Skip to content
PodBase
Η Φωτογραφία του 1988

Η Φωτογραφία του 1988

Ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα
Αύγουστος 27, 2026 00:25:05
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Ο Νίκος βρίσκει στο πατρικό του ένα παλιό κουτί γεμάτο φωτογραφίες. Ανάμεσά τους υπάρχει μία με ημερομηνία 12 Μαΐου 1988.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι ο Νίκος δεν ήταν ακόμη γεννημένος.

Τι κρύβεται πίσω από αυτή τη φωτογραφία;

«Η Φωτογραφία του 1988» — μια τρομακτική ιστορία από τις Ιστορίες μετά τα Μεσάνυχτα.

Κάποιες φωτογραφίες καλύτερα να μένουν κλεισμένες σε ένα κουτί.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Καλώς ήρθατε στις ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα. Εδώ κάθε ιστορία κρύβει κάτι που ίσως θα ήταν καλύτερα να μην ανακαλύψουμε. Κάποιες φωτογραφίες κρατούν αναμνήσεις. Άλλες κρατούν ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια. και υπάρχουν και εκείνες που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν καθόλου. Απόψε θα ακούσετε την ιστορία του Νίκου. Μια ιστορία για ένα παλιό σπίτι, ένα κουτί γεμάτο φωτογραφίες και ένα παιδί που εμφανίζεται εκεί που δεν θα έπρεπε.

Μια ιστορία που ίσως σας κάνει να κοιτάξετε λίγο διαφορετικά τις παλιές οικογενειακές σας φωτογραφίες. Η φωτογραφία του 1988 Ο πατέρας του δεν πετούσε ποτέ τίποτα. Ούτε αποδείξεις από μαγαζιά που είχαν κλείσει πριν από χρόνια, ούτε παλιά κλειδιά, ούτε καλώδια από συσκευές που δεν υπήρχαν πια. Κρατούσε τα πάντα σε κουτιά, συρτάρια και ντουλάπια.

«Μπορεί να χρειαστούν κάποτε», έλεγε. Ο Νίκος τον κορόιδευε γι' αυτό. Τώρα, τρεις εβδομάδες μετά την κηδεία του πατέρα του, βρισκόταν μόνο στο πατρικό και προσπαθούσε να αποφασίσει τι θα κρατούσε και τι θα πετούσε. Το σπίτι είχε μείνει σχεδόν όπως ήταν. Το φλιτζάνι του πατέρα του βρισκόταν ακόμα στο ράφι της κουζίνας. Τα γυαλιά του πάνω στο κωμοδίνο Και οι παλιές του παντόφλες δίπλα στο κρεβάτι Η μία όρθια, η άλλη πεσμένη στο πλάι Ο Νίκος είχε προσπαθήσει δύο φορές να τις πετάξει Και τις δύο φορές είχε αλλάξει γνώμη Δεν ήξερε γιατί Εκείνο το απόγευμα όμως είχε αποφασίσει να τελειώνει Θα μάζευε τα πράγματα, θα κρατούσε ό,τι είχε αξία και θα άδειαζε το σπίτι Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και άνοιξε την τουλάπα Στο κάτω μέρος υπήρχε ένα παλιό ξύλινο σιρτάρι που δεν θυμόταν να είχε ανοίξει ποτέ Τράβηξε το χερούλι αλλά κόλλησε Τράβηξε ξανά και το σιρτάρι άνοιξε απότομα Μέσα υπήρχαν χαρτιά, δύο μπαταρίες, ένα μπρούτζινο κλειδί και ένα μικρό κουτί από χαρτόνι

Το κουτί ήταν καθαρό, χωρίς σύγχνος σκόνης Σαν να είχε τοποθετηθεί εκεί πολύ αργότερα από τα υπόλοιπα πράγματα Στο καπάκι ήταν γραμμένο το όνομά του Νίκος Ο Νίκος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και άνοιξε το κουτί. Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες. Στην αρχή χαμογέλασε. Η μητέρα του στην παραλία, ο πατέρας του μπροστά από το πρώτο του αυτοκίνητο, Χριστούγεννα στο σαλόνι, ο ίδιος μικρός με μια κόκκινη μπάλα στα χέρια.

