Αυτά τα ελληνικά νησιά τα έχεις δει στον κινηματογράφο χωρίς να το καταλάβεις
Καρέ-ΚαρέΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Τα ελληνικά νησιά δεν χάρισαν μόνο μαγευτικές εικόνες στους ταξιδιώτες, αλλά και μερικά από τα πιο αξέχαστα καρέ του ελληνικού κινηματογράφου. Στο νέο επεισόδιο του «Καρέ Καρέ», του podcast του e-daily.gr, ταξιδεύουμε από την Κέρκυρα και τις Σπέτσες μέχρι τη Μύκονο, την Ύδρα, την Κρήτη και πολλά ακόμη νησιά που έγιναν το ιδανικό σκηνικό για αγαπημένες ελληνικές ταινίες. Ανακαλύπτουμε τις ιστορίες πίσω από τα γυρίσματα, τις τοποθεσίες που έγραψαν ιστορία και τον τρόπο με τον οποίο ο κινηματογράφος ανέδειξε την ομορφιά της Ελλάδας.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Πρωταγωνιστές μας θα είναι τα ίδια τα ελληνικά νησιά Μέλη που δεν λειτουργήσαν απλώς ως όμορφα σκηνικά για τις ανάγκες μιας ταινίας Αλλά έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησης Συνέβαλαν στη δημιουργία αξέχαστον εικόνων Και σε πολλές περιπτώσεις γνώρισαν τεράστια προβολή μέσα από τη μεγάλη οθόνη Από τη δεκαετία του 50, όταν ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στην πιο δημιουργική του περίοδο και ο τουρισμός άρχισε να αναπτύσσεται δυναμικά μέχρι και τις επόμενες δεκαετίες τα νησιά αποτέλεσαν ιδανικό σκηνικό για κωμωδίες, ρομαντικές ιστορίες, δράματα αλλά και ταινίες με έντονο κοινωνικό ή πολιτικό συμβολισμό.
Οι δημιουργοί αξιοποίησαν το φως, τη θάλασσα, τα σοκάκια, τα λιμάνια και τα παραδοσιακά χωριά χαρίζοντας εικόνες που παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα. Το ταξίδι μας ξεκινά από το Ιόνιο και συγκεκριμένα από την Κέρκυρα ένα από τα πρώτα νησιά που συνδέθηκαν τόσο έντονα με τον ελληνικό κινηματογράφο. Το 1972 ο Αλέκος Ακελάριος κινοθετεί την κόμισα της Κέρκυρας με πρωταγωνίστρια τη μοναδική Ρένα Βλαχοπούλου.
Η ταινία είναι ένα πραγματικό κινηματογραφικό αφιέρωμα στο νησί, αφού ο θεατής περιηγείται στην Παλιοκαστρίτσα, στη Σπιανάδα, στα Καντούνια και φυσικά στο Ποντιγκονίση. Η Βλαχοπούλου τραγουδά το χαρακτηριστικό «Κέρκυρα, Κέρκυρα» και η ταινία καταγράφει μια εποχή κατά την οποία το νησί εξελισσόταν σε έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1960, η Κέρκυρα είχε φιλοξενήσει ακόμα μια αξέχαστη παραγωγή, το ρατεβού στην Κέρκυρα του Ντίμι Δαδίρα, σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλη και μουσική του Μάνου Χατζηδάκη. Πρωταγωνιστές ήταν η Τζένι Καρέζη και ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Η ιστορία ακολουθεί την Τιάννα, κόρη ενός πλούσιου επιχειρηματία η οποία αποφασίζει να κρύψει την πραγματική της ταυτότητα και να παρουσιαστεί ως μια απλή κοπέλα με το όνομα Μίρκα προκειμένου να κερδίσει την καρδιά του αγαπημένου της χωρίς να επηρεάζεται από την οικονομική της κατάσταση Έτσι πιάνει δουλειά στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου που διευθύνει η μητέρα του νεαρού άντρα ενώ η πανέμορφη Κέρκυρα γίνεται το ιδανικό σκηνικό για μία από τις πιο κομψές ρομαντικές κομμωδίες της εποχής.
Η ταινία γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία ενώ μέχρι σήμερα ξεχωρίζει και για τη συμμετοχή της Νάνας Μούσχουρη η οποία ερμηνεύει το τραγούδι «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» που είχε ήδη βραβευθεί στο πρώτο φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης. Από την Κέρκυρα το κινηματογραφικό μας ταξίδι συνεχίζεται στις Σπέτσες. Το 1966 προβάλλεται η θρηλυκή «Τζένι Τζένι» του Ντίνου Δημόπουλου με την Τζένι Καρέζη και τον Ανδρέα Μπάρκουλη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Αν και πρόκειται για μια κομμωδία με έντονη πολιτική σάτυρα, οι Σπέτσες πρωταγωνιστούν σχεδόν σε κάθε σκηνή, προσφέροντας το ιδανικό φόντο για την ιστορία δύο νέων ανθρώπων που προέρχονται από αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα. Η ταινία έμεινε στην ιστορία τόσο για την ατμόσφαιρά της όσο και για τις ατάκες του Διονύης Παπαγιανόπουλου με το περίφημο «Γόρτσος Γόρτσος»
να αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου. Στη συνέχεια, το ταξίδι μας οδηγεί στη Ρόδο, ένα νησί που τη δεκαετία του 60 άρχισε να μετατρέπεται σε διεθνή τουριστικό προορισμό και αξιοποιήθηκε ιδιαίτερα από τον ελληνικό κινηματογράφο. Το δόλωμα του Αλέκου Σακελάριου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη συγκαταλέγεται στις πιο αγαπημένες ταινίες της εποχής.
Η Ρόδος παρουσιάζεται μέσα από τις πηγές της Καλυθέας, τις παραλίες και τα εντυπωσιακά τοπία της ενώ η Αλίκη χαρίζει μία από τις πιο χαρακτηριστικές ερπινίες της τραγουδώντας το «Μου αρέσουν τα γόρια» Παράλληλα, η σκηνή όπου αποχαιρετά τον αγαπημένο της στις πηγές της Καλυθέας παραμένει μία από τις πιο τρυφερές στιγμές του ελληνικού σινεμά Λίγα χρόνια αργότερα ακολουθούν το κάτι κουρασμένα παλικάρια του Ντίνου Δημόπουλου, με πρωταγωνιστή τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.
Η ταινία αξιοποιεί τη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου, τα μεγάλα ξενοδοχεία που μόλις είχαν αρχίσει να λειτουργούν και τη νέα εικόνα που αποκτούσε το νησί ως σύγχρονος τουριστικός προορισμός. Ο Κωνσταντάρας υποδίεται έναν εύπορο αλλά ξεμοραμένο γόη που προσπαθεί να κατακτήσει την νεαρή Νώρα Βαλσάμι χαρίζοντας μερικές από τις πιο απολαυστικές κομμουκές κοινές της καριέρας του Μαζί του φυσικά ο Διονύς Παπαγιανόπουλος, ο οποίος προσθέτει ακόμη μια ιστορική ατάκα με το περίφημο «Χούφτοστη-χούφτοστη» που έμεινε στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου δράματα που αγαπήθηκαν ως ολίγες.
Πρώτος σταθμός είναι «Η Άνδρος» και η ταινία «Κορίτσια στον ήλιο» του Βασίλη Γεωργιάδη που προβλήθηκε το 1968. Πρόκειται για μία από τις πιο αναγνωρίσιμες ελληνικές ταινίες στο εξωτερικό καθώς προτάθηκε ακόμη και για χρυσή σφαίρα συμβάλλοντας σημαντικά στην προβολή τόσο του ελληνικού κινηματογράφου όσο και της ίδιας της χώρας.
Ο Γιάννης Βόγλης υποδίεται ένα νεαρό βοσκό που γνωρίζει μια Σουηδή τουρίστρια, την οποία ερμηνεύει η Αν Λόμπερκ. Παρά το γεγονός ότι οι δύο νέοι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με λόγια, αναπτύσσεται ανάμεσά τους ένας ιδιαίτερος δεσμός. Σε μια εποχή που η Ελλάδα άρχιζε να υποδέχεται όλο και περισσότερους επισκέπτες από το εξωτερικό.
Η Άνδρος παρουσιάζεται σχεδόν ανέγκυχτη. Οι έρημες παραλίες, τα πέτρινα μονοπάτια, οι ανεμόμυλοι και τα παραδοσιακά χωριά δημιουργούν ένα σκηνικό που δύσκολα ξεχνά κανείς ενώ φυσικά δεν λείπει η περίφημη σκηνή με την ατάκα Στάσου Μίγδαλα που έχει περάσει στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Από την Άνδρο περνάμε στην Αντίπαρο όπου γυρίστηκε το 1960 η Μανταλένα του Ντίνου Δημόπουλου με πρωταγωνιστές την Αλίγη Δουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.
Η ταινία μας μεταφέρει σε μια εποχή όπου τα μικρά κυκλαδίτικα νησιά ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά από τη θάλασσα. Η Αλίγη υποδίεται μια νεαρή καπετάνισσα που αγωνίζεται να συντηρήσει την οικογένειά της, ενώ παράλληλα έρχεται αντιμέτωπη με τον ανταγωνισμό αλλά και τον έρωτα. Η αντίπαρος δεν λειτουργεί απλώς ως φόντος της ιστορίας.
οι ψαρόβαρκες, οι ανεμόμυλοι, τα παραδοσιακά σπίτια, τα πανηγύρια και οι χοροί αποτυπώνουν μια αυθεντική εικόνα του Αιγαίου που σήμερα έχει σχεδόν χαθεί. Παράλληλα, η μουσική του Μάνου Χατζηδάκη συνοδεύει ιδανικά την αφήγηση ενώ τραγούδια όπως το «Μέσα αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή» αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της ελληνικής μουσικής.
Το ταξίδι συνεχίζεται στη Μύκονο, η οποία στα τέλη της δεκαετίας του 1960 είχε ήδη αρχίσει να αποκτά τη φήμη του κοσμοπολιτικού προορισμού. Η πρώτη στάση είναι η Παριζιάννα του Γιάννη Δαλιανίδη με τη Ρένα Βλαχοπούλου στο ρόλο της Πελαγίας Καραμπουμπούνα, μιας απλής μοδίστρας που βρίσκεται ξαφνικά στη Μύκονο ως διάσημη σχεδιάστρια μόδας από το Παρίσι.
Η ταινία αξιοποιεί τα σοκάκια, τους ανεμόμυλους, τις παραλίες και την νυχτερινή ζωή του νησιού, αποτυπώνοντας τη μετάβασή τους σε έναν από τους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς της Μεσογείου. Από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές παραμένει εκείνη με τον Κώστα Καρά, ο οποίος προσπαθεί να κάνει καμάκι σε ξένες τουρίστριες, χρησιμοποιώντας κασετοφωνάκι που επαναλαμβάνει στα αγγλικά τη φράση «You are beautiful, I love you».
μέχρι που το σχέδιό του γυρίζει μπούμεραγκ, όταν μία τουρίστρια απαντά με το δικό της ηχογραφημένο μήνυμα. Στην Μύκονο επιστρέφει και η ταινία «Η Αναζήτηση» του Ερίκου Ανδρέου, με πρωταγωνιστές την Έλενα Αναθαναήλ και τον Άγγελο Αντωνόπουλο. Σε αντίθεση με τις ανάλαφρες κομμωδίες της εποχής, εδώ το νησί αποκτά πιο ατμοσφαιρικό χαρακτήρα.
Τα γυρίσματα αξιοποιούν τις παραλίες, το λιμάνι και τα σοκάκια της Μικόνου, ενώ η μουσική του Γιάννης Πανού δημιουργεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές καλοκαιρινές κινηματογραφικές ατμόσφαιρες της δεκαετίας του 70. Από τις κυκλάδες, το ταξίδι μας οδηγεί στην Κρήτη, η οποία πρωταγωνιστεί στην αγαπημένη ταινία «Η Νεράιδα και το Παλικάρι» του Ντίνου Δημόπουλου.
Η ιστορία των Βροντάκεδων και των Φουρτουνάκεδων έχει πλέον περάσει στη λαϊκή κουλτούρα Η Αλήγη Βουγιουκλάκη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ ενσαρκώνουν δύο νέους που ερωτεύονται παρά τη διαχρονική έχθρα των οικογενειών τους σε μια ιστορία που θυμίζει το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα Η ταινία παρουσιάζει μοναδικές εικόνες της Κρήτης αναδεικνύοντας τα ορεινά χωριά, τα φαράγγια τις παραδοσιακές φορεσιές, τις μαντινάδες, τους χορούς και τα τοπικά έθιμα.
Περισσότερο από μια ερωτική ιστορία, αποτελεί ένα κινηματογραφικό πορτρέτο της κρητικής παράδοσης, το οποίο εξακολουθεί να συγκινεί μέχρι σήμερα. Λίγοι γνωρίζουν ότι ακόμη ένα κυκλαδίτικο νησί πρωταγωνιστούσε σε μια διαφορετική ταινία της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Η Τζιά, η Αλλιοςκαία, φιλοξένησε τα γυρίσματα της Μαρίας της Σιωπής Μιας από τις πιο δραματικές ερμηνείες της μεγάλης πρωταγωνίστριας Σε αντίθεση με τις ανάλαφρες κομμωδίες που τη συνόδευσαν στη μεγαλύτερη διάρκεια της καριέρας της Εδώ η Αλίκη δοκιμάζεται σε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο Το νησί, με το άγριο φυσικό του τοπίο και τη λυτή ομορφιά του Ενισχύει τη δραματικότητα της ιστορίας και που δεικνύει ότι τα ελληνικά νησιά μπορούσαν να φιλοξενήσουν όχι μόνο καλοκαιρινές κωμωδίες, αλλά και ταινίες με έντονο συναισθηματικό βάθος.
Από τις Κυκλάδες και την Κρήτη, το ταξίδι μας συνεχίζεται σε νησιά που μπορεί να μην φιλοξένησαν τόσες πολλές παραγωγές, όμως κατάφερα να χαρίσουν στο ελληνικό κινηματογράφο μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες του. Πρώτος σταθμός είναι η Ήδρα ένα νησί που έχει πρωταγωνιστήσει τόσο στο ελληνικό όσο και στο διεθνή κινηματογράφο.
Από τις πιο χαρακτηριστικές ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν εκεί είναι οι Γοργόνες και Μάγκες του Γιάννη Δαλιανίδη. Η ιστορία ξεκινά όταν μια παρέα Αθηναίων φτάνει σε ένα μικρό νησί με σκοπό να αγοράσει εκτάσεις γης έχοντας πληροφορηθεί ότι μια μεγάλη ελβετική εταιρεία σκοπεύει να το μετατρέψει σε τουριστικό παράδεισο.
Το νησί αυτό είναι η Ήδρα και μέσα από την ταινία παρακολουθούμε τη σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση και την ανάπτυξη αλλά και μια σειρά από ξεκαρδιστικές καταστάσεις που εξελίσσονται μέσα στο αυθεντικό νησιώτικο τοπίο. Οι εικόνες από το λιπάνι, τα αρχοντικά, τα σοκάκια και τα γαϊδουράκια που αποτελούσαν τότε το βασικό μέσο μεταφοράς, αποτυπώνουν την Ήδρα λίγο πριν μετατραπεί σε έναν από τους πιο διάσημους τουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας.
Παράλληλα οι ταινίες και η μουσική ιστορία, καθώς σε αυτήν ακούγεται για πρώτη φορά η φωνή της Μάρτας Καραγιάννη. Στην ίδια Ήδρα, λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Μιχάλης Κακογιάννης είχε γυρίσει το εμβληματικό «Κορίτσι με τα μαύρα». Εδώ το νησί παρουσιάζεται εντελώς διαφορετικά. Δεν είναι ο ανέμελος καλοκαιρινός προορισμός, αλλά ένας τόπος γεμάτος σιωπή, αυστηρούς κοινωνικούς κανόνες και βαθιά ανθρώπινα πάθη.
Η ασπρομαύρη φωτογραφία αναδεικνύει κάθε πέτρα, κάθε σοκάκι και κάθε λιμενοβραχίωνα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που παραμένει μοναδική ακόμα και σήμερα. Είναι ίσως η πιο δραματική κινηματογραφική απεικόνηση ενός ελληνικού νησιού και μία από τις σημαντικότερες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου. Από την Ήδρα, περνάμε στον Πόρο, που φιλοξένησε τα γυρίσματα της κομμωδίας Τίφλα Νάχιο Μάρλον Μπράντο με το Θανάση Βέγγο.
Η ταινία αξιοποιεί σχεδόν ολόκληρο το νησί. Το λιμάνι, οι παραλίες, τα στενά δρομάκια και φυσικά το ιστορικό ξενοδοχείο Χρυσή Αυγή, το οποίο σήμερα λειτουργεί με διαφορετική ονομασία, γίνονται μέρος της αφήγησης. Ο Βέγκος τρέχει ασταμάτητα όπως μόνο εκείνος ήξερε, χαρίζοντας μία από τις χαρακτηριστικές του ερμηνείες, ενώ ο Πόρος προβάλλεται ως ένας ιδηλιακός τόπος διακοπών, γεμάτος φως και καλοκαιρινή ανεμελιά.
Συνεχίζουμε στην Κο, όπου γυρίστηκε η ταινία «Ποια είναι η Μαργαρίτα». Πρόκειται για μία κομμωδία παρεξηγήσεων με πρωταγωνιστή τον Γιάννη Φέρτη, η οποία όμως λειτουργεί ταυτόχρονα και ως ένα κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ για το νησί. Η κάμερα περιηγείται στα σημαντικότερα σημεία της ΚΟ, όπως το Δημαρχείο, το Ακτέον, τη Γέφυρα του Κάστρου, τον Πλάτανο του Ιπποκράτη και το εμβληματικό ξενοδοχείο Ξενία, αποτυπώνοντας την κοσμοπολίτικη εικόνα που αποκτούσε σταδιακά το νησί τη δεκαετία του 1960.
Η Αίγινα αποτέλεσε επίσης πρωταγωνίστρια πρωταγωνίστηρα σε μία από τις πρώτες μεγάλες καλοκαιρινές επιτυχίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη τις διακοπές στην Αίγινα. Η ταινία γυρίστηκε το καλοκαίρι του 1957 και θεωρείται μέχρι σήμερα η πιο χαρακτηριστική κινηματογραφική προβολή του νησιού. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας και ο Ανδρέας Μπάρκουλης πρωταγωνιστούν σε μία ανάλαφρη ιστορία γεμάτη παρεξηγήσεις, έρωτες και καλοκαιρινή διάθεση.
Ενώ οι κάρτοικοι της Αίγινας συμμετείχαν ακόμη και ως κομπάρσες στα γυρίσματα. Είναι μια από τις πρώτες ταινίες που αξιοποίησαν το ελληνικό νησί όχι απλώς ως σκηνικό, αλλά και ως βασικό στοιχείο της αφήγησης. Από τον Αργοσαρονικό, περνάμε στην Πάτμο. και στις όμορφες μέρες του Κώστα Σιμακόπουλου. Η Πάτμος παρουσιάζεται μέσα από δύο διαφορετικούς κόσμους.
Από τη μία πλευρά είναι το νησί της Αποκάλυψης, της ηρεμίας και της παράδοσης. Από την άλλη είναι ένας τόπος που αρχίζει να γνωρίζει τον τουρισμό και να αλλάζει. Η ταινία, αν και σήμερα θεωρείται σχεδόν ξεχασμένη, αποτυπώνει μοναδικές εικόνες του νησιού στις αρχές της δεκαετίας του 70, λίγο πριν η τουριστική ανάπτυξη αλλάξει οριστικά την εικόνα του Αιγαίου.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στον τελευταίο, ίσως πιο ιδιαίτερο, σταθμό αυτού του ταξιδιού. Τη Μακρόνισο. Εδώ δεν υπάρχουν τουριστικά τοπία, παραλίες ή καλοκαιρινή έρωτες. Υπάρχει μόνο η ιστορία. Στο Happy Day του Παντελή Βούλγαρη, η Μακρόνισος μετατρέπεται σε έναν τόπο σύμφωλο. Αν και το όνομα της δεν αναφέρεται ποτέ ρητά μέσα στην ταινία όλοι γνωρίζουν την πραγματικά εκπροσωπή Το Ξερονίση γίνεται το σκηνικό μιας αλληγορίας για την εξωρία τον εμφύλιο, τη βία και τη συλλογική μνήμη Είναι ίσως η πιο διαφορετική κινηματογραφική αξιοποίηση ελληνικού νησιού αφού εδώ το τοπίο δεν υπηρετεί την ομορφιά αλλά την δραματουργία και την ιστορική μνήμη Όταν βλέπουμε αυτές τις ταινίες, δεν επιστρέφουμε μόνο στους αγαπημένους μας ητοποιούς.
Επιστρέφουμε και σε μια άλλη Ελλάδα. Μια Ελλάδα που μπορεί να έχει αλλάξει, αλλά συνεχίζει να ζει μέσα από κάθε καρέ του ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν το καρέ-καρέ από το e-daily.gr με τη Δάφνη Τσάρτσαρου. Αν σας άρεσε αυτό το επεισόδιο κάντε follow, αφήστε την αξιολόγησή σας και μοιραστείτε το με την παρέα σας Μας ακούτε στο Spotify, στο YouTube Podcast και σε όλες τις μεγάλες πλατφόρμες
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα