Skip to content
PodBase
013 Αποκάλυψη (Στίχοι 12:7 – 12:17) 📄💬🔖

013 Αποκάλυψη (Στίχοι 12:7 – 12:17) 📄💬🔖

Ομιλίες Β' Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου
Σεπτέμβριος 02, 2026 01:01:06
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Η δειλία είναι ένα μεγάλο σαράκι μες την ψυχή του ανθρώπου. Πηγάζει από την ολιγοπιστία και κατατρώει τον άνθρωπο, τον κατατρώει συνέχεια.

Ηχογραφήθηκε: Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Για την απομαγνητοφώνηση (📄) πατήστε εδώ, ή χρησιμοποιήστε το σύνδεσμο για τη σελίδα επεισοδίου από την εφαρμογή σας.

Αυτό το επεισόδιο περιέχει υπότιτλους (💬). Μπορείτε να τους προβάλετε χρησιμοποιώντας μια εφαρμογή συμβατή με Podcast 2.0 ή μια εφαρμογή που υποστηρίζει τη λειτουργία στίχων.

Τα ακόλουθα κεφάλαια (🔖) έχουν προστεθεί στο αρχείο. Μπορείτε να μεταβείτε σε οποιοδήποτε από αυτά χρησιμοποιώντας τη λειτουργία κεφαλαίων στην εφαρμογή σας. Για iPhones συνιστούμε το Overcast και για τα Android το Podcast Addict.


(00:00) Προσευχή
(00:44) Εισαγωγή/ανακεφαλαίωση
(02:33) Σκηνές χωρίς χρονολογική σειρά
(03:30) [12:7] και έγινε πόλεμος ...
(03:57) [12:8] και δεν νίκησαν ...
(04:34) [12:9] και έπεσε ο δράκων ...
(05:05) Αρχ. Μιχαήλ και οι Ιεχωβάδες
(05:43) Σατανάς/Δαιμόνια στο Ευαγγέλιο
(06:38) Τι σημαίνει Διάβολος
(07:48) Η πτώση των αγγέλων
(08:18) Δύσκολες ερμηνείες, εικασίες
(08:46) Γιατί γράφτηκαν
(09:40) [12:10] και φωνή είπε, ήρθε ...
(10:23) Ο Διάβολος και ο Ιώβ
(11:13) Ο Διάβολος ως κατήγορος
(12:05) [12:11] και νίκησαν με το αίμα ...
(12:33) Αίμα Αρνίου και μαρτυρία Χριστού
(13:54) Η ζωή του Χριστιανού
(14:55) Δεν είμαστε συνεπείς
(16:04) Τα Καρούλια, του Άγιου Όρους
(17:40) Οι αλυσίδες στα Καρούλια
(18:33) Ο παπα-Στέφανος
(20:55) Αγώνας άχρι θανάτου
(22:21) Κοινωνία κ' η γρίπη των χοίρων
(23:47) Νοσοκομείο λοιμωδών νόσων
(24:48) Θεία Κοινωνία κ' κοινό ποτήριο
(25:31) Ιερείς μουσείο μικροβίων
(26:33) Κοινωνία σε λεπροκομεία κτλ
(27:11) Οι «παρενέργειες» κ' ο μοναχός
(28:25) Η αφοβία γ. Ιωσήφ Ησυχαστή
(29:27) Δειλία, το μεγάλο σαράκι
(30:07) Ασθένεια νευρικού συστήματος
(30:47) Αγ. Χρυσόστομος περί θάνατο
(31:44) [12:12] και χάρηκαν, αλλά αλίμονο ...
(32:42) Ο Διάβολος έπεσε, αλίμονο σας
(33:40) Ο θυμωμένος Διάβολος
(34:06) [12:13] και ο δράκων εδίωξε τη ...
(34:26) Διωγμοί κατά της «γυναίκας»
(35:01) Πρόσφατοι διωγμοί
(36:07) [12:14] και δόθηκαν πτέρυγες ...
(36:52) Οι «πτέρυγες» της Εκκλησίας
(37:59) Έρημος, ο τόπος της Εκκλησίας
(38:24) Η προσφορά του μοναχισμού
(39:43) [12:15] και ο όφις βγάζει νερό ...
(40:31) [12:16] και βοήθησε η γη τη ...
(41:09) Η Εκκλησία συνεχίζει τον δρόμο της
(42:12) [12:17] και οργίστηκε ο δράκων ...
(42:46) Σημαντική η τήρηση εντολών
(43:50) Μαρτυρία Χριστού
(44:37) Οι «κρυπτοχριστιανοί»
(45:24) Οι αδικημένοι αδερφοί μας
(46:06) Το όραμα του π. Εφραίμ
(50:59) Προσευχή ή συμβουλή;
(51:41) Η ευθύνη των επισκόπων
(52:30) Γονείς και παιδιά
(53:00) Όχι για λόγους υποταγής
(53:42) Αλλά όχι και μοναχός/παππάς!
(54:34) Η κορούδα και η μάμα της
(55:34) Οι γονείς πληρώνουν ...
(56:23) Το 'πες μία, το 'πες δύο, σταμάτα
(56:58) Οι Χιλιαστές γονείς μοναχού
(57:39) Πύρινη προσευχή
(58:03) Με ταπείνωση κ' έργα αγαθά
(58:30) Η τυπική προσευχή δεν βοηθά
(58:50) Ακούει ο Θεός, αν όχι το παιδί
(59:29) Οι δυνατές προσευχές γονιών
(59:48) Τέλος ομιλίας

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

[Προσευχή] [παύση] Μ. Αθανάσιος: Είμαστε λίγοι απόψε. Είναι στον εσπερινό πολλοί άνθρωποι και νόμιζαν ότι δεν θα έχει ομιλία. Ναι. [παύση] Βρισκόμαστε στο 12ο κεφάλαιο, έτσι δεν είναι; Για να δούμε αν είσαστε καλοί μαθητές. Ε; Που είμαστε Γεωργία; Ακροατήριο: [μη ακουστό] Μ. Αθανάσιος: Στο 12ο κεφάλαιο στίχος... 7. [παύση] Λέει προηγουμένως ότι...

εμφανίστηκε στον ουρανό ένα μεγάλο σημάδι, μία γυναίκα η οποία ήταν ντυμένη τον ήλιο, και η σελήνη, το φεγγάρι, ήταν κάτω από τα πόδια της, και στο κεφάλι της είχε στεφάνι με 12 αστέρια. Και αυτή η γυναίκα ήταν έγκυος και φώναζε από τους πόνους και την αγωνία της γέννας. Και αμέσως φάνηκε ένα άλλο σημάδι στον ουρανό, ένας μεγάλος δράκοντας, κόκκινος σαν φωτιά, είχε εφτά κεφάλια και 10 κέρατα, και στα κεφάλια του εφτά στέμματα.

Η ουρά του έσυρε το ένα τρίτο των αστέρων του ουρανού, και το έριξε στη γη. Στάθηκε ο δράκοντας μπροστά στην ετοιμόγεννη γυναίκα, για να καταβροχθίσει το παιδί της μόλις αυτή το γεννήσει. Και η γυναίκα γέννησε αρσενικό παιδί, αυτό που θα κυβερνήσει όλα τα έθνη με σιδερένιο ραβδί. Άρπαξαν όμως το... αρπάχτηκε όμως το παιδί και έφεραν στο θρόνο του Θεού, και η γυναίκα έφυγε στην έρημο, στον τόπο που της ετοίμασε ο Θεός για να την τρέφουν εκεί 1260 μέρες.

Αυτό ήταν η σκηνή την οποία περιγράφει προηγουμένως πριν τους στίχους αυτούς. [παύση] Μπορούμε να πούμε ακόμα ότι, μπορεί να θεωρήσομε, μπορεί, πιθανόν, να θεωρήσομε ότι, οι διάφορες σκηνές που περιγράφει η Αποκάλυψη, δεν έχουν χρονολογική συνεχεία, αλλά είναι μεμονωμένες σκηνές, η μια με την άλλη. Δεν σημαίνει ότι όλα αυτά θα γίνουν κατά αυτή τη χρονολογική σειρά που είναι καταγραμμένα. Πιθανόν, δεν ξέρομε.

Αλλά υπάρχει και αυτή η αντίληψης από κάποιους μελετητές της Αποκαλύψεως. Εμείς πηγαίνομε στη συνέχεια, του 12ου κεφαλαίου, στο στίχο 7. Αφού λοιπόν η γυναίκα έφυγε στην έρημο, και έμεινε εκεί 1260 μέρες, τρεισήμισι χρόνια δηλαδή, είναι ο αριθμός που το βλέπομε συχνά – τρεισήμισι είναι το μισό του 7. [παύση] Ε... στίχος 7 λέει, «[12:7] Καὶ ἐγένετο πόλεμος ἐν τῷ οὐρανῷ· ...»

«... ὁ Μιχαὴλ καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ τοῦ ...» «... πολεμῆσαι μετὰ τοῦ δράκοντος· ...» «... καὶ ὁ δράκων ἐπολέμησε καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ». Και έγινε πόλεμος λέγει στον ουρανό. Πολέμησαν ο Μιχαήλ και οι άγγελοί του εναντίον του δράκοντα. Και ο δράκων και οι άγγελοι του τον πολέμησαν. Στίχος 8, «[12:8] καὶ οὐκ ἴσχυσεν, ...» «... οὐδὲ τόπος εὑρέθη αὐτῷ ἔτι ἐν τῷ οὐρανῷ».

Αλλά δεν νίκησαν και έτσι δεν μπορούσαν πια να μείνουν στον ουρανό. Βλέπει λοιπόν ο Απόστολος Ιωάννης ένα πόλεμο στον ουρανό, τον αρχάγγελο Μιχαήλ, στον αρχηγό των αγγέλων, των αρχαγγέλων, και το τάγμα αυτό των αγγέλων, οι οποίοι πολεμούν με τον δράκοντα, και ο δράκος με τους δικούς του αγγέλους πολεμά τον αρχάγγελο Μιχαήλ, αλλά δεν μπόρεσαν να τον νικήσουν και έτσι δεν μπόρεσε να μείνει στον ουρανό.

Και λέγει στη συνέχεια στον στίχο 9, «[12:9] καὶ ἐβλήθη ὁ δράκων, ὁ ὄφις ὁ μέγας ὁ ἀρχαῖος, ...» «... ὁ καλούμενος Διάβολος καὶ ὁ Σατανᾶς, ...» «... ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην ὅλην, ἐβλήθη εἰς τὴν γῆν, ...» «... καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ ἐβλήθησαν». Και έτσι έπεσε, ερίχθηκε ο δράκοντας, αυτό το μεγάλο, το αρχαίο φίδι, που ονομάζεται Διάβολος και Σατανάς, και παραπλανά όλη την οικουμένη, έπεσε πάνω στη γη και ρίχθηκαν μαζί του και οι άγγελοί του.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι Χιλιαστές, ισχυρίζονται ότι ο Μιχαήλ που λέγει εδώ, είναι ο Χριστός. Αυτό όμως δεν στέκει, διότι ο Χριστός είναι το αρνίο, στην Αποκάλυψη, είναι αυτός που είναι εκεί στον θρόνο του Θεού, είναι το τεκνό της γυναικός αυτής το οποίο υπάγει εις τον Θεόν, και δεν έχει καμιά σχέση με τον Μιχαήλ ο οποίος συνάπτει αυτόν τον πόλεμο, και ο αρχάγγελος Μιχαήλ αναφέρεται και αλλού στην Αγία Γραφή, ότι επολέμησε με τον Διάβολο για το σώμα του Μωυσέως.

Αλλά και ο Χριστός στο Ευαγγέλιο, όταν επέστρεψαν οι Εβδομήκοντα μαθητές, και του είπαν, «Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου», ότι και τα δαιμόνια υποτάσσονται σε μας με το όνομα σου, τους είπε ο Χριστός ότι, «Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ...» «... ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα». Λέει, έβλεπα τον Σατανά που έπεσε από τον ουρανό σαν αστραπή στη γη.

Άρα ο Κύριος δεν είναι αυτός ο οποίος έκανε αυτόν τον πόλεμο, ο Μιχαήλ εν ονόματι του Κυρίου βέβαια, επολέμησε με τον δράκοντα αυτόν τον μεγάλον, και ο δράκων δεν εμπόρεσε να μείνει πλέον στον ουρανό, και έπεσε κάτω στη γη λέει η Αποκάλυψη, αυτός ο δράκοντας, που είναι το φίδι, το αρχαίο φίδι, αυτός που επλάνευσε τον Αδάμ και την Εύα, «ὁ καλούμενος Διάβολος καὶ ὁ Σατανᾶς», αυτός που ονομάζεται Διάβολος και Σατανάς.

Γιατί ονομάζεται Διάβολος; Γιατί διαβάλει, ο Διάβολος διαβάλει τον λόγο του Θεού, τα έργα του Θεού, ε... διέβαλε τον Θεό απέναντι στους πρωτοπλάστους, πήγε και τους είπε ότι, γιατί δεν τρώτε από αυτά τα... απ' όλους τους καρπούς; Επειδή σας είπε ο Θεός, και ο Θεός θέλει να γίνετε σαν εκείνον και τα λοιπά; Διέβαλε ο Διάβολος τα λόγια του Θεού.

Απ' εκεί το όνομα Διάβολος, από το ρήμα διαβάλω, και Σατανάς, Σατάν, γιατί λένε οι Πατέρες είναι εναντίον του Χριστού, εναντίον του Ιησού. Και αυτός ο Διάβολος, ο Σατανάς, ο οποίος πλανά την οικουμένη όλη. [παύση] Πλανά την οικουμένη όλη. Βέβαια... εντάξει, είναι σχήμα λόγου, όλη την οικουμένη. Υπάρχουν και άνθρωποι που δεν πλανώνται από τον Σατανά, αλλά θέλει να δείξει εδώ πόση μεγάλη ισχύν έχει και επιρροή έχει πολλές φορές μέσα στις μάζες των ανθρώπων, οι οποίοι έρχονται σε μεγάλη δυσκολία.

Αυτός λοιπόν έπεσε στη γη, «καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ ἐβλήθησαν», και όλοι αυτοί οι άγγελοι ήταν μαζί του. [παύση] Πότε έγινε αυτό; Δεν ξέρομε πότε έγινε, μάλλον, εάν... ο λόγος του Κυρίου που λέει, «ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα», ισχύει στην περίπτωση αυτή, οπωσδήποτε έγινε προ της σαρκώσεως του Θεού Λόγου.

Αλλά δεν μπορούμε να ξέρομε. Είπαμε και θα το λέμε συνέχεια, ότι ό,τι λέμε, δικές μας ερμηνείες, είναι όλα εικασίες. Μπορεί να είναι έτσι μπορεί και να μην είναι έτσι. Κανείς δεν μπορεί αυθεντικά να ερμηνεύσει την Αποκάλυψη του Ιωάννου γιατί είναι προφητικό κείμενο και θα ερμηνευθεί όταν θα γίνουν αυτά τα πράγματα. Αλλά θα μου πεις ,τότε γιατί τα έγραψε ο Ιωάννης, αφού δεν μπορούμε να τα ερμηνεύσομε;

Τα έγραψε όχι για να μας ικανοποιήσει την περιέργειά μας, για να μάθομε πότε θα γίνει το ένα και πότε θα γίνει το άλλο, τα έγραψε όλα αυτά για να μας δείξει τον πόλεμο ο οποίος συνάπτεται μέσα στο χώρο των πνευμάτων, για να μας δείξει το μεγάλο πόλεμο του αντιχρίστου, του διαβόλου, κατά τον Χριστού, και να μας δώσει το αιώνιον αυτό μήνυμα ότι ο Χριστός τελικά θα νικήσει, ο Χριστός είναι αυτός που θα βασιλεύσει στον κόσμο, και όσοι αγαπούν τον Χριστό και είναι ενωμένοι μαζί του, αυτοί θα συμβασιλεύσουν και θα ζήσουν μαζί με τον Χριστό, και δεν πρέπει ο άνθρωπος να φοβάται και να ταράζεται όταν βλέπει πολέμους και βλέπει δυσκολίες και βλέπει αντιδράσεις και βλέπει αντιστάσεις στην πορεία της Εκκλησίας και στην πορεία της δικής του.

[παύση] Στίχος 10. «[12:10] καὶ ἤκουσα φωνὴν μεγάλην ἐν τῷ οὐρανῷ λέγουσαν· ...» «... Ἄρτι ἐγένετο ἡ σωτηρία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ βασιλεία ...» «... τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ, ...» «... ὅτι ἐβλήθη ὁ κατήγορος τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ...» «... ὁ κατηγορῶν αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἡμέρας καὶ νυκτός». Τότε λέγει, αφού έπεσε ο διάβολος εις τη γη, άκουσα μία μεγάλη φωνή στον ουρανό, η οποία έλεγε, έφτασε τώρα η σωτηρία και η δύναμη και η βασιλεία του Θεού μας, και η εξουσία του Χριστού, διότι ρίχθηκε από τον ουρανό ο κατήγορος των αδερφών μας, που τους κατηγορούσε μπροστά στον Θεό μας ημέρα και νύχτα.

Θυμάστε ένα γεγονός εκεί με το δίκαιον Ιώβ όπου ο διάβολος παρίσταται ενώπιον του Θεού, και ζητά από τον Θεό διαβάλει τον Ιώβ, τον δίκαιον Ιώβ, και του λέγει του Θεού ότι, τι νομίζεις ότι ο Ιώβ σε σέβεται και σε αγαπά έτσι ας πούμε δωρεάν; Αφού του έχεις δώσει τόσα καλά, αφού του έχεις δώσει τόσα πράγματα, πώς είναι δυνατόν να μη σε αγαπά;

Και ζήτησε από τον Θεόν εξουσία να πειράξει τον Ιώβ, και ο Θεός του είπε, εντάξει, πάρ την εξουσία και κάμε του αυτό που θέλεις, αλλά να διαφυλάξεις τη λογική του μόνο. Και βέβαια έπεσε πάνω στον Ιώβ και τον έκαμε... ας πούμε όλα τα κακά πέσαν πάνω του. Και βέβαια εκείνος ο μακάριος παρέμεινε αδάμαντας υπομονής και πίστεως και έτσι ενίκησε. Αλλά ο διάβολος ήταν κατήγορος, και διάβολος, ενώπιον του Θεού.

Και ζητεί εξουσία κατά των ανθρώπων του Θεού και κατά των αδερφών ημών, των ανθρώπων του Θεού. Αυτός, επειδή και εμείς έχομε τις αδυναμίες μας και τα ελαττώματά μας, και σίγουρα δίδομε εξουσία και δικαίωμα στον διάβολο, ζητά αυτό το δικαίωμά του ώστε να μας κατηγορεί, ώστε να μας παιδεύσει, ώστε να μας κουράσει, να μας δημιουργήσει διάφορους πειρασμούς και περιπέτειες, και έτσι να μας οδηγήσει αν τα καταφέρει στην απόγνωση, στον γογγυσμό, στη βλασφημία κτλ.

Αυτοί λοιπόν οι αδερφοί μας, οι οποίοι ε... τους οποίους κατηγορεί ο διάβολος, στίχος 11, «[12:12] καὶ αὐτοὶ ἐνίκησαν αὐτὸν διὰ τὸ αἷμα τοῦ ἀρνίου ...» «... καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς μαρτυρίας αὐτῶν, ...» «... καὶ οὐκ ἠγάπησαν τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἄχρι θανάτου». Αυτοί λοιπόν οι αδερφοί μας, οι Χριστιανοί, αυτοί οι μάρτυρες, αυτοί οι άγιοι, αυτοί ενίκησαν τον διάβολο δια το αίμα του Αρνίου, και δια τον λόγο της μαρτυρίας αυτών.

Με το αίμα του αρνίου. Οι Χριστιανοί τρεφόμαστε και υπάρχομε και ζούμε Κοινωνώντας το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας. Ο Χριστός είναι το Αρνίον, το εσφαγμένον «υπέρ της του κόσμου ζωής», και όλοι οι άνθρωποι, τα τέκνα της Εκκλησίας, ενδυναμώνονται, ζουν, νικούν, υπάρχουν, ε... ζώντες και τρεφόμενοι με το Αίμα του Αρνίου, «καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς μαρτυρίας αὐτῶν», και με τη μαρτυρία που έδιναν.

Έτσι τρεφόμενοι με τον Χριστόν και ζώντες μαζί με τον Χριστό, δίνουν και τη μαρτυρία του Χριστού. Και, γιατί δίνουν τη μαρτυρία του Χριστού; Διότι δεν αγάπησαν τη ζωή τους μέχρι το θάνατο. Διότι δεν εθεώρησαν τον εαυτό τους περισσότερον τίμιον από την αγάπη του Χριστού. Επεριφρόνησαν τον εαυτό τους για την αγάπη του Χριστού.

Έβαλαν σε δεύτερη μοίρα την αγάπη του εαυτού τους ή την αγάπη οποιοδήποτε άλλων πραγμάτων, και αγάπησαν πρώτα τον Χριστό και ύστερα όλα τα άλλα. Γι' αυτό και ενίκησαν τον διάβολο, γι' αυτό και παρέμειναν σταθεροί, τρεφόμενοι με το Αίμα του Αρνίου, και με τη μαρτυρία τους. [παύση] Αυτό μας δείχνει δηλαδή ποια είναι η ζωή του Χριστιανού, ποια είναι η ζωή μας. Η ζωή μας οφείλει να είναι, μία ζωή ενωμένη συνεχώς με τον Χριστό, με τα Άγια Μυστήρια, και ως αποτέλεσμα αυτής της ένωσής μας, να είναι η μαρτυρία μας, ο λόγος της μαρτυρίας μας.

Η ζωή μας δηλαδή να επιβεβαιώνει τα έργα μας και τον λόγο του Θεού. Γιατί αν η ζωή μας δεν τα επιβεβαιώνει τότε σίγουρα θα έχομε και εμείς πρόβλημα, αλλά και οι άλλοι άνθρωποι θα έχουν πρόβλημα, διότι δεν θα μπορούν να πιστεύουν. Και πότε επιβεβαιώνομε όλα αυτά; Όταν αγαπούμε πρώτα τον Χριστό και ύστερα όλα τα άλλα. Όταν δεν αγαπούμε τη ζωή μας ε...

παραπάνω... δεν αγαπούμε τη ζωή μας, μέχρι το θάνατο, μέχρι και το θάνατο ακόμα. Περιφρονούμε και τον θάνατο, προκειμένου να μείνομε πιστοί στην αγάπη του Θεού. Το πρόβλημα μας λοιπόν σήμερα και πάντοτε, είναι ότι εμείς δεν είμαστε συνεπείς άνθρωποι. Δεν είμαστε συνεπείς δυστυχώς άνθρωποι, δεν ζούμε με το αίμα του Αρνίου, δεν ζούμε ενούμενοι καθημερινά με τον Κύριο, λόγω της αμέλειάς μας, λόγω της αναξιότητάς μας, λόγω της αδιαφορίας μας, δεν ζούμε ενωμένοι με τον Χριστό, και έτσι δεν έχομε και λόγο μαρτυρίας.

Ο λόγος μας δεν επιβεβαιώνει τη ζωή μας, δεν επιβεβαιώνεται από τη ζωή μας. Άλλα λέμε και άλλα πράττουμε πολλές φορές. Και αγαπούμε τον Χριστό σε δεύτερη μοίρα. Εάν έχομε να διαλέξομε μεταξύ θανάτου και Χριστού, θα διαλέξομε... μάλλον τη ζωή μας ή τον Χριστό, θα διαλέξομε τη δική μας ζωή, παρά τον Χριστό και τον θάνατο.

Οι μάρτυρες όμως και οι Άγιοι, έβαζαν πρώτα τον Χριστό και ύστερα όλα τα άλλα, και δεν εφοβούνταν τον θάνατο. Θυμούμαι έτσι τώρα που σας τα διηγούμαι αυτά, όταν ήμουν νεαρό παιδί και ήμουν στο Άγιον Όρος, είχε έναν ασκητήν εκεί στα Καρούλια τα Καρούλια, όσοι θα 'ρθείτε στην εκδρομή που θα κάνομε το καλοκαίρι, θα τα δείτε. Θα περάσομε απ' έξω, οι γυναίκες δηλαδή γιατί οι άντρες μπορούν να πάνε, αλλά οι γυναίκες μπορούν να πάνε γύρω γύρω.

Τα Καρούλια είναι μία περιοχή του Αγίου Όρους, η οποία είναι κατακόρυφη. Έτσι, κατακόρυφη. Εάν πέσεις από το βράχον εκείνον κάτω, έχει 2.300 μέτρα βάθος. Δεν έχει παραλία. Δεν είναι δηλαδή όπως εδώ που το πρώτο σου βήμα είναι ξέρω 'γω μέχρι τον αστράγαλο και το επόμενο μέχρι το γόνατο. Όχι. Το πρώτο σου βήμα είναι 2.300, 2.300 κάτω.

Αυτό το έλεγαν οι παππούδες, τα γεροντάκια στο Άγιον Όρος, ότι εκεί η θάλασσα έχει το ύψος του Άθωνα. Το βάθος, είναι το ύψος του Άθωνα. Ο Άθωνας είναι 2.300. Έλεγαν λοιπόν τα γεροντάκια ότι εκεί είναι 2.300 βάθος. Ε, εντάξει, δεν τα πολύ πιστεύαμε, αλλά όταν πήγαμε με το πλοίο τις άλλες φορές, έτυχε ήμουν πάνω στην...

πώς λέγεται εκεί που είναι ο καπετάνιος; Η γέφυρα του πλοίου που έχει βαθύμετρο, που μετράν τον βυθό, και μου λέει ο καπετάνιος, πω πω Παναγιά μου! Πολύ βαθιά η θάλασσα εδώ. Λέω, πόσο βάθος έχει; Μου λέει, 2.400. 2.400 βάθος κατευθείαν. Λοιπόν, εκεί είναι όπως κατεβαίνει το βουνό έτσι, είναι κομμένο απότομα έτσι και είναι βράχια.

Βράχος δηλαδή. Μέσα σε αυτούς τους βράχους, όσοι θυμάστε που τα είδατε, είναι σπήλαια, τα οποία είναι φυσικά σπήλαια ή σκαλισμένα σπήλαια, που εκεί μέσα μένουν κάποιοι ασκητές. Για να κατέβεις σε αυτά τα σπήλαια μέσα, πρέπει να κρατάς κάτι αλυσίδες, έχει κάτι αλυσίδες πάνω στους βράχους, και κρατάς τις αλυσίδες και βάλεις τα πόδια σου έτσι έτσι έτσι κατεβαίνεις.

Εάν φύγεις από την αλυσίδα, ή γλιστρήσεις, ή κοπεί η αλυσίδα, ή [ασαφής] από κιαμέ που είναι, τέλειωσες, δεν θα σε βρει κανένας. Εχάθησαν ουκ ολίγοι. Πολλοί έπεσαν. Και μοναχοί και πατέρες και ασκητές και λαϊκοί και τα λοιπά. Ρώτησαν κάποτε- κατέβαινε ένας και λέει του άλλου, πάτερ την αλλάζετε συχνά την αλυσίδα; Όποτε κοπεί του λέει. [ακροατήριο γελά] Θα είδαν μετεώριση στο κενό, ήθελε να δει αν την αλλάζουν. Λοιπόν, εκεί είχε έναν ασκητήν ιερομόναχο, Σέρβος, ένας παπά Στέφανος.

Πήγα μια φορά και τον είδα, πραγματικά έφριξα και εγώ, φοβήθηκα. Πώς ήρθες εδώ ας πούμε, έτσι, και έκατσες με αυτή τη... τον τόπο τον απαράκλητον τόπο. Δηλαδή από το... είχε έναν πεζουλάκι εκεί έξω ξέρω 'γω, ήταν η καλύβα, ήταν η σπηλιά χτισμένη στο στόμιο, είχε υποτίθεται ένα εκκλησάκι ξέρω 'γω κάτι... πράγματα εκεί, αλλά... χάος.

Και για να βγεις και να πάεις πρέπει να το σκεφτείς πολύ καλά, να ανέβεις και να ξανακατεβείς. Λέγονται καρούλια δε διότι πήγαιναν εκεί οι άλλοι πατέρες με τις βάρκες, και τους έβαλαν μες το καλάθι διάφορα πράγματα και τα τραβούσαν πάνω. Γι' αυτό λέγεται καρούλι, με το καρούλι δηλαδή. [παύση] Λέει, κοίταξε, όταν ήρθα εδώ, [παύση] έφερα μαζί μου μια σακούλα με πράγματα.

Δηλαδή πόσα μπορούσα να βάλω στον ώμο μου πάνω, σκεφτείτε, μια σακούλα με τρία τέσσερα ψωμιά και... ξέρω 'γω τι άλλο είχε ας πούμε μέσα. Δύο τρία τέσσερα ψωμιά και κάποια ψευτοπράγματα άλλα. Όταν έμεινα την πρώτη και τη δεύτερη μέρα, είπα, τι θα κάμω τώρα εδώ εγώ; Μπορώ εγώ να ανέβω τώρα ξανά πάνω και να πάω να φέρω πράγματα; Αδύνατο.

Και ούτε άνθρωπος μπορεί να πλησιάσει εδώ, ούτε πουλί μπορεί να πλησιάσει ούτε τίποτα. Τι θα κάμω; Και θυμούμαι που έλεγε, είπα στον εαυτό μου ότι, ε θα μείνεις εδώ μέχρι να πεθάνεις εδώ. Δεν πρόκειται να πας πουθενά, θα πεθάνεις εδώ. Και έτσι λέει λέγοντας του εαυτού μου, έμεινα – τότε είχε, που τον ρώτησα πού ήμουν και εγώ νέος, είχε ήδη 17-18 χρόνια.

Αφού κοιμήθη πριν λίγο καιρό ο παπά Στέφανος. Λοιπόν, έμεινε τόσα χρόνια εκεί. Και βέβαια ο Θεός εφρόντιζε και αυτόν όπως φροντίζει τον κάθε ένα. Αλλά βλέπετε, ο άνθρωπος όταν... όταν θέλει να αγωνιστεί για τον Χριστό, πρέπει να βάλει μπροστά του τον θάνατο. Άχρι θανάτου, λέγει ο Χριστός. «γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου». Δεν μπορείς- αν δεν πάεις έτσι, αν δεν πεις ότι, κοίταξε, εγώ δεν θα υποχωρήσω, έστω και αν πεθάνω.

Το έχω να πεθάνω χίλιες φορές αλλά δεν θα υποχωρήσω. Αν δεν το βάλεις έτσι, και αρχίσεις να πεις, εντάξει... θα προσπαθήσω, αν δω ότι αρρωστώ, αν δω ότι δεν μπορώ, αν δω ότι ξέρω 'γω δυσκολεύομαι, αν δω ότι... πιέζομαι, αν δω ότι ξέρω 'γω με πιάνει η κατάθλιψη και χίλια δυο πράγματα, να υποχωρήσω. Πρέπει να έχεις κανείς γενναίο φρόνημα.

Και διάκριση βέβαια, και διάκριση. Δεν είπα να είμαστε αδιάκριτοι, αλλά όταν έχεις γενναίο φρόνημα, και μια υποχώρηση να κάμεις διακριτική, δεν είναι ήττα. Κανιά φορά και η υποχώρηση είναι νίκη. Αλλά όχι από δειλία, αλλά από διάκριση. Άλλο να υποχωράς από δειλία και από φιλαυτία και από εγωισμό και μην πάθεις κάτι και μην...

σου στάξει τίποτα, και άλλο να υποχωράς γιατί εφοβήθηκες, εδειλίασες, και ολιγοπίστησες. Πρέπει να έχομε τέτοια πίστη, που και ο θάνατος να είναι μπροστά μας, να μην το φοβηθούμε. [παύση] Ένα απλό πράγμα ας πούμε έτσι... ε... κυκλοφόρησε πριν... πριν λίγους μήνες θυμάστε, αυτό το... ο υιός της γρίπης των χοίρων ήταν; Τι ήταν [ασαφής].

Ακροατήριο: [ασαφής] Μ. Αθανάσιος: Των χοίρων. Ναι. Και αμέσως ο κόσμος εφοβήθηκε. Τι εφοβήθηκε; Όταν θα κοινωνούμε με το ίδιο κουτάλι αν πιάσομε τον υιόν των χοίρων; Είναι ένα λογικό... λογικό, επιχείρημα. Τι θα γίνει; Αφού κοινωνούμε όλοι με το ίδιο κουτάλι. [παύση] Πώς θα κάνομε τώρα; Ή πρέπει να παίρνει ο καθένας το κουτάλι του, αλλά και πάλι αφού είναι το ίδιο ποτήρι.

Ε, τι θα κάνομε; Κάποιες... άλλες ας πούμε... ομολογίες εντός εισαγωγικών εκκλησίες, που στηρίζονται στον ορθολογισμό, έφτασαν στο σημείο οι ιεροί να φορούν μάσκα όταν θα κοινωνούσαν τον κόσμο, και ο καθένας να φέρνει το κουτάλι του. Άλλοι πλαστικό, κάπου είχα διαβάσει ότι κάπου έπαιρναν και αυτά τα κουτάλια που τρώγονται ύστερα, τα μπισκότα, εκείνα τα πράγματα.

Γελοία πράγματα, ανοησίες. Βέβαια δεν ήταν Ορθόδοξοι οι άνθρωποι. Αλλά βλέπετε, είναι και αυτό ένα μικρό σημείο. Να πας εκεί να Κοινωνήσεις δια πίστεως. Θυμάμαι όταν ήμουν νεαρός διάκος, φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, μόλις πήγα στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσω. Πήγα τον Σεπτέμβριο, τον Δεκέμβριο πήγαμε με το Δεσπότη να λειτουργήσομε στο νοσοκομείο με τις λοιμώδεις νόσους, που εκεί για να μπεις μέσα, τότε τουλάχιστον δεν ξέρω τώρα, έπρεπε να βάλεις χίλιες πανοπλίες.

Γάντια, μάσκες, πράγματα, γιατί ήταν μεταδοτικές ασθένειες, λοιμώδεις νόσοι, δύσκολο, πολύ δύσκολο νοσοκομείο. Πήγαμε λοιπόν παραμονές Χριστουγέννων να λειτουργήσομε, ο Δεσπότης εκεί, και μετά μου δίνει το Άγιο Ποτήριο εμένα και μου λέει πήγαινε να κοινωνήσεις τους αρρώστους. Πιάνω και εγώ το Άγιο Ποτήριο γεμάτο με τη Θεία Κοινωνία, ένα δυό νοσοκόμες μπροστά, και πήγαινα να κοινωνήσω τους αρρώστους.

Το τι είδαν τα μάτια μου δεν λέγεται. Το τι φρικτά πράγματα εγίνετο, το πως ήταν οι άνθρωποι, σε φοβερή κατάσταση. Λεπροί... τι να σας πω δηλαδή, δεν θα σας πω για να μην... σας βάλω και λογισμούς. Ε μετά, όλα αυτά που έμειναν στο Άγιο Ποτήριο, έπρεπε να τα καταλύσομε. Έπρεπε εμείς να τα καταλύσομε, να τα φάμε δηλαδή. Και όπως κάνομε κάθε Κυριακή ξέρετε.

Όταν Κοινωνήσει όλος ο κόσμος, που καμιά φορά σας πιάνουν κάποιοι λογισμοί, έχει μια κοτσάκαρη μπροστά σας, ότι ξέρω 'γω άμα είναι πίσω που... να βρείτε κανέναν νεότερο, έχει μια κοτσάκαρη που φτύνει, που βήχει που... [ασαφής] ξέρω 'γω ε... [ακροατήριο γελά] Ναι, πάμε πίσω πίσω πίσω πίσω. Ναι. Βέβαια δεν υπάρχουν κοτσάκαρες πλέον, ναι, μόνο γέροι υπάρχουν.

Έστω γέροι. Ε... πάμε πίσω πίσω πίσω, αλλά ώσπου πάμε πίσω, δε μας πιάνουν τα μικρόβια. Λοιπόν, εσκεφτήκατε ότι, ότι εμείς οι ιερείς, που κάθε μέρα Κοινωνούμε τόσον κόσμο, και Κοινωνούμε από το ίδιο ποτήριο με το ίδιο κουτάλι, που Κοινωνούμε εσάς όλους, ό,τι μείνει από όλους εσάς το τρώμε εμείς. Λοιπόν, εμείς έπρεπε κανονικά να είμαστε μουσείο μικροβίων.

Δεν έπρεπε να υπάρχει μικρόβιο στον κόσμο που να μην το είχαμε. Διότι τόσες χιλιάδες κόσμος, είναι δυνατόν να μην κολλήσομε ένα μικρόβιο; Πάμε στις εκκλησίες, μας φυλάει ο κόσμος τα χέρια μας, μας αγγίζουν οι άνθρωποι, είμαστε εκτεθειμένοι σε πολλούς ανθρώπους ας πούμε, αλλά περισσότερο η Θεία Κοινωνία, εάν δεν ήταν το Αίμα και το Σώμα του Χριστού, έπρεπε χίλια της εκατό να έχομε κολλήσει αρρώστιες τέτοιες.

Δόξα συ ο ο Θεός, τίποτα, τίποτα. Περιγράφονται στην εποχή των Αγίων, των Μαρτύρων, των Πατέρων, που Λειτουργούσαν οι Χριστιανοί και Κοινωνούσαν και Λειτουργούσαν μέσα σε λεπροκομεία, μέσα σε... που είχε τότε ας πούμε ε... αυτές τις επιδημίες, χολέρες, πράγματα αυτά. Δεν κολλούσαν. Από τη Θεία Κοινωνία ουδέποτε, αλλά πρέπει να έχεις πίστην τέτοια και να το λέει και η καρδιά σου, δεν θα πάρεις ποτέ τίποτα.

Αλλά πρέπει να έχεις και εσύ τ ην πίστην εκεί να μη φοβάσαι, μη σε πιάνουν αυτοί οι λογισμοί και να φοβάσαι και να τρέμεις. Όποιος φοβάται τα μικρόβια, τα μικρόβια θα τον τρέχουν ξωπίσω, να το ξέρετε. Όποιος φοβάται τις αρρώστιες, θα αρρωστά από το πρωί ως τη νύχτα, να το ξέρετε. Είχαμε ένα... έναν έτσι επισκέπτη κάποτε, που ο καημένος ήθελε να γίνει και μοναχός, και ήταν μορφωμένο παιδί, και αρρωστούσε εύκολα.

Και όταν του δίναν' φάρμακα, ήθελε να διαβάζει τα χαρτιά, εκείνα που είναι μέσα. Ο γέροντας έλεγε, μην του δίνετε τα χαρτιά να τα διαβάζει. Όλες τις παρενέργειες που έγραφε μέσα τις πάθαινε, όλες, από την πρώτη μέχρι την τελευταία. Μια φορά έπαθε μια παρενέργεια, δεν ξέρω τι ήταν, βρέθηκα εκεί στο κελί του γέροντα. Έρχεται του λέει, γέροντα έπαθα έτσι ξέρω 'γω αυτά.

Γιατί έπαθες; Ήπια το τάδε φάρμακο, μου το 'δωσε ο γιατρός, και έπαθα αυτήν την παρενέργεια, αφού τη γράφει και μέσα. Φέρ' μου τη βρε να δω και εγώ λέει ο γέροντας τι είναι αυτή η παρενέργεια. Να δούμε τι... Φέρνει τα γυαλάκια ο καημένος και αρχίζει να διαβάζει διαβάζει διαβάζει, βρε του λέει, αυτή είναι για τις έγκυες γυναίκες η παρενέργεια.

Εσύ πώς την έπαθες; Δεν το είδε. Ύστερα που το είδε, του πέρασε και η παρενέργεια. [ακροατήριο γελά] Βλέπετε τι είναι ο λογισμός του ανθρώπου; Έτσι. Ο γέροντας ο Ιωσήφ, ο Ησυχαστής, ο παππούς μας, είχε τόση αφοβία με το θάνατο, ωστε λέει όχι μόνο δεν τον φοβόταν αλλά τον καταδίοκε τον θάνατο. Τι έκαμνε; Όταν λέει απέθνησκε κάποιος από φυματίωση, που τότε η φθίση όπως θυμάστε, οι παλαιότεροι ας πούμε, ήταν μεταδοτική ασθένεια, θανατηφόρα, δεν είναι όπως τώρα που αντιμετωπίζετε, τότε ήταν θανατηφόρα. Πολλοίς κόσμος απέθανε από φυματίωση και κολλούσαν εύκολα οι άνθρωποι, και ήταν σε απομόνωση οι φυματικοί.

Επήγαινε ο παππούλης αυτός ο γέροντας μας ο Ιωσήφ ο Ησυχαστής, υπηρετούσε τους φυματικούς, και όταν απέθνησκαν έλεγε, έπιανε τα ρούχα τους και τα φορούσε, προσδοκώντας λέει μήπως πιάσω και 'γω ένα μικρόβιο. Αλλά αντίθετα λέει, ώσπου που τον κατεδίωκα περισσότερο έφευγε ο θάνατος. Τίποτα δεν επάθαινε. Πέθανε αργότερα στα γεράματά του.

[παύση] Αλλά ο άνθρωπος πρέπει να έχει αυτήν τη γενναιότητα, να μη φοβάται. Να μη φοβάται. Να έχει φρόνημα άχρι θανάτου, άχρι θανάτου. Εάν δεν βάλεις αυτό το φρόνημα μέσα σου, γίνεσαι δειλός, και ο δειλός είναι μια ζωή ε... όλο ας πούμε παράπονα και όλο ας πούμε μιζέρια και όλο αυτή... τίποτα τίποτα. Είναι ένα πράγμα που δεν... ούτε τρώεται ούτε πίνεται ούτε...

τίποτα δεν είναι. Η δειλία, η δειλία είναι ένα μεγάλο σαράκι μες την ψυχή του ανθρώπου. Πηγάζει από την ολιγοπιστία και κατατρώει τον άνθρωπο, τον κατατρώει συνέχεια. Και ταλαιπωρείται ο άνθρωπος, πάρα πολύ ταλαιπωρούνται. Οι άνθρωποι σήμερα- υπάρχουν άνθρωποι που ταλαιπωρούνται πάρα πολύ, και φτάνουν σε σημείο να καταντά αυτή η δειλία και ασθένεια του νευρικού συστήματος και θέλουν και φαρμακευτική αναγωγή να μπορέσουν να να ανταποκριθούν, δεν αγγίζουν εδώ δεν αγγίζουν εκεί, πληνίσκουν τα πόμολα των πόρτων, πληνίσκουν τα...

σέρκα τους [χέρια] 100 φορές την ημέρα, ξέρω 'γω, τι και τι δεν πλένουν. Τα μωρά τους πλένουν 50 φορές το 24ωρο, και ως που τα πλένουν παραπάνω αρρωστούν. Η δειλία είναι φοβερό πράγμα. Οι άνθρωποι αυτοί λέγει εδώ η Αποκάλυψης είναι αυτοί που δεν φοβήθηκαν το θάνατο. Δεν φοβούνταν το θάνατο. Γιατί δεν φοβόνταν το θάνατο;

Γιατί αγαπούσαν τον Χριστό. Ήξεραν ότι όταν αγαπάς τον Χριστό, όταν είσαι ενωμένος με τον Χριστό, δεν φοβείσαι τον θάνατο. Θα ακούσομε τη νύχτα της Αναστάσεως, αν ζήσομε, και είμαστε καλά, τι λέει ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος; «μηδεὶς φοβείσθω τὸν θάνατον». Κανένας να μη φοβάται τον θάνατο λέει πλέον. Αφού αναστήθηκε ο Χριστός, «μηδεὶς φοβείσθω τὸν θάνατον· ...»

«... ἠλευθέρωσε γὰρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος». Μας ελευθέρωσε ο θάνατος του Σωτήρος. Δεν έχομε να φοβηθούμε τίποτα. Μετάβασης είναι, από τα πρόσκαιρα στα αιώνια. Από τα φθαρτά στα άφθαρτα, από τα επίγεια στα ουράνια. Γι' αυτό δεν υπάρχει λόγος δειλίας και φόβου για αυτό το πράγμα. [παύση] Και στίχος 12. Αυτοί λοιπόν που ενίκησαν με το Αίμα του Αρνίου έτσι;

Το σημαντικό, να είμαστε ενωμένοι με τον Χριστό Κοινωνώντας το πανάγιο του Αίμα, να δίνομε τη μαρτυρία που να μαρτυρά τα... τα λόγια μας και τα έργα μας να έχουν μαρτυρία, να μη φοβόμαστε το θάνατο, «[12:12] διὰ τοῦτο εὐφραίνεσθε οὐρανοὶ ...» «... καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς σκηνοῦντες· ...». Αυτό λοιπόν, αφού έπεσε ο διάβολος, «εὐφραίνεσθε οὐρανοὶ καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς σκηνοῦντες».

Και αυτοί που μένετε σε αυτούς. Όταν ο Χριστός ανελήφθη στον ουρανό, και με τη Σταύρωση και με όλη τη Θεία Οικονομία οδήγησε τον άνθρωπο πλέον στον ουρανό, από τότε ο ουρανός είναι ανοιχτός, και οι άνθρωποι απολαμβάνουν την την ευλογία αυτήν της Βασιλείας του Θεού. Αντίθετα όμως, ενώ «... εὐφραίνεσθε οὐρανοὶ καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς σκηνοῦντες· ...»

«... οὐαὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν ...». Αλίμονο λέει σε αυτούς που κατοικούν στη γη και στη θάλασσα, «... ὅτι κατέβη ὁ διάβολος πρὸς ὑμᾶς ...» «... ἔχων θυμὸν μέγαν, εἰδὼς ὅτι ὀλίγον καιρὸν ἔχει». Αλίμονο στη γη και στη θάλασσα, γιατί κατέβηκε σε εσάς ο διάβολος, και έχει μεγάλο θυμόν, γιατί γνωρίζει ότι του απομένει λίγος καιρός.

[παύση] Φαίνεται ότι... μετά τη Σταύρωση και τη σωτηρία του κόσμου με τη Θείαν Οικονομία, και αφού εβλήθη ο διάβολος στη γη, αλίμονο σ' αυτούς οι οποίοι κατοικούν στη γη, αφού θα περάσουν τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες και τις θλίψεις που θα τους κάμει ο διάβολος, ο οποίος έχει μεγάλο θυμό γνωρίζοντας ότι έχει λίγον καιρό.

Και γιατί έχει θυμόν; Διότι ο διάβολος μισά τον Θεό. Μισά τον Θεό, δεν θέλει τον Θεό ο διάβολος. Και έχει μεγάλο θυμό, γιατί αυτό το μίσος όλο, βλέποντας ότι έχει λίγο χρόνο μπροστά του, του γεννά αυτή την κατάσταση όλη. Και είναι κάτι που πολύ θυμώνει τον διάβολο όταν του πει κάποιος ότι έχει λίγον καιρό. [παύση] Στίχος 13.

«[12:13] Καὶ ὅτε εἶδεν ὁ δράκων ὅτι ἐβλήθη εἰς τὴν γῆν, ...» «... ἐδίωξε τὴν γυναῖκα ἥτις ἔτεκε τὸν ἄρρενα». Όταν είδε λοιπόν ο διάβολος, ο δράκοντας, ότι έπεσεν εις τη γη, κατεδίωξε, έπεσε πάνω, στη γυναίκα, την κατεδίωξε, τη γυναίκα που εγέννησε το ασθενικό παιδί. Η γυναίκα αυτή είναι όπως είπαμε η Εκκλησία. Και βλέπετε ότι μόλις ανελήφθη ο Κύριος, μόλις ο Κύριος ετελείωσε το έργο της Θείας Οικονομίας με την Πεντηκοστή και όλα αυτά τα οποία έγιναν, τότε άρχισαν οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας, τους πρώτους 3 αιώνες, οι αμείλικτοι και φοβεροί εκείνοι διωγμοί, αλλά και στη συνέχεια διωγμοί παντός είδους, αιρέσεις, σχίσματα, σκάνδαλα, περιπέτειες μέσα στην Εκκλησία, και η Εκκλησία ευρίσκεται σ' ένα συνεχή διωγμό, σ' ένα συνεχή διωγμό.

Μπορεί να μην είναι ο διωγμός των πρώτων αιώνων, που δεν πάει πολύς καιρός πολλά χρόνια που γύρω μας, σ' άλλες χώρες, είχαμε τέτοιους διωγμούς. Είχαμε τέτοιους διωγμούς και... συνεχώς δημοσιεύονται μαρτυρίες από ανθρώπους που μαρτύρησαν στις χώρες αυτές όπου εκδιώκονται οι άνθρωποι για την αγάπη του Χριστού, και τους μαυροπινάκιζαν γιατί ήσαν Χριστιανοί, γιατί ήσαν κληρικοί, γιατί ήσαν μοναχοί, γιατί ήσαν επίσκοποι, και τους παρέδιδαν σε θάνατο.

Χιλιάδες, χιλιάδες μοναχοί και κληρικοί παρεδόθηκαν σε θάνατο, μέσα στη διάρκεια των καθεστώτων των ανατολικών χωρών που έχουν πλέον πέσει αυτά τα καθεστώτα, αλλά μέχρι να πέσουν 70 χρόνια και πλέον, στη Ρωσία τουλάχιστον, έχομε καταγεγραμμένους πέρα από 20-25 χιλιάδες μάρτυρες, των 70 αυτών χρόνων. Ένας, ο Άγιος Λουκάς Κριμαίας, που ξέρετε, και πολλοί άλλοι που συνεχώς δημοσιεύονται πλέον η ζωή τους και οι περιπέτειές τους.

Αυτός λοιπόν, ο διάβολος, ο δράκοντας, ορμά πάνω στη γυναίκα να τη φάει. Αλλά, στίχος 14, λέγει, «[12:14] καὶ ἐδόθησαν τῇ γυναικὶ ...» «... δύο πτέρυγες τοῦ ἀετοῦ τοῦ μεγάλου, ...» «... ἵνα πέτηται εἰς τὴν ἔρημον εἰς τὸν τόπον αὐτῆς, ...» «... ὅπως τρέφηται ἐκεῖ καιρὸν καὶ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ ...» «... ἀπὸ προσώπου τοῦ ὄφεως».

Εδόθησαν στη γυναίκα λέει δύο πτέρυγες μεγάλες, του αετού, για να πετάξει στην έρημο, που είναι ο τόπος της, και εκεί να ζει μακριά από το φίδι τριάμισι χρόνια. Καιρός και καιρού και ήμισυ καιρού, τρεισήμισι χρόνια. Είναι αυτοί οι αριθμοί που θα βρίσκομε συνεχεία. Αυτή η γυναίκα, η Εκκλησία, έχει δύο πτέρυγες. Οι Πατέρες ερμηνεύουν τις πτέρυγες αυτές ως την Παλαιάν και την Καινή Διαθήκη.

Η οποία πετάει η Εκκλησία με τις πτέρυγες αυτές, και που πάει; Στην έρημο λέγει, «εἰς τὸν τόπον αὐτῆς». Η έρημος είναι ο τόπος της Εκκλησίας. Μπορούμε να υποθέσομε ότι, βλέπετε μετά τους πρώτους αιώνες, όπου... ετελείωσαν τα μαρτύρια, οι διωγμοί εκείνοι οι αμείλικτοι, και οι γενικοί διωγμοί κατά των Χριστιανών, που η Εκκλησία πλέον εσκήνωσε ώστε αυθεντικά να εκφράζει το Ευαγγέλιο και να παράγει Αγίους και να στηρίζει τον κόσμο, στον μοναχισμό.

Έτσι, στην έρημο. Όλη αυτή η χωρία, η απέραντη χωρία των ασκητών, των οσίων, οι οποίοι κατοίκησαν εις την έρημο, και από τότε μέχρι σήμερα διαφυλάττουν, και πρέπει να διαφυλάττουν, ανόθευτο, κατά τη δύναμη την ανθρωπίνη βέβαια, το βίωμα και την εμπειρία της Εκκλησίας. Και ονομάζει την έρημο, τόπον αυτής, τόπον της Εκκλησίας.

Ο τόπος της Εκκλησίας είναι η έρημος. Μα δεν θα έπρεπε να είναι μια πόλης; Κι όμως, η έρημος είναι ο τόπος αυτής. Πολλοί λένε, τι προσφέρει ο μοναχισμός; Και λένε διάφοροι άνθρωποι, ξέρω 'γω γράφαν χειρόγραφα, κάμναν κεντήματα, κάμναν γλυκά, κάμναν πράγματα, κάμναν διάφορα. Δεν είναι αυτές, δεν είναι αυτή η προσφορά του μοναχισμού.

Η προσφορά του μοναχισμού είναι, ότι διασώζει και διαφυλάττει την αυθεντικότητα, τη γνησιότητα, του ευαγγελικού κηρύγματος. Στο μοναχισμό, στο κοινόβιο μοναστήρι, υπάρχει αυτό που έζησαν οι πρώτοι χριστιανοί, όπου είχαν τα πάντα κοινά, ήσαν ακτήμονες, ζούσαν σε έναν κοινοβιακό τρόπο ζωής, συνεχώς, και είχαν μόνη έγνοια και μόνη φροντίδα τη μελέτη του λόγου του Θεού και τη λατρεία του Θεού και τη μετάληψη των Αγίων Μυστηρίων.

Αυτό ήταν η ζωή των πρώτων χριστιανών. Αυτό βέβαια, συν τω χρόνω, δεν μπορούσε να γίνει μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, και διαφυλάσσεται ανόθευτο μέσα στον κοινοβιακό μοναχισμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, και εκεί διατυπώνεται αυθεντικά το Ευαγγέλιο, ο Ευαγγελικός λόγος, η εμπειρία των Αγίων. Χωρίς να σημαίνει αυτό βέβαια ότι οι άνθρωποι μόνο στο μοναχισμό σώζονται, αλίμονο.

Αυτό θα ήταν αίρεσης και βλασφημία να το πει κανείς και να το διανοηθεί ακόμα κάποιος. Ο άνθρωπος σώζεται μέσα στην Εκκλησία, και η Εκκλησία είναι που σώζεται τον άνθρωπο. Και ο μοναχισμός υπάρχει δια της Εκκλησίας και εν την Εκκλησία. Χωρίς την Εκκλησία ούτε ο μοναχισμός μπορεί να ζήσει ούτε κανένας. Η Εκκλησία λοιπόν τρέχει στην έρημο λέγει εδώ.

Και παραμένει εκεί τρεισήμισι χρόνια. Αλλά και ο διάβολος, ο όφις, αυτό το φίδι, «[12:15] καὶ ἔβαλεν ὁ ὄφις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ...» «... ὀπίσω τῆς γυναικὸς ὕδωρ ὡς ποταμόν, ...» «... ἵνα αὐτὴν ποταμοφόρητον ποιήσῃ». Αλλά και αυτός ο όφις ο μεγάλος, ο αρχαίος, ο διάβολος, από το στόμα του λέγει, βλέπει τώρα ο Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι βγάζει νερό, σαν ποτάμι, το οποίο τρέχει ξωπίσω της Εκκλησίας για να την πνίξει, να την εξαφανίσει.

Είναι όλα αυτά τα σκάνδαλα, όλα αυτά τα σχίσματα, οι αιρέσεις, οι ταλαιπωρίες, οι οποίες καταδιώκουν την Εκκλησία συνεχώς, προκειμένου να πνίξουν τον λόγο και την παρουσία της Εκκλησίας. Παρά ταύτα όμως, στίχος 16, «[12:16] καὶ ἐβοήθησεν ἡ γῆ τῇ γυναικί, ...» «... καὶ ἤνοιξεν ἡ γῆ τὸ στόμα αὐτῆς ...» «... καὶ κατέπιε τὸν ποταμὸν ὃν ἔβαλεν ὁ δράκων ...»

«... ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ». Όμως, λέγει, θαυματουργικά, η γη ανοίγει το στόμα της, ανοίγει τρόπον τινά η γη και καταπίνει τον ποταμό όλο που τρέχει ξωπίσω της Εκκλησίας, που ο διάβολος έβγαζε από το στόμα του προκειμένου να την πνίξει. Είπαμε ότι αυτές είναι εικόνες, έτσι; Είναι εικόνες οι οποίες μας παραπέμπουν σε μια πραγματικότητα.

[παύση] Πολεμείται η Εκκλησία, ο διάβολος θέλει να πνίξει την Εκκλησία, διώκεται η Εκκλησία στην έρημο, αλλά όταν αυτός ο ποταμός πλησιάζει να πνίξει την Εκκλησία, ανοίγει η γη, καταπίνει αυτό το νερό όλο, και δεν πνίγεται η Εκκλησία. Αυτό το ζούμε κάθε μέρα, έτσι; Κάθε μέρα πόσες φορές είπαμε ότι... τι θα γίνει; Θα τιναχθούν όλα στον αέρα! Πόσες φορές;

Και τώρα και πριν και μες τους αιώνες απέραντες φορές, άπειρες φορές. Όμως, ό,τι και να γίνει, η Εκκλησία πορεύεται τον δρόμο της. Όσα σκάνδαλα και να γίνουν, όσα προβλήματα και να προκύψουν, όσες περιπέτειες και να γίνουν, όσοι διωγμοί και να γίνουν, η Εκκλησία πορεύεται τον δρόμο της. Εμείς οι άνθρωποι, χανόμαστε. Εμάς μπορεί να μας καταπιούν οι ποταμοί και όλα, αλλά την Εκκλησία ουδέποτε. Η Εκκλησία συνεχίζει τον δρόμο της.

Στίχος 17. «(12:17) καὶ ὠργίσθη ὁ δράκων ἐπὶ τῇ γυναικί, ...» «... καὶ ἀπῆλθε ποιῆσαι πόλεμον ...» «... μετὰ τῶν λοιπῶν τοῦ σπέρματος αὐτῆς, ...» «... τῶν τηρούντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ ...» «... καὶ ἐχόντων τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ». Και οργίστηκε ο διάβολος, ο δράκοντας, με τη γυναίκα αυτή. Έτσι, οργήν, φοβερή, κατά της Εκκλησίας.

Και πήγε να πολεμήσει με τους υπολοίπους απογόνους της Εκκλησίας, οι οποίοι τηρούν τις εντολές του Θεού και δίδουν τη μαρτυρίαν του Κυρίου Ιησού Χριστού. [παύση] Βλέπετε ότι είμαστε υποχρεωμένοι σε δύο βασικά πράγματα. Να τηρούμε τις εντολές του Θεού, και να έχομε τη μαρτυρίαν του Κυρίου Ιησού Χριστού. Εάν θέλομε να είμαστε πραγματικά τέκνα του Θεού της Εκκλησίας, πρέπει να τηρούμε τις εντολές του Θεού.

Χωρίς την τήρηση των Αγίων Εντολών δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος εν Χριστώ, είναι αδύνατο πράγμα. Και εκεί που βλέπομε ότι η αδυναμία μας η ανθρώπινη δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην τήρηση των εντολών του Θεού, εκεί δια της μετανοίας, της ταπεινώσεως, να αναπληρώνομε τις ελλείψεις μας, και να αγωνιζόμαστε με τη Χάρη του Θεού και με το έλεος του Θεού να είμαστε τηρητές των Θεών εντολών, για να είμαστε ενωμένοι μαζί με τον Χριστό.

Γι' αυτό είναι σημαντική η τήρηση των εντολών. Όχι γιατί πρέπει να κάνομε καλά έργα, αλλά δια της τηρήσεως των εντολών, ενούμεθα με τον ίδιο τον Χριστό. Αυτός είναι ο τρόπος που είμαστε ενωμένοι με τον Χριστό. Και το άλλο είναι η μαρτυρία. Δεν μπορεί να είσαι Χριστιανός και να μην έχεις μαρτυρία του Χριστού. Δεν μπορεί να είσαι Χριστιανός και να διαφυλάττεις τη Χριστιανική σου εμπειρία σαν ένα ατομικό γεγονός δικό σου.

Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Γιατί δεν γίνεται; Διότι αν αγαπάς πραγματικά τον άλλον άνθρωπο, αν αγαπάς τον αδερφό σου, δεν μπορείς παρά να του δώσεις αυτό το μεγάλο... το μεγάλο δώρο, αυτή τη μεγάλη ευλογία, να γνωρίσει τον Χριστό. Δεν μπορείς να είσαι άνθρωπος της Εκκλησίας και να μην ανοίγεις το στόμα σου να πεις το λόγο του Θεού στον άλλον άνθρωπο.

«Οὐδὲν ψυχρότερον Χριστιανοῦ ἑτέρους μὴ [ὠφελούντος]» λέγει ο Άγιος Χρυσόστομος. Δεν υπάρχει πιο ψυχρό πράγμα από έναν Χριστιανό που δεν ωφελεί κανέναν άλλο. Και είναι λυπηρό γιατί καμιά φορά το βλέπομε έτσι στη ζωή μας, στην πρακτική μας ζωή, ας πούμε... ένας άνθρωπος εργάζεται κάπου, και υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που ζουν έτσι συνειδητά τη ζωή του Χριστού και της Εκκλησίας στον ίδιο χώρο, και δεν καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο, κρύβονται, σαν λες και είμαστε κρυπτοχριστιανοί.

Ούτε ας πούμε λέει μια κουβέντα ας πούμε. Φοβάται να πει ότι πιστεύει στον Θεό, φοβάται να πει ότι αγαπά τον Χριστό, φοβάται να πει ότι νηστεύει, φοβάται να πει ξέρω 'γω, να δείξει κάτι, ότι έχει μια σχέση με τον Χριστό. Γίνεται μια ειρωνεία, ένα σχόλιο ένα... ξέρω 'γω ένας εξευτελισμός, δεν μιλά. Δεν μιλά, να μη δώσει δικαιώματα, να μη φανεί.

Βλέπει τον αδερφό του να έχει ανάγκη, βλέπει τον αδερφό του να δίπλα του συνέχεια, δεν του λέει τίποτα. Αυτό το πράγμα δεν είναι ανθρώπου υγιούς πνευματικά ανθρώπου. Γιατί αν ήσουν υγιείς πνευματικά, δεν θα μπορούσε η αγάπη σου να ανεχθεί να βλέπεις τον αδερφό σου να ταλαιπωρείται, να βασανίζεται, να στερείται το λόγο του Θεού, να αδικείται ουσιαστικά.

Γιατί αυτός είναι ο αδικημένος άνθρωπος, αυτός που δεν γνωρίζει τον Θεό. Αυτός που δεν ξέρει τον Θεό, είναι αδικημένος. Και είναι αδικημένος αιώνια μάλιστα. Πώς θα δεις τον εαυτό σου τον, αδερφό σου, να αδικείται αιώνια και εσύ να μη λες τίποτα απολύτως; Έλεγε ο παπά Εφραίμ στα Κατουνάκια – δεν ξέρω αν το λέει στο βιβλίο, στο βίον του – ότι...

εκεί που ζούσε είχε κάποιον μοναχό ο οποίος δεν είχε συνεπή μοναχική ζωή, και ο παπά Εφραίμ ως νεότερος που ήταν, και τέλος πάντων δεν είχε καμιά σχέση με εκείνο τον άνθρωπο, έλεγε τι να του πω εγώ, τι ευθύνη έχω εγώ να πω σ' αυτόν τον άνθρωπο κάτι ας πούμε. Μία φορά προσευχόμενος, είδε εν Πνεύματι Αγίω, έτσι μέσα στη θεωρία με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ότι ο αδερφός εκείνος απέθανε, και τον κρατούσαν να τον πάνε να τον ενταφιάσουν, αλλά ταυτόχρονα έλαβε την πληροφορία ότι ο αδερφός εκείνος που απέθανε χωρίστηκε αιώνια από τον Θεό.

Δηλαδή κολάστηκε έτσι με απλά λόγια, κολάστηκε, χωρίστηκε από τον Θεό. Και ήταν σε μια μεγάλη θλίψη και απορία. Και την ώρα που περνούσε το φέρετρο κοντά του, πήγε να δει ας πούμε τον... είπαμε, αυτά έτσι σε όραμα πήγε να δει τον πεθαμένο μες στο φέρετρο, και ανασηκώνεται λίγο ο πεθαμένος και του λέει, παπά Εφραίμ, τι έκαμες εσύ για μένα;

Δηλαδή τι έκαμες, γιατί με άφησες να έρθω σ' αυτήν την κατάσταση; Γιατί δεν μου είπες ένα λόγο; Με έβλεπες, ότι αυτό που κάμνω δεν με ωφελεί, με έβλεπες ότι δεν πάω καλά, με έβλεπες ότι κολάζομαι με την τρόπο που ζω, τι έκαμες για μένα; Γιατί δεν μου είπες μια κουβέντα γιατί δεν μου είπες, αδελφέ μου δεν πάεις καλά, γιατί δεν μου έδειξες κάτι, γιατί δεν μου είπες κάτι να με βοηθήσεις;

Άρα, δεν μπορούμε να αδιαφορούμε για τη σωτηρία του αδελφού μας. Όχι με την έννοια ότι να πάμε να κάνομε τους ιεροκήρυκες, αλλά πρέπει πρώτα να γίνομε εμείς σωστοί άνθρωποι, τηρητές του νόμου του Θεού, και να μην πει κανείς τώρα ότι, ξέρεις, ε αφού εγώ δεν μπορώ να τηρήσω γιατί να πω του άλλου; Οφείλεις να τα τηρήσεις και εσύ και οφείλεις να τα πείσεις και του άλλου.

Δεν απαλλάσσεσαι ευθύνης και να λες ότι, α εντάξει, αφού δεν τα τηρώ δεν τα λέω του άλλου. Είναι περισσότερη η ευθύνη σου, είναι πονηρία αυτό το πράγμα. Οφείλεις για την αγάπη του αδελφού σου να γίνεις καλύτερος και να γίνεις πιο συνεπής. Όπως ένας γονιός, από τη στιγμή που γίνεται γονιός πρέπει να είναι δυο φορές προσεκτικός, για να δώσει το παράδειγμα στο παιδί του, έτσι;

Δεν μπορείς ας πούμε εσύ να καπνίζεις και να λες του παιδίου σου, μην καπνίζεις. Αυτό είναι υποκρισία. Ή τουλάχιστον πες του, κοίταξε, μη γίνεις σαν εμένα. Τουλάχιστον γίνουν παράδειγμα προς αποφυγή, άμα δεν μπορείς να κάμεις τίποτε. Δεν μπορείς εσύ ας πούμε να βρίζεις τους γονείς σου και να θυμώνεις που τους βρίζει το παιδί σου.

Αφού το παιδί σου σε είδε εσένα που έβριζες τη μάνα σου, τον παππού του μωρού, τη γιαγιά, ή τα πεθερικά σου ας πούμε. Μετά πώς εσύ θα ζητήσεις να σε σέβεται το παιδί σου; Λοιπόν πρέπει να είσαι δυο φορές προσεκτικός. Δέκα φορές προσεκτικότερος από τη στιγμή που έχεις και άλλους που πρέπει να βοηθήσεις αφού είναι παιδιά σου.

Έτσι και εμείς οφείλομε να είμαστε προσεκτικοί και τηρητές του νόμου του Θεού, και για τον εαυτό μας, αλλά και για τους αδερφούς μας, ώστε και αυτούς να ωφελήσομε, και να μη βλάψομε, και να έχομε τη μαρτυρία του Χριστού στον κόσμο αυτό όταν ανά πάσα στιγμή καλούμαστε μέσα στις περιστάσεις, μέσα στα γεγονότα, να δώσομε αυτήν την καλή μαρτυρία, ή στους αδερφούς μας, περί της αληθείας του Χριστού.

Είμαστε υποχρεωμένοι απέναντι στις ψυχές των άλλων ανθρώπων. Εάν ο λόγος του Θεού μας λέγει ότι, εάν ο αδερφός σου πεινά θα του δώσει ένα κομμάτι ψωμί, που τι είναι το ψωμί, θα το φάει και να ξαναπεινάσει. Κι όμως είσαι υποχρεωμένος, σκεφτείτε εάν ο αδερφός σου πεινά αιώνια και ουσιαστικά την ουσιαστική πείνα, και όμως εσύ αρνείσαι να του πεις έναν λόγο γιατί αδιαφορείς, γιατί ντρέπεσαι, γιατί φοβάσαι, γιατί ξέρω 'γω οτιδήποτε άλλο.

Αυτό θα είναι πραγματικά ολέθρου και για σένα και ζημιώνεις και τους άλλους ανθρώπους. Βέβαια ο Θεός δεν έχει τη δική μας ανάγκη. Εδώ να σταματήσομε. Αν έχετε κάτι να ρωτήσετε, θα το ακούσομε. [παύση] Ναι, έλα Διάκο, μισό λεπτό κ. Αναστασία. [παύση] Έλα 'δω μπροστά. [παύση] Ακροατήριο: Πάνω στα τελευταία λόγια που είπατε, πανιερώτατε, έχω μεγάλο προβληματισμό.

Διότι όταν πάεις να τους πεις κάτι, αντιδρούν, και δημιουργείται μία σύγκρουση. Είναι προτιμότερο να πούμε το σωστό, έστω και αν γίνει σύγκρουση, γιατί μπορεί να ωφεληθούν ή χάρην της ειρήνης και της ατμόσφαιρας της ειρηνικής να σιωπήσω; Ο αββάς Ησαϊας λέει, ούτε διδασκαλία, ούτε συμβουλή, ούτε θέλημα, ούτε τίποτε, μόνο προσευχήν [ασαφής].

Μ. Αθανάσιος: Ναι. Πολύ ωραία. Έχετε απόλυτο δίκιο. Είναι ένα μεγάλο δίλημμα αυτό. Βέβαια ο αββάς Ησαϊας απευθύνεται εκεί σε ησυχαστές μοναχούς οι οποίοι δεν είχαν υπό την ευθύνη τους άλλους ανθρώπους, τα παιδιά τους. Αλλά... ας πούμε, αν αυτό το κάνω εγώ που είμαι επίσκοπος, και σιωπήσω, και δεν διδάσκω τον λαό του Θεού, τότε εγώ πρέπει να καθαιρεθώ.

Ο κάθε επίσκοπος και ο κάθε πρεσβύτερος, κατά τους κανόνες της Εκκλησίας, είναι υποχρεωμένος σε κάθε Θεία Λειτουργία να διδάσκει τον λόγο του Θεού. Είμαστε υποχρεωμένοι να κατηχούμε τον λαό, είμαστε υποχρεωμένοι να διδάσκομε τον λαό. Δεν μπορούμε να πούμε, ε, εγώ τι να τους πω, ας ακούσουν, ας διαβάσουν, ξέρω 'γω... δεν λέω τίποτα. Όχι, είμαστε υποχρεωμένοι.

Όταν έχομε παιδιά, λοιπόν, είμαστε υποχρεωμένοι να τους πούμε τον λόγο του Θεού. Βέβαια, πρέπει να προηγηθεί πολύ προσευχή, να προηγηθεί προσευχή για να πέσει αυτή η γέφυρα προς τις ψυχές των παιδιών, μετά με πολύ διάκριση, πότε θα τους το πούμε αυτό που πρέπει να τους πούμε, και το πώς θα τους το πούμε. Διότι δεν είναι έτοιμος κάθε άνθρωπος ανά πάσα στιγμή και με τον οιονδήποτε τρόπο.

Θέλει και τον τρόπο το σωστό και τον χρόνο το σωστό, αλλά να προηγηθεί πολύ προσευχή. Και, να μην τους το λέμε τον λόγο του Θεού γιατί θέλομε δια του λόγου του Θεού να μας ακούν και να τους υποτάξομε να είναι καλά παιδιά. Γιατί δυστυχώς παρατηρείται αυτό το φαινόμενο, κάποιοι γονείς, ώσπου τα παιδιά τους είναι μωρά και δεν έχουν κανένα πρόβλημα, ούτε τα φέρνουν στην εκκλησία ούτε τα φέρνουν στον πνευματικό.

Μόλις γίνουν 15-16 και αρχίζουν και τους βρίζουν και γυρίζουν τις νύχτες έξω, τότε θυμούνται να τα φέρουν στον πνευματικό, τα τραβούν με το ζόρι, να το συμβουλεύσεις πάτερ μου. Μα τόσο καιρό που ήσουν; Τώρα τι να το συμβουλεύσω τώρα; Τέλειωσε τώρα. Πέτασε. Λοιπόν, και ο λόγος δεν είναι γιατί σκέφτεται την ψυχή του, ο γονιός εκείνος, αλλά γιατί θέλει να 'ναι σπίτι το γιος του, θέλει ξέρω 'γω να κάμνει εκείνα που θέλει ο ίδιος, δηλαδή χρησιμοποιεί και το Ευαγγέλιο για να επιβάλλει τη θέλησή του στο παιδί του. Απόδειξη, ότι αν το παιδί του, παρ ελπίδα, αγαπήσει λίγο παραπάνω το Ευαγγέλιο από το κανονικό, τότε ο γονιός έχει πρόβλημα...

Είπαμε λέει, αλλά όχι κ' έτσι. Με μέτρο, με μέτρο είπαμε να ακολουθάς την Εκκλησία, δεχόμαστε, αλίμονο, είμαστε Χριστιανοί, αλλά όχι κ' έτσι. Εσύ κατάντησες αηδία, κατάντησες υπερβολικός. Ούλη μέρα μου να νηστεύκεις και να κοινωνάς και ούλη μέρα να τρέχεις δεξιά αριστερά. Και ακόμα αν κινδυνεύεις να γίνεις και μοναχός ή παπάς...

ο Θεός να φυλάει. Τότε πάνε όλα περίπατο. Πόσες φορά μου έτυχε εμένα αυτό το πράγμα. Μια φορά μου έτυχε, τραβούσε την κόρη να τη φέρει στο ξομολογητάριο. Την τραβούσε κυριολεκτικά. Έσυρέ τη μέσα στο ξομολογητάριο έτσι. Μια κοπέλα... του κόσμου με όλη τη σημασία της λέξεως. Χρυσό παιδί η κορούδα. Ε, ήρθε μια φορά, λέω της, κάτσε, αφού έφερέ σε η μάνα σου, κάτσε, πες μου ό,τι θέλεις, πες μου τα μαθήματα σου, πες μου ξέρω 'γω ίντα που θέλεις, και εκείνη να νομίζει ότι εξομολογείσαι.

Τώρα ίντα που να κάνομε... να τσακώνεσαι; Τέλος πάντων όμως κατέστησε σωτήριον. Η κοπέλα αγάπησε τον Χριστό και τα λοιπά, αλλά ύστερα αποφάσισε να αφιερωθεί και στον Θεό, αυτή η κοπέλα. Εκεί να βλέπετε τη μάμα, τι έγινε. Αντεστράφησαν οι όροι. Θηρίο, μαινόμενο. Μαινόμενο, θηρίο. Λέω, εσύ την έφερες εδώ. Ήρθα εγώ σπίτι σου, ή [πίεσα] την κόρη σου;

Εγώ την έφερα; Εσύ την έφερες. Τι φταίω εγώ άμα πίστεψε; Αφού επίστεψε αυτά που της είπα, αυτά που λέει το Ευαγγέλιο πίστεψε. Λοιπόν, και έτσι φαίνεται εδώ... δηλαδή... ξέρετε, πληρώνομε τις αμαρτίες μας εμείς οι γονείς. Πρέπει να το ξέρομε τούτο πράγμα. Και να μην ψάχνομε υπεκφυγές ότι, μα είναι κακός, μα είναι εκείνος...

Πληρώνομε τις αμαρτίες μας. Πολλές αμαρτίες πληρώνομε. Γιατί τα παιδιά μας δεν τα καθοδηγήσαμε σωστά. Ούτε με τη ζωή μας, ούτε με τα λόγια μας, ούτε με την προσευχή μας. Βέβαια θα μου πεις ότι υπάρχουν περιπτώσεις, πολύ αξιόλογων και σπουδαίων γονιών. Πράγματι υπάρχουν, που τα παιδιά τους δεν βγήκαν σωστά. Εδώ έχομε τον Χριστό, τέλειος δάσκαλος ήταν, και ο μαθητής του πήγε πρώτος στην κόλαση.

Δεν είναι παράξενο. Συμβαίνει και αυτό. Και από Αγίους Γέροντες είδαμε χαμένους υποτακτικούς. Αλλά είναι γεγονός όμως ότι πρέπει οι γονείς, είναι υποχρεωμένοι, να συμβουλεύουν τα παιδιά τους. Αλλά με πολλή διάκριση, χωρίς ίδιον θέλημα, χωρίς ίδιον θέλημα, με μόνο γνώμονα την αγάπη του Χριστού και την αιώνιαν ωφέλεια των παιδιών τους.

Και αν δουν ότι τα παιδιά δεν το δέχονται, εντάξει είπες μια φορά, είπες δυο φορές, δεν το δέχεται, εντάξει, σταμάτα, μην ξαναπείς. Αλλά, πρέπει να προσεύχεσαι στον Θεό έντονα, πολύ έντονα. Είχε ένα ιερομόναχο στο Άγιον Όρος, που οι γονείς του έγιναν Χιλιαστές. Τον εκάλεσε ο παπά Εφραίμ στα Κατουνάκια, του λέει, πάτερ τάδε, τι κάμνεις για τους γονείς σου;

Έμαθα ότι έγινα Μάρτυρες του Ιεχωβά. Λέει, γέροντα τι να κάνω, προσεύχομαι. Τι προσεύχεσαι δηλαδή; Ε κάνω κομποσκοίνι κάθε μέρα, τους μνημονεύω στις προσευχές μου, στις παρακλήσεις μου. Του λέει, δεν σώζονται πάτερ μου έτσι. Πρέπει να βγάζεις φωτιές από το κομποσκοίνι σου. Πρέπει να λιώσουν τα γόνατά σου στην προσευχή. Έτσι προσεύχονται οι άνθρωποι.

Θέλεις να σώσει το παιδί σου προσευχόμενος; Με το να πεις Χριστέ μου βοηθά το γιο μου την κόρη μου δεν σώζεται. Πρέπει να λιώσεις εσύ στην προσευχή για να σωθεί ο άλλος άνθρωπος. Θέλει διάπυρη προσευχή. Θέλει πύρινη προσευχή να βοηθήσεις τον άλλον άνθρωπο. Όλο αυτόν τον πόνο που έχεις μέσα σου βλέποντας το παιδί σου να χάνεται, πρέπει αυτόν όλο τον πόνο να τον κάνεις προσευχή, διάπυρη προσευχή.

Και, με μεγάλη ταπείνωση. Να πάρεις πάνω σου το σφάλμα του παιδιού σου, να πεις εγώ φταίω. Εγώ φταίω για να καταντήσει ο γιος μου και η κόρη μου έτσι. Έχω ευθύνη. Και να πονέσεις, να κλάψεις, να λυπηθείς, να λιώσεις. Να κάμεις έργα αγαθά, να κάνεις ελεημοσύνες, να κάνεις πράγματα... έργα τα οποία θα σε βοηθήσουν. Έτσι βοηθούμε τον άλλον άνθρωπο.

Με το να λέμε μια προσευχή στα τυπικά και στα ξερά και... επειδή πιεζόμαστε κιόλας και μόλις τα πράγματα πάνε καλά, άλλο φαινόμενο ότι δεν είμαστε συνεπείς. Μόλις τα πράγματα πάνε καλά ας πούμε, ξεχνούμε ύστερα, τέλειωσε, μια χαρά είμαστε. Μόλις ξανάρθει ο πειρασμός, ξαναρχίζω τις προσευχές. Έλεγε και ο γερό Πορφύριος ότι, εάν μιλάς στο παιδί σου για το Θεό και δεν σε ακούει, να μιλάς στον Θεό για το παιδί σου που σε ακούει.

Δηλαδή είπες του παιδιού σου μια κουβέντα για το Θεό, δεν σε άκουσε. Θα λες του Θεού λοιπόν για το παιδί σου ο οποίος σε ακούει πάντοτε. Αλλά θέλει προσευχή, θέλει ελεημοσύνες, θέλει έργα αγαθά. Δεν είναι μόνο το ένα. Και νηστεία και προσευχή και έργα αγαθά, ώστε όλα αυτά να μπορέσουν να πλησιάσουν την ψυχή αυτή, την αντιδρώσα ψυχή του ανθρώπου εκείνου και να σωθεί.

Οι προσευχές των γονιών έχουν μεγάλη δύναμη στο Θεό. Αλλά, μιλούμε για προσευχές τέτοιες. Και δεν θα χαθούν τα παιδιά για τα οποία οι γονείς προσεύχονται, να το ξέρετε τούτο πράγμα. Αλλά προσευχές, όχι ψέματα. Και έργα αγαθά, όχι ψέματα. [παύση] Λοιπόν, θα είμαστε εδώ με τη βοήθεια του Θεού την πρώτη Τετάρτη μετά την Κυριακή του Θωμά.

[ανακοινώσεις, προσευχή & απόλυση]

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00