Στις Οκτώ
Ιστορίες μετά τα μεσάνυχταΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ένα πρώτο ραντεβού. Δύο άγνωστοι άνθρωποι. Μια παράξενη αίσθηση ότι κάπου, κάποτε, έχουν ξανασυναντηθεί.
Καθώς η βραδιά προχωρά, μικρές λεπτομέρειες αρχίζουν να μοιάζουν υπερβολικά γνώριμες. Μια πόλη, ένα παλιό καλοκαίρι, μια ανάμνηση που κανείς από τους δύο δεν περίμενε να επιστρέψει.
Μια ήσυχη, ανθρώπινη ιστορία για τις χαμένες ευκαιρίες, τις παρεξηγήσεις που μπορούν να αλλάξουν μια ζωή και το τι συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται ξανά, πολλά χρόνια αργότερα.
Μερικές φορές, η διαφορά ανάμεσα στο να χάσεις κάποιον και στο να τον ξαναβρείς είναι απλώς... μισή ώρα.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Καλώς ήρθες στις ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα. Ένα πρώτο ραντεβού μπορεί να είναι πολλά πράγματα. Μπορεί να είναι μια όμορφη βραδιά, μια απογοήτευση, μια ιστορία που τελειώνει πριν καν αρχίσει, ή μια συνάντηση που για κάποιον λόγο σου δημιουργεί την παράξενη αίσθηση ότι αυτόν τον άνθρωπο τον έχεις ξανασυναντήσει. Μερικές φορές δεν ξέρουμε γιατί κάποιος μας φαίνεται τόσο οικείος από την πρώτη στιρμή Μπορεί να είναι ο τρόπος που γελάει μια λέξη που χρησιμοποιεί μια μικρή συνήθεια που μας θυμίζει κάτι που έχουμε ξεχάσει Και μερικές φορές η απάντηση μπρίξκεται πολύ πιο κοντά από όσο θα μπορούσαμε να φανταστούμε Αυτή είναι η ιστορία στις οκτώ.
Η Άννα έφτασε δεκατρία λεπτά αργότερα. Όχι επειδή είχε αργήσει. Είχε φτάσει στην ώρα της. Απλώς είχε μείνει για λίγο έξω από το εστιατόριο κοιτάζοντας μέσα από το τζάμι τον άντρα που καθόταν μόνο στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο. Τον είχε δει στις φωτογραφίες. Από κοντά ήταν διαφορετικός. Πιο ήσυχος. Λίγο πιο κουρασμένος.
Και, για κάποιο λόγο, πιο οικείος από όσο θα έπρεπε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε. «Γεια σου, είσαι ο Μανός». «Γεια σου, Ιαννά». «Ναι, συγγνώμη που άργησα». «Δεν άργησες». Εάργησα 13 λεπτά Τα μέτρησες Όχι καλέ, τα είδες στο κινητό μου πριν πω Τότε δεν άργησες, απλώς έχεις ακριβή ώρα Η Άννα χαμογέλασε Είναι η πρώτη φορά που κάποιος μου το λέει αυτό Ήθελα να ξεκινήσουμε θετικά Καλή προσπάθεια Η Άννα κάθισε απέναντί του Για λίρα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε Να σου πω κάτι.
Ναι, πες μου. Νόμιζα ότι δεν θα έρθεις. Κι εγώ νόμιζα ότι δεν θα έρθω. Η Άννα τον κοίταξε με έκπληξη. Εσύ, γιατί? Γιατί πριν μπω σκέφτηκα ότι είναι λίγο γελίο να βγαίνεις γραντεβού με κάποιον που έχεις γνωρίσει από μια εφαρμογή και να περιμένεις ότι μπορεί να προκύψει κάτι αληθινό. Και τι σε έκανε να μπεις τελικά? Ο Μάνος χαμογέλασε.
Είχα ήδη παρκάρει Η Άννα γέλασε Αυτό είναι το πιο ειλικρινές πράγμα που έχω ακούσει σε πρώτο ραντεβού Δεν θέλω να δημιουργήσω ψεύτικες προσδοκίες Ωραία, εγώ μπήκα γιατί δεν ήθελα να γυρίσω σπίτι και να πω στον εαυτό μου ότι για άλλη μια φορά φοβήθηκα Η Άννα τον κοίταξε λίγο περισσότερο Άρα είμαστε ήβη βίω άνθρωποι που πήραν μια κακή απόφαση για διαφορετικούς λόγους ή μια πολύ καλή απόφαση.
Αυτό θα το αποφασίσουμε στο τέλος. Ο σεβιτόρος πλησίασε. Παρήγγυλαν κρασί. Όταν έφυγε, η Άννα ακούμπησε τα χέρια της στο τραπέζι. Λοιπόν, ποιος κάνει την πρώτη βαρετή ερώτηση? Μπορώ να αρχίσω εγώ. Τι δουλειά κάνεις? Δουλεύω σε ένα εκδοτικό οίκο. Και σου αρέσει? Ναι, αρκετά. Αν και υπάρχουν μέρες που σκέφτομαι σοβαρά να παρετηθώ και να ανοίξω ένα μικρό καφέ, κάπου που δεν θα ξέρει κανείς το όνομά μου Και τι θα κάνεις εκεί?
Ε, καφέδες, τι άλλο Αυτό το είχα καταλάβει Θα διαβάζω βιβλία και θα κρίνω τους πελάτες μου σιωπηλά Αυτό ακούγεται πολύ πιο κοντά στο χαρακτήρα σου από όσο θα έπρεπε Με ξέρεις δέκα λεπτά Έχω καλή διέστηση Ή είσαι πολύ κακός στο να καταλαβαίνεις ανθρώπους. Αυτό θα το μάθουμε. Εσύ με τι ασχολείσαι. Αρχιτέκτονας. Μάλιστα. Αυτό το μάλιστα δεν ακούστηκε ιδιαίτερα ενθουσιώδες.
Δεν ξέρω τι πρέπει να πω όταν κάποιος μου λέει ότι είναι αρχιτέκτονας. Να ρωτήσω για κτίρια. Όχι, μπορείς να κάνεις ό,τι καταλαβαίνεις. Αυτό κάνω συνήθως. «Τότε έχουμε ήδη κάτι κοινό» Η Άννα γέλασε «Είσαι πάντα έτσι» «Πώς έτσι δηλαδή» «Σαν να προσπαθείς να κάνεις τα πράγματα λίγο λιγότερο άβολα πριν προλάβουν να γίνουν άβολα»
Ο Μάνος χαμογέλασε κι αυτός «Όχι, μόνο όταν αγχώνομαι» «Άρα πολύ» «Όντως πολύ» Το πρώτο ποτήρι κρασί έκανε τη συζήτηση ευκολότερη. Μίλησαν για ταξίδια, για φίλους, για ανθρώπους που γνώρισαν μέσα από εφαρμογές και εξαφανίστηκαν χωρίς καμία εξήιση. Η Άννα του διηγήθηκε για έναν άντρα που μετά από τρία ραντεβού της έστειλε μήνυμα στις δύο το πρωί γράφοντας απλώς ότι νομίζει πως έχουν διαφορετικές ενέργειες.
Ο Μάνος γέλασε τόσο δυνατά που γύρισε να κοιτάξει ο κόσμος στο διπλανό τραπέζι. Τι, γιατί γελάς. Γιατί αυτή είναι η πιο ευγενική εκδοχή του «Δεν θέλω να σε ξαναδώ» που έχω ακούσει ποτέ. Κι όμως, μου πήρε δύο μέρες να καταλάβω τι εννοούσε. Του απάντησες. Φυσικά και του απάντησα. Τι του είπες. Ότι μάλλον είχε βίκιο. Και.
Δεν απάντησε Σοκαριστικό Δεν είναι αστείο Ε όσο και να πεις είναι λίγο Είναι πολύ Χαμογέλασαν και οι δύο Για πρώτη φορά η Άννα ένιωσε ότι ίσως το ραντεβού δεν θα ήταν τόσο άβολο όσο φοβόταν Μετά τον κοίταξε πιο σοβαρά Εσύ γιατί είσαι εδώ αλήθεια πες Ο Μάνος σήκωσε το ποτήρι του, αλλά δεν ήπια Έχω χωρίσει εδώ και δύο χρόνια Το είχες πει Ναι, αλλά δεν σου είπα γιατί Δεν χρειάζεται να μου πεις αν δεν θέλεις Θέλω, απλώς δεν ξέρω πώς να το πω χωρίς να ακουστεί σαν συνέντευξη Δοκίμασε χωρίς να το κάνεις ωραίο Ο Μάνος σκέφτηκε για λίγο Νομίζω ότι κάποια στιγμή συμμήθησα να είμαι μόνος Και στην αρχή μου άρεσε. Μετά έγινε συνήθεια.
Και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν ήξερα αν πραγματικά ήθελα να είμαι μόνος ή αν απλώς είχα ξεχάσει πώς είναι να αφήνεις κάποιον να μπει στη ζωή σου. Η Άννα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Αυτό το καταλαβαίνω. Εσύ πόσο καιρό είσαι μόνη. Ένων χρόνο. Και... Και είμαι καλά. Αυτό ακούστηκες αλλά απάντηση που δίνουμε όταν δεν είμαστε πολύ καλά Η Άννα χαμογέλασε Εντάξει, δεν είμαι πάντα καλά Α, καλύτερα τώρα Γιατί καλύτερα Γιατί αν ήσουν πάντα καλά θα με έκανε να νιώθω ότι εγώ είμαι το πρόβλημα Μπορεί να είσαι Α, ωραία, ευχαριστώ Παρακαλώ Κάποια στιγμή η συζήτηση πήγε στις σχέσεις Ποιος έφυγε από τη δική σου σχέση Εγώ Το ήθελες Ναι Τότε γιατί έμεινες τόσο Η Άννα χαμογέλασε αμήχανα Γιατί φοβόμουν ότι αν φύγω θα το μετανιώσω Και το μετάνιωσες Μετάνιωσα που άργησα όχι που έφυγα Γιατί Ο μάνος την κοίταξε Αυτό είναι πολύ συγκεκριμένο Το φαντάστηκα Εγώ έκανα ακριβώς το αντίθετο Έφυγες νωρίς Όχι. Έμεινα πολύ περισσότερο από όσο έπρεπε.
Πόσο? Τρία ολόκληρα χρόνια. Η Άννα άνοιξε λίγο τα μάτια. Τρία χρόνια μετά το τέλος. Ναι. Αυτό δεν είναι σχέση. Το ξέρω. Τότε τι ήταν? Συνήθεια, φόβος, ενοχή. Όλα μαζί. Και τι περίμενες? Να αλλάξει κάτι Άλλαξε Όχι Κι όμως έμεινες Έμεινα ναι Γιατί έμεινες όμως Ο Μάνος χαμογέλασε λίγο αμήχανα Μάλλον είμαι πολύ καλός στο να περιμένω Εγώ είμαι πολύ καλή στο να φεύγω Τέλεια Τι τέλεια Έχουμε ήδη εντοπίσει τα βασικά μας προβλήματα Από το πρώτο ραντεβού Κερδίζουμε χρόνο Είσαι ενοχλητικός Μου το έχουν ξαναπεί Και συνεχίζεις Έχω μεγάλη συνέπεια Ήρθε η πίτσα Η Άννα πήρε ένα κομμάτι Έκοψε την άκρη και την άφησε στο πιάτο Ο Μάνος την κοίταξε Δεν τρώς την άκρη Όχι Ποτέ Ποτέ Τι μισούσες πάντα Η Άννα σταμάτησε Τι είπες Τίποτα Όχι Είπες πάντα Μου ξέφυγες Με έχεις ξαναβεί Όχι Είσαι σίγουρος Ο μάνος χαμογέλασε αμήχανα Δεν είμαι τόσο σίγουρος Η Άννα έσκυψε λίγο προς το μέρος του Αυτό ήταν λίγο περίεργο.
Το ξέρω. Και τώρα που το λες, κι εγώ νιώθω ότι σε έχω ξαναδεί κάπου. Όχι απλώς ότι μου θυμίζεις κάποιον. Σαν να έχω ακούσει τη φωνή σου παλιά. Ο Μάνος δεν απάντησε. Τι. Τίποτα. Όχι, κάτι σκέφτηκες. Μου θυμίζεις μια πόλη. Η Άννα χαμογέλασε. Αυτό είναι ίσως το πιο περίεργο κοπλιμέντο που έχω ακούσει Δεν ήταν κοπλιμέντο Ακόμα χειρότερο Απλώς Ο Μάνος σταμάτησε Απλώς τι Νιώθω ότι κάτι μου θυμίζεις και δεν μπορώ να καταλάβω τι Η Άννα τον κοίταξε Πού μεγάλωσες Ο Μάνος της είπε το όνομα μιας μικρής παραθαλάσσιας πόλης Η Άννα σταμάτησε Σοβαρά Ναι Κι εγώ εκεί μεγάλωσα No way Κι όμως Πόσα χρόνια Μέχρι τα 16 Ο Μάνος την κοίταξε έκπλητος Εγώ έφυγα στα 17 Από ποια περιοχή είσαι Η Άννα του είπε Ο Μάνος έμεινε ακίνητος «Τι»
«Μόλις μου ήθε φλασιά από ένα περίπτερο» «Το περίπτερο με τον μπλε ψυγείο» Ο Μάνος σήκωσε απότομα το βλέμμα «Ναι» «Και τον Ρόκκι» Ο Μάνος δεν χαμογέλασε αυτή τη φορά «Πώς ξέρεις τον Ρόκκι» «Τον θυμάμαι» «Πώς» Έτρεχε πάντα πίσω από τα παιδιά που περνούσαν από εκεί Μια φορά είχε δαγκώσει το κορδόνι μου και δεν το άφηνε Ο Μάνος την κοιτούσε Τον Ρόκη τον θυμάμαι κι εγώ Μανώ Ναι Εσύ ήσουν εκείνο το καλοκαίρι Ναι Το τελευταίο Ναι Η Άννα ακούμπησε αργά το ποτήρι της Πριν φύγω Ναι Και...
Τι Δεν γίνεται Τι δεν γίνεται Εσύ είσαι... Ο μάνος την κοίταξε Άννα Ναι Πες το Η Άννα τον κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα Ο μάνος ο φιλόσοφος Ο μάνος γέλασε Θεέ μου Εσύ είσαι Το θυμάσαι αυτό Πώς να το ξεχάσω Εσύ μιλούσες για τη ζωή σαν να ήσουν 40 χρονών Και εσύ με κορόιδευες κάθε φορά Γιατί ήσουν 16 και νόμιζες ότι είχες ανακαλύψει τον κόσμο Και εσύ νόμιζες ότι δεν είχα καταλάβει τίποτα Δεν είχες Είχα καταλάβει αρκετά Τίποτα δεν είχες καταλάβει Έτσι νομίζεις Η Άννα γέλασε και μετά τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Δε σε αναγνώρισα. Ούτε εγώ. Κι όμως σε θυμήθηκα μόλις είπες πάντα. Κι εγώ μόλις είδα την πίτσα. Αυτό είναι πολύ χαζό. Ναι. 24 χρόνια και το πρώτο πράγμα που θυμήθηκες ήταν ότι δεν τρώω την άκρη της πίτσας. Δεν είπα ότι είναι ρομαντικό. Η Άννα πήρε μια βαθιά άνασα. Περίμενε. Τι. Εσύ ήσουν εκείνο το βράδυ. Ο Μάνος σταμάτησε να χαμογελά.
Ναι. Στο καφέ. Ναι. Περίμενες. Ναι. Τι ώρα. Εφτά. Η Άννα τον κοίταξε. Όχι. Τι όχι Εγώ σου είπα οκτώ Εμένα μου είπαν εφτά Ποιος Η Μαρία Η Άννα έκλεισε τα μάτια Εγώ είπα στη Μαρία να σου πει οκτώ Σε μένα είπε εφτά Και τι ακριβώς σου είπε Μου είπε ότι της είπες να έρθω στις εφτά Αυτό δεν το είπα ποτέ Τώρα το μαθαίνω αυτό Περίμενε πήγες στις εφτά Ε, ναι.
Και τι ώρα έφυγες? Εφτά και μισή. Γιατί τόσο γρήγορα? Γιατί ήμουν δεκαέξι. Είχα περιμένει μισή ώρα και είχα αρχίσει να πιστεύω ότι δεν θα ερχόσουν. Εγώ πήγα στις οκτώ και έμεινα μέχρι τις οκτώ και μισή. Εγώ είχα φύγει μισή ώρα πριν. Η Άννα έμεινε εκκίνητη. Άρα ήμασταν και οι δύο εκεί. Απλώς δεν ήμασταν εκεί την ίδια ώρα.
Έτσι φαίνεται. Η Άννα έσκυψε το κεφάλι Δεν μπορώ να το πιστέψω Ούτε εγώ 24 χρόνια Ναι Δεν βρεθήκαμε για μισή ώρα Γιατί δεν με έψαξες την επόμενη μέρα Ο Μάνος έμεινε για λίγο σιωπηλός Σε έψαξα Πώς Ρώτησα τη Μαρία Και Μου είπε ότι δεν ήθελες να με ξαναδείς. Η Άννα τον κοίταξε. Σε μένα είπε ότι εσύ δεν ήθελες να με ξαναδείς.
Ο Μάνος γέλασε χωρίς χαρά. Αποκλείεται να το έκανε επίτηδες. Το ξέρω. Μπορεί να μπερβεύτηκε. Μπορεί. Ήταν και εκείνη η δεκαέξι. Το ξέρω. Τότε γιατί... Γιατί την πιστέψαμε Η Άννα χαμήλωσε το βλέμμα Ναι Ήταν πιο εύκολο να πιστέψω ότι δεν με ήθελες Παρά να σκεφτώ ότι κάτι είχε πάει στραβά Γιατί Γιατί αν δεν με ήθελες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα Αν όμως είχε γίνει λάθος θα έπρεπε να το διορθώσω Η Άννα τον κοίταξε Κι εγώ σκέφτηκα ακριβώς το ίδιο Δεν είναι απίστευτο Τι είναι απίστευτο Ότι και οι δύο καταλήξαμε στο ίδιο συμπέρασμα Χωρίς να μιλήσουμε ποτέ Δεν είναι απίστευτο Απλώς είναι πολύ ανθρώπινο Η Άννα Πήρε μια γουλιά κρασί Εγώ εκείνο το βράδυ έκλαψα Εγώ θύμωσα Με μένα Ναι Εγώ θύμωσα με σένα Το ξέρω Όχι, δεν το ξέρεις Για χρόνια πίστευα ότι δεν με διάλεξες Κι εγώ πίστευα ότι δεν με διάλεξες Και μετά Μετά έφυγα από την πόλη Κι εγώ Και τελείωσε Ή νομίζαμε ότι τελείωσε Η Άννα τον κοίταξε Δεν σε σκεφτόμουν κάθε μέρα Ούτε εγώ Υπήρχαν χρόνια που δεν σε θυμήθηκα καθόλου
Αλλά νομίζω ότι κάτι έμεινε Ο τρόπος που αντιβρούσα όταν κάποιος απομακρυνόταν Ο μάνος την κοίταξε Εγώ πάντα περίμενα στις σχέσεις μου Εγώ έφευγα Ίστευα ότι αν κάποιος πρόκειται να φύγει Καλύτερα να φύγω εγώ πρώτη Η Άννα χαμουγέλασε πικρά Μπορεί να φταίει εκείνο το βράδυ Μπορεί να φταίνε χίλια άλλα πράγματα Σωστά Απλώς τώρα έχουμε ένα λόγο να κοιτάξουμε πίσω Είχα μια σχέση 7 χρόνια Τον αγαπούσα Φοβόμουν ότι κάποια μέρα θα με αφήσει Και τον άφησες εσύ Ναι Το μετάνιωσες Όχι ότι έφυγα Μετάνιωσα που δεν μπόρεσα ποτέ να μείνω χωρίς να φοβάμαι Ο μάνος έγνεψε Εγώ έμεινα τρία χρόνια σε μια σχέση που είχε τελειώσει.
Περίμενα. Τι περίμενες? Να ξαναγίνει όπως πριν. Έγινε? Όχι. Και παρόλα αυτά περίμενες. Ναι. Μάλλον είμαστε πραγματικά προβληματικοί. Λίγο. Η Άννα γέλασε. Να σου πω κάτι που με φοβίζει. Ναι. «Δεν ξέρω αν χαίρομαι που σε βρήκα». Ο μάνος δεν φάνηκε να ενοχλείται. «Γιατί το λες αυτό». «Γιατί σε κοιτάζω και βλέπω δύο ανθρώπους.
Βλέπω εσένα όπως είσαι τώρα και ταυτόχρονα βλέπω εκείνο το αγόρι. Και δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχωρίσω τα δύο». «Εγώ δεν θέλω να με δεις σαν εκείνον». «Γιατί». «Γιατί δεν είμαι. Έχω αλλάξει». «Το ξέρω». Εσύ είσαι αυτή που θυμάμαι. Η Άννα χαμουγέλασε. Όχι. Καλό αυτό. Γιατί. Γιατί ούτε εγώ είμαι εκείνος. Μπορεί να είναι καλύτερα έτσι.
Νομίζω πως είναι. Γιατί πριν από λίγες ώρες δεν γνωριζόμασταν. Και παρόλα αυτά μου άρεσες. Η Άννα χαμουγέλασε. Και εσύ μου άρεσες πριν μάθω ποιος είσαι. Αυτό είναι σημαντικό Γιατί Γιατί σημαίνει ότι ίσως δεν ήρθαμε απόψε για να διορθώσουμε το παρελθόν Τότε γιατί ήρθαμε Για να δούμε αν υπάρχει κάτι στο παρόν Η ώρα είχε περάσει χωρίς να το καταλάβουν Το κρασί είχε τελειώσει Η πίτσα είχε κρυώσει Κανείς τους δεν είχε αγγίξει το τελευταίο κομμάτι Τι ώρα είναι 11 και 45 Τόσο αργά Μάλλον περάσαμε καλά Μάλλον Ή μιλήσαμε υπερβολικά Αυτό επίσης Πλήρωσαν και βγήκαν έξω Ο αέρας είχε γίνει πιο κρύος Περπάτησαν αργά Χωρίς κανείς να βιάζεται να τελειώσει τη βρεβιά Στη γωνία του δρόμου η Άννα σταμάτησε Να σε ρωτήσω κάτι.
Ναι. Αν δεν είχαμε καταλάβει ποιοι είμαστε απόψε, θα μου ζητούσες δεύτερο ραντεβού. Ναι. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Μπορεί να σκεφτόμουν δύο λεπτά για να μην φανώ απελπισμένος. Η Άννα γέλασε. Γιατί όμως θα μου ζητούσες. Γιατί μου άρεσε η συζήτησή μας. και γιατί πριν καταλάβω ποια είσαι ένιωθα ήδη ότι θέλω να σε γνωρίσω λίγο περισσότερο.
Η Άννα χαμογέλασε. Κι εγώ. Αυτό είναι καλό. Μην ενθουσιάζεσαι. Προσπαθώ. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Τότε δεύτερο ραντεβού. Ναι. Τι ώρα. Ο Μάνος την κοίταξε. Στις οκτώ. και αν καθυστερήσεις θα σε περιμένω. Πόσο. Όσο χρειαστεί. Και αν δεν έρθω. Ο Μάνος χαμογέλασε. Θα σε πάρω τηλέφωνο. Η Άννα τον κοίταξε για λίγο. Δεν θα ξανακάνουμε το ίδιο λάθος.
Όχι. Αν κάτι δεν καταλάβουμε. Ρωτάμε. Η Άννα έγνεψε. Ωραία. Έκανε μερικά βήματα. Και μετά γύρισε. Μανό. Ναι. Αύριο στις οκτώ. Στις οκτώ. Καληνύχτα. Καληνύχτα. Η Άννα έφυγε. Ο Μάνος έμεινε μόνος για λίγα δευτερόλεπτα. Κοίταξε το ρολόι του. Έντεκα και πενήντα οκτώ. Για μια στιγμή σκέφτηκε εκείνο το καλοκαίρι. Το περίπτερο Το μπλε ψυγείο Τον ρόκι Το καφέ Τις 7 Τις 8 Μια μισή ώρα που κάποτε έμοιαζε ασήμαντη Μια μισή ώρα που τελικά πήρε μαζί της 24 χρόνια Μετά χαμογέλασε Δεν ήθελε να ξαναγράψει το παρελθόν Δεν ήθελε να μάθει τι θα είχε συμβεί αν είχε μείνει άλλη μισή ώρα εκείνο το βράδυ.
Δεν τον ενδιέφερε πια. Αύριο υπήρχε μια καινούργια ώρα και αυτή τη φορά ήξεραν και οι δύο πότε. Στις οκτώ. Μερικές φορές πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι που χάσαμε ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Ότι όσα δεν υπόθηκαν τότε, όσα δεν προλάβαμε να ρωτήσουμε και όσα παρεξηγήσαμε, δεν μπορούν πια να αλλάξουν τίποτα. Κι όμως, η ζωή δεν μας επιστρέφει πάντα ανθρώπους για να διορθώσουμε το παρελθόν.
Μερικές φορές τους φέρνει ξανά μπροστά μας για να δούμε αν μπορούμε αυτή τη φορά να τους γνωρίσουμε από την αρχή. Γιατί ίσως η δεύτερη ευκαιρία δεν είναι να ξαναζήσεις μια παλιά ιστορία αλλά να αποφασίσεις αν θέλεις να γράψεις μια καινούρια. Αυτή ήταν η ιστορία στις 8 από τις ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα. Αν σου άρεσε η ιστορία άφησε ένα σχόλιο και πες μας.
Πιστεύεις ότι ο Μάνος και η Άννα θα είχαν βρει ο ένας τον άλλον νωρίτερα αν είχαν απλώς μιλήσει εκείνο το βράδυ. Μέχρι την επόμενη ιστορία, καληνύχτα.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα