Επεισόδιο 22: Πολεμικά Παιδικά Παιχνίδια & Εθνικές Ιδέες στις Αρχές του 20ού Αιώνα
Ξεφυλλίζοντας τον 20ό ΑιώναΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Σε αυτό το επεισόδιο του podcast "Ξεφυλλίζοντας τον 20ό Αιώνα", ο Πέτρος Κώρης συζητά με την Κρυσταλλία Μαρκάκη με αφορμή το βιβλίο της "Πολεμικά παιδικά παιχνίδια & εθνικές ιδέες στις αρχές του 20ού αιώνα", το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ασίνη.
Στη συζήτηση αναδεικνύονται η στενή σχέση του παιχνιδιού με τον εθνικισμό και κατά πόσο ένα απλό μολυβένιο στρατιωτάκι μπορούσε να μετατραπεί σε φορέα των εθνικών ιδεών στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού.
To podcast έγινε με την υποστήριξη των εκδόσεων Αλεξάνδρεια.Μουσική Σήματος: Ball | Urban Hip-Hop | SoundAudioΑκούγονται σύντομα αποσπάσματα από τα κομμάτια:
- Για Μας Παιχνίδι ο Πόλεμος - αναφέρεται ως δημοτικό/παραδοσιακό, εκτέλεση από τη χορωδία Λάμπρου
- Τα Ραφτικά της Γιαγιάς, Στίχοι: Γιάννης Καλαμίτσης. Μουσική: Σάκης Τσιλίκης
- Τα Στρατιωτάκια, παιδικό τραγούδι
- Ο Πόλεμος των Ζουζουνιών - τραγουδά ο Γιάννης Σιαμσιάρης σε στίχους Δημήτρη Μανθόπουλου και σύνθεση Νότη Μαυρουδή
Στο εξώφυλλο μολυβένια στρατιωτάκια από τη συλλογή παιχνιδιών του Μουσείου Μπενάκη.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Το podcast Ξεφυλίζοντας τον 20ο αιώνα γίνεται με την υποστήριξη των εκδόσεων Αλεξάνδρεια. Εκδόσεις μεταφράσεων και πρωτότυπων ελληνικών έργων ιστορίας, φιλοσοφίας, κοινωνικών επιστημών αλλά και λογοτεχνίας. Είμαι ο Πέτρος Οκόρης και σήμερα έχουμε την τιμή να έχουμε μαζί μας την κυρία Κρισταλία Μαρκάκη, διδακτόρισσα νεότερες και σύγχρονες ιστορίες του Παντίου Πανεπιστημίου, Ολοκλήρωσε και το μεταδιδακτορικό της στο Δημοκρίτιο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Κρυσταλλία χαίρεται. Καλημέρα, χαίρομαι που είμαι εδώ. Κι εγώ χαίρομαι που σε έχω εδώ κοντά μου. Το βιβλίο της Κρυσταλλίας της κυρίας Μαρκάκη που έχω στα χέρια μου με τον τίτλο «Πολεμικά παιδικά παιχνίδια και εθνικές ιδέες στις αρχές του 20ου αιώνα» είναι αποτέλεσμα του μεταδιδακτορικού της Κρυσταλλίας. Εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ασίνη το 2025 και πραγματεύεται την ιδεολογική σχέση των επαιδικών παιχνιδιών, των στρατιωτικών μινιατούρων για παράδειγμα και του εθνικισμού από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και την μικροσυντική καταστροφή.
Θέμα που θα μου επιτρέψεις να πω, Κρυσταλλία, αρκετά προχωρημένο για την ελληνική ιστοριογραφία. Πρωτότυπο. Στην ουσία το βιβλίο και η Κρυσταλλία προσπαθεί να ερμηνεύσει πώς το εθνικό αφήγημα, το ελληνικό εθνικό αφήγημα, εναρμονίστηκε με τα πολεμικά παιχνίδια και πώς ένα στρατιωτάκι μετονυμικά μετουσιώνεται σε έναν κανονικό στρατιώτη.
Πριν προχωρήσω σε κάποιες θεωρητικές ερωτήσεις, να σε ρωτήσω Κρυσταλλία πώς προέκυψε αυτό το θέμα, με ποια αφορμή ασχολήθηκες με αυτό το ενδιαφέρον θέμα. Καταρχάς, ας πω ξανά ότι χαίρομαι πολύ που κάνουμε αυτή την κουβέντα, που μου δίνετε αυτή την ευκαιρία να μιλήσουμε λίγο για το βιβλίο και τα στρατιωτάκια. Ναι, είναι πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η ερώτηση.
Το στρατιωτάκι φαίνεται αθώο, αλλά αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Δηλαδή, πώς μας μαθαίνει το στρατιωτάκι να βλέπουμε τον πόλεμο. Βλέπουμε τον πόλεμο πριν κάνουμε τον σκεφτούμε τον πόλεμο. Και τελικά προκύπτει ο πόλεμος να είναι κάτι φυσικό και σχεδόν αυτονόητο για τα παιδιά. Οπότε εδώ φαίνεται ξεκάθαρα ο ρόλος των μεγάλων, γιατί σου δείχνει ότι το παιχνίδι δεν προκύπτει τυχαία.
Δηλαδή, κοιτώντας το στρατιωτάκι σου γίνονται αυτές τις ερωτήσεις. Συμπεραίνεις ότι δεν προκύπτει τυχαία, αλλά χρησιμοποιείται σαν εργαλείο. Δηλαδή, μπορεί να μοιάζει ακίνητο ένα παιχνιδάκι, αλλά μεταδίδει αξίες αυτό το πράγμα, μεταδίδει τρόπους σκέψης και επομένως το ερώτημα που εμένα με έκανε να ασχοληθώ με όλο αυτό είναι ποιος θέλει να μάθει ποιον, ποιος σχεδιάζει το παιχνίδι, τι θέλεις να μάθεις στα παιδιά με αυτά τα παιχνίδια γιατί προφανώς όσο και να φαίνεται ανώδυνη η ιστορία δεν είναι ανώδυνη.
Κάπως έτσι προέκυψε ο προβληματισμός. Το βιβλίο εντάσσεται, συζητάει, βρίσκεται μέσα στην ιστοριογραφία, μπορούμε να πούμε, της παιδικής ηλικίας ή ακόμα και την ανθρωπολογία του παιδικού παιχνιδιού. Οπότε, αν μπορείς να μας κάνεις μία εισαγωγή, τι σχέση έχουν όλα αυτά με το παιδικό παιχνίδι, τι είναι αρχικά η ιστοριογραφία της παιδικής ηλικίας και η ανθρωπολογία του παιδικού παιχνιδιού.
Πάμε πάλι στο εξής. Η παιδική ηλικία δεν είναι κάτι φυσικό ή αυτογνόητο. Η παιδική ηλικία κατασκευάζεται κατά εποχή από τους ανήλικες, ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής, με τις αξίες της εποχής. Με αυτή τη βασική ιδέα, η ιστοριογραφία της παιδικής ηλικίας προσπαθεί να δει πώς κάθε εποχή που οι κοινωνίες βλέπουν το παιδί τους, πώς φαντάζονται το παιδί τους, τι ρόλο αποδίδουν στο παιδί τους.
Αυτό ψάχνει να βρει η ιστοριογραφία της παιδικής ηλικίας και μέσα σε αυτό το πλαίσιο έρχεται και η ανθρωπολογία του παιχνιδιού να εξετάσει πώς το παιχνίδι χρησιμοποιείται μέσα σε αυτή την κατασκευή. Πώς αυτό το φαινομενικά αθώο καταφέρνει να μεταδώσει κανόνες και να μεταδώσει πρότυπα και να μεταδώσει τρόπους συμπεριφοράς ανάλογα με την εποχή.
Η παιδική ηλικία, λοιπόν, επειδή αυτή είναι μια γνώση που την έχουμε, ότι κατασκευάζεται από τους μεγάλους έτσι όπως οι μεγάλοι επιθυμούν, καλεί την ιστοριογραφία στη συνέχεια, να δει πώς φαντάζεται η κάθε κοινωνία του παιδί και καλεί και την ανθρωπολογία του παιχνιδιού επίσης στη συνέχεια, να δει πώς χρησιμοποιείται όλο αυτό και να φανεί αυτή η αθωότητα, η περίφημη αθωότητα, πώς μεταδίδει τα πρότυπα και τους κανόνες.
Με άλλα λόγια, το παιχνίδι εδώ δείχνει πόσοι μεγάλοι φαντάζονται το παιδί. Πόσοι μεγάλοι βλέπουν το παιδί. Κατανοητό. Προφανώς όμως για να γράψει κάποιος ένα τέτοιο βιβλίο, χρειάζεται και κάποιες ιστορικές πηγές. Οπότε θα προχωρήσω στην επόμενη ερώτησή μου, στην αγαπημένη μου. Ποιες είναι οι πηγές για μια τέτοια έρευνα.
Είναι προφανώς το ίδιο το παιχνίδι, υποθέτω. χρειάζεται προφανώς και άλλες πηγές, έτσι δεν είναι. Στην περίπτωση του παιδιού και του παιχνιδιού το πράγμα είναι κάπως μπερδεμένο. Δηλαδή οι φωνές των παιδιών δεν πολύ ακούγονται. Τα παιδιά είναι μια κατηγορία, να αποκαλέσω έτσι, που δεν έχει αφήσει αποτυπώματα. Το παιδί το ακούμε σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις να μιλάει.
Δηλαδή εμείς ακούμε τι λένε οι μεγάλοι για τα παιδιά, τι θέλουν οι μεγάλοι από τα παιδιά. Το παιδί δεν ακούγεται, δηλαδή είναι πολύ λίγες οι περιπτώσεις που η φωνή του δεν είναι βουβλή. Περιπτώσεις ενδεχομένως παιδιών που απευθύνονται στο σχολείο και ζητάνε κάτι από το σχολείο, ίσως κάποια τέτοια επιστολή, ξέρω εγώ, περίπτωσες περιθωριακών παιδιών που για κάποιο λόγο απευθύνονται σε μία αρχή.
Το παιδί όμως είναι άφωνο, οπότε οι βασικές φυγές εδώ δεν είναι αρχεία με φωνή των παιδιών, γιατί τα παιδιά δεν αφήνουν για τα έγχνη, όπως είπα, σπανίως, αλλά είναι, ας πούμε, τα σχολικά βιβλία. Τα βιβλία δείχνουν ή θεωρεί το κράτος σημαντικό να μάθουν τα παιδιά. Τι η πολιτεία επιδιώκει να προσφέρει στα παιδιά για να το αποστηθήσουν και να το κάνουν τίμωτος και παρακάτω να το κάνουν πράξη.
Οπότε είναι το βιβλίο, το σχολικό. Είναι η παιδική λογοτεχνία η οποία έχει και αυτή ένα πολύ μεγάλο ρόλο. Ποια το βιβλίο είναι στα χέρια των παιδιών. Οπότε με τη λογοτεχνία μπορείς εύκολα να διαμορφώσεις πρότυπα και να προβάλλεις τον ήρωα, ας θυμηθούμε την Πινελό Πιβέρητα. Και επίσης είναι τα παιδικά περιοδικά. οι διάπλαστον παιδιούν, πολύ σημαντικός ο ρόλος της.
Και άλλα περιοδικά, όχι μόνο οι διάπλαστον παιδιούν, αλλά αυτή με τη μακροβιότητά της και την απήχησή της, δείχνει κυρίως πώς οι ενήλικες απευθύνονται στα παιδιά, στην καθημερινότητά τους, γιατί θέλουν να τα μάθουν μέσα από τα άρτρα και τα παραμύθια σε συνέχειες και τις φωτογραφίες κλπ. Με άλλα λόγια, εμείς από τις πηγές βλέπουμε όχι ακριβώς τι νιώθουν τα παιδιά, αλλά τι τα διδάσκουν οι μεγάλοι.
Και οι πηγές είναι κυρίως αυτές, δηλαδή αναγνώσματα, σχολικά αναγνώσματα, περιοδικά, παιδικά και σίγουρα είναι όποια υπάρχουν τα παιχνίδια, τα όσα παιχνίδια έχουν απομείνει, μπορούμε να εντοπίσουμε. Στην πραγματικότητα, όμως, η βασική πηγή είναι ο λόγος των μεγάλων, όπως φαίνεται μέσα από τα βιβλία. Ανέφερες το κράτος, οπότε πρέπει να σου κάνω την ερώτηση για να συγκεκρινοποιήσουμε και το ζήτημα.
Ποια είναι η σχέση του κράτους, συγκεκριμένα του έθνους κράτους κατά τη διάρκεια του τέλου του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα με τα παιδιά. Τι προβλέπει, τι θέλει το κράτος από τα παιδιά και για τα παιδιά. Στα τέλη του αιώνα βιώνει η χώρα το τραύμα του Αντικούς Πολέμου. Ήταν τραύμα πολύ έντονο, δηλαδή είναι μια ανασφάλεια, ένα έντονο συνέστημα αποτυχίας και ανασφάλειας που έχει προκύψει εκεί την εποχή.
Και αυτή την απογοήτευση, τη μεγάλη απογοήτευση, το έθνος την αποδίδηκε στην αδυναμία του στρατεύματος. Δηλαδή κατηγορούνται οι στρατιωτικοί ότι είναι ανήκανοι και τι θα γίνει τώρα. Πρέπει να προετοιμάσουμε και λόγους στρατιώτες που να είναι ικανοί να το αλλάξουμε αυτό. Οπότε η πρόθεση είναι να την εξυπηρετήσουμε τη μεγάλη ιδέα.
Να μην ξαναποτύχουμε. Πώς θα φτάσουμε στην πόλη τώρα εμείς, αφού πάθαμε όλη αυτή τη ζημιά, αυτό δείχνει ότι δεν είναι και πολύ εύκολο να πάμε στην πόλη. Άρα πρέπει να μεγαλώσουμε τις καινούργιες γυμνιές με έναν άλλο τρόπο. Να τους κάνουμε... Να μην είναι κουραμπιέδες, έτσι όπως φαίνεται στα κείμενα. Να τους κάνουμε ανθεκτικούς, πειθαρχημένους, να είναι πρόθυμοι αυτοί οι στρατιώτες, οι μελλοντικοί.
Οπότε ένας πολύ ωραίος τρόπος, εφόσον το παιδί για το έθνος κράτος αυτή τη στιγμή είναι επένδυση και είναι και στίχημα, είναι ένας πολύ ωραίος τρόπος στο παιχνίδι να το πετύχουν αυτό. Οπότε με αυτόν τον τρόπο το έθνος κράτος αντιμετωπίζει το παιδί αυτή την εποχή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το παιχνίδι είναι μια προετοιμασία για τον πόλεμο, για ένα μελλοντικό πόλεμο.
Ναι, το παιχνίδι είναι μια προετοιμασία για ένα μελωδικό πόλεμο, είναι προετοιμασία για τους πολέμους που δεν έχουμε ακόμα δει. Είναι κάτι που γίνεται τελείως αθόρυβα, τελείως υπόγεια, τελείως χωρίς επιβολή, χωρίς έλεγχο. Και αυτή είναι η πιο ενδιαφέρουσα και προκλητική παράμετρος αυτής της προετοιμασίας. Είναι μια δουλειά που επιτυγχάνεται ενδεχομένως με ένα πιο αποτελεσματικό τρόπο θα έλεγε κανείς, γιατί είναι πιο ευχάριστος από ότι κάνουν τα σχολικά μαθήματα που υπάρχουν στρατευμένα σχολικά μαθήματα σε αυτόν τον ίδιο στόχο.
Και το παιχνίδι θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει έτσι όπως φαίνεται, ότι αυτή τη δουλειά την κάνει δηλαδή ετοιμάζει τον υπηρέτη της μεγάλης ιδέας καλύτερα από τα μαθήματα γιατί υπάρχουν προφανώς τα αρχικοί σχολικό υλικό που ταυτόχρονως εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό. Οπότε υπάρχει μια θεωρητική βάση η οποία θα μπορούσαμε να πούμε ότι για τα παιδιά μπορεί να ήταν και λίγο βαρετή αλλά υπάρχει και η πιο δραστήρια βάση πιο όμορφη για τα παιδιά βάση σαγωγικά όμορφη φυσικά και επιθυμητή για τα παιδιά βάση όπως είναι, δίνω ένα παράδειγμα, η γυμναστική έτσι, έτσι δεν είναι πολεμικά παιχνίδια όπως η πολιορκία που γράφεις και στο βιβλίο σου ή ακόμα και ο προσκοπισμός ο οποίος βρίσκεται μεταξύ κράτους και ιδιωτικής πρωτοβουλίας, δηλαδή είναι κάπου εκεί, είναι ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Ξέρεις, τώρα ας πούμε λοιπόν ότι πριν φτάσουμε στη γυναστική και στο προσκοπισμό, ας δείξουμε λίγο το εξής. Γιατί είπες πολύ ωραία ότι με έναν τρόπο πιο ευχάριστο, έτσι όπως το έβαλες εισαγωγικά δικαιολογημένα, έχουμε την ιστορία, έχουμε τη γεωγραφία, έχουμε τα αναγνωστικά τους, τα αναγνώσματά τους, που ας πούμε πως είναι βαρετά.
Θεωρούμε ότι οπωσδήποτε είναι πιο βαρετά. Η ιστορία είναι αυτή που μας δείχνει τη συνέχεια στο χρόνο, όπως λέει η Κουλούρη, η γεωγραφία είναι αυτή που μας δείχνει τη συνέχεια στον χώρο, όπως επίσης λέει η Κουλούρη. Και τα παιδιά όλο αυτό το γνωρίζουν στο σχολείο και το μαθαίνουν στο σχολείο και με έναν πιο χαρούμενο τρόπο τον μαθαίνουν μέσω της γυναστικής και του προσκοπισμού.
Μαθαίνουν δηλαδή πώς θα εξυπηρετήσουν αυτό το ποιοι είμαστε και ποια είναι τα εδάφη μας μέσω της γυναστικής, των παιχνιδιών, των πολεμικών και του προσκοπισμού. Και εδώ ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο όπου σχολείο και εξωσχολικές δραστηριότητες, Το σχολείο με τη γυμναστική, με τις παιδιές. Οι παιδιές της εποχής είναι αυτό της ομάδος, είναι εργατικότητας που τους επιστρατεύει όλοι σε μια κοινή, σε μια συλλογική αποστολή.
Δηλαδή, οι παιδαγωγοί της εποχής δίνουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία στις παιδιές, γι' αυτό ακριβώς το λόγο. και παράλληλα τα εξωσχολικά, όπως είναι ο προσκοπισμός, αυτό κάνουν στην πραγματικότητα. Σε προετοιμάζουν για αυτή την κοινή αποστολή, διδάσκοντας σε την πειθαρχία, την κακουχία, την αντοχή δηλαδή στις κακουχίες και σε προετοιμάζουν χωρίς να το καταλαβαίνεις και με ένα πολύ ευχάριστο τρόπο.
Ο προσκοπισμός ξεκινάει το 1910 και πάρα πολύ γρήγορα εξαπλώνεται σε όλη την Ελλάδα με αυτά τα μοτίβα και με μότο κοινή αποστολή. Προετοιμάζει τα παιδιά για τον πόλεμο πραγματικά, συνειδητά. Άλλωστε ο προσκοπισμός έχει αυτό το στόχο, να προετοιμάσει τους μελλοντικούς στρατιώτες. Οπότε το επιτυχαίνουμε με τα σχολικά μαθήματα, το επιδιώκουμε με τον προσκοπισμό και το επιδιώκουμε και με παιχνίδια όπως είναι η πολιορκία που ανέφερες.
Δηλαδή σκέψου ομαδικά παιχνίδια τύπου τα Μίλα ή δεν ξέρω τι άλλο, το κλώτσο σπούφι και λοιπά που είναι και παιχνίδια της εποχής, το 1910 φερειπήν και σκέψου και την πολιορκία κατά του φρουρίου ας πούμε ή το παιχνίδι επίθεσης κατά του φρουρίου. Όπου εκεί τι έχουμε, έχουμε παιδιά χωρισμένα σε ομάδες, εχθροί μεταξύ τους, σε δύο ομάδες, επικεφαλής, στρατηγούς, λοχαγούς, στρατιώτες, σημαία.
Το παιχνίδι γύρω από τη σημαία έχει τρεις-τέσσερις παραλλαγές, περιλαμβάνεται στα εγκυρίδια της γυμναστικής, με τρεις-τέσσερις παραλλαγές. Πώς θα πάρουμε τη σημαία, η οποία σημαία έχει πέσει στα χέρια του εχθρού, πράγμα που είναι φοβερή, είναι όλευθος. Οπότε λοιπόν χωρίζονται σε ομάδες, πολεμάνε για να ξαναπάρουν τη σημαία και όλο αυτό είναι στην καθημερινότητα τους και στη σχολική τους καθημερινότητα και στην εξωσχολική τους καθημερινότητα μέσω του προσκοπισμού των παιχνιδιών τους τα οποία τα έχουν διδαφθεί σχολείο.
Φοβερή εντύπωση, αλήθεια σου λέω. Καλά, προφανώς ο Πετροπόλεμος είναι μια προσωμείωση πολέμου, έτσι, και προκαλεί και βλάβες και σωματικές. Αυτό που μου έκανε εντύπωση όμως είναι ότι, αν όχι δεν ενθαρρυνόταν ο Πετροπόλεμος από τον δάσκαλο, για παράδειγμα, τουλάχιστον ήταν ένα παιχνίδι που το ανεχόταν ο δάσκαλος ή η τοπική κοινωνία.
Ο Πετροπόλεμος δεν είναι καινούριος, δηλαδή ο Πετροπόλεμος δεν έρχεται σαν ένα καινούργιο παιχνίδι στα χρόνια των Βαλκανικών, για παράδειγμα, που πραγματικά στα χρόνια των Βαλκανικών τον συναντάμε να είναι όπως το λες, αλλά θα κηρύσσω σε αυτό σε λίγο. Ο Πετροπόλημος ξεκινάει, τον συναντάμε δηλαδή πολύ καιρό πριν και η αλήθεια είναι ότι τον βρίσκουμε ακόμα και στις αθηναϊκές γειτονιές και μέχρι τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, αλλά στους Βαλκανικούς πολέμους συμβαίνει όντως αυτό που λες.
Δηλαδή ο δάσκαλος δείχνει ανοχή. Τους επιτρέπει, ας πούμε, τον καιρό που μένονται οι βαλγανικοί πόλεμοι, να εκτονοθούν τα παιδιά, επειδή έχουν γονείς και αδέρφια και γείτονες και φίλους και συγγενείς στο μέτωπο, να βγάλουν το συνέστημα, όλο αυτό το συνέστημα, πετροβολώντας οι μεν τους δε. πράγμα που, ναι, όπως είπες, δεν ήταν ανώδυνο.
Τα καρούμπα, ας πούμε, ήταν οι πιο μικροί από τις ζημιές που μπορούσαν να πάθουν. Ναι, είναι γνώστο. Αυτό σημειώνεται ως μια πολύ καλή, ας την πω, συνήθεια των παιδιών των λαϊκών στρομάτων που επιτρέπεται από τον δάσκαλο. Δεν επιβάλλεται από τον δάσκαλο, αλλά ο δάσκαλος κάνει τα στραγωμάτια. Φυλάχνω το ανέχεται. Δεν τους μαλώνει, δηλαδή.
Υπάρχουν κάποια ξένα πρότυπα σχετικά με την εθνική παιδεία στην Ελλάδα την εποχή εκείνη, για παράδειγμα από τη Μεγάλη Βρετανία ή από τη Γερμανία, για παράδειγμα. Ναι, ναι. Αυτές οι δύο είναι μεγάλες επιρροές, γιατί φυσικά η Ελλάδα δεν είναι από μόνος μέσα σε όλο αυτό το του παιχνιδιού, της χρήσης του παιχνιδιού, της εργαλειοποίησης του παιχνιδιού.
αλλά είχε πάρα πολύ ενδιαφέρον τι συμβαίνει ιδιαίτερα με τα αγγλικά πρότυπα. Δηλαδή η Αγγλία μεγαλώνει τα παιδιά της με την πρόθεση να γίνουν gentlemen. Gentlemen την εποχή εκείνη όμως, έτσι όπως τουλάχιστον το δείχνουν οι πηγές, είναι γενναίοι στρατιώτες. Και αυτοί ετοιμάζονται για το μεγάλο πόλεμο έτσι. Και πηγαίνουν τρέχοντας να πολεμήσουν.
Έχουν προετοιμαστεί από τα παιχνίδια τους. και αυτή από τα παιχνίδια τους. Και εκεί είναι αυτό κάτι ιδιαίτερα μελετημένο, δηλαδή έχει μελετηθεί πάρα πολύ η συμβολή του παιχνιδιού στην δημιουργία του Άγγλου στρατιώτη που σπέβδει κατά τα γη, αλλά και του Γερμανού και του Γάλλου. Εγώ υπέμεινα στο ζήτημα της αγγλικής επιρροής, γιατί όπως έλεγα λοιπόν περί κατασκευής του «Τζέντλεμα», Εδώ μάλλον πρέπει να κάνω ένα πισωγύρισμα και να πω το εξής.
Βλέπουμε τους άγγελους παιδάκους του Πατρεχάς να συνδέουν αυτόν τον ηθικό ηρωισμό, αυτόν τον ήρωα με ήθος, που επιδιώκει να πλάσει η αγγλική κοινωνία εκείνη την εποχή, με τον αρχαίο Έλληνα, τον καλό καγαθό. Το κάνουν οι ίδιοι οι Άγγλοι αυτό. Οπότε η καλοκαγαθοσύνη των αρχαίων Ελλήνων έρχεται ως αντιδάνειο στην ελληνική παιδαγωγική πρακτική και θέλουμε να φτιάξουμε καλούς καγαθούς μέσω του παιχνιδιού.
Με τη σειρά τους φυσικά, πόσο πιο επρόσδεκτο να ήταν κάτι από αυτό. Οι Έλληνες παιδαγωγοί έρχονται και λένε αυτή την καλοκαλάθωση που είναι δική μας πρέπει να την μεταδώσουμε, να την πειτακενώσουμε στα παιδιά μας. και εμείς μέσω του παιχνιδιού. Γιατί και οι Άγγλοι μέσω του παιχνιδιού το επιβίωναν. Οπότε για εμάς ήταν πολύ ωραίο.
Είχε και μια ξεκάθαρη απόδειξη της εθνικής συνέχειας. Από την άλλη είναι και τα στρατιωτάκια. Έτσι από τα στρατιωτάκια ο στρατιώτης, ο μικρός στρατιώτης και όλη αυτή η ιστορία με τον Μολυβένιο, ο στρατιώτη και λοιπά. Είναι μια μακρά ιστορία στην Ευρώπη. οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Άγγελοι φτιάχνουν αυτά τα πιοντάκια ανταγωνίζονται ποιος θα φτιάξει πιο καλά και πολλά και όμορφα και εξαγώγημα και τα λοιπά ένας μεγάλος ανταγωνισμός αυτός μέχρι που η British, η Αγγλική British πια καθιερώνεται ως η σπουδαιότερη εταιρεία κατασκευής βολουμένου στρατιώτη και εδώ τώρα μπαίνει ένα άλλο στοιχείο, μεγαλειώδες κατά την νόμου σε αυτό το πεδίο το οποίο έχουμε λεπίσει το δείγμα του παιχνιδιού και του ρόλου του ιδεοδοτικού του παιχνιδιού.
Η Βρύτερ φτιάχνει στρατιωτάκια με στολή σημαία, δηλαδή στρατιωτάκια εθνικά. Φτιάχνει Άγγλους, Γάλλους, φτιάχνει στρατιώτες για τον πόλεμο των Μπόερς, Σέρβιμα, Βραμβούμβουνη, στους Βαλκανικούς πολέμους, φτιάχνει ελληνάκια στατιωτάκια, στατιωτάκια που εξυπηρετούν εθνικούς σκοπούς. Δηλαδή τελικώς είναι ένα διεθνικό παιχνίδι, αλλά που εξυπηρετεί εθνικούς σκοπούς.
Έχει ενδιαφέρον ότι, για να στο πω και λίγο πιο πέραχρονικά, ότι και στο Μεσοπόλεμο, για παράδειγμα, οι Έλληνες παιδαγωγοί παρατηρούν ότι η Γερμανία προσπαθεί να αξιοποιήσει το κλασικό ιδεώδες στην παιδαγωγική της και προσπαθούν να μιμηθούν τους Γερμανούς, οι οποίοι Γερμανοί μιμούνται εισαγωγικά τους αρχαίους Έλληνες, το κλασικό ιδιώδες του αρχαίου Έλληνα.
Δηλαδή μιλάμε για ένα αντιδάνειο του αντιδανείου, στο Μεσοπόλεμο τουλάχιστον, 19 με 33 θα μπορούσαμε να πούμε, το οποίο έχει πολύ πολύ ενδιαφέρον, αλλά από ό,τι φαίνεται κάτι τέτοιο συνέβαινε και πιο πριν, τέλη του 19ου αιώνα, όπως τεκμηριώνεις και εσύ, και αρχές του 20ου. Να σε πάω και σε ένα άλλο ζήτημα το οποίο με απασχόλησε στο βιβλίο σου, ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο εθνικό με τα πολεμικά παιχνίδια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι και έμφυλο.
Δηλαδή το στρατιωτάκι και τα πολεμικά παιχνίδια κατασκευάζουν και έμφυλες ταυτότητες κατά έναν τρόπο, δηλαδή υπάρχει μια έμφυλη επιτέλεση του ίδιου του πολεμικού παιχνιδιού. Θα μπορούσε να μας πεις δύο λόγια παραπάνω για αυτό το ζήτημα. Ναι, ναι, είναι και αυτός αφές. Το ψάξιμο δηλαδή εκμεριώνεται και με το παραπάνω. Είναι το παιχνίδι.
Ένα εργαλείο για να φτιάξεις, να πλάσεις την αρενοπότητα. Δηλαδή περιμένεις από το αγόρι, το είπα και πριν με έναν όρο της εποχής, να μην γίνει κουραμπιές. Αυτό το λέει, για παράδειγμα, η Καλλιρόη Παρέμ, Ξεκάθαρα, δεν το λέει μόνο η Καλλιό Επαρέν, απλά χρησιμοποιώ τώρα εδώ ως ενημετικό παράδειγμα, επειδή απευθύνεται με τα περιοδικά της στην οικογένεια, απευθύνεται στη μάνα, στη μάνα που θα φτιάξει αυτό το μελλοντικό στρατιώτη.
Κυρίως αυτή απευθύνεται. Αλλά φυσικά δεν είναι μόνο η Επαρέν. Ο Ξενόπλος επίσης χρησιμοποιεί πολύ συχνά τον πουραβιέ και γενικά είναι ένας όρος ο οποίος χρησιμοποιείται, τον τσαντάμε δηλαδή σε πολλά σημεία. Εσύ θέλεις το στρατιώτη, τον ήρωα. Θέλεις να φτιάξεις επομένως έναν άνδρα ο οποίος να υπομένει τις κατοχίες που είναι αποφασισμένος να θυσιαστεί για την πατρίδα του, να βάζει πάνω απ' όλα την πατρίδα του.
Η θυσία δηλαδή είναι αυτό που θες να διδάξεις το αγόρι. Αυτός είναι ο σκοπός. του αγοριού. Όταν η πατρίδα θα τον καλέσει, λέει η πηγή, όταν η πατρίδα θα τον καλέσει, αυτός θα τρέξει πρόθυμα. Δεν τον νοιάζει που θα πεθάρει. Σημασία έχει που θα ζήσει η πατρίδα. Αυτό λοιπόν είναι πολύ καθαρό. Το απευθύνεις στα αγόρια και θα μεγαλώνεις έτσι.
Α, ναι, έχει ένα ενδιαφέρον για αυτό. Υπάρχουν και αμέτρητα παιχνίδια που απευθύνονται και σε αγόρια και σε φορήτια, τα οποία είναι παιχνίδια τύπου σταυρόλεξα, ακροστιχίδες και εγώ στα παιδικά περιοδικά, γεμάτα τα παιδικά περιοδικά μου τέτοια παιχνίδια, τα οποία καθήνα το προβολήμα και σε φόρια και σε φορίτσια και πρέπει να βρεις ονόματα πλοίων, πόλεις που κατακτήσαμε, εχθρούς που νικήσαμε.
Κατά τα άλλα βέβαια ο κύριος ρόλος τους είναι η Μοσοκόμα. Εποχητικά, εποχητικές. που είναι στη σειρά όλα περπατάν με το κεφάλι του σξηλά Είναι παιχνιδάκια για μικρά παιδιά κι έτσι που πηγαίνουν μοιάζουν σαν αληθινά Εκτός από το M φιλο το οποίο προφανώς συνδέεται με το εθνικό είναι αυτονόητο προφανώς το πολεμικό παιχνίδι όμως έχει και θα μπορούσαμε να πούμε μια ταξική συνείδηση κάπως έτσι.
Δηλαδή οι ανώτερες οικονομικά τάξεις, ανώτερες ενώ φυσικά, έχουν μια οικονομική άνεση να αγοράσουν παιχνίδια από την, όπως γράφεις στο βιβλίο σου, την πανελλήνια αγορά του Δρακάτου στην Σταδίου, στην Οδό Σταδίου στην Αθήνα. Τι γίνεται με τις φτωχότερες τάξεις? Προφανώς θα μου πεις παίζουν πέτρο πόλεμο ή κάποιο άλλο τέτοιο ομαδικό συνεργατικό παιχνίδι.
Οι κατώτερες τάξεις όμως μπορούν να αγοράσουν στατιωτάκια, μολυβένια. Δεν υπάρχει μια ταξικότητα μέσα σε αυτή τη συνδιαλλαγή. Ναι, τα Μολυβένια στα Διωτάκια είναι για τα παιδιά των wzωσίων οικογενειών. Δηλαδή παίζει με Μολυβένια στα Διωτάκια ο Τρελ Αντώνης για παράδειγμα. Ο αδερφός της είναι ο Λόπης Δέλτα και ο Αλέξανδρος ο άλλος της αδερφός παίζουν με Μολυβένια στα Διωτάκια όλα τα παιδιά των ανώτερων στρωμάτων παίζουν με Μολυβένια στα Διωτάκια.
Τα Μολυβένια στα Διωτάκια έχουν τις βιτρίνες έχουν έχουν έχουν έχουν κατά παραγγελία από την Πρίπτες ενδεχομένως που έλεγα πριν. Έρχονται τα σταθλωτάκια τα οποία είναι Τούρκοι, Έλληνες, Σέρβοι ή ό,τι θέλουν. Αυτά καταλήγουν μόνο στα χέρια των πλούσιων παιδιών και τα πλουσιόπεδα παίζουν στο Γαλλί. Αλλά και τα φτωχόπεδα παίζουν στο χώμα.
Δηλαδή στην ουσία παίζουν όλοι στρατιωτικά παιχνίδια, πολεμικά παιχνίδια. παιχνίδια. Αυτό που διαφέρει είναι το μέσο, το υλικό. Δηλαδή οι μεν παίζουν με μολυβένια στα δευτάκια ακριβά, οι άλλοι παίζουν με χειροποίητα παιχνίδια ή παίζουν με τη φαντασία τους, παίζουν με παιχνίδια ρόλων, παίζουν με καλάμια, με ξύλα. Εδώ μπορούμε να προσθέσουμε και το εξής, ότι η Φερρυπίν στις μεγάλες γιορτές, Χριστούδο μέχρι πρώτο χρονιά είναι κυρίως αυτές οι μεγάλες γιορτές, ο ποτιακό είδος οπότε συνδέεται με αυτές τις γιορτές.
Αυτό είναι τώρα ενδιαφέρον. Έρχονται δωρεές από τις παρικίες του εξωτερικού προς τα παιδιά των επιστράτων, οι οποίες δωρεές είναι πολεμικά παιχνίδια. Οι λεύσπλαχνες ας πούμε κυρίες των παρικιών του εξωτερικού, της ομογένειας, στα χριστουγεννιάτικα δώρα για τα φτωχόπαιδα, που είναι ταυτόχρονα στα παιδιά των επιστράτων, γιατί αυτοί πολεμάνε, οι άλλοι είναι ελάχιστοι, και έχουν ρόλους ηγετικούς στον πόλεμο.
Τους στέλνουν λοιπόν δώρα παιχνίδια. Τα δώρα που έρχονται για τα παιδιά στις γιορτές, στα μεγάλα κηβότια, λέει η Παρέν, που καταφθάνουν από τη Μασσαλία, τα παιχνίδια για τα γόρια είναι όλα πολεμικά. Πραγματικά είναι μια εποχή που οι βιτρίνες είναι γεμάτες πολεμικά παιχνίδια. Στην πραγματικότητα οι βιτρίνες δεν στολίζονται με πολεμικά παιχνίδια, αλλά εξοπλίζονται, είναι σαν να εξοπλίζονται οι βιτρίνες.
Από την άλλη όμως, επειδή με ρώτησες για τη διαφορά, ναι, τα φτωχά ταινιά έχουν τα δικά τους φτηνοπέχνηδα, τα μικροπέχνηδα που κολλούνται ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα σε πάγκους, τελκυροπήκαφνη καρέα, για παράδειγμα, και εργότερα στην Αιώλου. Δηλαδή στις αρχές του 20ου αιώνα να έχουμε τις αγορές στην Αιώλου που πουλάνε φτηνοπέχνιδα, μικροπέχνιδα, εσβούρες, πυρίχτρες, τελικά.
Και συναντάμε αυτό το είδος της αγοράς με ένα διαφορετικό τρόπο σε πάγκους, στην Ερμού και κυρίως γύρω από τη Γαρμιδόρια Αρέα όπου μικροπολιτές πουλάνε αθήρματα, τα οποία είναι παιχνιδάκια, μικροπαιχνιδάκια τα οποία δηλαδή έχουν μετατραπεί στις αρχές του 20ου σε στρατιωτικά μικροπαιχνιδάκια. Από την άλλη, το είπα και πριν, έχουμε και φαντασία των παιδιών.
Τα παιδιά καμώνονται στα παιχνίδια της αυλής ή της αλάνας, τέλος πάντων, του δρόμου. Καμώνονται τους Έλληνες. Κανείς δεν θέλει να υποδηθεί τον Βούλγαρο, κανείς δεν θέλει να υποδηθεί τον Τούρκο. Τσακώνονται μεταξύ τους. Όλο αυτό το εθνικό αφήγημα έχει εμποτιστεί στα παιδιά. Παίζουν όλα τα παιδιά τον πόλεμο ανάλογα με τα μέσα τους.
Δηλαδή το παιχνίδι είναι υπερταξικό αυτή η μεγωθή. Αυτό που διαφέρει είναι τα μέσα, τα υλικά, ο τόπος. Δηλαδή ή παίζεις στρατιωτάκια στο χαλί ή παίζεις έχοντας το χώμα ως βασικό στοιχείο και παίζεις πέντρο πόλεμο ενδεχομένως ή άλλα παιχνίδια ρόλων. Και επίσης να προσθέσω ότι έτσι και αλλιώς η εθνική συνείδηση προβάλλεται ως υπερταξική.
Οπότε λογικό είναι και τα ίδια τα παιχνίδια να προβάλλονται και αυτά, το κάθε παιχνίδι να προβάλλεται και αυτό ως υπερταξικό για να σχηματίζει μια εθνική συνείδηση. Συμφωνώ πολύ, το σύννεδο είναι υπερταξικό. Ωραία, όλα αυτά, οκ, στις τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. μετά τη μικροσυκτική καταστροφή όμως και γενικότερα μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο βλέπουμε και μία άνοδο μιας πασιφιστικής στάσης.
Έτσι δεν είναι παρά την άνοδο του φασισμού τη δεκαετία του 30 μέχρι τη δεκαετία του 30 και τέλη της δεκαετίας του 30 υπάρχει και ένα κύμα πασιφιστικό. Αλλάζουν τα παιχνίδια τότε το μεσοπόλεμο. Έχεις κάποια ιδέα τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. στο πολέμου. Ναι, είναι πολύ ωραίο το πρωτάς γιατί υπάρχει μια κίνηση όντως πασιφιστική και στα παιχνίδια. Βαφανώς αντικατοπιρίζουν όπως είπαμε στα παιχνίδια την κοινωνία και το ότι θέλουν να με βάλει και τα παιδιά τους αλλά αυτή είναι όπως η εποχή δηλαδή θέλω να πω μια κίνηση που δεν έφερε την ανατροπή που δεν έκανε τη ρήξη, τη δομή υπάρχει αυτή η πασιφιστική διάθεση. Βλέπεις ας πούμε παιδιά στην Αγγλία για να το δώσουμε και στα διεθνή του όρια, που μετά από μια κίνηση των μεγάλων, πάλι των μεγάλων, ανταλλάσσουν τα στρατιωτικά τους παιχνίδια με παιχνίδια ειρηνικά.
Στο Πλάπαμ, ας πούμε, της Αγγλίας καταγράφεται μια τέτοια πολύ μεγάλη κίνηση όπου συγκεντρώνονται τα στρατιωτικά παιχνίδια των τελειών. Το πολεμικό παιχνίδι έχει ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα προκαλέσει αντιδράσεις και φωνές έχουν ακουστεί εχθρικές απέναντι στη κατασκευή πολεμικού παιχνιδιού, γιατί ακριβώς αυτές οι φωνές αντιδρούν στην κατασκευή πολεμικών μεχανών, δηλαδή στρατιωτών.
Τώρα, στα χρόνια του Μεσοπολέμου, μετά το Μεγάλο Πόλεμο που ο κόσμος είδε με τα μάτια του τι σημαίνει πόλεμο, Το έζησε αυτό πάρα πολύ καλά. Γίνονται τέτοιες κινήσεις. Και αυτό το συναντάμε προφανώς και στην Ελλάδα το Μεσοπόλεμο. Τώρα μπορώ να βάλω το προφανώς γιατί έρχονται φωνές παιδαγωγών. Οι δημοτικιστές ας πούμε επιστρατεύονται σε αυτό το σχέδιο.
Στο σχέδιο δηλαδή του αφοβλισμού και ας το βάλουμε σε εισαγωγικά των παιδιών. Σε έναν αγώνα να αντικατασταθεί το πολεμικό παιχνίδι από παιχνίδι ειρηνικό. Δηλαδή είναι αστείο αυτό που συζητάμε ότι θα πετάξω το πολεμικό παιχνίδι και θα δώσω στα παιδιά παιχνίδια ειρήνης. Γίνεται μια τέτοια προσπάθεια. Έχουμε τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που βέβαια τον άνθρωπο τον έχουμε συναντήσει και παρακάτω στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο να κάνει ό,τι μπορεί κατά το πόλεμο.
και μιλάω για έναν καλλιτέχνη της εποχής, διαλέγω ας πούμε το παράδειγμα του τώρα, το παράδειγμα του Σπύρου Βασιλείου, το γράφω, ο οποίος καθόχρονα, εκτός από αυτή την ιδιότητα, είχε και μια άλλη ιδιότητα που δεν μας είναι ιδιαίτερα γνωστή, του ανθρώπου που σχεδίαζε παιχνίδια και έλεγε ότι εμείς δεν θα φτιάξουμε ποτέ πολεμικά παιχνίδια, θα φτιάξουμε άλλα παιχνίδια, ποτέ πολεμικά παιχνίδια.
Αυτό συμβαίνει στο Μεσοπόλεμο, αλλά από το 1936 και μετά... Το καταπίνει ο φασισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς, υποθέτω. Ακριβώς. Οπότε βλέπεις πάλι τα αναγνωστικά να ξαναγεννίζουν με τέτοια ζωής προθέσεις. Δηλαδή προετοιμάζουμε πάλι το παιδί μας για τον πόλεμο. Να σε φέρω ως τελευταία ερώτηση, παρατήρηση, πάρ' το όπως θέλεις.
να σε φέρω στο σήμερα, παιχνίδι και σήμερα. Θα σου αναφέρω δύο προσωπικές μου εμπειρίες, εντελώς προσωπικές. Την δεκαετία του 1990, αρχές 2000, που μεγάλωνα και εγώ, ήμουν ανήλικος, πήγαινα σχολείο κτλ. Έπαιζα στο χωριό μου και θυμάμαι ένα πολύ συγκεκριμένο παιχνίδι. Εμείς το ονομάζαμε τζαμί. Στην ουσία στείναμε κάποιες πέτρες υπό τη μορφή πύργου, κάπως έτσι, και ρίχναμε μια μπάλα εναντίον αυτού του πύργου στην προσπάθειά μας φυσικά να σπάσουμε το τζαμί.
Όταν μεγάλωσα έμαθα ότι αυτό το παιχνίδι σε άλλα μέρη της χώρας το ονόμαζαν διαφορετικά. Υποθέτω ότι επειδή ήταν και είναι ακόμα λίγο έντονο το θρησκευτικό αίσθημα στο χωριό μου, στον τόπο καταγωγής μου, το παιχνίδι άλλαξε όνομα ώστε να ανταποκρίνεται στις αντίστοιχες συνθήκες του χωριού. Και το δεύτερο που παρατήρησα και παρατηρώ ακόμη και τώρα, είμαι ενωνός ενός πεντάχρονου κοριτσιού και πολλά και στότε όταν επισκέπτομαι ένα κατάστημα για να πάρω ένα δώρο, ένα παιχνίδι, ό,τι θέλεις, προφανώς απευθύνομαι το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να απευθυνθώ στον πολιτή ή στην πολίτρια.
Η πρώτη ερώτηση που μου κάνουν είναι αν είναι κοριτσάκι ή αγοράκι το βαφτιστήρι μου. Θεωρώ ότι αυτό είναι μια ένδειξη ότι τα παιχνίδια είναι φορτισμένα ακόμα με ιδεολογίες, με κάποιες ιδεολογίες, συγκεκριμένη περίπτωση με κάποια έμφυλα στερεότυπα, θρησκευτικά στερεότυπα, εθνικά στερεότυπα, παρά την εμπορευματοποίησή τους, παρά την παγκοσμιοποίηση.
Ναι, είναι πολύ ωραίο το που λες και πολύ περιεκτικό. τα διατηρούν τα στερεότυπα. Τα παιχνίδια δηλαδή στην ουσία δεν αλλάζουν ρόλους. Στην εποχή μας μπορεί να έχουν αλλάξει μορφή αλλά δεν αλλάζουν ρόλους. Οι ρόλοι τους είναι οι ίδιοι. Είναι η προετοιμασία των παιδιών σύμφωνα με αυτά τα στερεότυπα που έχει η εποχή μας. Δηλαδή ακόμα και αν εγώ δεν το περιόδω τα πολεμικά παιχνίδια.
Τα παιχνίδια εξακολουθούν να είναι κατρέφτης των επιθυμιών των ενηλίκων και των φόβων των ενηλίχων. Δηλαδή, απλώς αλλάζουν τα μέσα. Τώρα εμείς έχουμε τα βίντεο γκέιμς, από τα στρατιωτάκια δηλαδή περάσαμε στα βίντεο γκέιμς. Ναι, ναι, ναι. Σαν να περάσαμε από την αυλή στην οθόνη. Αλλά οι αξίες είναι ίδιες. Ανταγωνισμός, βία, ηρωισμός είναι κοινωνικά επιλεγμένες και ελεγχόμενες.
Ή το έμφυλο, τη σκέψου αυτό, το κλασικό ροζ και γαλάζιμο. Αυτό το ροζ και γαλάζιο είναι προφανά αποτέλεσμα της διαφήμισης, η οποία διαφήμιση εξυπηρέτησε αυτό τον έμφυλο διαχωρισμού και παραμένει ακόμα και τώρα. Βλέπεις ας πούμε σπουτεράκια, βέσπακια μικρά. Η βέσπα έχει τώρα αναπληρώσει και στην κανονική της μορφή, της μηχανής που οδηγούν οι μεγάλοι.
Αλλά και άμα πας να αγοράσεις ένα βέσπακ παιχνίδι για ένα παιδάκι, είναι ροζ και γαλάζιο. Όντως το παιχνίδι συνεχίζει να έχει αυτό το ρόλο. Δεν αλλάζει κάτι. Τα παιχνίδια μιλάνε τη γλώσσα της εποχής τους. αλλάζουν μορφή, δεν αλλάζουν ρόλο. Η κοινωνία δηλαδή αντικατοκτρίζεται στα παιχνίδια που τους δίνουμε και εμείς συνεχίζουμε να θέλουμε να εξυπηρετηθούν τα έμφυλα ο έμφυλος διαχωρισμός να θέλουμε να εξυπηρετηθούμε εθνικά αφηγήματα ή ό,τι άλλο.
Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Κρυσταλλία θέλω να σε ευχαριστήσω προσωπικά για αυτό το podcast. Μιλούσαμε για το βιβλίο σου Πολεμικά παιδικά παιχνίδια και εθνικές ιδέες στις αρχές του 20ου αιώνα Από τις εκδόσεις Ασίνη Εκδόθηκε το 2025 Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σου Και εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ Ήταν πολύ όμορφη αυτή η παιδάκη Και εγώ ευχαριστώ και χαιρετώ
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα