008 Αποκάλυψη (Στίχοι 3:7 – 3:22) 📄💬🔖
Ομιλίες Β' Μητροπολίτη Λεμεσού ΑθανάσιουΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό. Εσύ κάμε την προσπάθεια σου, κάνε αυτό το οποίο εξαρτάται από εσένα, και τα άλλα άφησ' τα στον Θεό.
Ηχογραφήθηκε: Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010
Για την απομαγνητοφώνηση (📄) πατήστε εδώ, ή χρησιμοποιήστε το σύνδεσμο για τη σελίδα επεισοδίου από την εφαρμογή σας.
Αυτό το επεισόδιο περιέχει υπότιτλους (💬). Μπορείτε να τους προβάλετε χρησιμοποιώντας μια εφαρμογή συμβατή με Podcast 2.0 ή μια εφαρμογή που υποστηρίζει τη λειτουργία στίχων.
Τα ακόλουθα κεφάλαια (🔖) έχουν προστεθεί στο αρχείο. Μπορείτε να μεταβείτε σε οποιοδήποτε από αυτά χρησιμοποιώντας τη λειτουργία κεφαλαίων στην εφαρμογή σας. Για iPhones συνιστούμε το Overcast και για τα Android το Podcast Addict.
(00:00) Προσευχή
(01:17) Γιατί γράφτηκε η Αποκάλυψη
(02:17) Περίληψη
(02:52) [3:7] Προς Φιλαδέλφεια γράψε ...
(04:14) Ο Θεός είναι ο μόνος Άγιος
(04:37) Τα κλειδιά του Δαβίδ
(05:14) «Πόρτες/Δρόμοι» στη ζωή μας
(05:52) Το θέλημα του Θεού στη ζωή μας
(06:32) Με τον Θεό μαζί, δεν θα αποτύχεις
(07:23) Ο Θεός ήταν πιστός παρόλο ...
(08:06) Τώρα που τον ξέρουμε θα φύγει;
(08:32) Καλοί λογισμοί κ’ η απογοήτευση
(09:54) Τίποτα δύσκολο για τον Θεό
(11:14) Αν η πόρτα δεν ανοίγει ...
(12:06) «Κάθε εμπόδιο για καλό»
(12:57) [3:8] Είδα τα έργα σου ...
(13:51) ... παρόλο που ‘χεις λίγη δύναμη ...
(14:24) Δώσε στον Θεό αυτό το λίγο
(15:05) Ο Θεός ζητά τη θέλησή μας
(15:34) Αμαρτία, άρνησης του Θεού
(16:06) Δικαιολογίες κ’ μετάνοια
(16:52) Ο υπερήφανος δικαιολογείται
(17:43) [3:9] Και τους τάχα Ιουδαίους ...
(18:24) ... θα σε προσκυνήσουν ...
(19:20) Προσκύνηση κ’ λατρεία
(21:00) [3:10] Διότι ετήρησας τον λόγο ...
(21:13) Υπομονή στις θλίψεις/πειρασμούς
(22:02) Πειρασμός, τι εννοούμε
(24:18) Οι δυσκολίες των Αποστόλων
(25:07) Κάθαρση κ’ αγιασμός
(25:43) Ετοιμασία για την αιώνια Βασιλεία
(26:55) ... και εγώ θα σε διαφυλάξω ...
(27:35) Οι διωγμοί της Εκκλησίας
(28:49) [3:11] Έρχομαι γρήγορα ...
(29:50) ... κρατήσου, μη χάσεις το στεφάνι ...
(30:17) Να είμαστε προσεχτικοί
(31:06) Δουλειά και φαΐ
(31:39) Οι ατέλειωτες μέριμνες
(32:51) [3:12] Τον νικητή θα τον κάνω ...
(34:55) [3:13] Όποιος έχει αυτιά ...
(35:42) [3:14] Προς Λαοδικέων γράψε ...
(36:01) Ο Αμήν
(36:22) Ο Χριστός, η αρχή της κτίσεως
(37:13) [3:15] Είδα τα έργα σου ...
(37:55) Ούτε ψυχρός είσαι ούτε ζεστός
(38:28) [3:16] Γιατί 'σαι χλιαρός ...
(38:56) Δεν είναι καλύτερο από ψυχρός;
(39:11) Γιατί ο χλιαρός απορρίπτεται
(39:36) Ποιος είναι ο χλιαρός άνθρωπος
(40:36) Ολοζώντανες ψυχές αγίων
(41:07) Νέοι με νεκρές ψυχές
(41:40) Ο πλούσιος νέος στο Ευαγγέλιο
(43:19) [3:17] Λες είσαι πλούσιος αλλά ...
(43:41) Ο φοβερός λόγος του Θεού
(44:02) Είσαι ταλαίπωρος
(44:36) Είσαι φτωχός, γυμνός, ελεεινός
(45:23) [3:18] Πάρε πλούτο από μένα ...
(46:06) ... και ρούχα καθαρά ...
(46:34) ... και κολλύριο για τα μάτια σου ...
(47:07) [3:19] Εγώ όσους αγαπώ παιδεύω ...
(47:47) [3:20] Στέκω στην πόρτα και χτυπώ ...
(48:15) Από μας εξαρτάται
(48:51) Πως χτυπά την πόρτα ο Χριστός
(49:28) [3:21] Στο νικητή θα του δώσω ...
(49:53) [3:22] Όποιος έχει αφτιά ...
(50:42) Τέλος ομιλίας
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
[Προσευχή] Μ. Αθανάσιος: Καλησπέρα σας, καθίστε. [παύση] Κατά αρχάς να σας ευχηθώ καλή χρονιά και ευλογημένη από τον Θεόν, και χρόνια πολλά, όπως λένε. [παύση] Και να εκφράσω και τη χαρά μου που αυξάνεστε και πληθύνεστε. Πάτε να φάτε και τους νέους έτσι όπως πάτε... αλλά εάν νομίζετε ότι είναι να μάθετε τι θα γίνει στον κόσμο από την Αποκάλυψη, ε...
πέσατε έξω. [ακροατήριο γελά] Ναι είναι το θέμα το οποίον... ελκύει κόσμο. [παύση] Η Αποκάλυψη δεν είναι γραμμένη για να ικανοποιήσει την περιέργειά μας για το τι θα γίνει, και εάν θα ελευθερωθεί η Κύπρος, και... τι θα γίνουν οι Τούρκοι και τι θα γίνουν ξέρω 'γω οι υπόλοιποι. Η Αποκάλυψη είναι ένα βιβλίο γραμμένο και έχει σκοπό να μας βοηθήσει να... έχομε εμπιστοσύνη στο Χριστόν, να έχομε ελπίδα στο Χριστό μας, και να ξέρομε ότι ο Χριστός θα νικήσει στο τέλος, και ότι τελικά όλοι πορευόμαστε μέσα στη Βασιλεία του Θεού και ο σκοπός μας είναι η Βασιλεία του Θεού.
Αλλά σίγουρα, πορευόμενοι προς τα εκεί, θα συναντήσομε και όλα αυτά τα οποία θα μας αναλύσει σιγά σιγά η Αποκάλυψη, τα οποία είναι αινιγματώδη, και δεν είναι εύκολο κανείς να προσδιορίσει ότι αυτά είναι ε... αυτά που έγιναν ή αυτά που θα γίνουν ή αυτά που γίνονται. Τέλος πάντων. Είμαστε στο τρίτο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως, και είμαστε στο...
στο στίχο εφτά. Έχουν μείνει ακόμα δύο επιστολές. Ο Χριστός στέλνει δύο... επιστολές μέσου του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, προς τις εκκλησίες. Εφτά επιστολές. Εφτά εκκλησίες, εφτά επιστολές. Έχομε μελετήσει τις πέντε και τώρα έμειναν οι άλλες δύο. Λέγει λοιπόν ο Χριστός εις τον Ιωάννη τον Θεολόγο. «[3:7] Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Φιλαδελφείᾳ ἐκκλησίας γράψον».
Και στον άγγελο της εκκλησίας της Φιλαδελφείας γράψε. Επαναλαμβάνω ότι άγγελος της εκκλησίας είναι ο επίσκοπος της εκκλησίας. Λέγει εδώ λοιπόν ότι στον επίσκοπο της εκκλησίας της Φιλαδελφείας γράψε τα εξής. «... τάδε λέγει ὁ ἅγιος, ὁ ἀληθινός, ...» «... ὁ ἔχων τὴν κλεῖν τοῦ Δαυῒδ, ...» «... ὁ ἀνοίγων καὶ οὐδεὶς κλείσει, ...»
«... καὶ κλείων καὶ οὐδεὶς ἀνοίξει». Αυτά λέγει ο Άγιος, ο Αληθινός, αυτός που έχει τα κλειδιά του Δαυίδ, ο οποίος όταν ανοίγει κανείς δεν μπορεί να κλείσει, και όταν κλείνει κανείς δεν μπορεί ανοίξει. Εδώ ο Χριστός αναφέρει για τον εαυτόν του, επίθετα τα οποία αναφέρονται για τον Θεόν εις την Παλαιά Διαθήκη. Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται ως Άγιος, ως Αληθινός, ή όπως θα δούμε μετά ως Αμήν, και είναι και αυτό ακόμα μια από τις πολλές, πάμπολλες αποδείξεις, της Γραφής ότι ο Χριστός είναι αυτός ο Θεός ο αληθινός ο οποίος εμίλησε στην Παλαιά Διαθήκη στους προφήτες.
Αυτά λοιπόν λέγει ο Άγιος. Ο Θεός είναι ο μόνος Άγιος. Ο Θεός είναι ο μόνος Άγιος, εμείς δεν είμαστε άγιοι. Μετέχομε στην αγιότητα του Θεού, ο κάθε ένας κατά τον αγώνα του, κατά την κάθαρση από τα πάθη και την αμαρτία, και ο μόνος Άγιος και ο μόνος Αληθινός είναι ο Θεός. Αυτός λοιπόν ο Άγιος, ο Αληθινός, ο οποίος έχει την εξουσίαν, όταν λέγει εδώ ότι έχει τα κλειδιά του Δαυίδ, ας μη νομίσει κανείς ότι ο Θεός έχει κλειδιά και ανοίγει πόρτες και ανοίγει...
τέτοια πράγματα, αλλά σημαίνει την εξουσία, την εξουσία του Πνεύματος του Αγίου, την εξουσία της Θεϊκής υποστάσεως, ο οποίος Θεός, αυτός που έχει την εξουσία, «τὴν κλεῖν τοῦ Δαυῒδ», «ὁ ἀνοίγων καὶ οὐδεὶς κλείσει». Όταν ανοίγει ο Θεός κανένας δεν μπορεί να τα κλείσει, και όταν κλείνει ο Θεός, κανένας δεν μπορεί να τα ανοίξει.
Αυτό είναι... κάτι έτσι για όλους μας πάρα πολύ σημαντικό να το έχομε υπόψη μας, στη ζωή μας γενικά, ότι πολλές φορές στη ζωή μας συναντούμε το φαινόμενο, να προσπαθούμε να κάνομε κάτι, και να μη γίνετε. Και από την άλλη πλευρά πάλι, να έρχονται στη ζωή μας πράγματα, να ανοίγει δηλαδή μια πόρτα, να ανοίγει ένας δρόμος μπροστά μας, που δεν τον επιδιώξαμε, δεν τον ζητήσαμε, δεν τον είχαμε υπόψη μας, και όμως ανοίγει και προχωράει κανείς.
Γιατί φαίνεται μέσα από αυτά και το θέλημα του Θεού το οποίο βέβαια ζητούμε όλοι στη ζωή μας. Όλοι μας λέμε καθημερινά, «Γενηθήτω το θέλημά σου». Ζητούμε από τον Θεό να γίνει το θέλημα του. Η καρδιά μας, η ύπαρξή μας, ζητά το θέλημα του Θεού προκειμένου να σωθούμε, προκειμένου να έχομε κοινωνία με τον Θεό, διότι το θέλημα του Θεού είναι ένα και μοναδικόν, η σωτηρία μας.
Ο Θεός λοιπόν, τα πάντα κατευθύνει για τη σωτηρία μας, χωρίς βέβαια να παραβιάζει την ελευθερία της υποστάσεώς μας, της προσωπικότητάς μας. Όταν έχομε ένα θέμα, είναι σημαντικό να έχομε τη Θεία βοήθεια. Όταν ο Θεός είναι μαζί μας, τότε κανείς δεν μπορεί να είναι εναντίον μας. Μπορεί... όλοι μπορούν να 'ναι εναντίον μας, αλλά τελικά θα γίνει αυτό το οποίον ο Θεός ευλογεί να γίνει.
Και... όταν έχει κανείς το Θεό μαζί του, δεν φοβάται τίποτα. Δεν υπάρχει περίπτωση να... να αποτύχει κάποιος έχοντας μαζί του τον Θεόν. Και αυτό δεν είναι μόνο για τα έργα τα οποία κάμνομε κάθε μέρα τα οποία εκείνα είναι και... πως να πούμε, δεν είναι και μάταια πολλές φορές, δεν είναι αιώνια πράγματα, αλλά κυρίως αυτό πρέπει να το ξέρομε, για τη σωτηρία μας.
Μας έλεγε πάντοτε ο γέροντας μας ο μακαριστός ότι, ε... εάν ο Θεός βρε παιδιά έλεγε, δεν μας εγκατέλειψε, όταν εμείς δεν τον γνωρίζαμε, όταν εμείς τον βρίζαμε μετά τα έργα μας, με τα λόγια μας, με τη ζωή μας την εφάμαρτη, και παρά ταύτα ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε, και όταν εμείς δεν τον θέλαμε και τον κλωτσούσαμε και τον απωθούσαμε, αυτός παρέμεινε πιστός, παρέμεινε κοντά μας, παρέμεινε δίπλα μας ε... προσκαλώντας μας και κάνοντας τα πάντα για να μας καλέσει κοντά του, και να μας φέρει μέσα στην επίγνωση της αληθείας του.
Τώρα που κουτσά στραβά τον γνωρίσαμε, λίγο πολύ τον μάθαμε, λίγο πολύ ζητούμε τη σωτηρία μας, έστω και εάν οι αμαρτίες μας είναι τόσες πολλές και δεν μας αφήνουν να αποδείξομε ότι πράγματι θέλομε τη σωτηρία μας, αλλά λίγο πολύ κάπως κάναμε ένα βήμα περισσότερο από ότι ήμασταν προηγούμενος, είναι δυνατόν ο Θεός να μας αφήσει τώρα;
Και αυτό το έλεγε ο γέροντας προκειμένου να δώσει θάρρος και δύναμη σε κάθε αγωνιζόμενον άνθρωπο ο οποίος αγωνιζόμενος συχνά πυκνά μπορεί να συναντήσει αυτό το τοίχος της απογοήτευσης μπροστά του. Γιατί είναι και τα πάθη μας πολλές φορές που δεν μας αφήνουν και πολεμά και ο εχθρός, και ο άνθρωπος αισθάνεται ότι δεν προχωρά, αισθάνεται εγκαταλελειμμένος, φοβάται μήπως αποτύχει, μήπως καταποντιστεί, και πρέπει να έχει δύναμη και υπομονήν, και πρέπει να έχει λογισμούς τέτοιους, καλούς λογισμούς οι οποίοι λογισμοί να τον ενισχύουν ώστε να μη χαθεί, και να λέει στον εαυτόν του ότι, αφού δεν με άφησε ο Θεός τότε, θα με αφήσει ο Θεός τώρα;
Δεν είναι δυνατόν να με αφήσει ο Θεός. Και εφόσον ο Θεός είναι μαζί μου, και ο Θεός θέλει τη σωτηρία μου, έστω και εάν εγώ... εντάξει, βολοδέρνομαι δεξιά αριστερά, ο Θεός θα νικήσει στο τέλος, φτάνει εμείς να ζητούμε το έλεος του Θεού. Φτάνει εμείς να μην εγκαταλείψομε τον Θεό. Να μην εγκαταλείψουμε τη θέση μας. Να μην παραδοθούμε στα χέρια του εχθρού μέσα στην απόγνωση και στην απελπισία.
Και όσες αμαρτίες και εάν έχομε, όση διαστροφή και εάν έχομε, όση κατάσταση τραγική και εάν έχομε, δεν υπάρχει για τον Θεόν κάτι το οποίον είναι δύσκολο. Δεν υπάρχει για τον Θεόν κάτι το οποίον δεν μπορεί να γίνει. Όπως είπαμε πολλές φορές, δεν είναι δυνατόν ο Θεός να πει ότι, ξέρεις, δεν μπορώ να κάνω τίποτα με αυτόν τον άνθρωπο.
Έχει τόσες αμαρτίες, είναι τόσο διεστραμμένος, είναι τόσο ταλαίπωρος, που δεν μπορώ να κάμω τίποτα. Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να πει αυτό το πράγμα. Δεν υπάρχει περίπτωση ο Θεός να μην μπορεί να κάμει κάτι. Εμείς μπορεί να μην μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα, αλλά για τον Θεό δεν υπάρχει αδύνατο πράγμα, φτάνει, εμείς να ζητούμε τη βοήθεια του Θεού.
Να παρακαλούμε τον Θεό να μας ελεήσει. Να ζητούμε το έλεος του Θεού. Έχει ο Θεός τρόπους άπειρους. Θεός είναι, δεν δεσμεύεται, δεν έχει περιορισμούς ο Θεός στις ενέργειες του. Είναι απεριόριστες οι δυνατότητες και οι δυνάμεις του Θεού, αφού είναι Θεός. Λοιπόν, αυτός ο Θεός, όταν ανοίγει, κανένας δεν μπορεί να το κλείσει. Ένα πράγμα το οποίον ο Θεός θέλει να το κάμει, θα το κάμει και κανείς δεν μπορεί να το ματαιώσει, και όταν ο Θεός κλείσει μια πόρτα, ότι και να κάμεις δεν θα ανοίξει αυτή η πόρτα.
Και όπως πάλι μας έλεγε ο γέροντάς μας, μια πόρτα όταν τη χτυπάς και δεν ανοίγει, και προσπαθείς να την ανοίξεις και δεν ανοίγει, μην τη σπάζεις. Γιατί... βάλε μέσα στο μυαλό σου και πες ότι, μήπως, μήπως, είναι για το καλό μου το ότι ο Θεός δεν ανοίγει αυτήν την πόρτα; Προσευχήθηκες, έκαμες τις ενέργειές σου, έκαμες τα πάντα, έκαμες ότι εξαρτάτε από εσένα, και βλέπεις δεν πάει αυτό το πράγμα μπροστά, δεν πάει αυτή η υπόθεση, αυτή η ενέργεια, αυτή η... προσπάθεια σου, δεν πάει ας πούμε.
Κάτσε και σκέφτου, αφού ζητώ το θέλημα του Θεού, αφού παρακαλώ το Θεό να με βοηθήσει, αφού παρακαλώ τον Θεό να με ενισχύσει, τι συμβαίνει και πάνε όλα πίσω και είναι όλα κλειστά; Μήπως τελικά αυτό είναι το δικό μου συμφέρον; Μήπως αυτό πρέπει να γίνει; Και πολλές φορές, πάρα πολλές φορές, όλοι μας έχομε πείρα ότι πράγματι, αυτό που έλεγαν και οι πρόγονοί μας, οι παλιοί άνθρωποι, «κάθε εμπόδιο για καλό», είναι γεγονός.
Δηλαδή, την ώρα που σε εμποδίζει ένα πράγμα, λες, τα ευλογημένα τώρα δεν μπορώ να κάμω τη δουλειά μου, δεν μπορώ να κάμω κείνο, δεν επέτυχα το ένα, το άλλο. Μπορεί όμως μετά από χρόνια, και από χρόνια μπορεί μετά, να πεις, ευτυχώς, που τότε δεν εμπόρεσα να το κάνω. Ευτυχώς που δεν προχώρησα εκείνη τη δουλειά. Ευτυχώς που δεν πήγαν καλά τα πράγματα τότε.
Αυτό βέβαια όταν ζητούμε το έλεος και τη βοήθεια του Θεού, και πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό. Εσύ κάμε την προσπάθεια σου, κάνε αυτό το οποίο εξαρτάται από εσένα, και τα άλλα άφησ' τα στον Θεό. Λοιπόν, ο Θεός ανοίγει και κανένας δεν μπορεί να κλείσει, και κλείνει και κανένας δεν μπορεί να ανοίξει. Και λέει στο στίχο οχτώ, στον επίσκοπο, «[3:8] οἶδά σου τὰ ἔργα· ...», ξέρω τα έργα σου λέγει ο Θεός.
Σε αναγνωρίζω, δηλαδή, σε αποδέχομαι, έχεις έργα, και... «... ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν σου θύραν ἀνεῳγμένην ...», και έδωσα μπροστά σου ανοιχτή πόρτα. Βλέπετε, σου άνοιξα λέει ο Θεός, στον επίσκοπο, μια πόρτα. Σου έδωσα μια πόρτα ανοιχτή για να... για να ενεργήσεις μέσα σ' αυτήν την... την ενέργεια την οποία εγώ σου έχω ανοίξει, αυτήν την πόρτα.
Την οποίαν πόρτα, «... ἣν οὐδεὶς δύναται κλεῖσαι αὐτήν· ...». Δεν μπορεί κανένας να σου την κλείσει την πόρτα αυτή. Εγώ σου την άνοιξα την πόρτα, κανένας δεν μπορεί να την κλείσει. Μη φοβάσαι, του λέει του επισκόπου. «... ὅτι μικρὰν ἔχεις δύναμιν ...». Είναι μικρές οι δυνάμεις σου, ξέρω ότι δεν έχεις πολλές δυνάμεις. Είναι λίγες οι δυνάμεις σου, παρά ταύτα όμως, ενώ έχεις μικρά δύναμη, «... καὶ ἐτήρησάς μου τὸν λόγον καὶ οὐκ ἠρνήσω τὸ ὄνομά μου».
Παρόλο που έχεις μικρήν δύναμην, έχεις λίγες δυνάμεις, παρά ταύτα όμως, ετήρησες τον λόγο μου. Έμεινες πιστός εις τον λόγο μου. Δεν αρνήθηκες τον λόγο μου και δεν αρνήθηκες το όνομα μου. Βλέπετε, πόσο σημαντικό είναι ο άνθρωπος να παραμένει πιστός εις τον Θεό, και να καταβάλει αυτό το οποίον έχει. Όσον έχεις. Δώσε στον Θεόν αυτό το λίγο που έχεις, και ο Θεός θα το πολλαπλασιάσει.
Θα το αξιοποιήσει ο Θεός. Ακόμα και καθόλου δύναμη να μην έχεις, που και τι δύναμην έχομε, τουλάχιστον την πρόθεσή σου, τη θέλησή σου, να πεις του Θεού, κοίταξε Θεέ μου, εγώ δεν μπορώ να κάμω τίποτα. Έτσι όπως εκατάντησα, έτσι όπως αιχμαλωτίστηκα μέσα στην αμαρτία, έτσι ταλαίπωρος και τρισάθλιος που είμαι, δεν μπορώ να κάμω τίποτα, παρά ταύτα όμως θέλω.
Θέλω τη σωτηρία μου. Θέλω να σωθώ. Εάν δώσεις στον Θεό τη θέλησήν σου, λένε οι πατέρες, «δώσε στο Θεό την πρόθεσή σου, ...» «... και λαμβάνεις παρ αυτού δύναμη». Όταν πεις του Θεού, θέλω Θεέ μου να κάνω αυτό το πράγμα, τότε ο Θεός που έχει δύναμη, που είναι δυνατός, θα σου δώσει τη δύναμήν του για να το κάμεις. Εάν είναι η ώρα που πρέπει να το κάμεις.
Εκείνο που ζητά από μας ο Θεός είναι τη θέλησή μας, και, να παραμείνομε πιστοί, να μην αρνηθούμε το όνομα του Θεού. Έρχονται πολλοί πειρασμοί στη ζωή μας, πολλές φορές, δύσκολες ώρες... πολύ τραγικές ώρες που...ρ έρχεται η ώρα να αρνηθεί κανείς ακόμα και τον Θεό. Και μη νομίζετε ότι άρνησης του ονόματος του Θεού είναι να πω ότι δεν υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει Χριστός είναι αυτό μόνο.
Αυτό είναι βέβαια άρνησης, μη γένοιτο να φτάσει κανείς εκεί αλλά, άρνησης του ονόματος του Θεού είναι, και ο συμβιβασμός μας με την αμαρτία. Το να πω, εντάξει δεν πειράζει, δεν έγινε τίποτε, το να παραβαίνω εν ψυχρώ την εντολή του Θεού και μάλιστα να τη δικαιολογώ την παράβασή μου, και να λέω ότι, ε, εντάξει ας πούμε...
δεν μπορώ... ξέρω 'γω να βρίσκω δικαιολογίες, και να παραβαίνω τις εντολές του Θεού και να μη μετανοώ για αυτό, να μη λέω τουλάχιστον, εντάξει, παραβαίνω που παραβαίνω τις εντολές του Θεού, ξέρω ότι κάμνω λάθος, λυπούμε Θεέ μού, συγχώρα με, κάνω λάθος, αλλά το να δικαιολογώ τον εαυτόν μου, και να λέω, δεν είναι τίποτε, δεν χάθηκε ο κόσμος, ξέρω 'γω...
ας δούμε τα άλλα που είναι πιο σοβαρά, αυτό σημαίνει ότι ποτέ δεν θα μετανοήσομε. Άνθρωπος που δικαιολογεί τον εαυτόν του ποτέ δεν μετανοεί. Διότι, αφού δεν καταλαβαίνει ότι κάμνει λάθος πώς θα μετανοήσει; Αφού για όλα έχει δικαιολογία, πώς θα μετανοήσει; Πώς θα έρθει η Χάρης μέσα στην ψυχήν του ανθρώπου αυτού, ο οποίος δεν έχει ταπείνωση, γιατί ουσιαστικά ο υπερήφανος άνθρωπος είναι αυτός ο οποίος πάντοτε δικαιολογεί τον εαυτόν του. Ο υπερήφανος άνθρωπος ό,τι και να κάμει, και φόνο να κάμει, θα βρει μια δικαιολογία.
Εντάξει το έκαμα αλλά για αυτόν και για αυτόν τον λόγο. Θα δικαιολογήσει τον εαυτόν του. Δεν... δεν ταπεινώνεται να ζητήσει συγνώμη και να πει, έκαμα λάθος, φταίω, είμαι αδύνατος, είμαι εμπαθής άνθρωπος. Λοιπόν του λέγει του επισκόπου ότι τον αναγνωρίζει, τον αποδέχεται, διότι παρόλο που έχει μικρή δύναμη ετήρησε τον λόγον του, και δεν αρνήθηκε το όνομα του Χριστού.
Και τι του λέγει στη συνέχεια; «[3:9] ἰδοὺ δίδωμι ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ σατανᾶ ...» «... τῶν λεγόντων ἑαυτοὺς Ἰουδαίους εἶναι, ...» «... καὶ οὐκ εἰσὶν, ἀλλὰ ψεύδονται· ...». Λοιπόν λέει, θα δώσω από αυτήν τη συναγωγή του σατανά οι οποίοι λένε ότι είναι Ιουδαίοι, αλλά δεν είναι Ιουδαίοι, και ψεύδονται, διότι εάν ήταν αληθινοί Ιουδαίοι, δηλαδή εάν ήταν αληθινά εκλεκτός λαός του Θεού, δεν θα ήσαν άνθρωποι ψεύτες, δεν θα ήσαν άνθρωποι οι οποίοι θα πολεμούσαν τον λόγον του Θεού. Δεν θα ήσαν αυτοί οι οποίοι εσταύρωναν τον Χριστόν και συνεχίζουν να σταυρώνουν ακόμα και τους ανθρώπους του Θεού, και την Εκκλησία του Χριστού.
Αυτούς λοιπόν όλους, που είναι από τη συναγωγή του σατανά, που λέγουν ότι είναι Ιουδαίοι και δεν είναι, και ψεύδονται, αυτούς όλους λέγει ο Θεός, «... ἰδοὺ ποιήσω αὐτοὺς ἵνα ἥξουσι ...» «... καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον τῶν ποδῶν σου, ...» καὶ γνῶσιν ὅτι ἐγὼ ἠγάπησά σε». Θα τους κάνω όλους αυτούς να έρθουν και να προσκυνήσουν μπροστά στα πόδια σου, και να γνωρίσουν και να αναγνωρίσουν ότι εγώ σε αγαπώ.
Βέβαια δεν είναι αυτό για προσωπική ικανοποίηση που του το λέει εδώ ο Χριστός, αλλά για να του πει ότι όλοι αυτοί που σε πολεμούν τώρα, όλοι αυτοί που ψεύδονται, που είναι από τη συναγωγή του σατανά, θα τους κάνω να έρθουν να προσκυνήσουν την Εκκλησία, και να αναγνωρίσουν την Εκκλησία. Να αναγνωρίσουν ότι η Εκκλησία είναι η αλήθεια, και ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, και θα προσκυνήσουν ενώπιον των ποδών σου.
Ακόμα ένα εδάφιο που μας ε... λέγει κάτι για αυτές τις αιρέσεις που κυκλοφορούν σήμερα, που λένε να μην προσκυνάτε τις εικόνες. Λέει, μόνο τον Θεό να προσκυνάς. Εδώ ο ίδιος ο Χριστός λέγει στον επίσκοπο ότι εγώ θα τους φέρω αυτούς να προσκυνήσουν τα πόδια σου, του λέγει. Τι σημαίνει; Τον έκανε τον επίσκοπο είδωλον, και διδάσκει ο Χριστός ειδωλολατρία; Όχι, αλλά προσκύνηση από προσκύνηση διαφέρει.
Άλλον είναι η προσκύνηση που απονέμομαι στον Θεόν, που είναι Θεός και τον λατρεύομε ως Θεόν αληθινό, και άλλο είναι η τιμητική προσκύνησης την οποίαν απονέμομε στις εικόνες, ή στους αγίους ανθρώπους του Θεού. Αυτούς τους προσκυνούμε τιμητικά και σχετικήν προσκύνηση απονέμομε. Δεν τους λατρεύομε, δεν λατρεύομε τις εικόνες, δεν λέμε ότι αυτή η εικόνα είναι Θεός.
Ασπαζόμαστε τον τύπο, την εικόνα που έχει πάνω, του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων. Λοιπόν, η Αγιά Γραφή κάνει σαφή διάκριση μεταξύ αυτών των προσκυνήσεων. Άλλη είναι η λατρευτική προσκύνηση, άλλη η τιμητική προσκύνηση. Και εδώ ο Χριστός του λέγει ότι θα τους φέρω αυτούς και θα τους κάνω να προσκυνήσουν τα πόδια σου, να φιλήσουν τα πόδια σου που λέμε εμείς στη δική μας έτσι καθημερινή γλώσσα.
Δεν διδάσκει την ειδωλολατρείαν εδώ ο Χριστός βέβαια, μη γένοιτο, αλλά του λέει θα προσκυνήσουν μπροστά σου και θα αναγνωρίσουν ότι πράγματι εγώ σε αγάπησα. Θα καταλάβουν ότι είσαι δικός μου άνθρωπος. Είσαι άνθρωπος του Θεού. Διότι, στίχος δέκα, «[3:10] ὅτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου, ...». Γιατί ετήρησες τον λόγον, τον λόγον της πίστεως, τον λόγον τον δικόν μου, και έκαμνες υπομονή για μένα.
Βλέπετε, ότι ο Θεός τα έργα του, δεν τα θέλει να είναι εύκολα. Τα εύκολα πράγματα είναι φτηνά. Τα ακριβά πράγματα είναι... τα δύσκολα πράγματα είναι ακριβά. Γι' αυτό παρόλο που ήταν δικός του άνθρωπος ο επίσκοπος αυτός, παρόλο που ήταν άνθρωπος ο οποίος είχεν ε... ενώπιον του Θεού ας πούμε παρρησία κτλ, τα έργα του τα έκαμε με υπομονή πολύ.
Μα υπομονή πότε κάμνει ο άνθρωπος; Υπομονή κάμνει όταν έχει πειρασμούς. Όταν έχεις θλίψεις, όταν έχεις δοκιμασίες. Εκείνη την ώραν είναι η ώρα της υπομονής. Όταν είμαστε καλά και περνούμε καλά και τα έχομε όλα και δεν μας λείπει τίποτα, κάμνομε υπομονή. Αλλοίμονο. Ακροατήριο: [μη ακουστό] Μ. Αθανάσιος: Ναι. Για πες το έτσι λίγο να σε ακούσω.
Ακροατήριο: Νομίζω ας πούμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που... δεν έχουν πειρασμούς αλλά κάνουν το... εφαρμόζουν το νόμον του Θεού έτσι; Επειδή στην Εκκλησία συνέχεια λέμε για πειρασμούς, και πειρασμός μπορεί να είναι... πάει ας πούμε σε μιαν κατάστασην ας το πούμε... συγκεκριμένη, ή είναι μια ορολογία η οποία... κάπου εμείς τη βάλαμε ας πούμε σε ένα σημείο.
Πειρασμός μπορεί να είναι ας πούμε... πες ένα παιδί ορφανό ας πούμε που... δεν έχει φαΐ να φάει... στην Αφρική ας πούμε που κάθε μέρα [ασαφής] τόσος κόσμος. Ακροατήριο: Είναι πειρασμός ας πούμε να [ασαφής]; Δηλαδή, θέλω να πω οι πειρασμοί στη... λέξη πειρασμός στην Εκκλησία μας, πήρε μια ορολογία λανθασμένη, αυτό εννοώ.
Μ. Αθανάσιος: Ναι. Η λέξη πειρασμός στην Εκκλησία, δεν σημαίνει μόνο αυτό που καταλαβαίνεις και καταλαβαίνω, αλλά κάθε θλίψης, κάθε δυσκολία, κάθε αντίθεσης λέγεται πειρασμός, έτσι; Δηλαδή μας πειράζει. Έρχεται... από τη λέξη πειράζομαι. Δηλαδή έχω μια δυσκολία και... και δυσκολεύομαι, ταλαιπωρούμαι, αυτό είναι πειρασμός.
Όπως και πειρασμός είναι μια πρόκληση ας πούμε. Είναι πολλές οι σημασίες της λέξης πειρασμού. Ακροατήριο: Πάτερ... [μη ακουστό] Μ. Αθανάσιος: Ε διάκο [ασαφές] Ακροατήριο: Απλώς κάποιοι άλλοι... Μ. Αθανάσιος: Μήπως το έχεις κλειστό εκείνο; Ακροατήριο: Κάποιοι άλλοι εκπρόσωποι της Εκκλησίας έδωσαν την ορολογία αυτή. Μ. Αθανάσιος: Ναι,εντάξει. Κοίταξε...
Ακροατήριο: [ασαφές] Μ. Αθανάσιος: Όχι... ε... δεν υπάρχει κάτι το εσκεμμένο, απλώς όταν λέμε πειρασμός, ένας άνθρωπος που δεν έχει πολλή γνώση των όρων που χρησιμοποιούμε νομίζει ότι πειρασμός είναι μια πρόκληση προς αμαρτία, αλλά όταν λέμε τη λέξη πειρασμός, δεν είναι μόνον την πρόκληση της αμαρτίας αλλά και όλες τις άλλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής μας.
Αυτό σημαίνει η λέξη πειρασμού. Λοιπόν, έκαμες υπομονή, έκαμες υπομονή. Βλέπετε, δεν αφαιρεί τις δυσκολίες ο Χριστός ή τους πειρασμούς με αυτήν την έννοια, τις θλίψεις. Τις αφήνει εκεί, και αφήνει τον άγιον άνθρωπο αυτόν, τον δικόν του άνθρωπο, να κάμνει υπομονή. Λέει κανείς... διαβάζομε στις Πράξεις των Αποστόλων όλη αυτήν την...
την ταλαιπωρία, τον κόπο, τον αγώνα των Αποστόλων, του Αποστόλου Παύλου και των αγίων Αποστόλων των υπολοίπων. Λέει κανείς, δεν τους έφτανε αυτούς τους καημένους τόσα βάσανα που είχαν; Τόσες καταδιώξεις, τόσα αυτά. Ήταν ανάγκη να παν να πέσει μες το ναυάγιο; Δεκατέσσαρες μέρες μες σ' εκείνη τη βάρκα. Να μη δουν μέρα μπροστά τους.
Να τους φάει η θάλασσα ας πούμε. Να τους βγάλει ξέρω 'γω σ' εκείνο το νησί; Τέτοια ταλαιπωρία τι χρειαζόταν ας πούμε; Ενώ ήταν Απόστολος και πήγαινε για το Ευαγγέλιο και έκανε τόσα άλλα για τον Θεό. Παρά ταύτα, ο Θεός τον άφηνε να περάσει όλες αυτές τις δυσκολίες για να... για να καθαρθεί, για να αγιασθεί έτι περισσότερο, για να... επειδή είχε δύναμη αγάπης πνευματική, για να μην αδικηθεί αλλά να εκδηλώσει και να αξιοποιήσει όλη αυτήν την αγάπη που είχε μέσα του, και γενικά στη ζωή των αγίων, παρατηρούμε πολλές φορές σκληρούς και φοβερούς πειρασμούς, δοκιμασίες δηλαδή.
Η μια μετά την άλλη. Οι οποίες ανθρωπίνως ερωτάσαι και λες, μα αυτό έλειπε τώρα ας πούμε, αυτού του καημένου του ανθρώπου; Ήρθε το ένα, ήρθε το άλλο ήρθε το άλλο, του ήρθε και ένα από πάνω με τα... που τα έκαμε όλα ας πούμε... τα διέλυσε. Αλλά ο Θεός, δεν βλέπει τα πρόσκαιρα. Ο Θεός βλέπει ότι, κοίταξε, αυτόν τον άνθρωπο, δεν τον έχω για αυτήν τη ζωή.
Έτσι, αυτή η ζωή είναι πεπερασμένη. Θα πάει... 100 χρόνια, θα πάει 110 χρόνια, θα πάει 120. Θα φύγει ο άνθρωπος αυτός. Ετοιμάζει ο Θεός τα παιδιά του, όπως ένας καλός δάσκαλος ετοιμάζει τους μαθητές του να δώσουν εξετάσεις να πάνε στο πανεπιστήμιο, έτσι και ο καλός Θεός ετοιμάζει τα παιδιά του, να διέλθουν τις εξετάσεις για να μπουν μέσα στην αιώνια Βασιλεία του.
Γι' αυτό χρειάζεται η υπομονή. Το να παραμένει κανείς σταθερός στο λόγο του Θεού, να πιστεύει στο Θεόν και ό,τι και να του συμβαίνει, και εάν όλα καταστραφούν γύρω του και εάν όλα τιναχτούν στον αέρα και εάν όλα γίνουν ας πούμε γυαλιά καρφιά, να παραμείνει πιστός στο Θεό. Να μη φοβηθεί. Να μην... νομίσει ότι ο Θεός τον εγκατέλειψε.
Αφού λοιπόν του λέγει, εσύ, ετήρησες τον λόγον της υπομονής μου, για το όνομα μου, υποφέρεις, διότι είσαι επίσκοπος, διότι λέγεις τον λόγο του Θεού, διότι σε πολεμούν αυτοί που πολεμούν εμένα και πολεμούν την Εκκλησία και ταλαιπωρείσαι εξαιτίας μου, «... κἀγώ σε τηρήσω ...» «... ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ ...» «... τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, ...»
«... πειράσαι τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς». Και εγώ θα σε διαφυλάξω από την ώρα τη μεγάλη του πειρασμού, η οποία πρόκειται να έρθει σε όλον τον κόσμο, και θα πειράσει τους κατοικούντας σε όλην τη γη. Αυτό βέβαια, ε... έτσι πρακτικά και ιστορικά έγινε... διότι αμέσως μετά από τη συγγραφή της Αποκαλύψεως άρχισαν οι μεγάλοι πειρασμοί για την Εκκλησία, οι μεγάλοι φοβεροί διωγμοί του Δομιτιανού, του Νέρωνος κτλ, οι οποίοι, όλους τους Χριστιανούς, σε όλα τα πέρατα της τότε γνωστής οικουμένης, τους ε... πέρασαν σε πολύ μεγάλη δυσκολία, πολύ μεγάλους πειρασμούς.
Μόνον να ξέρετε ότι υπάρχουν καταγεγραμμένοι μάρτυρες, τους πρώτους τρις αιώνες της Εκκλησίας, 11 εκατομμύρια. Έντεκα εκατομμύρια μάρτυρες, καταγεγραμμένοι επισήμως από τα μαρτυρολόγια της Εκκλησίας μας. Λοιπόν, έρεε το αίμα δηλαδή άφθονο. Τρις αιώνες, τρακόσια χρόνια ολόκληρα... η Εκκλησία ήταν μέσα στις κατακόμβες και καταδιώκετο για να μην πούμε και τα μετά μεταγενέστερα και συνέχεια και συνέχεια μέχρι τις μέρες μας.
Και καμιά φορά διωγμοί δεν είναι μόνο να σε κυνηγούν να σε σκοτώσουν, είναι και πολλά άλλα πράγματα, αλλά εδώ μιλά ακριβώς για αυτούς τους μεγάλους πειρασμούς, ότι του λέει ο Θεός εγώ θα σε διαφυλάξω. «[3:11] ἔρχομαι ταχύ· ...» Μη φοβάσαι του λέει ο Χριστός. Έρχομαι γρήγορα. Ο Θεός δεν αργεί με την έννοια ότι... είναι μηδέν ο χρόνος για τον Θεό.
Έτσι, για μας μπορεί να φαίνεται ότι... ξέρω 'γω, πόσα χρόνια και πόσον καιρό... Για τον Θεό ο χρόνος είναι μηδέν. Ο Θεός είναι πάντοτε κοντά μας. Δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Νομίζομε ότι δεν είναι κοντά μας. Πολλές φορές νομίζομε ότι, μα που είναι ο Θεός; Γιατί με άφησε ο Θεός μόνο μου; Γιατί με εγκατέλειψε ο Θεός; Γιατί... αγωνίζομαι, προσπαθώ, και δεν βλέπω τίποτα, δεν βλέπω τον Θεό.
Σαν να είμαι μόνος μου, αισθάνομαι εγκαταλελειμμένος, αισθάνομαι ξέρω 'γω... πεταμένος. Δεν σε εγκαταλείπει ο Θεός. Ο Θεός είναι κοντά σου, είναι δίπλα σου, αλλά σε αφήνει να καταβάλεις το ανθρώπινο. Να καταβάλεις αυτό το οποίο πρέπει σαν ελεύθερος άνθρωπος να καταβάλεις, και ύστερα, θα κάμνει ο Θεός εμφανή την παρουσία του μέσα στην ψυχή σου.
Έρχομαι γρήγορα του λέγει. «... κράτει ὃ ἔχεις, ἵνα μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου». Κράτα γερά αυτό που έχεις, να μη σου πάρει κανείς τον στέφανο. Πρόσεξε, να μην αμελήσεις, να μην... ε... διασπαστεί η προσοχή σου δεξιά αριστερά και σου αρπάξει κάποιος το στεφάνι το οποίον έμπλεξες με υπομονή τόσον καιρό. Γιατί μέχρι την τελευταία στιγμή ο άνθρωπος μπορεί να τα χάσει όλα.
Δυστυχώς, μπορούμε να... κάνομε ξέρω 'γω μεγάλους αγώνες αλλά κάποια στιγμή, κυρίως μέσα από την αμέλειά μας, μέσα από την υπερηφάνεια μας, μέσα από τα πάθη μας, μπορεί να τα χάσουμε όλα. Ο Θεός βέβαια να μας σκεπάσει να μη συμβεί αυτό το πράγμα αλλά πρέπει να είμαστε προσεχτικοί. Πρόσεχε λοιπόν αυτό το οποίο έχεις να το κρατάς γερά.
Μη το πετάξεις, μη το αφήνεις, και ξέρετε, ε... δεν είναι ο πειρασμός έτσι... να μας πει κάποιος ή ο σατανάς ή ένας άνθρωπος, αρνήσου τον Θεόν. Αυτό δεν θα σου το πει εύκολα ας πούμε ούτε ανά πάσα στιγμή, αλλά ο σατανάς έχει, έχει τρόπους να μας κάνει να ξεχάσουμε τον Θεό. Έλεγε ο γέροντας Παΐσιος, όταν έλεγε... έλεγε ότι ο Φαραώ όταν ήθελε να κάμνει τους Εβραίους να ξεχάσουν τον Θεό, για να μη θέλουν να φύγουν να παν να λατρέψουν τον Θεό, τι τους έκανε λέει; Δουλειά και φαΐ.
Είπε στους Αιγυπτίους εκεί, δώσε τους φαΐ, ό,τι θέλουν, δώσε τους φαγιά καλά να τρώνε, και δουλειάν όλην μέρα. Και άμα τρώνε και δουλεύουν όλη μέρα και όλη μέρα τρώνε και όλη μέρα δουλεύουν, θα ξεχάσουν τον Θεό. Έτσι, θα ξεχάσουν τον Θεό. Λοιπόν, και έλεγε ότι καμιά φορά και ο σατανάς αυτό μας κάμνει. Μας ανοίγει δουλειές για να είμαστε όλη μέρα μες τις δουλειές και μες τις μέριμνες, ε, μας δίνει και κάμποση καλοπέραση ως αποτέλεσμα του...
του... της δουλειάς μας τέλος πάντων, και το αποτέλεσμα να ξεχαστούμε, να χάσουμε από μπροστά μας τον προσανατολισμό μας, και πόσες φορές το παθαίνουμε αυτό το πράγμα όλοι μας, και το βλέπουμε και στους εαυτούς μας και στους αδερφούς μας, ότι ξεχνιόμαστε. Ανοίγουν οι μέριμνες, και βλέπεις ανθρώπους που προχωράνε και προχωράνε και προχωρά η ηλικία και ακόμα να φτιάξουν τις δουλειές τους ακόμα.
Ήταν πενήντα και θα φτιάχναν τις δουλειές τους. Γίνανε εξήντα και θα φτιάχναν τις δουλειές τους. Πάνε εβδομήντα και να φτιάξουν τις δουλειές τους ακόμα, και να γίνουν και ογδόντα και ακόμα να τις φτιάξουν ακόμα. [παύση] Λες και έχουν συμβόλαιο ότι είναι να πάνε και 200 χρόνια. Λοιπόν, αυτός ο οποίος πρέπει να κάμνει κάτι, πρέπει να το κάμνει...
γρήγορα και αποφασιστικά, γιατί δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί. Λοιπόν, και λέγει στο στίχο δώδεκα. «[3:12] Ὁ νικῶν, ...» «... ποιήσω αὐτὸν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ μου, ...». Αυτόν τον οποίον θα νικήσει, τον νικητήν, θα τον κάμω στύλον, μέσα στο ναό του Θεού μου. Δηλαδή θα έχει τέτοια θέση που θα είναι στύλος της Εκκλησίας, θα κρατά την Εκκλησία, και τον ονομάζει Θεόν μου όχι διότι ο Πατήρ είναι Θεός του Υιού, αλλά κατά την ανθρώπινη φύσιν, ναι κατά την ανθρώπινη φύσιν είναι και κτίστης και δημιουργός της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού και Θεός του βέβαια.
«... καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ μου, ...» «... τῆς καινῆς Ἰερουσαλήμ, ...» «... ἣ καταβαίνει ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ μου, ...» «... καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ καινόν». Ναι, και δεν θα τον αφήσω να βγει έξω λέει αυτό, δεν θα βγει πλέον έξω από τον ναό, και θα γράψω πάνω σ' αυτόν το όνομα του Θεού μου. Δηλαδή το όνομα του Θεού θα χαραχτεί πάνω σ' αυτόν τον άνθρωπο.
Τι σημαίνει αυτό; Δεν θα γραφτεί πάνω μας το όνομα του Θεού, αλλά θα έχει αυτός ο πιστός, ο άγιος, αυτός ο υπομείνας εις τέλος άνθρωπος του Θεού, θα έχει τη γνώση του Θεού, την εμπειρία του Θεού, θα είναι κατοικητήριον του Θεού, ως τρόπον τινά θα είναι καταγεγραμμένο πάνω του το όνομα του Θεού, και το όνομα της πόλεως του Θεού. Ποια είναι η πόλης του Θεού;
Η καινή Ιερουσαλήμ, η Εκκλησία. Η Εκκλησία του Χριστού, η οποία «καταβαίνει ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ». Η οποία είναι από τον Θεόν δεδομένη, από τον ουρανό δεδομένη η Εκκλησία, «καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ καινόν», και θα γράψω πάνω σε αυτό λέγει ο Χριστός, το όνομα μου το καινούργιο όνομα μου, το καινό όνομα. Το οποίο βέβαια είναι το όνομα της Χάριτος, το όνομα της Αγίας Τριάδος, το όνομα το οποίον μας εδίδει ο Θεός μέσα από τη Χάρη του και μέσα από το άγιο βάπτισμά μας και μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας.
Και τελειώνει η επιστολή του επισκόπου της Φιλαδελφείας προς τον επίσκοπο αυτόν όπως συνήθως λέγει, «[3:13] Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω ...» «... τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις». Αυτός που έχει αυτιά ας ακούσει τι λέγει το Πνεύμα το Άγιον εις την εκκλησία. Όποιοι έχουν αφτιά ακούν. Όποιοι δεν έχομε αφτιά δυστυχώς ακούμε αλλά δεν ακούμε.
Θα δούμε έτσι λίγο σύντομα και την άλλην επιστολή για να μπούμε την επόμενη φορά, εάν είμαστε καλά και... επιτρέψει ο Θεός, στις οράσεις του Αποστόλου που εκεί είναι τα μεγάλα αινίγματα. Μέχρι εδώ καλά πάμε, είναι εύκολα. Αυτά. Μετά θα αρχίσουν τα αινίγματα και θα δούμε τι θα γίνει. Λοιπόν, στίχος 14. «[3:14] Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἐκκλησίας γράψον ...».
Και στον επίσκοπο της εκκλησίας των Λαοδικέων γράψε τα εξής. «... τάδε λέγει ὁ ἀμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός, ...» «... ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ». Αυτά λέγει ο Αμήν. Η λέξης αυτή, το επίθετο αυτό, το χρησιμοποιεί ο Θεός για τον εαυτόν του στην Παλαιά Διαθήκη. Αμήν, Άγιος, Σαβαώθ, κτλ. Ο Χριστός λοιπόν είναι αυτός ο οποίος εμίλησε στην Παλαιά Διαθήκη στους προφήτας, αυτόν είδαν οι προφήτες και άκουσαν.
Ο μάρτυς ο πιστός και αληθινός. Ο Χριστός είναι ο μάρτυρας ο οποίος μαρτυρεί και είναι πιστός και αληθινός, και, είναι η αρχή της κτίσεως του Θεού. Λένε οι μάρτυρες του Ιεχωβά, να ορίστε, είναι «ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως», δηλαδή είναι το πρώτο χτίσμα, αλλά... δυστυχώς κάνουν ότι δεν ξέρουν Ελληνικά διότι όταν λέγει αρχή της κτίσεως, δεν σημαίνει το πρώτο χτίσμα αλλά ότι είναι αυτός που έχτισε όλα τα άλλα.
Όπως λέμε η αρχή... ξέρω 'γω, του κράτους. Ποια είναι η αρχή του κράτους; Ο Πρόεδρος. Έτσι, ο Πρόεδρος είναι πάνω από όλα ας πούμε. Η αρχή της... η αρχή σημαίνει εξουσία, αυτός που έκαμε όλα τα άλλα, αυτός που είναι η αιτία των πάντων. Είναι η αρχή της κτίσεως του Θεού. Αυτός έχτισε όλα τα υπόλοιπα, και ο Χριστός βέβαια δεν είναι χτίσμα του Θεού.
Λέγει λοιπόν στον επίσκοπο της Λαοδικείας, στίχος 15. «[3:15] οἶδά σου τὰ ἔργα, …». Όπως και στον προηγούμενο, ξέρω τα έργα σου, σε γνωρίζω. Δεν μπορείς να κρυφτείς από τον Θεό. Τους ανθρώπους εύκολα τους κοροϊδεύομε. Τους απατούμε, κάμνομε τους καλούς ξέρω 'γω κάτι χαμόγελα αυτά απ' αυτά, κουστοπερνούμε. Ε, δεν μας περνούν χαμπάρι όλοι.
Αλλά τον Θεό δεν μπορείς να τον απατήσεις, διότι ο Θεός βλέπει στο βάθος του είναι σου, μέχρι το έσχατον μόριο της υπάρξεώς σου. Ακόμα και εκεί που εσύ δεν βλέπεις. Ακόμα και εκεί που το δικό σου το μυαλό, η δική σου η καρδιά, δεν μπορεί να ερευνήσει, ο Θεός τα βλέπει. Λοιπόν, είδα σου τα έργα λέγει ο Θεός, και λέγει ένα φοβερό λόγο εδώ στη συνέχεια, «... ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ...».
Λοιπόν, βλέπετε τι λέει στον επίσκοπο; Σε ξέρω του λέει, σε βλέπω, σε βλέπω ότι ούτε είσαι ψυχρός ούτε είσαι ζεστός. Τι είσαι; Μεσοδόκι που λέμε στην Κύπρο. «... ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός». Οφείλεις να ήσουν ή ψυχρός ή ζεστός. [παύση] «[3:16] οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, ...» «... καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, ...» «... μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου».
Επειδή του λέει είσαι χλιαρός, και δεν είσαι ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, θα σε φτύσω, θα σε πετάξω, θα σε κάνω εμετό, από το στόμα μου. Δεν σε θέλω. Όπως ένα φαγητό που προκαλεί αηδία και του κάνομε εμετό και το φτύνομε, έτσι του λέει ο Θεός θα σε κάμω εσένα, γιατί είσαι χλιαρός. Λέει κανείς τώρα, καλά, παρά να είσαι ψυχρός δεν είναι καλύτερα να είσαι χλιαρός;
Ο χλιαρός είναι λίγο ζεστός τουλάχιστον, παρά να είσαι λίαν παγωμένος ας πούμε, παρά να είσαι παντελώς παγωμένος, ας είσαι λίγο ζεστός. Γιατί ο χλιαρός απορρίπτεται από τον Χριστόν; Γιατί ο χλιαρός, δεν καταλαβαίνει ότι είναι χλιαρός και θα μείνει εκεί. Ενώ ο άλλος ο ψυχρός, θα ρθει μια ώρα που μπορεί να καταλάβει ότι, μα πώς είμαι έτσι;
Πώς είμαι μακράν του Θεού; Πώς είμαι τόσον αμαρτωλός, πώς είμαι τόσον ταλαίπωρος; Έχει περιθώρια μετανοίας. Ο χλιαρός άνθρωπος όμως, είναι αυτό που λέγαμε στην αρχή. Νομίζει ότι είναι καλός. Νομίζει ότι... ε, να τα καταφέρομε να περάσομε ας πούμε. Ότι κάτι γίνετε και με μας. Δεν θα χαθούμε παντελώς. Ε, κάμνομε και λίγα από εδώ και λίγα από κει και...
κουτσοπερνούμε. Δεν γίνεται έτσι, δεν είναι έτσι όμως. Εδώ ο λόγος του Θεού είναι ξεκάθαρος. Πρέπει να είμαστε ζεστοί. Να μην είμαστε κρύοι, παγωμένοι βέβαια μακράν του Θεού, αλλά ούτε χλιαροί. Χλιαρός είναι ο άνθρωπος ο οποίος ζει την εν Χριστώ ζωή, τυπικά. Τηρεί τον λόγον του Θεού ως έναν τύπον καλής συμπεριφοράς, είναι καλός άνθρωπος, είναι πολύ καλός άνθρωπος, εξαιρετικός άνθρωπος, σωστός άνθρωπος, αλλά δεν έχει τη ζέση του Αγίου Πνεύματος.
Δεν είναι ζωντανή η ψυχή του. Ξέρετε... ε... ένα δείγμα των αγίων ανθρώπων, και αυτών των σύγχρονων αγίων που γνωρίσαμε και εμείς στις μέρες μας, και άλλων συγχρόνων αγίων ανθρώπων που ζουν ακόμα, μπορεί να 'ναι ηλικιωμένοι, να 'ναι 100 χρονών άνθρωποι, είναι ότι έχουν ζωντανή ψυχή. Είναι ζεστή, είναι ζωντανή η ψυχή τους.
Βλέπεις γέρους, ηλικιωμένους, σε ένα πεθαμένο σώμα, και μια ολοζώντανη ψυχή. Αντίθετα, βλέπεις καμιά φορά και νεανικά σώματα, και πεθαμένες ψυχές. Βλέπεις τον άλλο έχει έναν... νεαρό σώμα ας πούμε, νεανικό σώμα, δυνατό σώμα, πάει και στα γυμναστήρια πάει και ξέρω 'γω παντού, είναι όλο μυς και ξέρω 'γω δυνάμεις, η ψυχή είναι αδύνατη, ίσα που τρεμοσβήνει, ίσα που [ασαφής], ίσα που φαίνεται.
Δεν έχει δύναμη η ψυχή του. Δεν το λέει η καρδιά του, δεν το λέει η καρδιά του ας πούμε. Έχει δειλία, έχει... έχει πάθη. Όπως θυμάστε εκεί στο Ευαγγέλιο που επήγε εκείνος ο νεαρός και είπε του Χριστού, τι να κάμω για να σε ακολουθήσω; Του λέει, εάν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλατα όλα και έλα μαζί μου. Όταν τα άκουσε λέει, ελυπήθηκε πάρα πολύ, πάρα πολύ, ο νεαρός εκείνος.
Γιατί, ήταν πλούσιος. Και, ενώ όλα τα άλλα τα είχε, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τον πλούτο. Δεν μπορούσε να κάμει αυτό το πράγμα. «ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά» λέγει το Ευαγγέλιο. Είχε χτήματα πολλά, και τα χτήματα τα πολλά δεν τον άφησαν να κάμει αυτό το πράγμα, αλλά, τι έγινε; Δεν τα πήρε μαζί του τα χτήματα τα πολλά.
Σε λίγα χρόνια τα άφησε και εκείνος να χτήματά του σε άλλους και έχασε και την κλήση του Θεού. Δεν είχε ζώσαν και ζέουσα ψυχή, δεν ήταν ζεστή η καρδιά του, δεν ήταν ζωντανή η ψυχή του. Αλλά τι να κάνομε; Θα μου πει κανείς, εντάξει πάτερ μου. Τώρα καλά τα λες εσύ αλλά εμείς είμαστε τώρα... έτσι είμαστε, χλιαροί άνθρωποι.
Αφού ζούμε σ' αυτόν τον κόσμο, είμαστε αδύνατοι, εμπαθείς, τι κάνομε; Λέγει εδώ, λέγει εδώ μια συμβουλή ο Χριστός πιο κάτω. Συμβουλεύει αυτόν τον επίσκοπο. Εντάξει του λέει, είσαι που είσαι τέτοιος, θα σε πετάξω. Βλέπετε πόσον... πόσον αληθής είναι ο Χριστός. Δεν έχει ας πούμε ψευτοευγένειες. Δεν έχει... περιστροφές. Του λέει ακριβώς τι θα τον κάμει.
«Θα σε πετάξω». Πως κάνομε τον εμετό και τον... ούτε ξανακοιτούμε να τον δούμε ας πούμε, έτσι του λέει θα σε κάμω εσένα. Γιατί είσαι απαίσιος, δεν μπορώ να σε κρατήσω μέσα μου. «[3:17] ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα ...». Γιατί λέγεις ότι είσαι πλούσιος, και έχεις πλουτίσει, «... καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω ...» και δεν έχεις καμία ανάγκη.
«... καὶ οὐκ οἶδας ...» του λέει. Και δεν ξέρεις ταλαίπωρε, δεν ξέρεις, «... ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς ...» «... καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός». Τι φοβεροί λόγοι, να σου λέει ο Χριστός αυτό το πράγμα. Δεν τα λέει ένας άνθρωπος που μπορεί και να κάνει και λάθος, και να πεις, εντάξει, είπε μου, με έβρισε, μου είπε λόγια βαριά, αλλά δεν είναι και έτσι, έχομε και κάτι πάνω μας.
Αλλά να σου λέει ο Θεός ο ίδιος, που ο λόγος του είναι απόλυτος, σε όλη του τη θεοπρεπεία ας πούμε έτσι μεγαλοσύνη, απόλυτος είναι ο λόγος του. Να σου λέει ότι εσύ, του λέει, νομίζεις ότι είσαι πλούσιος, και ότι είσαι κάτι, και δεν έχεις καμιά ανάγκη από τίποτα, και δεν ξέρεις του λέει, δεν γνωρίζεις, κι αυτή είναι η δυστυχία του. Ενώ ήταν τόσο ταλαίπωρος, ενόμιζε ότι ήταν και κάτι, νόμιζε ότι ήταν σπουδαίος άνθρωπος.
Νόμιζε ότι ήταν και κάτι το σημαντικό. Αυτό ήταν και ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της ταλαιπωρίας του. Ότι δεν το καταλάβαινε, δεν το ήξερε, δεν ήθελε να το δει δηλαδή, δεν ήθελε να το δει. Ότι εσύ είσαι ο ταλαίπωρος. Βλέπετε ο Θεός τον ονομάζει ταλαίπωρο, είσαι ταλαίπωρος. Και είσαι και ελεεινός. Και είσαι και πτωχός, δεν είσαι καθόλου πλούσιος, είσαι πάμφτωχος, δεν έχεις τίποτα απολύτως.
Και όχι μόνο είσαι ταλαίπωρος και ελεεινός και φτωχός, είσαι και τυφλός είσαι και γυμνός. Δεν έχεις τίποτα. Τον έκαμε δηλαδή τον... τον έχει διαλύσει ας πούμε. Τίποτα δεν έχεις πάνω σου. Και ενώ δεν είσαι τίποτα και δεν έχεις τίποτα, είσαι γυμνός είσαι τυφλός είσαι φτωχός είσαι ελεεινός είσαι ταλαίπωρος είσαι... τρισάθλιος, έχεις και την εντύπωση ότι είσαι κάτι.
Νομίζεις ότι είσαι και ένας πλούσιος και ότι είσαι κάτι το σημαντικό. Λοιπόν, τι τον συμβουλεύει; Παρά ταύτα όμως του λέγει ο Χριστός, «[3:18] συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ’ ἐμοῦ χρυσίον ...» «... πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, ...». Σε συμβουλεύω του λέει ο Χριστός, να αγοράσεις από μένα χρυσάφι, πεπυρωμένον εκ πυρός, το οποίο είναι γεμάτο φωτιά, έτσι, να πάρεις από μένα, να έρθεις να ζήσεις τη Χάρη μου, να σου δώσω τη Χάριν, η οποία είναι γεμάτη φωτιά, είναι καθαρή, ολοκάθαρη, είναι πεπυρωμένη εκ πυρός, για να γίνεις πλούσιος. Μόνον έτσι θα είσαι πλούσιος.
Τα άλλα όλα είναι φτώχειες. Τα άλλα όλα είναι γυμνότητα. Έλα να σου δώσω εγώ πλούτον, ισχυρόν, πεπυρωμένον, «... καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ ...». Και να σου δώσω και ιμάτια άσπρα, φωτεινά, ολόασπρα. Ρούχα καθαρά για να τα φορέσεις πάνω σου. «... καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, ...». Και να μη φανερωθεί η γύμνια σου, και να φανείς γυμνός και να [ασαφής] μπροστά σε όλον τον κόσμον ότι είσαι γυμνός. Έλα να σου δώσω εγώ ρούχα, να σου δώσω πλούτη, πεπυρωμένα.
«... καὶ κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς». Να σου δώσω και κολλύριον, όπως το λέμε σήμερα εμείς. Για να βάλεις πάνω στα μάτια σου, για να βλέψεις. Έτσι, να δεις, έλα να σου δώσω εγώ του λέει ο Χριστός, αυτό που σου λείπει. Αυτό που σου λείπει είναι η Χάρις, όχι τα άλλα όλα. Χρειάζεσαι τη Χάριν, για να γίνεις ενδεδυμένος, για να γίνεις πλούσιος, για να βλέπεις, για να ξυπνήσεις, να καταλάβεις τι είσαι στην πραγματικότητα.
Και του λέγει στη συνέχεια, «[3:19] ἐγὼ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω· ...». Για να μην του κακοφανεί γιατί του λέει αυτά τα λόγια τρόπο τινά, του λέγει ο Χριστός, εγώ όσους αγαπώ, τους ελέγχω και τους παιδεύω, τους παιδαγωγώ, γι' αυτό σου τα λέω, επειδή σ' αγαπώ, και θέλω να σε ελέγξω και θέλω να σε παιδαγωγήσω. «... ζήλευε οὖν καὶ μετανόησον».
Έλα σε θείο ζήλον. Άναψε το ζήλον μες την ψυχή σου και μετανόησε, μετανόησε για όλα αυτά τα πράγματα τα οποία έκαμες και έχεις πάνω σου και έγινες ταλαίπωρος και φτωχός και γυμνός και ελεεινός κτλ. Και για να μη νομίσεις ότι είμαι μακριά, ότι σε έχω περιφρονήσει, ότι σε έχω πετάξει, λέγει στο στίχο είκοσι στη συνέχεια, «[3:20] ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ...».
Να του λέγει, στέκω στην πόρτα και χτυπώ συνέχεια. Πια πόρτα; Την πόρτα της καρδιάς μας βέβαια, όχι την πόρτα του σπιτιού μας. Καμιά φόρα χτυπά και η πόρτα του σπιτιού μας βέβαια, και μας ζητούν ελεημοσύνη και τους κλείνουμε την πόρτα. «[3:20] ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ...» «... ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, ...»
«... καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ ...» «... καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ». Όποιος ακούσει τη φωνή μου, και μου ανοίξει την πόρτα, εγώ θα μπω μέσα και θα δειπνήσω μαζί του και αυτός θα δειπνήσει μαζί μου. Βλέπετε; Σε μας εναπόκειται εάν θα μπει ο Χριστός στην καρδιά μας, όχι στον Χριστό. Δεν μπορεί να πει κάποιος, ξέρεις, εγώ θέλω αλλά, που είναι η Χάρης; Δεν έρχεται ο Χριστός, δεν με καταδέχεται, δεν με θυμάται κτλ. Όχι.
Ο Χριστός είναι στην πόρτα και χτυπά την πόρτα της καρδιάς μας. Πώς τη χτυπά; Με κάθε τρόπο, με κάθε τρόπο. Με τον λόγον του, με την παρουσίαν του, με τις ποικίλες ας πούμε δοκιμασίες της ζωής μας, με τις περιστάσεις της ζωής μας. Με χίλια πράγματα, με κάθε τρόπο ο Θεός χτυπά την πόρτα μας, και ζητά να του ανοίξομε, και μας παρακαλεί να του ανοίξομε, για να μπει μέσα.
Δεν σπάζει την πόρτα, δεν παραβιάζει την πόρτα ο Χριστός. Περιμένει να του ανοίξουμε εμείς ελεύθερα, και να μπει μέσα να δειπνίσει μαζί μας, και εμείς να δειπνίσομε μαζί του. Στίχος 21, «[3:21] Ὁ νικῶν, ...» «... δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ’ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ...». Στο νικητή του λέγει θα του δώσω να κάτσει μαζί μου στο θρόνο μου.
Όπως εγώ ενίκησα, «... καὶ ἐκάθισα μετὰ τοῦ πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ», και κάθισα στο θρόνο μαζί με τον πατέρα μου. Ως θεάνθρωπος πλέον, και η ανθρώπινη φύσης κάθεται εκ δεξιών του Θεού πατρός. «[3:22] Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις» Όποιος έχει αφτιά ας ακούσει τι λέγει το πνεύμα εις τις εκκλησίες.
Και εδώ τελειώνουν οι επιστολές αυτές, οι εφτά επιστολές προς τους εφτά επισκόπους των επτά εκκλησιών. Αλλά είναι τόσο δυνατές, είναι τόσον αποκαλυπτικές δηλαδή, ώστε μέσα σε αυτές σίγουρα βρίσκομε και τον εαυτόν μας. Εκείνο που απομένει, είναι να ανοίξομε την πόρτα, αφού καταλάβομε ότι είμαστε φτωχοί και γυμνοί και ελεεινοί και ταλαίπωροι και όλα αυτά τα πράγματα, και να παρακαλέσομε τον Χριστό να έρθει να μείνει μέσα μας για να ζωντανέψει η καρδιά μας, να ζωντανέψει η ύπαρξη μας.
Εδώ ε... δεν έχουμε άλλο χρόνο περισσότερο... [Προσευχή & απόλυσης]
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα