Επεισόδιο 19: Ο Θεσμός της Βασιλείας στην Ελλάδα (1830-1974)
Ξεφυλλίζοντας τον 20ό ΑιώναΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Σε αυτό το επεισόδιο του podcast "Ξεφυλλίζοντας τον 20ό Αιώνα", ο Πέτρος Κώρης συζητά με τον Σπυρίδωνα Πλουμίδη με αφορμή το βιβλίο του «Η της πολιτείας Δόξα. Στέμμα και πολιτική στην Ελλάδα (1830-1974) », το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας. Στη συζήτηση αναδεικνύονται η σχέση του θεσμού της ελληνικής βασιλείας με την πολιτική, καθώς και οι σημαντικότεροι σταθμοί στην ιστορία του στέμματος.
Μουσική Σήματος: Ball | Urban Hip-Hop | SoundAudio. Στη μουσική επένδυση του επεισοδίου, βρίσκουμε την αποτύπωση της απροσδόκητης (;) φιλοβασιλείας γνωστών ρεμπετών του μεσοπολέμου, με αφορμή τα γεγονότα της παλινόρθωσης του Γεωργίου Β΄ το 1935 και της έλευσης των λειψάνων του Κωνσταντίνου Α΄ώστε να ταφούν στην Ελλάδα το 1936.
Ο Κώστας Ρούκουνας τραγουδά "Ξύπνα Μεγάλε Κωνσταντίνε" σε σύνθεση Ιάκωβου Μοντανάρη και "Ήρθε ο Κωνσταντίνος μας" σε σύνθεση Περιστέρη, ενώ ο Μάρκος Βαμβακάρης καλωσορίζει τον Γεώργιο Β' μετά το δημοψήφισμα υπέρ της βασιλείας στο σχετικό τραγούδι που συνέθεσε το 1935.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Προτού γίνει αυτό όμως, η πιο βασική ερώτηση για έναν ερευνητή και μια ερευνήτρια είναι αυτή. Ποιες πηγές χρησιμοποιήσατε ώστε να τεκμηριώσετε αυτά τα 144 χρόνια, και κάτι λιγότερο φυσικά, της ελληνικής βασιλείας. Πολλές και διάφορες πηγές και αρχαιακές, αδημοσίευτες και δημοσιευμένες έντυπες δηλαδή, όπως είναι ο τύπος πάνω απ' όλα, ο οποίος περιέχει ένα πλούτο πληροφοριών, αλλά θα έλεγα ότι η πολυτιμότερη πηγή, αυτή που άπτεται άμεσα του αντικειμένου αυτού του βιβλίου μου, είναι το αρχείο των βασιλικών ανακτόρων που υπάρχει ατόφιο στην κεντρική υπηρεσία των γενικών αρχείων του κράτους, των ΓΑΚ, εδώ στην Αθήνα, στο παλαιό ψυχικό.
Από εκεί και πέρα βέβαια όλα αυτά τα συνδύασα και με πολλές άλλες όπως σας είπα πηγές Πρωτίστως με διπλωματικά έγγραφα και τεκμήρια από το Βρετανικό αρχείο Το αρχείο του Foreign Office που ανήκουν στα Εθνικά Αρχεία του Ηνωμένου Βασιλείου Και από το αρχείο του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών το οποίο επίσης έχει αρκετά σχετικά έγγραφα για τις κινήσεις ειδικά του τελευταίου βασιλιά των Ελλήνων, του Κωνσταντίνου Β' Στον τύπο κάνατε κάποια επιλογή των έντυπων των εφημερίδων που διαλέξατε, για παράδειγμα επιλέξατε με κριτήριο το πόσα φύλλα παράγει κάθε εφημερίδα, πόσο δημοφιλήσταν μια εφημερίδα Αυτό πάντοτε έχει βαρύτητα, ιστορική βαρύτητα, η απίχυση που είχε του κάθε φύλλο, αλλά κατά περίπτωση αξιοποίησα δεκάδες δημοσιογραφικά φύλλα, διότι οι πληροφορίες που αναζητούσα και οι λεπτομέρειες πρωτίστως ήταν πάρα πολλές.
Ιδιαίτερα για τα Ιουλιανά του 1965 και το πώς φτάσαμε στην 21η Απριλίου του 1967. Εκεί είδα μια μεγάλη γκάμα από εθημερίδες. Ωραία. Πώς πήρατε την απόφαση να ερευνήσετε και να γράψετε για το θεσμό της Βασιλείας και μάλιστα για όλη τη διάρκεια της ζωής τους στην Ελλάδα. Κοιτάξτε, η Βασιλεία είναι ένας θεσμός παραγνωρισμένος ιστορικά.
Απαξιώθηκε πολιτικά με τη μεταπολίτευση και εξεχάστηκε, θα έλεγα. Δηλαδή τα έργα επιστημονικά αλλά και μη επιστημονικά που έχουμε για την ιστορία αυτού του θεσμού που είναι συνειφασμένος όμως με την ιστορία του όλου ελληνικού κράτους, με την νεότερη Ελλάδα, είναι ελάχιστα τα έργα που είχαμε ως τώρα. Αυτό ήταν ένα κριτήριο για να ασχοληθώ.
Το δεύτερο που με παρακίνησε είναι η μελέτη του ελευθερίου Βενιζέλου και του βενιζελισμού. Συνέγραψα μια μελέτη για τον ελευθέριο Βενιζέλου εν μέσω της πανδημίας του COVID το 2020 και είδε τον Ελευθέριο Βενιζέλο μέσα από το πρίσμα, σύν της άλλης, μέσα από το πρίσμα των αντιπάλων του, των αντιβενιζελικών όπως όλοι ξέρουμε και των βασιλιάδων, των βασιλέων με τους οποίους συγκρούστηκε ο ίδιος προπαντός τον Κωνσταντίνο τον πρώτο, αλλά γενικότερα ο Βενιζέλο όπως φαντάζομαι όλοι γνωρίζουμε έκτισε την πολιτική του καριέρα σε μια σύγκρουση, σχεδόν αδιάπτωτη σύγκρουση με το Στέμα.
Επομένως για να καταλάβω το Βενιζέλο μελέτησα τη Βασιλεία και από εκεί πήρα αφορμή για να μελετήσω τη Βασιλεία διεξοδικότερα. Και τη Βασιλεία βεβαίως και αυτή τη βλέπω όσο το δυνατόν πιο διαδραστικά με την ελληνική πολιτική όπως δηλώνει άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου μου. Ας επιστρέψουμε στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας, τον Όθωνα.
Ο τρόπος που ήρθε ο Όθωνας στην Ελλάδα φαίνεται ότι επικαθορίζει κατά κάποιον τρόπο τη βασιλεία στη διαχρονία της. Δηλαδή όταν ήρθε προβλήθηκε κατά κάποιον τρόπο ως μεσίας προερχόμενος από την αναπτυγμένη Δύση, ο οποίος θα επιφέρει μια γαλήνη στην κοινωνική αναρχία, στο ελληνικό χάος. Αυτά τα δύο μοτίβα, δηλαδή η ξένη παρέμβαση πρώτα και ο βασιλιάς ως εγγυητής ή σωτήρας της κοινωνικής γαλήνης της ισορροπίας εδώ στην Ελλάδα, δεύτερον φαίνεται ότι ιδιονίζονται συνεχώς σε όλη τη διάρκεια του θεσμού της βασιλείας στην Ελλάδα.
Πολύ σωστά. Η βασιλεία στην Ελλάδα ήρθε κυρίως ως αντίδοτο στην αναρχία όπως δηλώνω σε όλο το βιβλίο μου. Αυτό το μοτίβο διατρέχει όλη τη νεότερη ελληνική ιστορία μέχρι και το δημοψήφισμα για το πολιτιακό το 1974 και είναι απότοκο της ιστορικής εμπειρίας. δηλαδή μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, την οποία τώρα βλέπουμε στους κινηματογράφους μέσα από ένα έργο του Γιάννη του Σμαραγδή, ήταν ένα σημαδιακό γεγονός διότι επακολούθησε μια έντονη εμφύλια διαμάχη, ένας αδερφοκτόνος πόλεμος ανάμεσα στην Καποδιστριακή φατρία, της οποίας υγεί ο αδερφός του δολοφονημένου κυβερνήτη, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας και στην απέναντι όχθη ο Ιωάννης Κολέτης.
Η χώρα λοιπόν το 1831 και για πάνω από έξι μήνες βυθίστηκε στο χάος. Επικράτησε τελικά ο Κολέτης, αλλά η Ελλάδα αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσε να αυτοκυβερνηθεί. Οι Έλληνες ήταν ανίκανοι να διαχειριστούν τα του οίκου τους. Γι' αυτό και οι τρεις δυνάμεις που ιδρύσανε την Ελλάδα, η Αγγλία πρωτίστως, η Γαλλία και η Ρωσία, αποφάσισαν να φέρουν ένα βασιλιά και μάλιστα ξέρω βασιλιά από τη Βαυαρία, προκειμένου να επανέλθει η γαλήνη στον τόπο, να συμφιλειωθούν οι Έλληνες και να υπάρξει τελικώς πολιτική σταθερότητα που είναι η βάση για οτιδήποτε άλλο.
Αυτή την ιστορική εμπειρία τη βλέπουμε να επαναλαμβάνεται όταν εκδιώκεται από την Ελλάδα, ανατρέπεται από τον θρόνο και φεύγει κακή κακός από τη χώρα μας και όθωνα στο 1862. Οι Έλληνες βρίσκονται πάλι στα μαχαίρια. Ο ένας εξοντώνει τον άλλον, η Αθήνα αυτή τη φορά γίνεται ξανά πεδιομάχης, όπως 30 χρόνια νωρίτερα και οι τρεις δυνάμεις αναγκάζονται πάλι να παρέμβουν και να επιλέξουν έναν ακόμη βασιλιά, μια νέα δυναστή για την Ελλάδα, μη γερμανική αυτή τη φορά, προκειμένου η χώρα να βρει τους φυσιολογικούς της ρυθμούς.
Είμαστε στο έτος 1863, δηλαδή τώρα για να εξηγούμε όταν έρχεται στη χώρα μας ο Γεώργιος ο Πρώτος Και η ξένη παρέμβαση, όπως είπαμε, επαναλαμβάνεται και σε όλη τη διαχρονία της Δηλαδή το βλέπουμε και στο 1935 και μετέπειτα Υπάρχει ένα μοτίβο ξένων επεμβάσεων Αλλά και η βασιλεία ως αντίδοτο στο χάος της ελληνικής πολιτικής σκηνής κατά τη διάρκεια των χρόνων Ναι, αυτό το μοντίβο επαναλαμβάνεται στερεοτυπικά για προπαγανδιστικούς κυρίως λόγους.
Δεν υπάρχει η ίδια ιστορική εμπειρία το 1935 με την Παλήν Όρθωση, το 1974 με το δημοψήφισμα, αλλά στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα αυτό το στερεότυπο ασκούσε ακόμη, θα έλεγα, ικανή επιρροή. και ο βασιλιάς ήταν το σύμβολο της σταθερότητας και της συμφιλίωσης πάνω απ' όλα των Ελλήνων που είχαν και έχουν την τάση να αντιχάζονται σε βενιζελικούς, αντιβενιζελικούς, σε αριστερούς και δεξιούς, σε διάφορες και ποικίλες μερίδες και γενικότερα να βγάζει ο ένας το μάτι του άλλου θα λέγαμε.
Αυτό το στερεότυπο λοιπόν, το στέμα ως αντίδετο στον εμφύλιο πόλεμο, στο χάος και στην αναρχία συνεχίζεται για όσο υπάρχει βασιλεία στη χώρα μας. Σαν να φες τώρα βασιλιά μέσα στην αγκαλιά μας, σαν να φες τώρα βασιλιά μέσα στην αγκαλιά μας, κανόνισε τα όμορφα να γιάννεις την καρδιά μας. Επειδή μιλήσατε για λαϊκά στρώματα πρέπει να σας ρωτήσω ποιοι ήταν διαχρονικά οι υποστηρικτές της βασιλείας.
Ποιες ήταν αυτές οι ομάδες συμφερόντων, τα λόμπι, οι κοινωνικές τάξεις που στήριζαν τον βασιλιά και αν αυτές παρέμειναν ίδιες σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας. Ναι, κοιτάξτε, η μεγάλη πλατιά και η στερεότερη κοινωνική βάση της βασιλείας είναι τα αγροτικά στρώματα, ο λαός της υπαίθρων. Τα αστικά στρώματα, το βλέπουμε αυτό από τα πρώτα βήματα του ελληνικού κράτους, διέκυντος επί το πολύ εχθρικότερα και αρκετά εχθρικά προς τη βασιλεία.
Τουλάχιστον μια καχυποψία είναι και μια αμφισβήτηση είναι ορατή από τις πρώτες δεκαετίες του ανεξάρτητου πολιτικού βίου της χώρας μας. Οι Έλληνες αστεί δηλαδή είχαν τα μάτια τους στραμμένα προς τη Γαλλία, η οποία είναι μια ρεπουμπλίκ. Μπλικ, μια βασίλευτη χώρα, είναι η πρώτη στα νεότερα, στα σύγχρονα χρόνια που καρατόμησε τον βασιλιά της μετά τους Άγγλους.
Τα αστικά στρώματα λοιπόν έχουν μια αντιπάθεια με εξαίρεση μια μερίδα της ελληνικής άρχουσας τάξης που είναι το αρχοντολόι των Επτανήσων. οι άρχοντες, οι ευγενείς των Αιπτανήσων που είχαν τίτλους από την εποχή των Βενετών, αυτοί είναι πιο κοντά και πιο φιλικοί στο θρόνο. Γι' αυτό και οι Έλληνες βασιλείς, ειδικά η Δεύτερη Δυναστία που προέρχεται από τη Δανία, επέλεγε στο στενό κύκλο της πρόσωπα από τα Αιπτάνησα, ανάμεσα στα οποία κορυφαία φυσικονομία είναι φυσικά όπως όλοι ξέρουμε ο Ιωάννης Μεταξάς ένας αριστοκράτης από την Ιθάκη.
Να σας κάνω και ακόμη μια ερώτηση σχετικά με τη βασιλεία και τον ελληνικό λαό. Υπήρχε μια σχέση αγάπης, πατρική, πελατειακή ή όλα αυτά μαζί όσον αφορά τη σχέση της βασιλείας με τον ελληνικό λαό. Θα σας πω και ένα ανεκδοτολογικό οικογενειακό περιστατικό το οποίο μου είχε μεταφέρει η γιαγιά μου και η μητέρα μου. Η προ γιαγιά μου ήταν φιλοβασιλική και είχε ψηφίσει κατά λάθος να φύγει ο βασιλιάς το 1973 ή 1974.
Δεν θυμάται ακριβώς η γιαγιά μου και η μητέρα μου. Είχε ψηφίσει κατά λάθος να φύγει ο βασιλιάς από τη χώρα και το είχε πάρει φοβερά κατάκαρδα και σχεδόν προσωπικά. Η Ταλέσκη είχε διώξει ένα δικό της άτομο, ένα οικογενειακό πρόσωπο από την οικογένειά της. Η προγιαγιά μου κατάγεται από ένα αγροτικό χωριό της Πιερίας. Θέλετε να μας σχολιάσετε λίγο πάνω κάτω αυτή τη σχέση που είχε ο βασιλιάς, ο κάθε βασιλιάς, Έλληνας βασιλιάς με τον ελληνικό λαό.
Κυρίως βέβαια αυτό νομίζω ότι παρατηρείτε μετά τον Κωνσταντίνο τον πρώτο, αλλά διορθώστε με αν κάνω λάθος. Κοιτάξτε, ο Κωνσταντίνος I όπως θα επαναλάβουμε και στη συνέχεια ήταν ο δημοφιλέστερος βασιλιάς Χάρης της δάφνης που συγκέντρωσε στους δύο βαλκανικούς πολέμους Από εκεί και πέρα γενικότερα η βασιλίδα από την πρώτη στιγμή όταν ο Όθωνας πατάει το πόδι του στον Άφπλιο Οι βασιλείς θεωρούνταν πατέρες του λαού Υπήρχε μεγάλη συμπάθεια στα λαϊκά στρώματα για τα πρόσωπα αυτά της ελληνικής δυναστίας.
Είχε μια έγλυα καταμάχητη, θα έλεγα, το στέμα στους αγροτικούς πληθυσμούς, αλλά και γενικότερα στα λαϊκά στρώματα, στα κατώτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, διότι ο ελληνικός λαός αναζητούσε ένα στήριγμα. Ήταν ένας λαός ταλαιπωρημένος, στοχός, ένας λαός αρκετά συντηρητικός, πολύ συντηρητικός, μέχρι το δεύτερο τουλάχιστον μισό του 20ου αιώνα.
Και επαναλαμβάνω ότι οι βασιλείς ήταν μέχρι τουλάχιστον το 1922 και αργότερα στο απειρόβλητο. Ήταν άνθρωποι της διπλανής πόρτας, θα λέγαμε σήμερα. Και αυτό το βλέπουμε, όπως σας είπα, εναργώς στο αρχείο των βασιλικών ανακτόρων, ανακτόρων όπου υπάρχει ένα πλήθος επιστολών, απλών ανθρώπων ακόμη και παιδιών προς τον Κωνσταντίνο ́ ́ με το οποίο ζητούν μια σειρά από απίστευτα πράγματα και προς τον πατέρα του, τον Παύλο επίσης που κι αυτός ήταν αγαπητός στους Έλληνες πράγματα τα οποία έχουν να κάνουν και με την καθημερινότητά τους, δηλαδή τον διορισμό στο δημόσιο, την τεποθέτηση μιας τηρεφωνικής γραμμής στο σπίτι τους ή τη δωρεά ενός ποδηλάτου ή ακόμη και κάποιων παιδικών βιβλίων.
Βλέπουμε δηλαδή μια αμεσότητα, μια νοητά αδιαμεσολάδητη σχέση μεταξύ των κατόχων του ελληνικού θρόνου και του απλού λαού. Και ακόμη ένα ζήτημα που θίγεται στο βιβλίο σας είναι και η σχέση της βασιλείας αρχικά με τα συντάγματα από το 1843 μέχρι το 1974 αλλά και η σχέση της βασιλείας με το στρατό. Αν θέλετε να ξεκινήσουμε πρώτα με τα συντάγματα και μετά με τη σχέση της βασιλείας με το στράτευμα, με το στρατό.
Τα ελληνικά συντάγματα στην πλειονότητά τους είναι θα έλεγα αρκετά συντηρητικά. Μέχρι το 1974, δηλαδή μέχρι και το σύνταγμα, μέχρι και το υπογραμμίζω το και, το 1952 υπάρχουν πάρα πολλοί ισχυρές αρμοδιότητες και δικαιώματα, προνομίες όπως λέγονταν τότε για το στέμα σε μια σειρά αποτομής. Κυρίως στην εξωτερική πολιτική και στη στρατιωτική πολιτική, αλλά και στη δικαιοσύνη.
Ο εκάστοτε κάτοχος του ελληνικού θρόνου είχε μια ισχυρή φωνή. Μια φωνή ισχυρή κατοχυρωμένη στο γράμμα τουλάχιστον του συντάγματος, αν όχι στο πνεύμα, στο γράμμα. Δηλαδή το πολίτευμα της Ελλάδος ήταν συνταγματική μοναρχία μέχρι που έφυγε από τη χώρα μας και ο τελευταίος βασιλιάς το 1967. Υπήρχε με άλλα λόγια, να το πω πιο απλά, μια συγκυριαρχία μεταξύ κυβέρνησης, βουλής και βασιλιά σε μια σειρά από σοβαρά ζητήματα.
Ζητήματα που θα λέγαμε υψηλής πολιτικής, όχι καθημερινότητας. Αλλά σε σοβαρά ζητήματα εκεί ο βασιλιάς διατηρούσε κατά το γράμμα του νόμου και του συντάγματος πολύ αυξημένες αρμοδιότητες. Τώρα, σχετικά με το στρατό, όπως σφίξατε, εκεί πέρα υπήρχε η λεγόμενη προνομία. Μια προνομία, με οποία λίγος πολύ προέβλεπε ότι ο βασιλιάς είναι ο αρχηγός του στρατεύματος, είναι ο αρχιστράτηγος, ειδικά σε καιρό πολέμου.
Και ο στρατός θεωρεί το προνομιακό πεδίο και ουσιαστικά ιδιοκτησία του βασιλιά των Ελλήνων. Εκεί υπάρχει μια ειδική στενή σχέση μεταξύ στέματος και στρατού στην Ελλάδα. Αυτή την ειδική σχέση μπορεί κάποιος να τη συναντήσει από τον Όθωνα ή συναντιέται μετά το 1862. Κοιτάξτε, από την πρώτη στιγμή ο Όθων βέβαια δεν ήταν ένας στρατιωτικός μονάρχης.
Δεν είχε τέτοιες αρετές, στρατιωτικές αρετές. Δεν κήρυξε ποτέ τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος. Παρέμενε αμέτωχος, παρότι ο παδός της μεγάλης ιδέας αγαπούσε την Ελλάδα και ήθελε το μεγαλωμά της. Ο πρώτος στρατιωτικός βασιλιάς, στρατιλάτης όπως έμεινε γνωστός ήταν ο Κωνσταντίνος ο Πρώτος, ο οποίος ενεπλά και ενεργά στον πόλεμο ηγήθηκε του στρατεύματος και σημείωσε χάρη σε αυτή την ηγετική του ικανότητα και σημαντικές νύχες, κυρίως στη Θεσσαλονίκη, στα Ιωάννινα και στον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1913.
Αλλά οι βασιλείς παρουσιάζονταν τακτικά με στρατιωτική στολή. Δηλαδή ο βασιλιάς στην Ελλάδα είχε αυτή την αρχαίγονη μορφή του πολέμαρχου, του γενναίου, του νικητή, του στρατιλάτη, του ικανότερου στρατιωτικά ανδρός της φυλής, φυλής εντός εξαγωγικών, δηλαδή του έθνους, εμπροκειμένου του έθνους των Ελλήνων, που είχαν οι βασιλείς, όταν λέω αρχαίγωνος ρόλος, ένας ρόλος ο οποίος χάνεται, ιστορικά οι ρίζες του χάνονται στην αχλή της προϊστορίας.
Οπότε η διεξαγωγή του πολέμου είναι ένα από αυτά τα ζητήματα υψηλής πολιτικής, πολιτικής, στο οποίο ο βασιλιάς είχε κατά κάποιον τρόπο ένα λόγο, έτσι? Βεβαίως, βεβαίως. Θεωρείται ότι έχει πρωταρχικό λόγο, σε ζητήματα πολέμου και ειρήνης. Εκεί πέρα ο βασιλιάς ήταν το α και το ω, έπαιρνε τις τελικές αποφάσεις και αυτή η στρατιωτική προνομία έπαιξε καθοριστικό ρόλο και ήταν μοιραία για τις τύχες της Ελλάδας στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Το ότι δηλαδή ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο πρώτος, αποφάσισε να κρατεί στην Ουλάδα ουδέτερη για το μεγαλύτερο μέρος αυτού του μεγάλου πολέμου, του πρώτου παγκοσμίου πολέμου όπως λέμε σήμερα, οφειλόταν αυτή του η δυνατότητα να χαράσει την εξωτερική πολιτική στις γενικές της γραμμές. σε αυτό το πολύ σοβαρό ζήτημα του Μεγάλου Πολέμου 1914-1918.
Ο ρόλος του ήταν βαρύτατος και του στήχησε και πάρα πολύ ακριβά στο τέλος επειδή η Ελλάδα ουσιαστικά το 1922 βγαίνει ηττημένη από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Προτού πάμε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μας είπατε λίγα λόγια για τον Όθωνα. Τι συμβαίνει στα ενδιάμεσα χρόνια από τον Όθωνα, μετά τον Όθωνα, μέχρι τον βασιλιά Κωνσταντίνο.
Τι συμβαίνει με τη Βασιλεία, με το Στέμα, με τον Γιώργιο I και την πολιτική από το 1862 μέχρι το 1911-1912. Κοιτάξτε, μετά την έξωση του Όθωνα που ήταν ένα γεγονός κατακλυσμιαίο για την πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, η χώρα μας αλλάζει σελίδα, το πολίτευμα αλλάζει, γίνεται σαφώς πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό στη μορφή του.
η Ελλάδα παραμένει βασίλειο αλλά ο νέος κάτοχος του ελληνικού θρόνου και η νέα δυναστία που έρχεται από τη Δανία στη χώρα μας είναι πιο περιορισμένη. Ο Γιώργιος ο Πρώτος, ο γενάρχης αυτής της δεύτερης ελληνικής δυναστίας είναι ένας άνθρωπος σόφρον δηλαδή προσπαθεί να παρέμβει πολλές και επικείλες φορές με επικείλους τρόπους στα πολιτικά πράγματα να καθορίσει ποια θα είναι η κυβέρνηση αλλά ξέρει τα όρια του και ξέρει ο Γεώργιος ο Πρώτος να συμβιβάζεται.
Αυτό το βλέπουμε και στην περίπτωση του Χαριλάου Τρικούμπη και αργότερα το 1910 όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος έρχεται από την Κρήτη στην Ελλάδα. Το πολίτευμα μεταβάλλεται δηλαδή το 1862-1864 με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων που διαβουλεύτηκε τότε για δύο χρόνια για να συντάξει αυτό το σύνταγμα του 1864 μεταβάλλεται σαφώς το πολίτευμα χωρίς ωστόσο η βασιλεία να χάσει τις βασικές της αρμοδιότητες κυρίως όσον αφορά την εξωτερική και τη στρατιωτική πολιτική ωστόσο παίζει ρόλο και το πρόσωπο όπως σας είπα του βασιλιά ο οποίος ο Γιώργιος I ήταν μια πιο μιλήχια προσωπικότητα δεν είχε τον αυταρχισμό του Όθωνα και ήξερε να συμβιβάζεται, όπως είπα, να είναι πιο ευέλικτος και να χρησιμοποιεί αυτές τις προνομίες, τις αρμοδιότητες του και τα δικαιώματά του με έναν πιο σόφρονα και λογικό τρόπο.
Ωστόσο το πολίτευμα δεν είναι εντελώς καινούριο, το 1864 φιλελευθερωποιείται Αυτοκυβεραιοποιείται, αλλά παραμένει συνταγματική μοναρχία, τουλάχιστον στην αρχή και μέχρι τον 20ο αιώνα, λίγο πριν την έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Ελλάδα, βλέπουμε ότι το πολίτευμα της χώρας μας από συνταγματική μοναρχία στα χρόνια του Όθωνα και στις πρώτες δεκαετίες του Γεωργίου του I γίνεται συνταγματική βασιλεία.
Και αυτή η διαφορά, η αλλαγή της λέξης μοναρχία σε βασιλεία, σημαίνει πολλά. Μιλάμε για μια διαλυμένη, νερωμένη θα τη λέγα Και σαφώς περιορισμένη βασιλεία όταν ανατέλει ο 20ος αιώνας Ο μηλήχος χαρακτήρας του Γεώργιου του 1ου ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους κατάφερε η βασιλεία να επιβιώσει Να καταφέρει δηλαδή να παραμείνει στη ζωή εδώ στην Ελλάδα μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 Σαφώς, σαφώς, πολύ σωστή παρατήρηση, ναι, ναι, σαφέστατα παρότι αυτή η ήττα όπως και κάθε μεγάλη ήττα σε πόλεμο έχει προκαλεί τεράστιους κραδασμούς και στις κυβερνήσεις και πολλό μάλλον σε ένα θρόνο.
Όπως είπαμε ο θρόνος έχει με έναν αρχαίγωνο τρόπο αυτή τη στρατιωτική προνομία άρα όταν κερδίζει μια χώρα ένα πόλεμο ο θρόνος ενισχύεται, όταν το χάνει το φταίξιμο πέφτει στο θρόνο και έτσι συνέβη το 1857 παραλίγο να δολοφονηθεί ο Γιώργιος ο Πρώτος. Όλοι ξέρουμε για την απόπειρα κατά της ζωής του το Φλεβάρι του 1898 όταν ο Γιώργιος ο Πρώτος μαζί με μια πληγκίπισσα κατέβαινε από την Αθήνα στο Φάλυρο και εκεί που είναι σήμερα ο Άϊσος της είχαν εστίσει καρτέρι δολοφόνη του.
Ωστόσο επειδή ακριβώς χειρίστηκε με έναν ήπιο τρόπο αυτήν την ήττα, ο λαός το συμπάθησε ιδιαίτερα μετά την απόπειρα της δολοφονίας του. Η προσωπικότητα πάντως του Γεωργίου και γενικότερα η προσωπικότητα του εκάστοτε κατόχου του θρόνου παίζει καθοριστικό ρόλο για την υπόθεση του θεσμού της βασιλείας. Να περάσουμε και στον Κωνσταντίνο τον Α. Ο Κωνσταντίνος συνεργάζεται αρχικά κατά κάποιον τρόπο με το Βενιζέλο, με την πολιτική σκηνή, δηλαδή υπάρχει ένα είδος συνεργασίας, η οποία συνεργασία μάλιστα δοξάζεται και από τον ελληνικό λαό.
Ναι, βεβαίως. Κανείς δεν περίμενε, όπως γράφω και σε αυτό, αλλά κυρίως στο προηγούμενο βιβλίο που σας ανέφερα, στη μελέτη μου για το Βενιζέλο και το Βενιζελισμό που κυκλοφόρησε το 2020 από τις εκδόσεις Πατάκη, επισημένω εκεί ότι ο εθνικός διχασμός ξεσπά το Φλεβάρι του 1915 κυριολεκτικά ως κεραυνός ανεθρία. Κανείς δεν περίμενε ότι αυτοί οι δύο άνδρες, ο Πρωθυπουργός, ένας πολύ δημοφιλής ακόμη Πρωθυπουργός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο λατρευτός τους βασιλιάς, ο στρατιλάτης Κωνσταντίνος ο Δωδέκατος όπως ανεπισήμως τον έλεγαν, τον προσφωνούσαν ή μη επισήμως ακόμη και βουλευτές, θα έρχονταν σε ρήξη.
Αυτή η ρήξη που βέβαια είχε μια προϊστορία, χρονολογή του εθνικός διχασμός θα λέγαμε στα παρασκήνια σοβούσε ήδη από τον Αύγουστο του 1914 όταν ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος στην Ευρώπη. Ο εθνικός διχασμός όμως ήταν κάτι το απρόπτω το οποίο εκδηλώνεται δημόσιο όπως είπαμε στις αρχές του 1915. Και ήταν μια μεγάλη δυστυχία για τη χώρα μας αυτός ο διχασμός που χώρισε τους Έλληνες σε δύο στρατόπεδα και τους έβαλε να τσακώνονται, να το πω πολύ λαϊκά, για περίπου μια πεντηκονταετία, για μισό αιώνα, ως το 1965.
Πιστεύετε ότι η έξοδος της χώρας στον πόλεμο ήταν η πραγματική αιτία της διαμάχης του Κωνσταντίνου, του πρώτου ή του δωδέκατου όπως ονομάζεται και από κάποιους συγχρονούς του, με τον Βενιζέλο? Ή μήπως υπήρχαν και άλλοι λόγοι όσον αφορά, παραδείγματος χάρη, τις προνομίες και την εξουσία του θρόνου γενικότερα του στέματος στην ελληνική πολιτική σκηνή.
Ο εθνικός διχασμός στη χώρα μας δεν αποτελεί μια εξαίρεση. Διχασμό τέτοιου τύπου, εθνικό, γενικό, ευρύτερο διχασμό, έχουμε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και σε άλλες χώρες. και στην Ιταλία, πρωτίστως, η ιστορική της, η ιστορία της Ιταλίας, μιλάνε για δύο Ιταλίες. Ένα διχασμό που χώρισε αυτή τη χώρα, τη γειτονική μας χώρα, το 1914-1915, ώσπου η Ιταλία να αποφασίσει επίσημα να μπει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το Μάιο εκείνης της χρονιάς.
Και η Ρουμανία διχάστηκε και η Βουλγαρία εκείνα τα χρόνια με ακριβώς αυτό το ερώτημα που ήταν τότε ζέων, δηλαδή αν θα παρέμβει στον πόλεμο ή αν θα μείνει ουδέτερη. Αυτό ήταν το ερώτημα, τουλάχιστον στην Ελλάδα, αυτό ήταν το μοναδικό ερώτημα στο μυαλό του βασιλιά των Ελλήνων. Ο Κωνσταντίνος ο πρώτος, δηλαδή παρά τα στερεότυπα που έχουμε έκτοτε, δεν ήταν ένας πρόσος μονάρχης, ούτε ήθελε να παραβιάσει το σύνταγμα, ούτε να γίνει ένας βασιλιάς τύραννος όπως το κατηγόρησαν τελικά ο Βενιζέλος και οι οπαδοί του.
Η μοναδική του αντίρρηση με τον Βενιζέλο ήταν εξωτερική πολιτική και ιστραϊτιωτική πολιτική. Ως μειόφιλόμος ολευθέριος Βενιζέλος λόγω του ριζοσπαστισμού του και του οξύθιμου χαρακτήρα του μετέτρεψε τον εθνικό διχασμό σε αυτό που όλοι ξέρουμε σήμερα ή τουλάχιστον αυτό που έχουμε στο νου μας στη δημόσια ιστορία και στη μνήμη, δηλαδή τον εθνικό διχασμό ως ένα συνταγματικό και πολιτιακό ζήτημα.
Και αυτό προέκυψε στην πορεία του χρόνου, βέβαια πολύ γρήγορα, μέσα στο 1915, το Νοέμβριο συγκεκριμένα εκείνης της χρονιάς, όταν ο Βενιζέλος μετά τη διάλυση της Βουλής, στις 8 Νοεμβρίου του 1915 συγκεκριμένα, εξέδωσε μια πολύ οργισμένη διακήρυξη με την οποία κατηγόρησε τον βασιλιά ότι είχε παραβιάσει το Σύνταγμα, την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, τον κοινοβουλευτισμό και του ήθελε να επιβάλλει στην Ελλάδα δεσποτισμό και ένα πολίτευμα μοναρχικό όπως ήταν το προσικό, δηλαδή εντός αγωγικών, το πολίτευμα της Γερμανίας τότε.
Αλλά αυτή, θα το πούμε, η παρέκκληση του εθνικού διχασμού από το ζήτημα του πολέμου σε ένα ζήτημα εσωτερικό, συνταγματικό, πολιτιακό, δεν ήταν κάτι το προδιαγεγραμμένο. Ο χαρακτήρας του ελευθερίου Βενιζέλου μετατρέπει τον εθνικό διχασμό σε ένα ζήτημα εσωτερικό και μάλιστα οξύτατο. Παρ' όλα αυτά ο βασιλιάς απομακρύνεται, ο Κωνσταντίνος I απομακρύνεται, αναλαμβάνει ο Αλέξανδρος.
Εν τούτης, στις εκλογές του 1920 καταφέρνει η Ηνωμένη Αντιπολίτευση, η Αντιβενιζελική γενικότερα, να επικρατήσουν εκλογικά και μάλιστα κατάφεραν να φέρουν πίσω τον Κωνσταντίνο τον πρώτο. Συμφωνώ μαζί σας, το γράφετε και στο βιβλίο φυσικά αυτό, ότι η νίκη της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης το 1920 είναι μια προσωπική νίκη του Κωνσταντίνου και του Στέματος και όχι αναγκαστικά μια νίκη των αντιβενιζελικών και των πρωταγωνιστών του αντιβενιζελικού κινήματος.
Πολύ σωστά, πολύ σωστά. Αν κέρδισαν τις εκλογές, τότε κέρδισαν μάλλον τις εκλογές, οι αντίπολοι του Βενιζέλου το 1920 το αφήλουν πρωτίστως στην χρήση του βασιλιά Κωνσταντίνου ως σημαίας, ως εκλογικού συμβόλου. Και η έγλυ αυτή που είχε το στέμα και ιδιαίτερα το στέμα του Κωνσταντίνου του πρώτου ήταν ένα ακαταμάχητο όπλο στα χέρια τους με το οποίο σαν μια βαριοπούλα συνέτριψαν την κεφαλή του Βενιζέλου σε εκείνες τις κρίσιμες εκλογές του 1920.
Παρ' όλα αυτά η ερμηγκαστική καταστροφή αλλάζει τα πράγματα, εμοιράζει πάλι την τράπουλα βέβαια. Αναγκάζεται ο Κωνσταντίνος φυσικά ακόμη μια φορά να φύγει, πεθαίνει και λίγο μετά, λίγο αργότερα στην εξορία και η Ελλάδα ανακηρύσσεται δημοκρατία. Αβασίλευτη δημοκρατία το 1924. Μέχρι το 1935 παραμένει μια αβασίλευτη δημοκρατία όπως γράφεται.
Εν τούτης καταφέρουν και πάλι οι ριζοσπαστικοί αντιβενιζελικοί να φέρουν τον Γεώργιο πίσω, να επαναφέρουν τη βασιλεία το 1935. Η Παλινόρθις του 1935 ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα για τους οπαδούς της Βασιλείας και οι οπαδοί τότε δεν ήταν τόσοι πολλοί, δεν ήταν όλοι αντιβενισελικοί παράταξοι, βασιλόφρονοι, ακόμη και φιλοβασιλικοί.
Υπήρχαν και ορκισμένοι εχθροί του Γεωργίου του Δευτέρου τότε, ειδικά οι γόνοι, οι γη των εκτελεσθέντων στο Γουδί, των Έξ. Ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα αυτή η Παλαινόρθου στο 1935. Ήταν έργο των πιο φανατικών βασιλικών πολιτικών προσώπων στην Ελλάδα και τέτοιος δεν ήταν ο Τσαλδάρης. Και ήταν αποτέλεσμα πρώτον ενός πολλοσιαίου λάθους που έκανε ο Βενιζέλος και οι ακολουθοί του να κάνουν κίνημα κατά της κυβέρνησης Τσαλδάρη την 1η Μαρτίου του 1935 και δεύτερον ήταν αποτέλεσμα και των συμφερόντων στον στρατό της αντιβενιζελικής μερίδας του στρατεύματος που είχε πολλά συμφέροντα διαφορετικά από την αντίπαλη μερίδα και επίσης ήταν αποτέλεσμα της παρέμβασης της Αγγλίας στα εσωτερικά της Ελλάδος και της διπλωματικής στήριξης που πρόσφερε στον Γεώργιο II που ήταν τότε εξόριστος εκεί στο Λονδίνο για να εξυπηρετήσει η Αγγλία τα γεωπολιτικά της συμφέροντα στη Μεσόγειο.
Ήταν ένα γεγονός το οποίο ανέτρεψε άρδιν τα πράγματα, τις σωροπίες, τις πολιτικές σωροπίες στην Ελλάδα και επανέφερε εν ζωή έναν θεσμό για άλλα περίπου 40 χρόνια. Οπότε παρατηρούμε τα μοτίβα τα οποία αναφέραμε στην αρχή, μια ξένη παρέμβαση πρώτον, έστω και έμεσα, και δεύτερον πάλι το στέμα ως θεραπεία στην πολιτική αναρχία της χώρας κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.
Πολύ σωστά. Ας πούμε στο δημοψήφισμα, ένα νόθο δημοψήφισμα που έγινε το 1935 και κυρίως το δημοψήφισμα που έγινε για την επιστροφή του Γεωργίου του Δευτέρου στην Ελλάδα το 1946 τον Αύγουστο και εκεί χρησιμοποιήθηκε για άλλη μια φορά αυτό το μοτίβο της βασιλείας ως εγγυητή της σταθερότητας στην Ελλάδα, της ενότητας των Ελλήνων και ως αντίδοτο, όπως σας είπα, στην αναρχία.
Επαναλαμβάνονται τα ίδια πράγματα δηλαδή, στον πολιτικό λόγο. ήταν πρωθυπουργός εκλεγμένος με την ψήφα όχι του λαού αλλά των βουλευτών λίγους μήνες νωρίτερα, με περιορισμένη όμως θητεία η οποία πρόκειται να λήξει όταν θα έμπαινε το φθινόπωρο, τον Οκτώβριο. Η πρωτοβουλία για την επιβολή της δικτατορίας προέλθε και από το μεταξά και θα λέγα περισσότερο από το βασιλιά.
Η έρευνά μου οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα ότι ο βασιλιάς ήταν πιο επίμονος στην επιβολή ενός δικτατορικού πολιτεύματος που βέβαια ταυτόχρονα εξυπηρετούσε και τα προσωπικά συμφέροντα του Πρωθυπουργού του, του Μεταξά, ο οποίος έβλεπε να λύγει ο πολιτικός του χρόνος στο αξίωμα του Πρωθυπουργού και ήθελε να το επεκτείνει. Αλλά ο βασιλιάς πιεζόταν πάρα πολύ από τον στρατό, από την αντιβενιζελική μερίδα του στρατεύματος, το οποίο τον είχε φέρει πίσω από την Αγγλία, στην Ελλάδα, και το οποίο δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να επανέλθουν στο στράτευμα οι Βενιζελικοί που είχαν αποταχθεί την προηγούμενη χρόνια και θα μπορούσαν να θίξουν τέλος πάντων τα συμφέροντά τους, την απόλυτη κυριαρχία τους στο στράτευμα.
Ήταν μια δικτατορία βασιλική πρώτα απ' όλα που σταδιακά πέρασε στα χέρια του μεταξά, γι' αυτό και μιλάμε για δικτατορία μεταξά. αλλά στην αρχή τουλάχιστον ήταν όπως είπατε βασιλική δικτατορία το καθεστώς της Τετάρτης Αυγούστου. Το κομβικό γεγονός που άλλαξε αυτό το διαδικό σύστημα εξουσία στη δικτατορία του Μεταξά πρέπει να ήταν το κίνημα του 1938 έτσι δεν είναι.
Ήταν αυτή η εξέγερση στην Κρήτη το 1938 το καλοκαίρι μια αφορμή για να σβήσουν και οι τελευταίοι θύλακες αντίστασης κατά της δικτατορίας στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Κρήτη. Αλλά ο Μεταξάς είχε σκοπό να πάρει στα χέρια του σχεδόν όλη την εξουσία, χωρίς να αμφισβητήσει το πρόσωπο του ευεργέτη του, του Γεωργίου Β' και να σκεφτεί ποτέ την απάλληψη του θεσμού της βασιλείας.
Ήθελε όμως να συγκεντρώσει σχεδόν όλη την πολιτική εξουσία στα χέρια του. που ήταν ένας άνθρωπος με πολύ ισχυρή προσωπικότητα, πολύ φιλόδοξος και απ' την άλλη είχε έναν βασιλιά, τον Γεώργιο II, ο οποίος πέρα από τις γενικές αρχές του πολιτεύματος δεν ενδιαφερόταν για τα καθημερινά πολιτικά πράγματα και δεν είχε σκοπό να γίνει ο ίδιος δικτάτορας και να ασκήσει άμεσα πολιτική εξουσία.
Ο Γεώργιος II, άλλωστε, τα περισσότερα αυτά χρόνια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου τα περνούσε στο Λονδίνο και άφηνε πίσω του ως αντιβασιλεία τον αδερφό του τον Παύλο ο οποίος ήταν και διάδοχος ταυτόχρονα του θρόνου και έγινε αργότερα βασιλιάς. Γι' αυτό και λέμε ότι η δικτατορία της 4ης Αυγούστου είναι η δικτατορία μεταξά, την ταυτίζουμε το πρόσωπο του Πρωθυπουργού.
Και εφόσον μιλήσατε για τον Παύλο, να περάσουμε στη Βασιλεία κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, όπου εκεί λαμβάνει ακόμη μια ιδιότητα, την ιδιότητα ως ένα υπερκομματικό ανάγχωμα εναντίον του κομμουνισμού. Ναι, κοιτάξτε, ο κομμουνισμός που είναι έτσι απριόρι εχθρικός προς το βασιλικό θεσμό λειτουργήσε τελικά θα λέγαμε ευεργετικά για τη βασιλεία διότι φόβησε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού και τα έστρεψε προς το βασιλικό στρατόπεδο.
Δηλαδή το 1946 γνήσια πάρα πολλοί δημοκράτες, δηλαδή άνθρωποι με αντιβασιλικά αισθήματα, ο παδί του Γεωργίου Παπανδρέου που είχε τότε το λεγόμενο Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, ψήφισαν υπέρ της επιστροφής του Γεωργίου του Δευτέρου επειδή ακριβώς φοβήθηκαν τις συνέπειες ενός κομμουνιστικού καθεστώτος και τρομοκρατήθηκαν από τις φρικαλαιότητες που γίνανε στην Αθήνα στα Δεκεμβριανά του 1944.
Άρα, μη θέλοντας, το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα λειτουργήσε, θα λέγαμε, ως ευεργέτης, επαναλαμβάνω, του στέματος. Το στέμα παραμένει συσσαγωγικά δημοφιλές μέχρι και τη δεκαετία του 1950 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ναι, σαφώς. Από τη δεκαετία του 1960 αλλάζουν τα πράγματα, κυρίως λόγω της αλλαγής της πολιτικής κουλτούρας, λόγω του ανένδοτου αγώνα που κηρύσσει η Ένωση Κέντρου και ο Γιώργιος Παπανδρέου κατά του Κωνσταντίνου Καραμανλή και έμεσα θίγητο ως θέμα, αλλά είναι και άλλοι παράγοντες, όπως αναφέρω στο βιβλίο μου, που αλλάζουν τη στάση του ελληνικού λαού προς τη βασιλεία, Είναι η κουλτούρα των σύκστης, που είναι μια πιο ελευθεριακή κουλτούρα, είναι μια κουλτούρα ατομικιστική, πολύ μοντέρνα, απορρίπτει την παράδοση, στοιχείο βασικό της οποίας είναι και ο βασιλικός θεσμός.
Και ένας άλλος παράγοντας που είναι εχθρικός προς τη βασιλεία στην πράξη, είναι η αστικοποίηση. Δηλαδή, μειώνονται δραστικά τη δεκαετία του 60, του 70 και του 80 τα αγροτικά στρώματα της Υπέθρου που ήταν η κοινωνική βάση της βασιλείας και πυκνώνουν και διαστέλονται υπερβολικά, το βλέπουμε σήμερα, τα μικροαστικά στρώματα των πόλων τα οποία διάκυνται αδιάφορα έως και εχθρικά προς τη βασιλεία.
Αυτές είναι αλλαγές τεκτονικές, υπόγειες, αθέατες στο καθημερινό μάτι αλλά οι οποίες τελικώς υπέσκαψαν τα θεμέλια του ελληνικού θρόνου και τον οδήγησαν στην κατάργηση. Η ιδιάουσα σχέση του στέματος στη δεκαετία του 1960 με το στράτευμα παίζει κάποιο ρόλο σε αυτή την αντιδημοφιλία του. Κοιτάξτε, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο δεύτερος, χειρίστηκε πολύ λανθασμένα, πολύ πιπόλαια και κοντόφθαλμα το στρατιωτικό ζήτημα.
Ο στρατός ως νικητής δύο πολέμων, έτσι τουλάχιστον θεωρήσεται τον εαυτό του, του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου Πολέμου, θεωρούσε δικαιωματικά ότι οφείλει και ότι δικαιούται να έχει ισχυρή φωνή στα πολιτικά πράγματα και πολλά βέβαια οικονομικά και κοινωνικά προνόμια. Στο στρατό ήταν εδρεωμένη μια μερίδα, η λεγόμενη δεξιή αξιωματική, ο ιδέα, και αυτοί διαχειρίζονταν τις υποθέσεις του στρατεύματος, τις μεταθέσεις, τις προαγωγές, τις τοποθετήσεις ειδικά στα υψηλά αξιώματα του στρατεύματος και στο λεκανοπαίδιο της Αττικής.
Ο Κωνσταντίνος θεωρείται ο φυσικός προστάτης αυτής της μερίδας που κυριαρχούσε στο στράτευμα αλλά δεν κατανόησε ότι αυτοί οι άνθρωποι τους οποίους ο ίδιος προστάτευε δεν είχαν καμία πρόθεση να επιτρέψουν να πάρει στα χέρια της την εξουσία μια πολιτική δύναμη η οποία θα έφυγε αυτή την κυριαρχία των δεξιών θα λέγαμε αξιωματικών μέσα στο στράτευμα.
Και έχουμε μια μεγάλη ανατροπή. Την 21η Απριλίου του 1967 έχουν μια μεγάλη ανατροπή, φαίνεται πανηγυρικά ότι ο βασιλιάς δεν ήλεγε αυτό που θεωρούσε δικό του προνόμιο, δηλαδή τις ένοπλες δυνάμεις. Οπότε η δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967 ενέχει και κάποια αντιβασιλικά χαρακτηριστικά. Ναι, έδειξε ότι ο στρατός δεν υπακούει στο βασιλιά ή τουλάχιστον μια ισχυρή μερίδα του γιατί ήταν μια μερίδα από τις πολλές.
Εκείνοι οι συνωμοσία, εκείνοι που συνωμώτησαν και επιτέλεσαν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, περίπου 400 άτομα ήταν οι μη ημένοι. Δεν υπακούει στο βασιλιά. Αυτό βέβαια δεν φάνηκε από μια μέρα στην άλλη. Βέβαια η μεγάλη έκπληξη ήταν ότι κινήθηκαν χωρίς την δική του εντολή. Επικαλέστηκαν βέβαια το όνομα και την υπογραφή του βασιλιά και πολύ σύντομα φάνηκε ότι οι σχέσεις τους ήταν από κακές έως κάκιστες.
υπήρχε μάλιστα και μέσα στην Τριανδρία ένα πρόσωπο ο Νικόλαος Μακαρέζος ο οποίος τουλάχιστον στα απομνημονεύματά του μας έχει αφήσει δήλωνε ευθέως αντιβασιλικός επομένως αυτή θα λέγαμε η τρυφερή σχέση που έχουμε στο μυαλό μας μεταξύ βασιλιά και στρατεύματος δεν είναι κάτι το συμπαγές και απόλυτο υπήρχαν ρογμές Και αυτή η σχέση βασιζόταν σε συμφέροντα. Ήδη από το 1935 η σχέση μεταξύ βασιλιά και στρατού είναι μια συναλλαγή θα λέγαμε. Δεν βασίζεται στον σεβασμό, δεν είναι μια σχέση εντελώς ισόρροπη και αμοιβαία, αλλά βασίζεται σε μια συναλλαγή και στην εξυπηρέτηση κάποιων συμφερόντων και για όσο διάστημα αυτά τα συμφέροντα του στρατού και του ιδέα της κυβέρνησης.
και ο ίδιος αρνείται να επανέλθει στην Ελλάδα και το 1973 όταν η Χούτα βρίσκεται στο δίλημα να φιλελευθερωποιήσει ή όχι και πόσον τη χώρα υπό αμερικανική πίεση τότε εκεί παίρνει την απόφαση να εκδιώξει τον βασιλιά και τύπης από την αρχηγία του κράτους, να τον σβήσει και να δώσει αυτό το χρήσμα του αρχηγού του κράτους τον αρχηγό της διπλατορίας του καθεστώτους αυτού της 21ης απειλής, τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.
Το 1973 είναι το σημείο μηδέν. Βαίνεται δηλαδή ότι ο βασιλιάς δεν έχει πλέον κανένα λόγο στην Ελλάδα, κάποια επιρροή, είναι πλέον απόβλητος από όλα τα κέντρα εξουσίας. Και αυτή η εικόνα επιβεβαιώνεται πανηγυρικά και στο επόμενο δημοψήφισμα του 1974. Κύριε Πλουμίδε, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ. Πρωτού κλείσουμε, μου αναφέρατε ότι πρόκειται σε λίγες μέρες να εκδοθεί ακόμη μια μονογραφία σας.
Θέλετε να μιλήσετε λίγο και για εκείνη, να μας πείτε πριν τι ενός πρόκειται. Ναι, στις 20 του μήνα, δηλαδή σε μια βδομάδα περίπου, θα κυκλοφορεί στα βιβλιοπολία μια νέα μελέτη μου από τις εκδόσεις Μίνωας για τη Μεγάλη Ιδέα και την Εθνική Ιδεολογία των Ελλήνων το 19ο αιώνα. Εκεί εξετάζω τη Μεγάλη Ιδέα ως αφήγημα και τις κοινωνικές επίσης παραμέτρους της.
Δηλαδή η Μεγάλη Ιδέα ήταν κάτι όχι τόσο απλό όσο νομίζουμε αλλά σύνθετο. Έχει να κάνει και με την πολιτική αλλά έχει να κάνει και με την κουλτούρα, την ιδεολογία του κράτους, έχει να κάνει με την εξωτερική πάνω από όλα πολιτική και την προπαγάνδα του ελληνικού κράτους, την θέση της Ελλάδας στον κόσμο, αλλά έχει να κάνει επαναλαμβάνω και με την κοινωνία και τα ταξικά συμφέροντα.
Δηλαδή η Ελλάδα όπως και άλλα βαλκανικά κράτη, όπως εξηγώ στο βιβλίο, με εκμεταλλεύτηκε το αγροτικό πρόβλημα που ήταν τότε πάρα πολύ οξύ, ήταν ένα φλέγον ζήτημα, το εκμεταλλεύτηκε και στη Θεσσαλία και στα Επτάνησα και στη Μακεδονία προκειμένου να υποσκάψει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και για να επεκτείνει τα σύνορά της βορειότερα.
Είναι ένα πολύ σύνθετο ζήτημα και πολύ συναρπαστικό αν μελετήσει κανείς τη μεγάλη ιδέα από το 1844 αλλά και πιο πριν εγώ ξεκινάω τη μελέτη μου αυτή από το Ρήγα των Βαλεστιλίων και φτάσει ως το 1922. Θέλω να ελπίζω ότι το ελληνικό αναγνωστικό κοινό θα απολαύσει αυτό το βιβλίο. Εύχομαι καλοτάξιδο όπως καλοτάξιδο και το βιβλίο για τη Βασιλεία ή της Πολιτείας Δόξα, Στέμα και Πολιτικής στην Ελλάδα, 1830-1974, το οποίο εκδόθηκε επίσης από τις εκδόσεις Μίνωας το 2025.
Σας ευχαριστούμε για ακόμη μια φορά πάρα πολύ. Ευχόμαστε καλή συνέχεια. Επίσης, επίσης. Μια χάριτε, μια χάριτε μου σου ζητώ
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα