστε είχα ανάγκη την αγάπη Πολύ ανάγκη Και τότε ο Γιάννης έκανε κάτι που με φέρε πάλι κοντά του Στις 9 Φεβρουαρίου η Τζο έκανε δύο εμετούς στο σχολείο Έφυγα νωρίτερα από τη δουλειά Πήγα να την πάρω και γύρισα με σπίτι Μόλις το έμαθε ήρθε για λίγο να μας δει. Τρία θαυμαστικά είχα βάλει δίπλα σε αυτήν την πρόταση. Γιατί τέτοιες κινήσεις μετρούσαν για μένα. Ήταν εκεί. Μα σκεφτόταν.
Και εγώ που μέχρι χθες αναρωτιόμουν τι μου έλειπε άρχισα πάλι να τα βάζω με τον εαυτό μου. Μήπως ήμουν αχάριστη. Εκεί βρίσκεται και η σκέψη που ακούσατε στην αρχή. Ο Θεός μου έδινε αυτό που ζητούσα και εγώ αφού ενθουσιαζόμουν άρχιζα τα «Ναι, αλλά...» «Ναι, αλλά δεν είναι εκδηλωτικός...» «Ναι, αλλά δεν θέλει να βγαίνει...» «Ναι, αλλά...» Δεν νιώθω πως τα ήθελα και κατέληγα να πιστεύω ότι το πρόβλημα ήμουν εγώ. Έπρεπε να εκτιμώ αυτά που είχα. Αλλιώς κάποτε θα ερχόταν και η τιμωρία για την αχαριστία μου.
Δεν μου αρκούσε που μπερδευόμουν, έπρεπε να νιώθω και ενοχές. Τώρα βέβαια, έχω μια άλλη θεωρία για τις ευχές μου. Γιατί οι ευχές μου συνήθως πραγματοποιούνταν. Απλώς εγώ τις έκανα μισές. Ζητούσα έναν άνθρωπο με συγκεκριμένο στάτους, ερχόταν. Δεν είχα ζητήσει και να περνάμε καλά μαζί. Ήθελα να ερωτευτώ. Ερωτευόμουν. Το αν θα με ερωτευόταν και εκείνος το είχα αφήσει αδιευκρίνιστο.
Ήθελα να με ερωτευτούν. Με ερωτεύονταν. Κι εγώ κοιτούσα το τηλέφωνο να χτυπάει και δεν ήθελα να το σηκώσω. Οπότε άρχισα να προσέχω τη διατύπωση. Θέλω να ερωτευτώ και να με ερωτευτούν ταυτόχρονα. Και αν γίνεται να μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο. Κάθε φορά πρόσθετα και έναν όρον. Να με αγαπάει, να τον θέλω, να επικοινωνούμε, να γελάμε.
Στο τέλος η ευχή θα χρειαζόταν δικηγόρο. Για τις 14 Φεβρουαρίου πάντως δεν είχα τόσο σύνθετες απαιτήσεις. Ένα λουλούδι. Κάθε χρόνο κρόιδευα αυτή τη μέρα. Τις καρδούλες, τις κάρτες, όλη αυτή την υποχρεωτική ερωτική διάθεση. Και μέσα μου ήθελα κι εγώ να τη γιορτάσω. Να πάρω ένα δώρο, να ανοίξω μία κάρτα, να μου φέρει κάποιος λουλούδια και να κάνω την έκπληκτη. Ενώ τα περίμενα από το πρωί. Ο Γιάννης φυσικά στον κόσμο του. Ήταν νωρίς έλεγα, δεν είμαστε και ερωτευμένοι, ούτε εκείνος, ούτε κι εγώ. Εντάξει.
Αλλά ένα λουλούδι θα μπορούσε να το φέρει. Δεν θα τον δέσμευε και συμβολογραφικά. Τα Σαββατοκύριακα περνούσαμε κάπως καλύτερα. Ύστερα ερχόταν η εβδομάδα και ξανά αυτή η επίπεδη κατάσταση. Χαιρόμουν όταν τον έβλεπα αλλά δεν λαχταρούσα. Και μου έλειπη λαχτάρα. Ερχόταν στο σπίτι, ήταν και μικρή εκεί Δεν μπορούσαμε ούτε να φιληθούμε όπως ήθελα Εγώ ήθελα να έρθει ένα βράδυ Να με βουτήξει και να το κάνουμε σαν τα ζώα στο πάτομα Ήθελα εκείνη την αρχή που είχα ζήσει με τον Χρήστο Με τον Νίκο, με τον Κώστα Να μην χρειάζεται να αναρωτιέμαι κάθε λίγο πως αισθάνομαι Ήθελα να ερωτευτώ τον Γιάννη Προσπαθούσα σχεδόν να το αποφασίσω Σαν να μπορούσα να πω «Από Δευτέρα ερωτεύομαι».
Και ανάμεσα σε όλες αυτές τις σκέψεις υπάρχει μια φράση που τα λέει όλα. «Ο Χρήστος με ανέβαζε σαν γυναίκα και με κατέβαζε σαν άνθρωπο. Ο Γιάννης με ανεβάζει σαν άνθρωπο και δεν μου δίνει σημασία σαν γυναίκα. Έπρεπε να διαλέξω τι ήταν πιο σημαντικό, μόνο που δεν ήξερα». Στις 18 Φεβρουαρίου η σελίδα ξεκινάει με μια λέξη.
Σκατά. Όλη μέρα σκέφτομαι το Χρήστο. Δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Θυμάμαι όμως το πάθος, την αγωνία πριν βρεθούμε, το καρδιοχτύπι. Ο Γιάννης φυσάει και ξεφυσάει. Και εγώ τον ακούω και σκέφτομαι δεν έχουμε κλείσει ούτε μήνα. Πώς φτάσαμε κιόλας εδώ. Με τον Χρήστο είχαμε χρειαστεί δύο χρόνια για να φτάσουμε σε αυτήν την φάση. Εδώ κάναμε ταχύριθμα. Φοβόμουν να φύγω. Φοβόμουν και να μείνω. Στο ημερολόγιο οι δύο προτάσεις έμειναν μισές. Φοβάμαι να χωρίσω γιατί. Φοβάμαι να μείνω γιατί. Ούτε τη σκέψη δεν μπορούσα να τελειώσω.
Και το ίδιο βράδυ μου έκανε υποδείξεις για το παιδί. Έπρεπε, λέει, να είμαι περισσότερο από πάνω του. Εκεί θύμωσα. Τι ήξερα για τη ζωή μου, για την καθημερινότητά μου, για μένα ως μητέρα. Είχε προλάβει να με γνωρίσει και είχε βγάλει κιόλας οδηγίες. Την επόμενη μέρα έκλεγα. Είχα βρει, πίστευα, έναν καλό άνθρωπο και δεν τον ήθελα. Προσπαθούσα αλλά δεν μπορούσα. Λίγο υπομονή ακόμη. Μπορεί να αλλάξει κάτι. Κι αν δεν άλλαζε θα έμενα μόνη, μόνη, μόνη. Αυτό φοβόμουν περισσότερο και ήμουν έτοιμη να θεωρήσω ότι θα έφταιγα κιόλας.
Στις 20 Φεβρουαρίου, εξαντλημένη από το κλάμα, πήρα μία απόφαση. Αρκετά. Θα είμαι ο αυτός μου. Αν θέλει, θα ακολουθήσει. Αν δεν θέλει, πρόβλημά του. Τελείωσα με τις στεναχώριες. Το πίστευα εκείνη τη στιγμή. Και λίγες μέρες αργότερα, είχα λόγο να το πιστεύω λίγο περισσότερο. Στις 25 Φεβρουαρίου άφησα την Τζο και τη Βάσο να βγούμε οι δυο μας Ο Γιάννης δεν ήθελε έξοδο Καταλήξαμε να καθίσουμε να δούμε ταινία Δεν είδαμε ταινία, κάναμε σεξ Και μετά κι άλλο σεξ Και μετά ξανά Ξαφνικά η παραμονή στο σπίτι απέκτησε μεγάλο ενδιαφέρον Πολύ καλύτερα απ' το να βγαίναμε Εγώ το έλεγα αυτό που είχα φάει τον κόσμο ότι ήθελα να βγω Υπάρχει και η σχετική απορία στο ημερολόγιο Μήπως έχω πρόβλημα με το σεξ Γιατί όταν αυτό πάει καλά δεν με νοιάζει τίποτε άλλο Είχα αρχίσει να νιώθω μια οικειότητα μαζί μου Δεν ήμουν και ραφνοβολημένη Αλλά ήθελα να τον βλέπω περισσότερο Είχα σταματήσει να σκέφτομαι και το Χρήστο Κάτι ήταν κι αυτό Μπορεί να χρειάζομαι χρόνο Έχω και τα βιώματά μου
Τον φόβο πως αν εμπιστευτώ Έναν άνθρωπο θα την πατήσω πάλι. Έδινα λοιπόν λίγο χρόνο ακόμη, όπου ξαναφτάσαμε στο γνωστό μας θέμα. Εγώ ήθελα να βγω, εκείνος δεν ήθελε. Έβγαινα με τις φίλες μου, βρισκόμασταν αργότερα, περνούσαμε καλά και για λίγο ησύχαζα. Μέχρι την επόμενη γκρίνια. Στα τέλη Φεβρουαρίου είχαμε κανονίσει να πάμε την Παρασκευή στο Ελπεκάντο.
Εγώ το περίμενα, εκείνος ήδη δυσανασχετούσε. Ήθελα να δω κόσμο, να διασκεδάσω, χωρίς να αισθάνομαι ότι έπρεπε να απολογούμε γι' αυτό. Τελικά πήγαμε. Εγώ περάσα πάρα πολύ ωραία. Ο Γιάννης ήθελε να φύγουμε απ' τη μία. Και στις 4 Μαρτίου ήρθε ο πρώτος μας τσακωμός. Η αποτίμηση της ημέρας ήταν σύντομη. Ο Γιάννης μου τη δίνει.
Ύστερα έφυγα για λίγο. Απ' τις 9 μέχρι τις 15 Μαρτίου πήγα στην Γερμανία με την κολλητή μου τη Σάνη και τα παιδιά της. Ο άντρας της ήταν εκεί με το πολεμικό ναυτικό. Δούλευε στα υποβρύχια και πήγαμε να τον επισκεφτούμε. Αμβούργο, Κίελο, Βερολίνο, άλλαξα παραστάσεις, έκανα το ταξιδάκι μου. Και όταν γύρισα στο αδρόμιο, με περίμενε ένας Γιάννης που είχα πολύ ανάγκη να δω. Εκδηλωτικός, χαρούμενος. Μου είπε ότι του έλειψα. Χάρηκα πολύ. Πήγαμε σπίτι και κάναμε εκπληκτικό σεξ. Να λοιπόν, υπήρχε και αυτός ο Γιάννης. Γύρισε και η Τζο που μου είχε λείψει. Και εγώ ήμουν καλά. Ήθελα να μείνω λίγο σε αυτή τη χαρά, χωρίς να την εξετάζω από παντού.
Μέχρι την Παρασκευή. Στις 18 Μαρτίου βγήκαμε σε ένα καινούριο μαγαζί στο στυλ του Ελπεκάντο. Εγώ περνούσα φανταστικά. Εκείνος κοιτούσε το κινητό του κάθε πέντε λεπτά να δει την ώρα, να υπολογίσει πότε θα φύγουμε. Και εγώ άρχισα πάλι να εκνευρίζομαι. Λίγες μέρες αργότερα μου πρότεινε να πάμε το επόμενο Σαββατοκυριακό στο χωριό του.
Ιδιό μας. Σκέφτηκα ότι εκεί θα μπορούσαμε επιτέλους να μιλήσουμε. Κλείναμε δύο μήνες και ένιωθα ήδη παντρεμένη δέκα χρόνια. Στις 22 Μαρτίου οι ερωτήσεις είχαν γίνει πιο δύσκολες. Γιατί ήμουν μαζί του, αφού δεν ήμουν ερωτευμένη, γιατί επέμενα. Είχα αρχίσει να φοβάμαι ότι δεν θα ερωτευόμουν ποτέ ξανά Ότι κάτι είχε αδειάσει μέσα μου και δεν θα ξαναγέμιζε Και αν ήταν έτσι μήπως έπρεπε να μείνω με έναν καλό άνθρωπο και να σταματήσω να περιμένω Δεν ήταν η εμφανισή του Κανένας μεγάλος μου έρωτας δεν ήταν καλονός Κι όμως έλειωνα Τώρα γιατί δεν μπορούσα Μήπως είχε να κάνει ακόμη με τον Χρήστο Μήπως προσπαθούσα να αποδείξω κάτι Ήθελα απλώς να υπάρχει κάποιος στη ζωή μου Και γιατί αφού δυσκολευόμουν τόσο δεν έφευγα Πίστευα ότι στο χωριό θα έβρισκα μία απάντηση 24 ώρες μαζί Χωρίς να πηγαίνει ο καθένας σπίτι του Χωρίς τις μικρές αποστάσεις που μας επέτρεπαν να προσπερνάμε όσα δεν μας άρεσαν Θα γνωριζόμασταν καλύτερα Αυτό ακριβώς έγινε Παρασκευή 25 Μαρτίου Ένα πολύ ωραίο σπίτι πάνω σε ένα βουνό. Το χωριό δεν το θυμάμαι πια. Θυμάμαι όμως το σπίτι. Και πόσο αργά περνούσε η ώρα. Γνώρισα τους φίλους του. Στο ημερολόγιο τους βρισκώ σαφώς πιο ενδιαφέροντες απ' τον ίδιο.
Είχε πάρει και ένα πάρα πολύ φθηνό κρασί για την παρέα και καμάρωνε που εκείνοι νόμιζαν ότι ήταν ακριβό. Το επανέφερε συνέχεια. Πόσο λίγο το πλήρωσε, πόσο τους ξεγέλασε, πόσο έξυπνα το είχε χειριστεί. Δεν με ενοχλούσε που ήταν φθηνό το κρασί. Με ενοχλούσε που ευχαρίστησή του ήταν ότι οι άλλοι δεν το ήξεραν. Τον άκουγα και απομακρυνόμουν.
Το σεξ πάντως ήταν καλό. Εδώ η κόρη μου. Ναι, έχουμε φτάσει πια να σχολιάζουμε και με τη κόρη μου. Έχει μία ένσταση. Μαμά, εσένα πάντα καλό σου φαινόταν το σεξ. Μήπως το έκανες μόνη σου. Τι να απαντήσω τώρα εγώ στο παιδί. Ευτυχώς σε εκείνο το τριήμερο είχα πάρει μαζί μου και τα βιβλία των Αγγλικών Διάβαζα τότε για το προφήσιαση Αυτό με τα βιβλία δεν υπάρχει στο ημερολόγιο Το θυμάμαι όμως καθαρά Την ανακούφιση που ένιωσα που τα είχα βάλει στη τσάντα Είχα πάει τριήμερο με τον ανθρωπό μου και έλεγα ευτυχώς έχω να διαβάσω Όταν περιμένεις πως και πως να ανοίξεις βιβλίο Αγγλικών σε ρομαντική απόδραση κάτι προσπαθεί να σου πει ο οργανισμός σου.
Το Σάββατο βλέπαμε τηλεόραση. Ειδήσεις. Όλη μέρα. Κάποια στιγμή διαμαρτυρήθηκα. Όλη μέρα τηλεόραση θα βλέπουμε. Και πήρα την απάντηση. Εγώ σε ενοχλώ. Εσύ γιατί με ενοχλείς. Μάλιστα. Εγώ λοιπόν κάτω στο σαλόνι με τα γλυκά μου εκείνος πάνω στην κρατοκάμαρα που ήταν σε ένα ανοιχτό πατάρι. Και επειδή το είχαμε εξεφτυλίσει στο πίδημα, ο γέρος, σε εισαγωγικά, είχε θεωρήσει ότι είχαμε ολοκληρώσει το πρόγραμμα. Ναι, γέρο τον αποκαλούσα τότε, όταν εκνευριζόμουν του πρόσθετα χρόνια χωρίς κανέναν ενδιασμό. Ήθελα να μιλήσουμε. Εκείνος δεν ήθελε. Και από πάνω ακουγόταν ο Γιάννης να κλάνει.
Και εγώ κοιτούσα το βιβλίο και σκεφτόμουν «Θεούλη μου, δυο μήνες είμαστε μαζί! Πότε προλάβαμε να γίνουμε δεκαπέντε χρόνια παντρεμένοι!» Όταν κατέβηκε θυμάμαι να του λέω κάτι σαν «Ας κάνουμε σεξ, αφού δεν επικοινωνούμε αλλιώς, τουλάχιστον να επικοινωνήσουμε έτσι». Είχα φτάσει να προτείνω το σεξ σαν το τελευταίο τρόπο να βρεθούμε κάπου.
Τελικά μιλήσαμε και μου είπε κάτι που μάλλον στο μυαλό του ακουγόταν καθησυχαστικό. Εγώ έτσι θα είμαι πάντα. Δεν θα αλλάξω. Ακόμη και σε δέκα χρόνια ο ίδιος θα είμαι. Δέκα χρόνια. Εγώ προσπαθούσα να βγάλω το Σαββατοκύριακο. Του είπα ότι αλλιώς τον είχα γνωρίσει. Εκείνη τη νύχτα στο Ελπεκάντο χόρευε, με φιλούσε, είχαμε ξενυχτήσει. Και τότε μου απάντησε. Ήθελα να σε εντυπωσιάσω. Έτσι, ψυχρά, στα μούτρα μου.
Και εγώ προσπαθούσα τόσο καιρό να καταλάβω πού είχε πάει εκείνος ο άνθρωπος που είχα γνωρίσει το πρώτο βράδυ. Μου εξήγησε επίσης ότι είχε οικονομικά προβλήματα. Δεν μπορούσε να τα βγάλει από το μυαλό του. Γι' αυτό ήταν έτσι. Ζήτησε 15 μέρες να φτιάξει τα πράγματα. Πριν από λίγο θα ήταν ίδιος για τα επόμενα 10 χρόνια. Τώρα χρειάζονταν 15 μέρες.
Εγώ δεν ήξερα αν ήθελα να μείνω ούτε άλλο ένα λεπτό Μέχρι την Κυριακή είχα πάρει την αποφασή μου Για την επιστροφή τουλάχιστον Του είπα ότι έπρεπε να γυρίσω νωρίς να πάρω την Τζο από τον μπαμπά της Δεν είχα κανονίσει τίποτα τέτοιο Ήθελα μόνο να φύγω Και φύγαμε Τη Δευτέρα κοιμόμουν ατελείωτα Το ήξερα αυτό το είδος ύπνου Όταν δεν ήθελα να σκεφτώ μπορούσα να κοιμάμαι για ώρες Αλλά ο ύπνος δεν μπορούσε να αναβάλει για πάντα την κουβέντα. Στις 29 Μαρτίου σκεφτόμουν πια μόνο πώς θα χωρίσω. Δεν ήθελα να τον πληγώσω. Τον θεωρούσα καλό άνθρωπο και πνιγόμουν. Μου είπε ότι ήθελε να έρθει να μας δει και εγώ ευχόμουν να μην ερχόταν. Δεν ήθελα να τον δω. Δεν ήθελα να προσπιθώ ότι ήμουν καλά. Δεν ήθελα όμως ούτε να πω αυτό που έπρεπε.
Πέμπτη τον απέφυγα πάλι. Είμαι κουρασμένη. Και ήμουν. Κυρίως είχα κουραστεί να ψάχνω τρόπο να τελειώσω κάτι που μέσα μου είχε ήδη τελειώσει. Εκεί χάθηκε και ο ύπνος. Την πρώτη Απριλίου βρήκα επιτέλους το κουράγιο. Του είπα στο τηλέφωνο ότι ήθελα να μιλήσουμε. Μόνο αυτό πρόλαβα. Νευρίασε. Με το ζόριδε μου το έκλεισε στα μούτρα.
Τόσες μέρες Έψαχνα τις κατάλληλες λέξεις Τελικά δεν έφτασα Καν στις δύσκολες Στις 2 Απριλίου ο Γιάννης εξαφανίστηκε Την επόμενη Τον πήρα τηλέφωνο Ήθελα να είμαι εντάξει με τη συνείδησή μου Να ξέρω ότι είχα προσπαθήσει Να του μιλήσω Δεν απάντησε και ανακουφίστηκα Αυτό θυμάμαι από εκείνο το τέλος Την ανακούφιση Που δεν θα χρειαζόταν να κάνω Τη κουβέντα που φοβόμουν Στις 4 Απριλίου ήμουν θυμωμένη Ο καλός άνθρωπος που δεν ήθελα να πληγώσω Είχε γίνει μέσα στο θυμό μου Ο πιο ανώριμος άνθρωπος που είχα γνωρίσει Στα 45 του αισθανόμουν ότι ήθελε κάποια να τον καναγκεύει Και να τον ταντεύει Να του δίνει αφοσίωση Χωρίς να χρειάζεται εκείνος να αλλάξει τίποτα από τη ζωή του Και μεταξύ μας Αυτό που κατάλαβα Ήτανε ότι ο Γιάννης Πρώτον, δεν είχε ξεπεράσει τη γυναίκα του.
Δεύτερον, το έπιανα μάλλον στον αέρα, χωρίς να μπορώ να το πω 100%. Ο Γιάννης ήταν ερωτευμένος τη κοπέλα του αδερφού του. Όταν βγαίναμε, όταν μιλάγαμε, πάντα εκείνη κοιτούσε. Σε εκείνη απευθυνόταν. Ήθελε να είναι κατά κάποιο τρόπο πάντα μαζί με αυτήν. Αυτή ήταν η δική μου ατιμιγορία. Πάει και αυτό λοιπόν. Πάμε για άλλα Εύκολο να το πεις Γιατί αμέσως μετά έρχονταν πάλι η ίδια σκέψη Άντε πάλι μόνη Άντε πάλι από την αρχή Να γνωρίζω, να ελπίζω, να προσπαθώ, να καταλάβω Το συχαινό μου το ψάξιμο Αυτή τη φορά το πίστευα Θα έμενα μόνη μου για τα καλά Ας είναι Απ' το να έχω κάτι ενούσιο Ίσως είναι καλύτερα Κάπως έτσι τελείωσε η ιστορία μου με τον Γιάννη. Είχα προσπαθήσει περισσότερο να ρωτευτώ παρά να αναρωτιέμαι αν ήθελα πραγματικά να είμαι μαζί του. Και τώρα ήμουν πάλι μόνη με το ημερολόγιο ανοιχτό και την απόφαση ότι δεν είχα κουράγιο για άλλο ψάξιμο.
Το τι ακολούθησε βέβαια είναι μια άλλη ιστορία και θα σας τυπώ από την επόμενη σελίδα. Είμαι η Pink C και αυτή ήταν μια ευχή μου που εκπληρώθηκε. Την επόμενη θα τη διατύπω ένα λίγο πιο προσεκτικά. Αυτά είχα να πω για σήμερα. Είμαι η Pink C. Μου αρέσει υπερβολικά η ζωή. Μου αρέσει να γυρίζω πίσω, να περιμένω το αύριο και πάνω απ' όλα να ζω το παρόν.
Ραντεβού στο επόμενο ξέπλυμα της ψυχής μου.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα