Skip to content
PodBase
Το Αμάτημα της Μητρός μου

Το Αμάτημα της Μητρός μου

Ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα
Αύγουστος 30, 2026 00:23:40
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Στο σημερινό επεισόδιο των «Ιστοριών μετά τα Μεσάνυχτα» ακούμε μια ελεύθερη, σύγχρονη απόδοση του συγκλονιστικού διηγήματος «Το Αμάρτημα της Μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1883.

Μια ιστορία για την απώλεια, τη μητρική αγάπη και μια ενοχή που δεν έσβησε ποτέ. Χρόνια μετά τον θάνατο της κόρης της, μια μητέρα αποκαλύπτει στον γιο της ένα μυστικό που θα αλλάξει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την οικογένειά του και το παρελθόν της.

Η αφήγηση χρησιμοποιεί σύγχρονα ελληνικά, διατηρώντας την πλοκή, τους χαρακτήρες και τον συναισθηματικό πυρήνα του πρωτότυπου έργου.

Καλώς ήρθατε στις «Ιστορίες μετά τα Μεσάνυχτα» — ιστορίες για να ακούτε αργά τη νύχτα, πριν κοιμηθείτε.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Καλώς ήρθατε στις ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα. Υπάρχουν ενοχές που περνούν με τον χρόνο και υπάρχουν άλλες που μεγαλώνουν μαζί με τον άνθρωπο μέχρι να γίνουν κομμάτι της ίδιας του της ζωής. Η σημερινή ιστορία είναι η εξομολόγηση μιας μητέρας που κουβαλούσε μέσα της ένα μυστικό για σχεδόν 30 χρόνια. Ένα μυστικό που εξηγούσε την αγάπη της για την κόρη της, την απελπισία της μπροστά στην αρρώστια και τελικά την παράξενη σχέση της με ένα παιδί που δεν είχε γεννήσει ίδια.

Η ιστορία που θα ακούσετε είναι μια ελεύθερη σύγχρονη απόδοση του έργου «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βυζινού, ενός από τα σημαντικότερα διηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1883, ενώ αργότερα ο Βυζινός το συμπεριέλαβε στη συλλογή διηγημάτων του. Για τη σημερινή αφήγηση έχουμε διατηρήσει την ιστορία, τους βασικούς χαρακτήρες και την εξέλιξή της, αλλά έχουμε μεταφέρει τη γλώσσα σε σύγχρονα ελληνικά, ώστε να ακούγεται φυσικά και να μπορεί να παρακολουθηθεί εύκολα από τον σημερινό ακροατή.

Και τώρα ας ταξιδέψουμε πίσω σε μια άλλη εποχή. Στην εποχή μιας μητέρας που κουβαλούσε ένα μυστικό που δεν είχε τολμήσει να πει σε κανένα Το αμάρτημα της μητρός μου Δεν είχαμε άλλη αδελφή εκτός από την Ανιώ Ήταν το χαϊδεμένο παιδί της μικρής μας οικογένειας Και όλοι την αγαπούσαμε Περισσότερο από όλους όμως την αγαπούσε η μητέρα μας Στο τραπέζι την κρατούσε πάντα κοντά της Και από όσα είχαμε φρόντιζε να της δείμει το καλύτερο Εμάς μας έντυνε συνήθως με τα παλιά ρούχα του μακαρίτη του πατέρα μας Ενώ για την Ανιώ αγόραζε συχνά καινούρια Ακόμη και στα μαθήματά της δεν την πίεζε Αν ήθελε πήγαινε στο σχολείο Αν δεν ήθελε, έμενε στο σπίτι.

Κανείς μας όμως δεν ζήλευε πραγματικά αυτήν την ιδιαίτερη μεταχείριση. Η Ανιώ ήταν το μοναδικό κορίτσι της οικογένειας και από μικρή ήταν αδύναμη και φυλάσθεμη. Ήταν καλό καρδί μαζί μας και όσο περισσότερο προχωρούσε η αρρώστια της, τόσο πιο τρυφερή γινόταν. Όταν οι γειτόνισσες της έφερναν φρούτα Τα έκρυβε κάτω από το μαξιλάρι της Και όταν γυρίζαμε από το σχολείο Τα μοίραζε κρυφά σε μας Ήξερε πως η μητέρα μας θα θύμωνε Αν μάθαινε ότι τα έδινε στα γόρια Η αρρώστια όμως δεν υποχωρούσε Όσο περνούσε ο καιρός η ανιώα δυνάτιζε Και η μητέρα μας άρχισε να αναζητά Απεγνωσμένα κάποια θεραπεία Δεν υπήρχε άνθρωπος που να της έδινε έστω και μια μικρή ελπίδα Και να μην τον επισκεπτόταν Γιατρός, πρακτικός θεραπευτής, άνθρωπος που γνώριζε βότανα Ή γυναίκα που ήξερε κάποιο παλιό γιατροσόφι Όλους τους άκουγε Δεν την ένοιαζε πια αν η θεραπεία ήταν λογική ή παράξενη Ήθελε μόνο να γίνει καλά το παιδί Στην αρχή δεν ήθελε να ακούσει για μαγείες και εξόρκια.

Ήταν θρησκευόμενη γυναίκα και φοβόταν μήπως καταφεύγοντας σε τέτοιες πρακτικές αμαρτήσει. Όσο όμως η κατάσταση της Ανιός χειροτέρευε, τόσο περισσότερο υποχωρούσε ο φόβος της. Άρχισαν να δοκιμάζουν φυλαχτά και διάφορα παρασκευάσματα. Γυναίκες που θεωρούνταν πως γνώριζαν μυστικά λόγια προσπαθούσαν να βοηθήσουν. Η μητέρα μας δεχόταν τα πάντα. Όχι επειδή είχε πάψει να πιστεύει στο Θεό, αλλά επειδή δεν άντεχε την ιδέα πως μπορεί να υπήρχε κάτι που δεν είχε δοκιμάσει για να σώσει το παιδί της.

Και όταν ούτε αυτά βοήθησαν, στράφηκε ακόμη περισσότερο στην εκκλησία. Έκανε τάματα, προσευχόταν ασταμάτητα και πήγαινε από εκκλησία σε εκκλησία. Έφτιαξε ακόμη και μια μεγάλη λαμπάδα από κίτρινο κερί Σχεδόν στο ύψος της Ανιός Και την πρόσφερε στον Άγιο που πίστευε πως μπορούσε να τη βοηθήσει Άλλοτε έπαιρνε μια λωρίδα από το φόρεμα της Ανιός Και την πήγαινε σε κάποιον τόπο που θεωρούσαν θαυματουργό Πίστευε πως αν μπορούσε να δέσει εκεί το ρούχο ίσως να μπορούσε να δέσει και την αρρώστια μακριά από το παιδί.

Τίποτα όμως δεν άλλαζε. Τελικά η Ανιώ έμεινε στην εκκλησία. Η μητέρα μας πίστευε πως αν περνούσε εκεί 40 μέρες και 40 νύχτες κοντά στις εικόνες και στις προσευχές ίσως ο Θεός να έκανε το θαύμα που όλοι περιμέναμε. Εγώ έμενα μαζί της τις νύχτες. Προσπαθούσα να είμαι χρήσιμος όσο μπορούσα. Άναβα τη φωτιά, έφερνα νερό και καθάριζα την εκκλησία.

Τις Κυριακές και τις γιορτές βοηθούσα την Ανιώ να σταθεί κάτω από το Ευαγγέλιο, όταν ο ιερέας το διάβαζε μπροστά στην ωραία πύλη. Οι νύχτες μέσα στην εκκλησία ήταν μεγάλες. Η Ανιό κοιμόταν δύσκολα και η μητέρα μας σχεδόν καθόλου. Καθόταν δίπλα της, την κοιτούσε και προσευχόταν. Κάθε τόσο έσκυβε πάνω από το παιδί σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως ακόμη ανέπνεε Κι εγώ παιδί ακόμη προσπαθούσα να μην δείχνω τον φόβο μου Φοβόμουν πως αν καταλάβαινε ότι ανησυχώ θα με έστελνε πίσω στο σπίτι Ήθελα να βρίσκομαι εκεί κοντά στην Ανιώ και κοντά στη μητέρα μας όσο περισσότερο μπορούσα Μια μέρα είδα τη μητέρα μου γονατισμένη μπροστά στην εικόνα του σωτήρα Έκλαιγε και δεν με είχε αντιληφθεί «Πάρε μου όποιο θέλεις» έλεγε «Μόνο άφησέ μου το κορίτσι»

«Βλέπω πως είναι για να πεθάνει» Φημήθηκες την αμαρτία μου και αποφάσισες να μου πάρεις το παιδί για να με τιμωρήσεις. Σε ευχαριστώ, κύριε. Σταμάτησε για λίγο. Ύστερα πρόσθεσε. Σου έφερα δύο παιδιά μου στα πόδια σου. Χάρισε μου το κορίτσι. Ένιωσα ένα ρίγος να διατρέχει το σώμα μου. Η μητέρα μου με είδε. Έλα, μου είπε. «Παρακάλεσε τον κι εσύ να έρθει να γιατρέψει το ανιό μας».

Ονάτισα δίπλα της. «Έλα πατέρα, πάρε εμένα για να γίνει καλά η ανιό». Το είπα μέσα στους λιγμούς μου. Νόμιζα πως η μητέρα μου παρακαλούσε τον πατέρα μας που είχε πεθάνει να πάρει εμένα αντί για την ανιό. Δεν μπορούσα να καταλάβω ακόμη τι πραγματικά έκρυβαν τα λόγια της Ήμουν παιδί Η μητέρα μου ξαναθύμιασε τα αντικείμενα που είχε μπροστά της Και κοίταξε το νερό μέσα στο δοχείο Ξαφνικά μια μικρή χρυσαλίδα πέταξε κυκλικά πάνω από το νερό Και χάθηκε στο βάθος του δωματίου Η μητέρα μου την ακολούθησε με τα μάτια Έπειτα έκανε το σταυρό της «Κάνε το σταυρό σου παιδί μου» μου είπε Τότε κατάλαβα πως κάτι είχε συμβεί Η Ανιώ είχε πεθάνει Η μητέρα μας δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει τον πόνο της Η γειτονιά ολόκληρη ήρθε να την παρηγορήσει Αλλά εκείνη έμοιαζε να μην ακούει κανέναν Και η οικογένειά μας είχε μείνει σχεδόν χωρίς τίποτα Είχαμε εξοδέψει τα χρήματά μας σε γιατρούς, φάρμακα Και κάθε είδους προσπάθεια που μπορούσε να προσφέρει Έστω και μια μικρή ελπίδα

Οι φαντάκι και ντύματα που είχε φτιάξει η ίδια η μητέρα μας Είχαν πουληθεί ή είχαν δοθεί ως αμοιβή Στο τέλος ακόμη και τα τρόφιμα άρχισαν να τελειώνουν Η μητέρα μας όμως δεν κάθισε να θρυμίσει για τη φτώχεια μας Πήρε την αξίνα στα χέρια της και άρχισε να δουλεύει σε ξένα σπίτια και χωράφια Από εκεί και πέρα ο ιδρώτας της ήταν αυτός που μας έτρεφε Στις διακοπές των μαθημάτων μου την ακολουθούσα στα χωράφια Εκείνη δούλευε και εγώ έπαιζα κοντά της Μια μέρα, τάθος επιστρέφαμε, μας έπιασε ξαφνικά δυνατή καταιγίδα Δεν ήμασταν πολύ μακριά από το χωριό Αλλά έπρεπε να περάσουμε έναν χήμαρο που είχε φουσκώσει από τη βροχή και κατέβαινε ορμητικός Η μητέρα μου θέλησε να με σηκώσει στον ώμο της Αρνήθηκα Νόμιζα πως μπορούσα να περάσω μόνος μου Σήκωσα τα ρούχα μου και μπήκα στο ρεύμα πριν προλάβει να με κρατήσει Δεν είχα υπολογίσει σωστά τη δύναμή μου Τα γόνατά μου λύγισαν, έχασα το πάτημά μου και το νερό με παρέσυρε Η μητέρα μου έπεσε στο νερό για να με σώσει Ήταν ήδη εξαντλημένη από τη δουλειά και τη ζέστη

Όμως δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή τον κίνδυνο Με άρπαξε και κατάφερε να με βγάλει από το ρεύμα Με κουβάλησε μέχρι το σπίτι Όταν φτάσαμε, μου έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα και με έντυσε με στεγνά «Μη δουλεύεις πια, μάνα» της είπα «Και ποιος θα μας στρέψει, παιδί μου, αν δεν δουλεύω εγώ» «Εγώ, μάνα, εγώ» «Και το ψυχοπέδι μας» «Και εκείνο εγώ θα το φροντίσω, μάνα»

Η μητέρα μου χαμογέλασε. «Ας έχεις την ευχή μου, παιδί μου». Πέρασαν τα χρόνια. Έφυγα για τα ξένα. Και ύστερα από πολύ καιρό επέστρεψα στο σπίτι μας. Στο διάστημα της απουσίας μου όμως είχαν αλλάξει πολλά. Η μητέρα μου, που δεν άντεχε τη σιωπή και την ερημιά που είχε αφήσει πίσω της ο θάνατος της Ανιός, είχε πάρει στο σπίτι ένα μικρό κορίτσι, το Κατερινιό.

Ήταν ορφανό και η μητέρα μου το είχε πάρει κοντά της σαν ψυχοκόρη. Το είχε μεγαλώσει μαζί μας και το θεωρούσε πλέον δικό της παιδί. Εγώ όμως δεν το είχα γνωρίσει ποτέ πραγματικά. Όλα αυτά τα χρόνια είχα φτιάξει στο μυαλό μου μια διαφορετική εικόνα για την αδελφή που θα ήθελα να έχω. Φανταζόμουν ένα κορίτσι που θα μπορούσα να αγαπήσω, να προστατεύσω Να του διηγούμε όσα είχα δει στα ξένα Και κάποτε να το δω να παντρεύεται Όταν επέστρεψα και γνώρισα το κατεδινιό Η πραγματικότητα δεν τέριαζε με αυτήν την εικόνα Το παιδί δεν ήταν όπως το είχα φανταστεί Και αντί να προσπαθήσω να το γνωρίσω άρχισα να σκέφτομαι πως η μητέρα μου θα μπορούσε να είχε πάρει ένα άλλο κορίτσι Μία μέρα λοιπόν της είπα δώσ' το πίσω Αν με αγαπάς δώσ' το πίσω Εγώ θα σου φέρω μια άλλη αδελφή από την πόλη ένα όμορφο και έξυπνο κορίτσι Η μητέρα μου με κοίταξε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα «Νόμιζα πως εσύ θαραπούσες το Κατερινιό περισσότερο από τους άλλους» μου είπε «Και τι φταίει το καημένο, επειδή έγινε όπως το έπλασε ο Θεός»

«Αν είχες μια αδελφή άσχημη και με λίγο μυαλό, θα την έβγαζες στο δρόμο για να πάρεις μια άλλη όμορφη και έξυπνη» έμεινασε ο πλήλος «Όχι μητέρα, αλλά εκείνη θα ήταν παιδί σου» «Ενώ αυτή δεν σου είναι τίποτα». Η μητέρα μου ξέσπασε σε κλάματα. «Όχι, δεν είναι ξένο το παιδί. Είναι δικό μου. Το πήρα τριών μηνών πάνω από το λείψανο της μάνας του.

Το τήληξα στα σπάργανά σας και το κοίμησα στην κούνια σας. Είναι δικό μου το παιδί και είναι αδελφή σας». Την κοίταξα χωρίς να ξέρω τι να απαντήσω. Τότε η φωνή της χαμήλωσε. «Και εγώ το ήθελα καλύτερο. Αλλά η αμαρτία μου, βλέπεις, δεν έχει ακόμη σωθεί». Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό. «Ευχαριστώ σε, κύριε». Δεν κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε.

Ήξερα όμως πως πίσω από αυτά τα λόγια υπήρχε κάτι που η μητέρα μου κουβαλούσε χρόνια. Και τότε μου το είπε. Έχω κάτι μέσα στην ψυχή μου βαρύ Πολύ βαρύ παιδί μου Μέχρι τώρα το γνωρίζει μόνο ο Θεός και ο πνευματικός μου Εσύ είσαι διαβασμένος και ίσως μπορέσεις να με καταλάβεις Κλείσε την πόρτα και κάτσε να σου το πω Ίσως με παρηγορήσεις λίγο Ίσως με λυπηθείς και αγαπήσεις το Κατερινιό σαν να ήταν αδελφή σου.

Έκλεισα την πόρτα και κάθισα δίπλα της. Η μητέρα μου κατέβασε το κεφάλι. Έμοιαζε με κατάδικο που στεκόταν μπροστά στον δικαστή του και περίμενε να αποκαλυφθεί το εγκλημά του. Ύστερα με κοίταξε. «Το θυμάσαι το ανιό μας» «Πώς δεν το θυμάμαι, μητέρα» «Ήταν η μόνη μας αδελφή» Και ξεψύχησε μπροστά στα μάτια μου. Ανασθέναξε.

Ναι, αλλά δεν ήταν το μόνο μου κορίτσι. Και τότε άρχισε να μου διηγείται την ιστορία που είχε κρατήσει κρυμμένη τόσα χρόνια. Ο πατέρας μας ζούσε ακόμη. Η μητέρα μας είχε αποκτήσει το πρώτο της κορίτσι και εκείνη την εποχή είχε γίνει ένας γάμος στο χωριό. Το πρωί έγινε το στεφάνωμα και το βράδυ μαζεύτηκαν οι καλεσμένοι στο σπίτι Έπαιζαν τα βιολιά, ο κόσμος έτρωγε στην αυλή και το κρασί περνούσε από χέρι σε χέρι Ο πατέρας μας αγαπούσε τον χορό Κάποια στιγμή έριξε το μαντήλι του στη μητέρα μας και την κάλεσε να χορέψουν Εκείνη ήταν ακόμη νέα και αγαπούσε και εκείνη τον χορό Χόρεψαν Και χόρεψαν περισσότερο από όλους Όσο περνούσε όμως η ώρα Η μητέρα μας άρχισε να σκέφτεται το μωρό Ήταν στο σπίτι και πεινούσε Πλησίασε τον πατέρα μας Άντρα, έχω το παιδί στην κούνια Και δεν μπορώ να μείνω άλλο Το παιδί πεινάει Το έχω φασιώσει Και δεν μπορώ να το θυλάσω μέσα στον κόσμο με τα καλά μου ρούχα.

Εγώ θα πάρω το μωρό και θα πάω στο σπίτι. Ο πατέρας μας την έπεισε να μείνει λίγο ακόμη. Όταν τελείωσε το γλέντι πήραν μαζί τον δρόμο για το σπίτι. Ο υπηρέτης προχωρούσε μπροστά κρατώντας το φανάρι. Ο πατέρας μας κρατούσε το μωρό και τη μητέρα μας από το χέρι. Κάποια στιγμή κατάλαβε πως εκείνη είχε κουραστεί. «Κουράστηκες βλέπω γυναίκα «Ναι, Μιχαλίο, κουράστηκα».

«Άντε, βάλε ακόμη λίγη δύναμη μέχρι να φτάσουμε. Θα στρώσω εγώ τα στρώματα. Μετάνιωσα που σε έβαλα να χορέψεις τόσο». «Την πειράζει, άντρα. Το έκανα για χάρη σου. Αύριο θα ξεκουραστώ». Όταν έφτασαν στο σπίτι, η μητέρα μας φρόντισε το μωρό και το θύλασε. Ο πατέρας μας ετοίμασε τα στρώματα και ύστερα ξάπλωσαν. Μέσα στη νύχτα η μητέρα μας νόμισε πως άκουσε το παιδί να κλαίει Σηκώθηκε και πήγε στην κούνια Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της Ήταν όμως τόσο κουρασμένη που δεν μπορούσε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά Το έβαλε δίπλα της στο κρεβάτι, το θύλασε και αποκοιμήθηκε Όταν άρχισε να ξημερώνει, σηκώθηκε για να βάλει το παιδί πάλι στην κούνια.

Το πήρε στην αγκαλιά της. Και τότε κατάλαβε πως δεν κουνιόταν. Ξύπνησε τον πατέρα μας. Το ξεφάσκιοσαν και προσπάθησαν να το επαναφέρουν. Ήταν όμως νεκρό. Ο πατέρας μας κοίταξε τη μητέρα μας. «Το πλάκωσες», της είπε. Η μητέρα μας άρχισε να κλαίει και να φωνάζει. Εκείνος της έκλεισε το στόμα με το χέρι. «Σώπα! Τι φωνάζεις έτσι!

Θέλεις να ξεσηκώσεις τη γειτονιά και να πει ο κόσμος πώς μέθησες και πλάκωσες το παιδί σου!» Η μητέρα μας σώπασε. Έθαψαν το παιδί. Αλλά εκείνη δεν το έθαψε ποτέ μέσα της. Από εκείνη την μέρα πίστεψε πως είχε σκοτώσει το παιδί της Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να την παρηγορήσουν Της έλεγαν πως ήταν ακόμη νέα και πως ο Θεός θα της έδινε κι άλλα παιδιά Όμως εκείνη δεν μπορούσε να ξεχάσει Και ύστερα γεννήθηκα εγώ Η γέννησή μου έφερε χαρά στο σπίτι αλλά ο πατέρας μας εξακολουθούσε να θέλει ένα κορίτσι.

Η μητέρα μας έκανε ένα τάμα και όταν ύστερα από λίγο καιρό έμεινε ξανά έγκυος πίστεψε πως ο Θεός είχε ακούσει την προσευχή της. Γέννησε κορίτσι και το ονόμασε Ανιώ. Για τη μητέρα μας η γέννηση της Ανιώς ήταν κάτι περισσότερο από χαρά. Ήταν σαν να της είχε επιστραφεί αυτό που είχε χάσει Γι' αυτό κάθε αρρώστια της την τρόμαζε Κάθε φορά που η Ανιώ ανέβαζε πυρετό Η μητέρα μας ξαναζούσε εκείνη την πρώτη νύχτα Και όσο η κατάσταση της κόρης της χειροτέρευε Τόσο περισσότερο μεγάλωνε μέσα της υπεποίθηση Πως ο Θεός την τιμωρούσε για το παιδί που είχε χάσει Τώρα καταλάβαινα γιατί είχε κάνει τα πάντα για να σώσει την Ανιό Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι θα είχανε ξανά το ίδιο παιδί Και όταν τελικά η Ανιό πέθανε Η μητέρα μας ένιωσε πως η ζωή της Είχε επιστρέψει στο ίδιο σημείο από που είχε αρχίσει η ενοχή της Τότε κατάλαβα και το Κατερινιό Δεν το είχε πάρει απλώς επειδή ήθελε ένα κορίτσι στο σπίτι Το παιδί είχε γίνει για εκείνη παρηγοριά Η φροντίδα του ήταν ένας τρόπος να δει μια αγάπη

Εκεί όπου πίστευε πως κάποτε είχε αποτύχει Ένας τρόπος να ζήσει με αυτό που κουβαλούσε μέσα της Για μένα, μου είπε, η φροντίδα αυτού του παιδιού είναι παρηγοριά και ανακούφιση Όσο περισσότερο βασανίζομαι και στεναχωριέμαι Τόσο λιγότερο θα με τιμωρήσει ο Θεός για το παιδί που πλάκωσα Δεν απάντησα αμέσως. Κοίταξα τη μητέρα μου και θυμήθηκα όλα όσα είχα δει τόσα χρόνια. Την αγωνία της δίπλα στην Ανιώ, τις ατέλειωτες προσευχές, τα φυλαχτά, τις εκκλησίες και τη φροντίδα που έδειχνε στο Κατερινιώ. Όλα είχαν πλέον μια εξήγηση.

«Συγχώρεσε με μητέρα», της είπα. «Δεν κατάλαβα. Θα αγαπώ το κατερνιό σαν αδελφοί μου». Η μητέρα μου δεν απάντησε. Μόνο με κοίταξε. Κι εγώ έμεινα ασιοπυλός δίπλα της. Για πρώτη φορά δεν έβλεπα τη γυναίκα που αγαπούσε υπερβολικά ένα παιδί. Έβλεπα μία μάνα που είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή της προσπαθώντας να ζήσει με μία απώλεια που δεν μπορούσε να ξεπεράσει 28 χρόνια είχαν περάσει κι όμως μέσα στην καρδιά της εκείνη η νύχτα ήταν ακόμη ζωντανή Κάποιες φορές ο χρόνος δεν γιατρεύει μία πληγή απρός μαθαίνεις τον άνθρωπο να ζει μαζί της και αυτό ήταν το βάρος που κουβαλούσε η μητέρα του αφηγητή όχι μόνο η απώλεια ενός παιδιού αλλά η πεποίθηση πως έφταιγε η ίδια για τον θάνατό του Αυτή ήταν η ιστορία το αμάρτημα της μητρός μου του Γεωργίου Βυζίνου μια ιστορία για μια μητέρα μια ενοχή και μια αγάπη που δεν κατάφερε ποτέ να σβήσει.

Εσείς ακούγατε τις ιστορίες μετά τα μεσάνυχτα. Αν σας άρεσε αυτή η ιστορία, μείνετε μαζί μας. Νέες ιστορίες κάθε Πέμπτη και Κυριακή. Καλή μύχτα!

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00