Skip to content
PodBase
Ο Δρόμος για την Ιθάκη

Ο Δρόμος για την Ιθάκη

Ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα
Αύγουστος 23, 2026 00:34:13
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Ο Οδυσσέας ξεκίνησε από την Τροία με έναν μόνο στόχο: να επιστρέψει στην Ιθάκη. Δεν γνώριζε όμως ότι ο δρόμος της επιστροφής θα κρατούσε είκοσι χρόνια.

Μια ενιαία, συναρπαστική αφήγηση της Οδύσσειας, από την Τροία μέχρι την Ιθάκη. Κύκλωπες, Σειρήνες, Κίρκη, Σκύλλα και Χάρυβδη, θεοί, καταιγίδες, απώλειες και μια επιστροφή που μοιάζει αδύνατη.

Μια ιστορία για το ταξίδι, την επιμονή και την ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει.

«Ο Δρόμος για την Ιθάκη» — Η Οδύσσεια σε μισή ώρα.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Καλωσορίσατε στις ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα. Η ιστορία που θα ακούσετε απόψε είναι η δική μας αφήγηση της Οδύσσιας. Είναι βασισμένη στο ταξίδι του Οδυσσέα από την Τροία μέχρι την Ιθάκη, αλλά δεν ακολουθεί κατά γράμμα τον Όμηρο. Είναι μια ελεύθερη εκδοχή, φτιαγμένη σαν μια ενιαία ιστορία, όπου κάθε γεγονός οδηγεί στο επόμενο.

Ένας άνθρωπος επιστρέφει από έναν πόλεμο και ξεκινά για το σπίτι του Δεν ξέρει ακόμη πως θα χρειαστούν είκοσι χρόνια για να φτάσει Ο δρόμος για την Ιθάκη Η τρία κεγόταν πίσω του όταν ο Οδυσσέας ανέβηκε στο πλοίο Οι φλόγες έβγαιναν πάνω από τα τείχη και έβαφαν το νυχτερινό ουρανό κόκκινο. Για δέκα χρόνια είχε πολεμήσει μπροστά σε εκείνη την πόλη.

Είχε δει φίλους να πεθαίνουν. Είχε κοιμηθεί με το σπαθί δίπλα του και είχε μάθει να μην σκέφτεται πολύ το αύριο. Τώρα όμως, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Στάθηκε στην πλώρη και κοίταξε για τελευταία φορά την τρία Σκεφτόταν την πινελόπη και τον τηλέμαχο Όταν είχε φύγει, ο γιος του ήταν ακόμη μωρό Τώρα δεν ήξερε καν τι άντρα θα συναντούσε «Λύστε τα σκοινιά», είπε Τα πανιά άνοιξαν και τα πλοία άρχισαν να απομακρύνονται Ο Οδυσσέας έμεινε στην πλώρη μέχρι που η τρία έγινε μια μικρή κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα.

Τώρα πάμε σπίτι. Τις πρώτες μέρες η θάλασσα ήταν ήρεμη. Οι άντρες γελούσαν ξανά και μιλούσαν για τις οικογένειές τους, για τα σπίτια τους και για το φαγητό που θα έτρωγαν όταν θα επέστρεφαν. Ο Οδυσσέας τους άκουγε και χαμογελούσε. Δεν τους έλεγε όμως αυτό που είχε μάθει στα χρόνια του πολέμου. Πως τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά μέχρι να φτάσεις ζωντανός εκεί που πηγαίνεις.

Την έβδομη μέρα ο ουρανός μαύρισε. Ο άνεμος άλλαξε απότομα και μια καταιγίδα έπεσε πάνω στο στόλο. Τα κύματα χτυπούσαν τα πλοία από παντού, τα πανιά σκίζονταν και άντρες έπεφταν στο κατάστρωμα. «Κρατήστε τα πανιά, μην τα αφήσετε!» Για ώρες κανείς δεν ήξερε αν θα έβγαινε ζωντανός από τη νύχτα. Όταν ξημέρωσε, η θάλασσα είχε ηρεμήσει, αλλά ο στόλος είχε χάσει την πορεία του.

Προστά τους εμφανίστηκε μια άγνωστη ακτή με χωράφια, σπίτια και αποθήκες γεμάτες τρόφιμα. Οι άντρες είχαν αρχίσει να πεινούν και ο Οδυσσέας τους άφησε να βγουν για προμήθειες. «Παίρνουμε ό,τι χρειαζόμαστε και φεύγουμε πριν νυχτώσει». Στην αρχή όλοι υπάκουσαν. Ύστερα ένας άρπαξε ένα ζώο, άλλος πήρε κρασί Και σύντομα οι άντρες είχαν αρχίσει να λαϊλατών την πόλη Ο Οδυσσέας φώναζε να σταματήσουν, αλλά κανείς δεν τον άκουγε Και τότε ακούστηκε ένα κέρας από τους λόφους Ο Οδυσσέας γύρισε και είδε ανθρώπους να κατεβαίνουν προς την πόλη Δεκάδες «Στα πλοία! Τώρα!»

Οι κύκονες έπεσαν πάνω τους πριν προλάβουν να φτάσουν όλοι στην ακτή. Η μάχη έγινε μέσα στη λάσπη, ανάμεσα σε φωνές και σπαθιά. Όταν τελικά τα πλοία απομακρύνθηκαν, δεκάδες σύντροφοι είχαν μείνει νεκροί στην ακτή. Ο Οδυσσέας κοίταξε πίσω, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν η πρώτη απώλεια του ταξιδιού Δεν θα ήταν η τελευταία Ύστερα από πολλές μέρες Έφτασαν σε έναν παράξενο ήσυχο τόπο Οι κάτοικοι τους υποδέχτηκαν χωρίς φόβο Και τους έδωσαν νερό και έναν γλυκό καρπό Οι άντρες έφαγαν Λίγο αργότερα ένας από αυτούς ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο και χαμογέλασε Ο Οδυσσέας τον πλησίασε Πρέπει να φύγουμε Ο άντρας τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει Γιατί Για να πάμε σπίτι Πού είναι το σπίτι μου Ο Οδυσσέας πάγωσε Στην Ιθάκη Ο άντρας χαμογέλασε Δεν ξέρω καμία Ιθάκη Τότε κατάλαβε τι είχε συμβεί Ο Λωτός δεν τους έκανε απλώς να νιώθουν όμορφα Έσβηνε τη μνήμη της πατρίδας Μερικοί αρνήθηκαν να φύγουν Έπρεπε να τους μεταφέρουν στα πλοία με τη βία Ένας έκλαιγε και παρακαλούσε να τον αφήσουν

Ο Οδυσσέας δεν τον άκουσε Αν έμενε εκεί μπορεί να ζούσε για πάντα χωρίς να θυμάται ποιος ήταν. Όταν τα πλοία απομακρύνθηκαν, ο Οδυσσέας κοίταξε για λίγο πίσω. Μετά γύρισε προς τη θάλασσα. Το επόμενο νησί ήταν γεμάτο βράχια και σπηλιές. Από την ακτή έβλεπαν κοπάδια προβάτων να ανεβαίνουν στις πλαγιές. Ο Οδυσσέας και μερικοί άντρες μπήκαν σε μια τεράστια σπηλιά.

Μέσα υπήρχαν τυριά, γάλα και κρέας. Οι άντρες ήθελαν να πάρουν όσα μπορούσαν και να φύγουν, αλλά ο Οδυσσέας επέμενε να περιμένουν τον ιδιοκτήτη. Το βράδυ άκουσαν βήματα. Στην αρχή ήταν μακρινά. Ύστερα έγιναν πιο βαριά. Το έδαφος άρχισε να τρέμει. Ένας γίγαντας μπήκε στη σπηλιά. Είχε ένα μόνο μάτι και κουβαλούσε ένα τεράστιο κοπάδι.

Έσπρωξε έναν βράχο μπροστά στη μίσοδο και τους έκλεισε μέσα. «Ποιοι είστε» ρώτησε. Κανείς δεν απάντησε. Ο κύκλοπας πλησίασε, άρπαξε έναν από τους άντρες και τον σκότωσε μπροστά στα μάτια τους. Ο Οδυσσέας τράβηξε το σπαθί του, αλλά σταμάτησε. Κοίταξε τον βράχο. Αν σκότωνε το τέρας, κανείς δεν θα μπορούσε να ανοίξει την έξοδο.

Έπρεπε πρώτα να βρει τρόπο να ξεφύγουν. Το επόμενο πρωί ο κύκλοπας έφυγε με τα πρόβατα. Ο Οδυσσέας βρήκε ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο, το ακόνισε και το έκρυψε. Όταν ο γίγαντας επέστρεψε, ο Οδυσσέας του πρόσφερε κρασί. Ο κύκλοπας ήπιε. Κι άλλο. Κι άλλο. Ύστερα τον κοίταξε με το μοναδικό του μάτι. «Πώς σε λένε» Ο Οδυσσέας κράτησε το βλέμμα του σταθερό.

«Κανέναν» Ο γίγαντας γέλασε και συμμέχισε να πίνει μέχρι που έπεσε στο έδαφος. Ο Οδυσσέας έκανε ένα νεύμα. Οι άντρες σήκωσαν το πυρωμένο ξύλο και το έμπηξαν όλοι μαζί στο μάτι του κύκλοπα. Η κραυγή του έκανε τη σπηλιά να τρέμει. Ο Πολύθυμος χτυπούσε τους τείχους και φώναζε για βοήθεια. Οι άλλοι κύκλοπες έφτασαν έξω από τη σπηλιά.

«Ποιος σε χτύπησε» φώναξαν. «Κανένας» ούρλιαξε εκείνος. Οι άλλοι έφυγαν νομίζοντας πως είχε τρελαθεί. Το πρωί ο Πολύθυμος κάθισε στην είσοδο και έλεγχε τα πρόβατα ένα-ένα. Ο Οδυσσέας είχε κρυφτεί κάτω από ένα μεγάλο κρυάρι και οι υπόλοιποι άντρες ήταν δεμένοι κάτω από τα ζώα Το χέρι του κύκλοπα πέρασε πάνω από τη ράχη του κρυαριού Ο Οδυσσέας κράτησε την ανάσα του Το ζώο προχώρησε Ύστερα βγήκαν όλοι στο φως Έτρεξαν προς τα πλοία και κοπήλατησαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά, ο Οδυσσέας γύρισε προς την ακτή Ο Πολύφημος στεκόταν ακόμη εκεί, τυφλός και εμόφυρτος «Κύκλοπα!»

Ένας από τους άντρες τον άρπαξε από τον ώμο «Μη!» Ο Οδυσσέας όμως συνέχισε «Να ξέρεις ποιος ενίκησε Είμαι ο Οδυσσέας της Ιθάκης» Ο Πολύφημος σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό «Ποσειδώνα, πατέρα μου, άκουσέ με Αν αυτός ο άνθρωπος πρέπει να γυρίσει στην Ιθάκη κάνε τον να φτάσει μόνος Κάνε τον να χάσει όλους όσους αγαπά». Ένας τεράστιος βράχος έπεσε στη θάλασσα δίπλα στο πλοίο.

Το κύμα σηκώθηκε πάνω από το κατάστρωμα. Ο Οδυσσέας κοίταξε πίσω. Είχε μόλις δώσει στον θεό της θάλασσας έναν λόγο να τον κυνηγήσει. Ύστερα από πολλές μέρες έφτασαν στο νησί του Αιώλου Ο άρχοντας των ανέμων άκουσε την ιστορία τους και αποφάσισε να βοηθήσει Έκλεισε σε έναν μεγάλο δερμάτινο ασκό όλους τους ανέμους που μπορούσαν να τους παρασύρουν μακριά από την Ιθάκη Μην τον ανοίξεις Ό,τι υπάρχει μέσα θα σε στείλει πίσω από εκεί που ήρθες Ο Οδυσσέας έδεσε τον ασκό στην πλώρη και έδωσε εντολή να μην τον αγγίξει κανείς Για εννέα μέρες ταξίδευαν ασταμάτητα Την ένατη μέρα ένας άντρας φώναξε από την πλώρη «Ξηρά!»

Ο Οδυσσέας σηκώθηκε Μπροστά τους υπήρχαν λόφοι, μία ακτή, η Ιθάκη Για μια στιγμή δεν μπόρεσε να μιλήσει Είμαστε σπίτι Ήταν τόσο εξαντλημένος που αποκοιμήθηκε Οι άντρες κοίταξαν τον ασκό Ένας είπε πως σίγουρα έκρυβε χρυσό Άλλος πίστεψε πως ο Οδυσσέας δεν ήθελε να τον μοιραστεί Παρά τις προειδοποιήσεις έλυσαν το σκηνή Οι άνεμοι ξέσπασαν Τα πανιά τεντώθηκαν και το πλοίο γύρισε απότομα.

Ο Οδυσσέας ξύπνησε και είδε την Ιθάκη να απομακρύνεται. «Τι κάνατε!» Κανείς δεν απάντησε. Η ακτή έγινε μια μικρή γραμμή και ύστερα χάθηκε. Ο Οδυσσέας έμεινε στην πλώρη μέχρι που δεν μπορούσε πια να τη δει. Δεν φώναξε. Δεν χτύπησε κανέναν. Απλώς έμεινε εκεί Για λίγες ώρες είχε βρεθεί τόσο κοντά στο σπίτι του ώστε μπορούσε σχεδόν να το αγγίξει Και τώρα η θάλασσα το είχε πάρει ξανά Δεν πρόλαβα να συνέλθουν Έφτασαν σε μια χώρα όπου οι κάτοικοι ήταν γίγαντες Ο Οδυσσέας έστειλε μερικούς άντρες να βρουν νερό και τροφή Δεν επέστρεψαν Ένας σύντροφος γύρισε τρέχοντας προς το πλοίο. «Φεύγουμε! Τώρα!» Ο Οδυσσέας έκοψε τα σκοινιά. Από τους λόφους εμφανίστηκαν τεράστιες μορφές και άρχισαν να πετούν βράχους στα πλοία. Ένα πλοίο διαλύθηκε μπροστά τους. Ένα δεύτερο τυλίχτηκε στις φλόγες. Άντρες έπεφταν στη θάλασσα. «Κοπηλατίστε! Μην κοιτάτε πίσω!»

Το μοναδικό πλοίο που έμεινε ζωντανό απομακρύνθηκε. Ο Οδυσσέας κοίταξε πίσω. Από τα δώδεκα πλοία που είχαν ξεκινήσει από την τρία, είχε μείνει μόνο ένα. Το νησί της Κίρκης τους φάνηκε σαν σωτηρία. Η γυναίκα που ζούσε εκεί τους υποδέχτηκε με φαγητό και κρασί. Οι άντρες μπήκαν στο σπίτι της. Λίγο αργότερα ένας από αυτούς έτρεξε πίσω στο στρατόπεδο «Οδυσσέα!»

Ο Οδυσσέας σηκώθηκε Τι έγινε Τους έκανε γουρούνια Ο Οδυσσέας πήρε το σπαθί του και κατευθύνθηκε προς το σπίτι Στο δρόμο συνάντησε έναν άγνωστο που του έδωσε ένα μικρό λευκό λουλούδι «Κράτησε το στο στόμα σου» «Η μαγεία της δεν θα σε αγγίξει». Ο Οδυσσέας μπήκε. Η Κίρκη του πρόσφερε το ποτό. Εκείνος το ήπιε και περίμενε.

Τίποτα δεν συνέβη. Το χαμόγελό της χάθηκε. Ο Οδυσσέας έβγαλε το σπαθί. «Λύσε τα μάγια». Η Κίρκη υπάκουσε και οι άντρες ξαναβρήκαν την ανθρώπινη μορφή τους. Έμειναν στο νησί περισσότερο από όσο είχαν σκοπό. Είχαν ζεστό φαγητό, ασφαλές κρεβάτι και κανέναν εχθρό να τους κοιμηγά. Οι άντρες άρχισαν να ξεχνούν τη θάλασσα. Ο Οδυσσέας όμως κάθε πρωί πήγαινε στην ακτή και κοιτούσε τον ορίζοντα.

Μια μέρα η Κίρκη τον βρήκε εκεί Ακόμη σκέφτεσε την Ιθάκη Κάθε μέρα Ακόμη κι αν σε περιμένει μόνο πόνος Ο Οδυσσέας δεν απάντησε Εκείμη τον κοίταξε για λίγο Και μετά του είπε πως αν ήθελε να συνεχίσει Έπρεπε να κατέβει στον κόσμο των νεκρών Εκεί βρισκόταν κάποιος που μπορούσε να του πει τι περίμενε στο τέλος του δρόμου Ο Οδυσσέας δεν ήθελε να πάει Πήγε Στον Άδη δεν υπήρχε άνεμος Ούτε θάλασσα, ούτε ήχος Μόνο σκιές Ανάμεσά τους είδε ανθρώπους που είχε γνωρίσει στην Τροία Και ύστερα είδε τη μητέρα του Προσπάθησε να την αγκαλιάσει, αλλά τα χέρια του πέρασαν μέσα από το σώμα της.

«Πέθανες όσο έλειπα». Εκείνη τον κοίταξε. «Σε περίμενα». Ο Οδυσσέας κατέβασε το κεφάλι. «Προσπαθώ σαν να γυρίσω. Το ξέρω». Ύστερα εμφανίστηκε ο προφήτης και του μίλησε για την Ιθάκη. Του είπε πως θα φτάσει Αλλά ότι μέχρι τότε θα χάσει κι άλλους Ο Οδυσσέας τον κοίταξε Και η Πινελόπη Ο προφήτης δεν απάντησε αμέσως Γύρνα όσο πιο γρήγορα μπορείς Ο Οδυσσέας έφυγε Χωρίς να ρωτήσει τίποτε άλλο Όταν επέστρεψε στο πλοίο Κανείς δεν το ρώτησε τι είχε δει Το πρόσωπό του ήταν αρκετή απάντηση.

Συνέχισαν το ταξίδι μέχρι που έφτασαν στις ειρήνες. Ο Οδυσσέας γνώριζε πως το τραγούδι τους μπορούσε να κάνει έναν άνθρωπο να ξεχάσει ποιος είναι. Έβαλε καιρή στα αυκιά των αντρών και ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι. «Ό,τι κι αν πω, δεν θα με λύσετε». Το πλοίο πλησίασε. Η θάλασσα ηρέμησε. Ο άνεμος κόπηκε. Και τότε ακούστηκε μία φωνή.

«Οδυσσέα». Εκείνος πάγωσε. Ήταν η φωνή της Πινελόπης. «Γύρνα. Είμαι εδώ». Ο Οδυσσέας άρχισε να τραβά τα σχοινιά. «Λύστε με». Οι άντρες συνέχισαν να κοπηλατούν. «Είναι η Πινελόπη, με καλή» Το τραγούδι έγινε δυνατότερο «Μείνε εδώ, δεν χρειάζεται να πολεμάς άλλο» Ο Οδυσσέας πάλευε μέχρι που τα σκοινιά έκοψαν το δέρμα του Τότε είδε μπροστά του τη Μιθάκη Την Πινελόπη, τον Τηλέμαχο, το σπίτι του Όλα όσα ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο Και τότε κατάλαβε πως ήταν ψέμα Δεν του έδειχναν την Ιθάκη Του έδειχναν αυτό που ήθελε τόσο πολύ να δει Ώστε να σταματήσει να ψάχνει Έκλεισε τα μάτια Κοπηλατίστε Οι άντρες συνέχισαν Το τραγούδι άρχισε να σβήνει πίσω τους Ο Οδυσσέας άνοιξε τα μάτια Αλλά δεν κοίταξε πίσω Μπροστά τους βυσκόταν το στενό ανάμεσα στη σκύλα και τη χάριβδη Από τη μία πλευρά η θάλασσα κατέβαινε μέσα σε μία τεράστια δίνη Από την άλλη πάνω στους βράχους κρυβόταν η σκύλα Ο Οδυσσέας ήξερε πως δεν υπήρχε ασφαλής δρόμος Αν πλησίαζαν τη χάριβδη θα μπορούσε να τους καταπιεί όλους

Αν περνούσαν κοντά στη σκύλα, κάποιοι θα πέθαιναν. Έπρεπε να διαλέξει. «Κοπηλατίστε!» Το πλοίο μπήκε στο στενό. Η σκύλα πετάχτηκε από τους βράχους και άρπαξε έξι άντρες. Ένας πρόλαβε να πιάσει το χέρι του Οδυσσέα. «Καπετάνιε!» Ο Οδυσσέας τον κράτησε όσο μπορούσε. Το τέρας τράβηξε. Τα δάχτυλα γλίστρησαν. Ο άντρας χάθηκε.

«Μη σταματάτε!» φώναξε ο Οδυσσέας στους υπόλοιπους. Το πλοίο βγήκε από το στενό. Έξι άντρες είχαν χαθεί. Ο Οδυσσέας δεν μίλησε. Στο επόμενο νησί βρίσκονταν τα ιερά κοπάβια του ήλιου. Ο Οδυσσιάς τους προειδοποίησε «Δεν αγγίζουμε κανένα ζώο». Τα τρόφιμα όμως τελείωσαν. Οι μέρες πέρασαν και η πείνα μεγάλωσε. Οι άντρες άρχισαν να ψιθυρίζουν μεταξύ τους.

Ο Οδυσσιάς προσπάθησε να τους κρατήσει ενωμένους, αλλά κάποια μέρα αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε είδε καπνό Κρέας ψηνόταν πάνω στη φωτιά «Τι κάνατε» Ένας άντρας απάντησε πως θα πέθαιναν από την πείνα Ο Οδυσσίας κοίταξε τη φωτιά Μετά κοίταξε τον ουρανό «Τώρα θα πεθάνουμε όλοι» Έφυγαν αμέσως από το νησί Δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν Ο ουρανός μαύρισε και ένας κεραυνός έπεσε πάνω στο πλοίο.

Το κατάρτι έσπασε. Το κατάστρωμα διαλύθηκε. Οι άντρες χάθηκαν στη θάλασσα. Ο Οδυσσέας κρατήθηκε από ένα κομμάτι ξύλο. Άκουσε μια κραυγή μέσα στα κύματα. Ένας σύντροφός του προσπαθούσε να τον φτάσει. Ο Οδυσσέας άπλωσε το χέρι του και για μια στιγμή τα δάχτυλά τους ενώθηκαν Ένα τεράστιο κύμα τους χώρισε Ο Οδυσσέας φώναξε το όνομά του, αλλά δεν πήρε απάντηση Έμεινε μόνος Δεν υπήρχε πια πλοίο Δεν υπήρχαν σύντροφοι Δεν υπήρχε κανείς που μπορούσε να τον βοηθήσει Μόνο η θάλασσα Τον παρέσυρε μέχρι το νησί της Καλυψός Εκείνη τον βρήκε σχεδόν νεκρό και τον κράτησε κοντά της Του έδωσε τροφή, νερό και ασφάλεια Για πρώτη φορά μετά από χρόνια Δεν υπήρχε κανείς που προσπαθούσε να τον σκοτώσει Η Καλυψό του πρόσφερε μια ζωή χωρίς γυρατιά και χωρίς πόνο «Μείνε. Δεν χρειάζεται να συνεχίσεις».

Ο Οδυσσέας την άκουσε. Την επόμενη μέρα όμως πήγε στην ακτή. Και την επόμενη. Κάθε πρωί κοιτούσε τον ορίζοντα. Κάποτε η Καλυψός στάθηκε δίπλα του. «Έχεις χάσει τους πάντες». Ο Οδυσσέας κοίταξε τη θάλασσα. «Όχι όλους». «Ποιον έχεις ακόμη» Εκείνος άργησε να απαντήσει «Την Ιθάκη» Η Καλυψό δεν είπε τίποτα Ο Οδυσσέας έφτιαξε μόνος του μια σχεδία Όταν έφυγε η Καλυψό τον παρακολούθησε από την ακτή χωρίς να τον σταματήσει Δεν πρόλαβε να ταξιδέψει μακριά Ο Ποσειδώνας είχε περιμένει Ο ουρανός σκοτίνιασε και η θάλασσα σηκώθηκε γύρω του.

Το πρώτο κύμα έσπασε το πανί. Το δεύτερο διέλυσε μέρος της σχεδίας. Το τρίτο τον πέταξε στο νερό. Ο Οδυσσέας βούλιαξε. Για μια στιγμή δεν πάλεψε. Ήταν εξαντλημένος. Ύστερα θυμήθηκε την Ιθάκη και άνοιξε τα μάτια. Κολύμπησε μέχρι που τα χέρια του δεν τον άκουγαν Μέχρι που νόμιζε πως θα πέθαινε Και τότε ένα τελευταίο κύμα τον πέταξε πάνω σε μια ακτή Οι φαίακες τον βρήκαν ζωντανό Του έδωσαν νερό και φαγητό και τον περιέθαλψαν Ο βασιλιάς τους άκουσε ολόκληρη την ιστορία του Δεν τον λότσισε για χρυσό Δεν τον ρώτησε για τους θεούς Τον ρώτησε μόνο αν ήθελε ακόμη να γυρίσει Ο Οδυσσέας σήκωσε το βλέμμα Περισσότερο από ποτέ Οι φέακες τον έβαλαν σε ένα πλοίο Και ταξίδεψαν όλη τη νύχτα Ο Οδυσσέας ήταν τόσο εξαντλημένος που αποκοιμήθηκε Όταν άνοιξε τα μάτια δεν άκουσε κύματα Άκουσε πουλιά Σηκώθηκε αργά Μπροστά του υπήρχαν δέντρα Λόφοι Και μια ακτή που αναγνώρισε αμέσως Ιθάκη Είχε φτάσει Αλλά δεν πήγε αμέσως στο σπίτι Πρώτα έπρεπε να μάθει τι είχε συμβεί Η Πινελόπη τον περίμενε ακόμη

Αλλά το παλάτι είχε γεμίσει μνηστήρες Έτρωγαν το φαγητό του, έπιναν το κρασί του και ζητούσαν από την Πινελόπη να διαλέξει έναν από αυτούς Ο Τηλέμαχος είχε μεγαλώσει και προσπαθούσε να τους αντιμετωπίσει Αλλά ήταν μόνος απέναντι σε τόσους άντρες Ο Οδυσσέας κατάλαβε πως αν εμφανιζόταν ως βασιλιάς θα τον σκότωναν πριν προλάβει να περάσει την πόρτα Έτσι μεταμφιέστηκε σε γέρο ζητιάνο και μπήκε στο παλάτι Κανείς δεν τον αλλαγνώρισε Ένας μνηστήρας του πέταξε φαγητό Άλλος τον έσπρωξε Ο Οδυσσέας δεν αντέδρασε Κράτησε το βλέμμα χαμηλά και περίμενε Στην αυλή όμως υπήρχε ένα γέροικο σκυλί Ο Άργος Το σκυλί που είχε αφήσει πίσω του είκοσι χρόνια πριν Τότε ήταν δυνατό και γρήγορο Τώρα ήταν γερασμένο, γεμάτο πληγές και σχεδόν ακίνητο Όταν είδε τον Ζητιάνο σήκωσε αργά το κεφάλι Τα μάτια του άνοιξαν Ο Οδυσσέας σταμάτησε Ο Άργος τον είχε αναγνωρίσει Δεν χρειάστηκε να ακούσει τη φωνή του.

Κούνησε μία φορά την ουρά του και έκλεισε τα μάτια. Ο Οδυσσέας γύρισε το κεφάλι για να μην δει κανείς τα δάκρυά του. Το ίδιο βράδυ η Πινελόπη έφερε μπροστά στους μνηστήρες το τόξο του Οδυσσέα. «Όποιος μπορέσει να το τεντώσει και να περάσει ένα βέλος μέσα από τα δώδεκα τσεκούλια, θα γίνει ο σύζυγός μου». Οι άντρες προσπάθησαν ένας-ένας. Κανείς δεν κατάφερε να λυγίσει το τόξο. Ο Ζητιάνος στεκόταν στην άκρη της αίθουσας και παρακολουθούσε. Ύστερα πλησίασε.

«Μπορώ να δοκιμάσω» Οι μνηστήρες γέλασαν Η Πινελόπη όμως του έδωσε το τόξο Ο Οδυσσέας το πήρε στα χέρια του και για μια στιγμή έμεινε ακίνητος Ύστερα τέντωσε τη χορδή Ο ήχος της γέμισε την αίθουσα Έβαλε το βέλος Σημάδεψε Το βέλος πέρασε μέσα από όλα τα τσεκούρια Ο Οδυσσέας γύρισε προς τους μνηστήρες Τώρα Το πρώτο βέλος έπεσε πριν προλάβει ο άντρας απέναντί του να σηκώσει το σπαθί Ο τηλέμαχος στάθηκε δίπλα στον πατέρα του Οι πόρτες έκλεισαν Οι μνηστήρες όρμησαν στα όπλα τους Αλλά ο Οδυσσέας είχε περιμένει αυτή τη στιγμή για χρόνια.

Η αίθουσα γέμισε κραυγές, μέταλλο και σπασμένα έπιπλα. «Τηλέμαχε, δεξιά!» Ο γιος του γύρισε την τελευταία στιγμή και απέφυγε το χτύπημα. Ο Οδυσσέας έριξε τον αντίπαλό του και συνέχισε. Ένας μπλισθήρας προσπάθησε να φτάσει στην πόρτα. Ο τηλέμαχος στάθηκε μπροστά του. Ο άντρας σήκωσε το σπαθί. Ο τηλέμαχος δεν έκανε πίσω.

Τον έριξε στο έδαφος. Και τότε η αίθουσα σώπασε. Ο Οδυσσέας κοίταξε το γιο του. Για πρώτη φορά τον έβλεπε ως άντρα. Δεν είχε βει τα πρώτα του βήματα. Δεν είχε ακούσει τις πρώτες του λέξεις. Δεν είχε υπάρξει εκεί όταν μεγάλωνε. Κι όμως, τώρα στεκόταν δίπλα του, μέσα στο σπίτι που είχαν προσπαθήσει να τους πάρουν. Ο Οδυσσέας πλησίασε και άγγιξε τον ώμο του.

«Αργήσα». Ο τηλέμαχος τον κοίταξε για λίγο. «Αλλά ήρθες». Ο Οδυσσέας δεν μπόρεσε να απαντήσει. Τότε εμφανίστηκε η Πινελόπη Στάθηκε στην πόρτα και τον κοίταξε Δεν έτρεξε κοντά του Είκοσι χρόνια ήταν πολλά Ο άντρας που είχε φύγει ήταν νέος Αυτός που στεκόταν μπροστά της Είχε γκρίζα μαλλιά Ουλές το πρόσωπο Και μάτια που είχαν δει πράγματα Που εκεί μη δεν μπορούσε να φανταστεί «Πες μου κάτι» είπε Κάτι που μόνο ο Οδυσσέας θαρουνόριζε Εκείνος της μίλησε για το κρεβάτι τους Για την ελιά γύρω από την οποία είχε χτιστεί Για τον κορμό που ήταν ριζωμένο στη γη Και δεν μπορούσε να μετακινηθεί Η Πινελόπη τον κοίταξε ακίνητη Ύστερα πλησίασε και άγγιξε το πρόσωπό του Ο Οδυσσέας δεν κουνήθηκε Εκείνη τον αγκάλιασε ο Οδυσσέας λήγησε στην αγκαλιά της.

Δεν έκλαψε για την Τροία. Δεν έκλαψε για τους κύκλοπες. Έκλαψε για τους άντρες που είχαν ξεκινήσει μαζί του και δεν έφτασαν ποτέ στην Ιθάκη. Για εκείνους που χάθηκαν στη Λάσπη, στη Σπηλιά, στα Βράχια και στη Θάλασσα. Για τον χρόνο που δεν μπορούσε να πάρει πίσω. Η Πινελόπη τον κράτησε σφιχτά και δεν είπε τίποτα Αργότερα όταν όλοι κοιμήθηκαν ο Οδυσσέας βγήκε μόνο στην αυλή Η θάλασσα ήταν ήρεμη κάτω από το φως του φεγγαριού Για είκοσι χρόνια είχε κοιτάξει αυτόν τον ορίζοντα από την άλλη πλευρά Είχε περάσει από νησιά που δεν γνώριζε Είχε πολεμήσει τέρατα, είχε μιλήσει με θεούς και είχε δει ανθρώπους να χάνονται ένας ένας.

Όλα αυτά είχαν ξεκινήσει από μία απλή επιθυμία. Να γυρίσει. Ο Οδυσσέας κοίταξε τη θάλασσα για τελευταία φορά. Ύστερα γύρισε την πλάτη και μπήκε μέσα. Η πινελόπ ήταν εκεί Ο τηλέμαχος ήταν εκεί Η πόρτα έκλεισε πίσω του Ο Οδυσσέας ξάπλωσε στο κρεβάτι που είχε χτιστεί γύρω από την ελιά Και άκουσε την ανάσα της γυναίκας του Δεν υπήρχε πλοίο που περίμενε Δεν υπήρχε εχθρό στον ορίζοντα Δεν υπήρχε άλλη ακτή που έπρεπε να βρει Έκλεισε τα μάτια Και κοιμήθηκε Για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κυνηγήσει Μόνο το σπίτι του Η Ιθάκη Αυτή ήταν η δική μας αφήγηση της Οδύσσιας Ο δρόμος για την Ιθάκη Μια ιστορία μετά τα μεσάνυχτα Αν σας άρεσε η ιστορία μπορείτε να μας ακολουθήσετε στο YouTube, Spotify και Apple Podcasts ή να επικοινωνήσετε μαζί μας μέσω του Facebook, Instagram και TikTok στο Ιστορίες Μεσάνυχτα Καλημύχτα Μέχρι την επόμενη ιστορία

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00