Πήρε την επόμενη φωτογραφία και σταμάτησε. Έδειχνε ένα παιδικό δωμάτιο Του αναγνώρισε αμέσως Ήταν το δικό του δωμάτιο Το μικρό κρεβάτι κάτω από το παράθυρο Το ξύλινο γραφείο Η βιβλιοθήκη Πάνω στο κρεβάτι Κοιμόταν ένα παιδί Ο Νίκος πλησίασε τη φωτογραφία Το παιδί ήταν περίπου έξι ετών Γυρισμένο στο πλάι με το ένα χέρι κάτω από το μαξιλάρι.

Ο Νίκος το κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα. Ήταν ίδιος με αυτόν. Γύρισε τη φωτογραφία. Στην πίσω πλευρά υπήρχε μια ημερομηνία. 12 Μαΐου 1988. Το χαμόγελο του έσβησε. Κοίταξε το παιδί και μετά την ημερομηνία. 1988 Δύο χρόνια πριν γεννηθεί Ξανακοίταξε τη φωτογραφία Έμεινε ακίνητος προσπαθώντας να βρει μια λογική εξήγηση Ίσως ο πατέρας του να είχε γράψει λάθος τη χρονιά Ίσως η φωτογραφία να ήταν κάποια παλιά οικογενειακή φωτογραφία που είχε μπει κατά λάθος στο κουτί Ή ίσως, όσο παράξενο κι αν του φαινόταν, το παιδί να μην ήταν εκείνος. Πήρε την επόμενη. Ήταν ο ίδιος. Μεγαλύτερος. Καθισμένος στο γραφείο του.

1998 Η επόμενη τον έδειχνε στην αυλή 2001 Η επόμενη στο σχολείο 2004 Η επόμενη σε ένα νοσοκομείο 2007 Ο Νίκος σταμάτησε. Θυμόταν εκείνη τη μέρα. Ο πατέρας του είχε πάθει ένα μικρό καρδιακό επεισόδιο. Θυμόταν το δωμάτιο, το παράθυρο, τον διάδρομο. Δεν θυμόταν όμως να έχει τραβηχτεί ποτέ φωτογραφία. Άρχισε να κοιτάζει τις υπόλοιπες.

2010, 2013, 2016, 2020. Όλες ήταν φωτογραφίες του Σε διαφορετικές ηλικίες και διαφορετικά μέρη Και σχεδόν σε καμία δεν κοιτούσε την κάμερα Σαν να μην ήξερε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε Ο Νίκος έβαλε όλες τις φωτογραφίες στο κουτί Αυτή τη φορά δεν το άφησε στο σιρτάρι Το πήρε μαζί του Το ίδιο βράδυ της άπλωσε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

Έξω έβρεχε και το φως από τον δρόμο έμπαινε αχνά ανάμεσα από τις κουρτίνες. Ο Νίκος έβαλε τις φωτογραφίες σε σειρά και άρχισε να τις εξετάζει μία προς μία. Στη φωτογραφία του σχολείου βρισκόταν στη μέση ενός διαδρόμου με μαθητές πίσω του, μία καθηγήτρια και μία μισάνυχτη πόρτα. Ο Νίκος προσπάθησε να θυμηθεί ποιος είχε τραβήξει τη φωτογραφία.

Δεν του ερχόταν τίποτα. Στη φωτογραφία από το νοσοκομείο κοίταξε προσεκτικά το τζάμι. Ίσως εκείνα υπήρχε κάποια ανάμνηση, κάτι που είχε ξεχάσει. αλλά πάλι τίποτα. Πήρε την επόμενη φωτογραφία ύστερα άλλη μία. Όσο περισσότερο έψαχνε τόσο περισσότερο καταλάβαινε ότι δεν θυμόταν ούτε μία στιγμή κατά την οποία κάποιος να τον φωτογράφιζε.

Όσο περισσότερο έψαχνε όμως τόσο πιο πολύ τον ενοχλούσε ένα πράγμα. Ο άνθρωπος που τραβούσε τις φωτογραφίες δεν εμφανιζόταν ποτέ στο κάδρο Ο Νίκος πήρε το κινητό του και κάλεσε τον Στέλιο Ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερός του και τον γνώριζε από τότε που ο Νίκος ήταν παιδί Ο Στέλιος είχε πάντα μια περίεργη σχέση με την οικογένειά του και για κάποιο λόγο που ο Νίκος ποτέ δεν είχε καταλάβει Ο πατέρας του τον εμπιστευόταν περισσότερο από τους περισσότερους.

«Έλα, Νίκο». «Στέλιο, βρήκα κάτι στο σπίτι». «Τι βρήκες, δηλαδή». «Φωτογραφίες». «Τι φωτογραφίες». «Δικές μου. Σε διάφορες στιγμές της ζωής μου». «Πού τις βρήκες» «Στην κρεβατοκάμαρα του πατέρα μου». Ο Στέλιος δεν απάντησε. «Μία είναι από το 1988. Ο Νίκος άκουσε την ανάσα του στέλιου από την άλλη άκρη της γραμμής. «Νίκο, κλείσε το κουτί.

Πώς γίνεται να υπάρχει φωτογραφία από το 1988 με εμένα. Εγώ γεννήθηκα το 1990. Το ξέρω». «Τότε ποιος είναι στη φωτογραφία». «Νίκο, δεν πρέπει να το ψάξεις». «Γιατί να μην το ψάξω». «Επειδή ο πατέρας σου πέρασε χρόνια προσπαθώντας να το αφήσει πίσω του». «Τι ακριβώς προσπάθησε να αφήσει πίσω του» «Ο Στέλιο σώπασε». «Στέλιο, ποιος τραβούσε τις φωτογραφίες» ρώτησε ο Νίκος.

«Δεν ξέρω». «Δεν γίνεται. Εσύ ξέρεις κάτι». «Νίκο, άκουσέ με». «Μην ξανανοίξεις το κουτί». Η γραμμή έκλεισε. Ο Νίκος άφησε αργά το κινητό πάνω στο τραπέζι. Κοίταξε ξανά τη φωτογραφία του 1988. Για πρώτη φορά δεν του φάνηκε σαν μια φωτογραφία με λάθος ημερομηνία. Του φάνηκε σαν η αρχή κάποιου πράγματος που ο πατέρας του γνώριζε πως κάποια μέρα θα επέστρεφε.

Το επόμενο πρωί γύρισε στο πατρικό. Άνοιξε το γραφείο του πατέρα του και έψαξε τα συρτάρια, τα ντουλάπια και τα ράφια Πίσω από μια σειρά βιβλίων βρήκε ένα μικρό μαύρο σημειωματάριο Το άνοιξε Η πρώτη καταχώρηση είχε ημερομηνία 17 Νοεμβρίου 1990 Από κάτω έγραφε Σήμερα τον φωτογράφησε ενώ κοιμόταν Ο Νίκος ξαναδιάβασε τη φράση Το 1990 είχε ήδη γεννηθεί. Αυτή τη φορά η ημερομηνία τον αφορούσε.

Γύρισε σελίδα. Αυτή έγραφε. 7 Ιουνίου 1998. Γραφείο. Άλλη. 14 Οκτωβρίου 2001. Αυλή. Άλλη. 3 Μαρτίου 2007. Νοσοκομείο. Ήταν οι ημερομηνίες των φωτογραφιών. Ο Νίκος συνέξε να διαβάζει. Οι επόμενες καταχωρήσεις ήταν σύντομες, σαν ο πατέρας του να προσπαθούσε να καταγράψει όσα συνέβαιναν χωρίς να τα εξηγήσει. Έγραφε. Την πρώτη φορά βρήκα μια φωτογραφία του Νίκου ενώ κοιμόταν.

Νόμιζα ότι ήταν παλιά το ότι την είχα ξεχάσει Στην άλλη σελίδα έγραφε Τη δεύτερη φορά βρήκα άλλη μία φωτογραφία έξω από το σπίτι Ήταν πάλι ο Νίκος Μετά έγραφε Την τρίτη φορά η φωτογραφία βρέθηκε μέσα στο δωμάτιό του Ο Νίκος σταμάτησε για λίγο Στην επόμενη σελίδα υπήρχε μόνο μία πρόταση. Δεν πρέπει να του πω ότι κάποιος τον φωτογραφίζει.

Λίγο πιο κάτω, μία δεύτερη. Η Μαρία λέει ότι πρέπει να ξέρει. Εγώ φοβάμαι τι θα θυμηθεί. Ο Νίκος γύρισε σελίδα. Η τελευταία καταχώρηση ήταν σύντομη. Αν βρει την πρώτη φωτογραφία, θα θυμηθεί. Ο Νίκος έμεινε να κοιτάζει τη φράση. Η πρώτη φωτογραφία δεν μπορούσε να είναι δική του. Ήταν τραβηγμένη δύο χρόνια πριν γεννηθεί.

Τότε ποιον έδειχνε. Ο Νίκος έκλεισε το σημειωματάριο. Δεν ήξερε ακόμα την απάντηση, αλλά ήξερε ποιον έπρεπε να ρωτήσει. Το απόγευμα πήγε στη φία του. Δεν της εξήγησε πολλά. Έβρελε τη φωτογραφία του η θεία 988 και την άφησε μπροστά της. Η γυναίκα την κοίταξε και χλώμιασε. «Πού τη βρήκες» «Στο σπίτι, σε ένα σιρτάρι». «Ο πατέρα σου την είχε»

«Ναι». Η θεία του άφησε τη φωτογραφία πάνω στο τραπέζι. «Δεν έπρεπε να την έχεις». «Ποιο είναι το παιδί στην φωτογραφία» Δεν απάντησε. «Θεία, θέλω να ξέρω». Η γυναίκα κοίταξε ξανά τη φωτογραφία. «Είναι ο αδελφός σου». Ο Νίκος δεν μίλησε. «Μα δεν είχα αδελφό». «Είχες, Νίκο». «Πώς τον έλεγαν». Η θεία του χαμήλωσε το βλέμμα.

«Τον έλεγαν όπως εσένα». «Νίκο». Ο Νίκος έκανε ένα βήμα πίσω. «Πώς γίνεται να μην τον θυμάμαι. Πόσο χρονών ήταν όταν πέθανε». «Δώδεκα». «Και εγώ». «Τέσσερα». «Και δεν μου το είπατε ποτέ. Ο πατέρας σου δεν ήθελε να το ξέρεις». «Γιατί». Η θεία του κοίταξε τη φωτογραφία. Μετά τον θάνατό του άρχισαν να συμβαίνουν πράγματα Ο Νίκος δεν μίλησε Τι πράγματα δηλαδή Η θεία του πήρε μια βαθιά ανάσα Άρχισαν να εμφανίζονται φωτογραφίες Ο Νίκος την κοίταξε Ποιος τις έβγαζε Δεν ξέραμε Ο πατέρας μου Όχι Τότε ποιος Η γυναίκα κούνησε αργά το κεφάλι Αυτό ήταν που δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει Και γιατί τις κράτησε Γιατί φοβόταν ότι αν τις πετούσε Θα έχανε τη μόνη απόδειξη Ότι όλα αυτά συνέβαιναν στα αλήθεια Ο Νίκος κοίταξε ξανά τη φωτογραφία του αδελφού του Τι έδειχναν οι φωτογραφίες Η θεία του άργησε να απαντήσει Έδειχναν εσένα Ο Νίκος επέστευσε στο πατρικό λίγο πριν τα μεσάνυχτα Δεν άναψε τα φώτα Άφησε το κουτί πάνω στο τραπέζι Και άρχισε να κοιτάζει τις φωτογραφίες ξανά

Τώρα ήξερε ποιον έψαχνε Στην πρώτη φωτογραφία ήταν ο αδελφός του Στις περισσότερες από τις υπόλοιπες ήταν ο ίδιος Κι όμως, όσο τις έβαζε στη σειρά Άρχισε να παρατηρεί κάτι που δεν είχε δει πριν Σε μερικές από τις μεταγενέστερες φωτογραφίες Το παιδί εμφανιζόταν ξανά Στη μία ήταν δίπλα στο παράθυρο Στην άλλη πίσω από μία πόρτα Και στην επόμενη μέσα σε έναν καθρέφτη Πάντα έξι ετών.

Πάντα στο βάθος. Πάντα να κοιτάζει προς την κάμερα. Ο Νίκος πήρε τη φωτογραφία του 2020. Το παιδί ήταν εκεί, πίσω από τον ίδιο. Μόνο που αυτή τη φορά δεν κοιτούσε την κάμερα. Κοιτούσε τον Νίκο. Και κρατούσε μια φωτογραφία. Ο Νίκος μεγέθυνε την εικόνα. Η φωτογραφία που κρατούσε το παιδί έδειχνε το πατρικό σπίτι. Μπροστά στην πόρτα στεκόταν ο πατέρας του.

Ο Νίκος θυμήθηκε εκείνη τη μέρα. Ο πατέρας του είχε σταθεί στην αυλή και του είχε πει «Μην έρχεσαι μόνος σου εδώ». «Γιατί» τον ρώτησε ο Νίκος. «Επειδή έτσι είπα» του απάντησε ο πατέρας του. Ο Νίκος είχε γελάσει. Τώρα δεν γελούσε. Άφησε τη φωτογραφία πάνω στο τραπέζι Τότε άκουσε ένα κλικ Ο Νίκος δεν κουνήθηκε Περίμενε Ίσως να ήταν κάτι στην κουζίνα Ίσως ο παλιός ολύνας Ίσως ο αέρας να είχε μετακινήσει κάτι Άκουσε δεύτερο κλικ Κλικ Σηκώθηκε Πήρε το κινητό του και άναψε τον φακό Ο διάδρομος ήταν άδειος. Προχώρησε μέχρι το παιδικό δωμάτιο. Η πόρτα ήταν μισάνυχτη. Την έσπρωξε.

Το δωμάτιο ήταν άδειο. Πάνω στο γραφείο υπήρχε μία φωτογραφία. Δεν την είχε βάλει εκεί. Την πήρε. Έδειχνε το δωμάτιο από τη γωνία. Ο Νίκος στεκόταν μέσα, ακριβώς όπως στεκόταν τώρα. με την πλάτη προς την κάμερα. Για μια στιγμή δεν κουνήθηκε. Μετά γύρισε. Κανείς. Ξανακοίταξε τη φωτογραφία. Πίσω του στεκόταν ένα παιδί, έξι ετών, και κρατούσε μια δεύτερη φωτογραφία.

Ο Νίκος μεγέθυνε την εικόνα. Η δεύτερη φωτογραφία έδειχνε τον ίδιο χώρο, μόνο που εκείνος δεν στέκοταν πια στο δωμάτιο. Στη θέση του υπήρχε ένα μικρό αγόρι. Ο Νίκος κοίταξε ξανά. Το παιδί ήταν ίδιο με εκείνον. Ίδια μάτια, ίδια μαλλιά. Το ίδιο σημάδι πάνω από το φρύδι. Και τότε άκουσε μια φωνή. «Μίκο, πάγωσε». Η φωνή ήταν πίσω του. Παιδική. «Με θυμάσαι» ο Νίκος δεν γύρισε. Κάτι μέσα του άρχισε να επιστρέφει. Ένα κόκκινο αυτοκινητάκι. Ένα μικρό δωμάτιο. Ένα παιδί στο πάτωμα. Ένα χέρι μέσα στο δικό του.

Η φωνή της μητέρας του. Κλάμα. Ο πατέρας του στην πόρτα να λέει στη μητέρα του «Μη τον αφήσεις να σε δει». Και μετά ένα δυνατό φως. Ο Νίκος άνοιξε τα μάτια. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Η φωνή είχε σταματήσει. Κοίταξε τη φωτογραφία. Το παιδί μέσα στην εικόνα δεν κοιτούσε πια την κάμερα. Κοίτουσε εκείνον Ο Νίκος γύρισε τη φωτογραφία Στο πίσω μέρος υπήρχε μια πρόταση Δεν φοβόμουν ότι θα γυρίσει Από κάτω έγραφε Φοβόμουν ότι θα τον θυμηθείς Ο Νίκος κάθισε στο πάτωμα Και τότε θυμήθηκε Όχι όλα, όμως αρκετά Το παιδί λεγόταν Νίκος Ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Εκείνο το δωμάτιο ήταν δικό του Το κόκκινο στο κινητάκι ήταν δικό του Και η τελευταία φορά που τον είχε δει ήταν σε εκείνο το δωμάτιο Στεκόταν στην πόρτα Η μητέρα του έκλαιγε Ο μικρός Νίκος κρατούσε το χέρι του αδελφού του που ήταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι Και τότε, παιδί ακόμα, του είχε πει «Θα μεγαλώσω και θα γυρίσω να σε πάρω»

Η ανάμνηση τον λύγησε Ο Νίκος άρχισε να κλαίει Δεν ήξερε αν έκλαιγε για τον αδελφό του ή για τον εαυτό του Ίσως και για τους δύο Κοίταξε ξανά τη φωτογραφία Το παιδί μέσα στη φωτογραφία χαμογελούσε. Πριν λίγο δεν χαμογελούσε. Για πρώτη φορά δεν φοβήθηκε. Τότε ακούστηκε ένα τρίτο κλικ. Πολύ κοντά. Ο Νίκος δεν γύρισε. Περίμενε.

Μια φωτογραφία γλίστρησε αργά κάτω από την πόρτα. Ο Νίκος την πήρε. Ήταν καινούρια. Δεν είχε ημερομηνία. Έδειχνε δύο παιδιά να κάθονται στο πάτωμα του δωματίου. Ο ένας ήταν ο Νίκος. Ο άλλος ο αδελφός του. Και οι δύο κοιτούσαν την κάμερα. Ο Νίκος δεν θυμόταν αυτή τη φωτογραφία. Γύρισε τη φωτογραφία από την άλλη πλευρά. Στο πίσω μέρος υπήρχαν παιδικά γράμματα.

Μία μόνο πρόταση. «Τώρα μπορείς να με πάρεις μαζί σου». Ο Νίκος έκλεισε τα μάτια. Ένα μικρό χέρι ακούμπησε το δικό του. Ο Νίκος δεν κουνήθηκε. Δεν άνοιξε τα μάτια. Για πρώτη φορά μετά από 38 χρόνια δεν προσπάθησε να φύγει. Έσφιξε τα δάχτυλά του Και κάπου μέσα στο σκοτεινό σπίτι ακούστηκε ένα τελευταίο κλικ. Το επόμενο πρωί το σπίτι ήταν άδειο.

Στο παιδικό δωμάτιο, πάνω στο παλιό γραφείο, βρισκόταν το κουτί. Ανοιχτό. Οι φωτογραφίες ήταν μέσα. Όλες εκτός από μία. Η τελευταία έδειχνε δύο παιδιά να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι. Το ένα ήταν ο μικρός Νίκος Για το άλλο παιδί φαινόταν μόνο το χέρι Κρατούσε το δικό του Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπήρχαν τέσσερις λέξεις Τώρα δεν είμαι μόνος Από εκείνη τη μέρα οι φωτογραφίες σταμάτησαν να εμφανίζονται καμία καινούργια φωτογραφία δεν βρέθηκε ποτέ ξανά ίσως γιατί ο Νίκος είχε θυμηθεί επιτέλους τον μεγαλύτερο αδελφό του ίσως γιατί τόσα χρόνια ο μεγαλύτερος Νίκος περίμενε μόνο αυτό να μην ξεχαστεί Ο πατέρας του το είχε φοβηθεί από την πρώτη στιγμή Όσο ο Νίκος δεν θυμόταν οι φωτογραφίες συνέχιζαν να έρχονται και όταν τελικά θυμήθηκε σταμάτησαν.

Αυτή ήταν η φωτογραφία του 1988. Μια ιστορία για έναν αδελφό που δεν ήθελε να ξεχαστεί και για μία ανάμνηση που περίμενε 38 χρόνια για να επιστρέψει. Αν σας άρεσε η ιστορία ακολουθήστε τις ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα και ακούστε τις επόμενες ιστορίες μας. Νέα επεισόδια κάθε Πέμπτη και Κυριακή. Μέχρι την επόμενη φορά, καληνύχτα!

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00