Όσα Μύθια, Τόση Αλήθεια – Γίγαντες: Όταν οι θεοί πολέμησαν για την κυριαρχία του κόσμου
Όσα Μύθια, Τόση ΑλήθειαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Πανίσχυρα όντα, γεννημένα σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία από τη Γη, που τόλμησαν να αναμετρηθούν με τους ίδιους τους θεούς του Ολύμπου. Η Ευγενία Κούκουρα εξερευνά τον μύθο των Γιγάντων και τη θρυλική Γιγαντομαχία, ξεχωρίζοντας παράλληλα τους Γίγαντες από τους Τιτάνες, με τους οποίους συχνά συγχέονται. Πώς γεννήθηκαν αυτές οι παραδόσεις; Τι συμβόλιζε η σύγκρουσή τους με τους Ολύμπιους και γιατί ιστορίες για γιγαντόσωμα όντα εμφανίζονται σε τόσο διαφορετικούς πολιτισμούς; Ένα ταξίδι εκεί όπου η μυθολογία, η αρχαία τέχνη και η ανθρώπινη φαντασία συναντώνται.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Χαίρετε κυρίες, κύριοι και παιδιά. Σήμερα θα μιλήσουμε για τους γίγαντες. Μέσα σε αυτή την εκπομπή θα προσπαθήσουμε να τους δούμε. Θα γυρίσουν λοιπόν οι γίγαντες κοντά μας. Μια φορά και έναν καιρό, ο μύθος λέει ότι μια θεά, η θέα τήρα, κατεβλήθη από έναν θνητό, τον Πιλέα, Ο βασιλιάς της χώρας που βρίσκεται κάτω από τους πρόποδες του Πηλίου, της χώρας των μυρμιδών, όπου είναι πλήθος ο λαός της χώρας, είναι μυριάδες σαν τα μυρμίδια που έφυγαν από την Αίγινα και πήγαν και εγκαταστάθηκαν εκεί.
Ο Πηλέας λοιπόν και η Θέτιδα έχουν αποκτήσει σύμφωνα με τον μύθο έξι παιδιά Τα οποία όμως δεν επέζησαν Δεν επέζησαν για να διαδεχθούν στον θρόνο τον πατέρα τους τον Πηλέα Και δεν επέζησαν γιατί η μητέρα τους η Θέτιδα ήθελε να τα κάνει αθάνατα Και για να τα κάνει αθάνατα τα βουτούσε μέσα σε ζέων είδος δηλαδή μέσα σε βραστό νερό, για να κάψει τα σημεία του σώματος των παιδιών της που ήταν θνητά και να αφήσει μόνον εκείνο που ήταν χάρη σε εκείνη αθάνατο.
Ο Πιλέας μετά από λίγες ώρες, αφού είχε γεννηθεί κάθε φορά ένα αρσενικό παιδί, το έβλεπε πεθαμένο και κατακαμένο. Γι' αυτό όταν γεννήθηκε το έβδομο παιδί του μπήκε βιαστικά μέσα στην αίθουσα που γέννησε η γυναίκα του η Συπία η Σουπιά. Γιατί με αυτή τη μορφή κατόρθωσε να την κάνει δικιά του ο Πιλέα. Γιατί η θέτηδα άλλαζε μορφές κάθε φορά που πήγαινε να την πλησιάσει και δεν μπορούσε να την αρπάξει.
Η τελευταία μορφή της ήτανε τη σουπιά. Γι' αυτό και η άκρα, το ακροτήριο όπου την έκανε δικιά, ονομάστηκε έκτοτε σηπία άκρα. Η σουπιά λοιπόν θέτηδα, εκείνη τη στιγμή, το νεογέννητο μωρό του πήγαινε να το βουτήξει στο καυτό νερό για να το κάψει. Και κάηκαν, λέει ο μύθος. δύο σημεία εξώματός του. Το ένα ήταν ο αστράγαλός του και το άλλο ήταν τα χείλη του.
Γι' αυτό αργότερα ο Λιγύρονας αυτό ήταν το πρώτο όνομα του Αχιλένου ονομάστηκε Αχίλιος χωρίς χείλη σύμφωνα με τον Παλέφ. Ας δούμε λοιπόν τη συνέχεια του μύθου. άρπαξε το μωρό από την αγκαλιά της μάνας του ο Πηλέας την έδιωξε την Θέτιδα η οποία ξαναγύρισε στα παλάτια τα οποία βρίσκονται σύμφωνα με τον Όμηρο ανάμεσα στη Σαμοθράκη και την Λίμνο και πήρε το μικρό παιδί του καμένου και το πήγε πάνω στο πήλιο στους Κενταύρους.
Εκεί ο Χίρονας Κενταύρος μαζί με την γυναίκα του και την κόρη του προσπάθησαν να κάνουν καλά από τα τραύματά του το μωρό των νεογένειων. και στα μεν χείλη του έβαζαν λίπος από αρκούδα, από άρκτο, από πύρα την αρκούδα και στο πόδι το οποίο δεν είχε γιατριά γιατί είχε καεί ολόκληρος ο αστράγαλος έκανε μεταμόσχευση ο χείρος.
Ας δούμε λοιπόν τι λέει ο μύθος Ο Χίρονας ξέθαψε γι' αυτό το λόγο τον γίγαντα Δάμισο Ο γίγαντας Δάμισος είχε ζήσει πολλά χρόνια πριν στις πλαγιές του πυλού και ο Χίρον τον ξέθαψε Του έβγαλε ένα νεκρό μόσχευμα σύμφωνα με τον μύθο δηλαδή τον αστράγαλό του και τον μεταμόσχευσε στον μικρό Διγύρωνα, ο οποίος με το πρώτο του όνομα φαίνεται ότι τραγουδούσε λιγυρά, δηλαδή πολύ μελωδικά.
Και ο Αχιλέας απέκτησε τον αστράγαλο του γίγαντα δάμισου, γι' αυτό και ήταν τόσο οκείς στα πόδια, τόσο γρήγορο στα πόδια, που κανένας δεν τον έφερε. Αυτό μπορούμε να το δούμε και στον αγώνα δρόμου που έκανε για τη ζωή του ο Έκτορας και το κυνηγητό που του έκανε από πίσω του ο Αχιλέας τρέχοντας γύρω γύρω από τα τείχη της Τροίας βάδουσαν τα σημάδι μια σικιά η οποία ήταν ένα άλλο θεϊκό σημάδι στην πόλη της Τροίας από τους θεούς του Ολύμου.
Ο Αχιλέας λοιπόν έχει σχέση με τη γιγάντια και τιτάνια δύναμη του Δάμισου, του πρώτου γίγαντα ο οποίος αφήνει με το DNA, δηλαδή με ένα κομμάτι από τον εαυτό του, τη δύναμή του σαν μόσχευμα στον Αχιλέα, τον μεγάλο ήρωα του Τροϊκού πολέμου. Στον Καλήλαδο Αχιλέα η τροφή ήταν θεϊκή. Η φιλήρα, η σύζυγος του Χίρονος και η κόρη του η Χαρικλώ του έδωσαν τα εντόστια των λιονταριών, των αγριογούρων και μέλη.
Γι' αυτό η φωνή του έγινε λίγη, ενώ από τα καμένα του χείλη ονομάστηκε Άχιλος ο Αχιλέας. Ο δάσκαλος του Αχιλέα, ο Φίνικας, ο οποίος βρίσκεται μαζί με τον ήρωά μας στην Τροία, προσπαθεί να κατευνάσει τον Αχιλέα και να πάρει μέρος στον Τροϊκό Πόλεμο, λέγοντάς του για τα παιδικά του χρόνια και για το πώς τον ανάθρεψε αυτός ο ίδιος με τη θεϊκή τροφή από τα λιοντάρια, τα αγριογούρουνα και οι σαρκούλοι.
Ο Μύρου Ηλιάδα γιώταμε. 485-492 Κι έτσι μεγάλο εγώ σε ανάστησα, θεόμορφε Αχιλέα, και σ' αγαπούσα. Τι δεν ήθελες εσύ κανέναν άλλον. Για στο τραπέζι σύντας πήγαινες, για και έτρωγες μονάχος. Έπρεπε εγώ μαθές στα γόνατα να σε κρατώ, να κόβω το κρέας να τρως, μετά στα χείλια σου την κούπα να ζυγώνω. Συχνά στο στήθος μου κατάβρεξες το ρούχο με το στόνο.
«Παιδί όπως ήσουν και με πέδευες και το κρασί ξερνούσαν, έτσι πολλά για σένα τράβηξαν, πολλούς επίραμόχους». Για τους γίγαντες της Πελοποννήσου και για τους γίγαντες της Συρίας στον ποταμό Ορόντι, μας μιλάει ο Παυσανίας ο Γεωγράφος, ο οποίος λέει ότι οι Ρωμαίοι κοντά στον ποταμό Ορόντι, όταν ένα σημείο του ξεράθηκε. Ξεθάφθηκε στην υλή, στην λάσπη του ποταμού και μία μεγάλη λάρνανα, δηλαδή μία μεγάλη κεραμιδένια θήκη, τάφος ενός γίγαντα.
Όταν την μέτρησαν έφτανε το μήκος των δέκα πύχων. Τόσο ψηλός ήταν ο γίγαντας της Συρίας. αλλά γίγαντας ήταν και ο Ρέστι. Οι Σπαρτιάτες και οι Τεγιάτες είχαν συνεχώς πόλεμο μεταξύ τους για το ποιοι θα υπερίσχυαν στην περιοχή την οποία ενέμοντο κοινά. Οι Σπαρτιάτες στα χρόνια του Αναξανδρίδη του Αρίστονος που ήταν ο πατέρας του Λεωνίδα συνεχώς και έχανε.
Γι' αυτό ο Αναξανδρίδης έστειλε θεοπρόπους, αντιπροσώπους, πρεσβευτάστους στο μαντείο των τεχών και να του φέρουν χρησμό. Και η πυθία τότε απάντησε ως εξής. Σε πίπεδη περιοχή της Αρκανδίας, μία υπάρχει πόλη, η Τεγέα. Δυο άνεμοι πνέουν δυνατοί που τους πιέζει η Αναή. και χτύπος μαζί και αντίχτυπος ακούει και κάποιος βρίσκει το κακό επάνω σ' άλλο κακό επίσης εκεί του αγαμέμνονα το γιο η γη κρατεί της πάσης φύσεως ζωή εσύ θα γίνεις κύρις της Τεγέας αν τούτον εις την χώρα σου αφού βρεις θα φέρε Ο χρησμός λοιπόν που δόθηκε στον Ανεξανδρίδη του Αρίστονο ήταν να βρει και να φέρει πίσω στη Σπάρτη το λείψανο του Ορέστη, του γιού του Αγαμέμου ο οποίος σύμφωνα με το μύθι ήταν θαμμένος στην Τεγέα.
Οι Σπαρτιάτες προσπάθησαν να βρουν τρόπο με τον οποίο να φέρουν το λείψανο του Ορέστη πίσω στη Σπάρτη αλλά αυτό εστάθη αδύνατο. Και συνεχώς βεβαίως έχαναν στις μάχες τους εναντίον των ταιγιατών και δεν θα υπήρχε καμία λύση στο πρόβλημά τους αν δεν βρισκόταν ένας συνταξιούπος αξιωματικός του Ιππικού. Ένας από τους σωματοφύλακες του βασιλιά της Σπάρτης.
Ο Λίχας ήταν αξιωματικός του ιππικού, παρόλο που τότε η Σπάρτη δεν είχε ιππικό. Δεν είχε ιππικό, αλλά πέντε σωματοφύλακες του βασιλιά της Σπάρτης ονομάζονταν ιππείς και ήταν κοντά στο βασιλιά όπου κι αν ευρίσκεται ο αυτός για να τον προφυλάγουν από εχθρικές επιθέσεις και επιβουλές. Λίχας λεγόταν αυτός ο Αγαθοεργός Αγαθοεργή ήταν οι πέντε απόστρατοι αξιωματικοί του υπηκού οι οποίοι μετά την αποστρατεία τους οι οποίοι ήταν σε νεαρή ηλικία δεν ήταν πάνω από τριάντα ετών οι πέντε υπείς οι οποίοι προστάτευαν με τα σώματά τους τον βασιλιά της Σπάρτη.
Ένας λοιπόν από αυτούς τους αγαθοεργούς, τους αποστράπους αξιωματικούς του κυπικού, ο Λίχας, μετά την αποστρατεία του έμελε να είναι αυτός ο οποίος θα έβρισκε και θα έφευγε το λείψανο του Ορέστη πίσω στη Σπάρτη. Ο Λίχας βρισκόταν στην Τεγέα Όταν οι δύο πόλεις, η Σπάρκο και η Τεγέα Δεν βρισκόταν σε πόλεμο μεταξύ τους Αλλά είχαν συνάψει κάποια ειρήνη, πρόσφατη ειρήνη Εκεί λοιπόν εντυπωσιάστηκε πάρα πολύ αυτός ο αξιωματικός Με έναν δραγάτη Δραγάτης στην αρχαία Ελλάδα είναι αυτός ο οποίος χρησιμοποιεί την δράκα, δηλαδή την παλάμη.
Και δραγάτης στην αρχαία Σπάρκη ήταν ο χειρόνακτς, αυτός ο οποίος κάνει εργασίες με τα χέρια. Τέτοιους χειρόνακτες δεν θα έβρισκε κανείς στη Σπάρκη, διότι οι Σπαρτιάτες ασχολούνται μόνο με τα πολεμικά έργα και όχι με οποιοδήποτε είδους χειρονακτική εργασία ή το εμπόριο. Έτσι λοιπόν, εντυπωσιασμένος ο Λίγκας, βρισκόταν στο Σιδηρουργείο ενός τεγεάτη, τον οποίο παρακολουθούσε να χρησιμοποιεί τα εργαλεία του Και τότε κατάλαβε ότι ο χρησμός που πήρε ο βασιλιάς Αναξανδρίδης του Αριστίωνος έμενε να βγει αληθινός με τον ίδιο, ο οποίος έβλεπε το αμμώνι και τη σφύρα και τις φυσούνες του χρησμού.
Δηλαδή, βλέποντας τις δυο φυσούνες του σιδηρουργού, συμπέρανε ότι αυτές ήταν οι δύο άνεμοι του χρησμού. Δύο άνεμοι πνέουν δυνατοί που τους πιέζει η ανάγκη. Και χτύπος μαζί και αντίκτυπος ακούγεται. Η σφύρα και ο άχμων αποτελούσαν τον χτύπο και τον αντίκτυπο. Και κάποιος βρίσκει το κακό επάνω σε άλλο κακό επίσης Το σίδηρο που σφυροκοπιέται τον θεώρησε το κακό που βρίσκεται επάνω σε άλλο κακό Γιατί σκέφτηκε ως εξής Επειδή ο σίδηρος ανακαλύφθηκε για το κακό του ανθρώπου Όταν ο Λίχας λοιπόν έβγαλε αυτά τα συμπεράσματα Κατάλαβε ότι ο χρησμός βγήκε αληθινός Πήγε λοιπόν στη Σπάρτη και περιέγραψε αυτά τα οποία είδε με τα ίδια του τα μάτια Αλλά οι Σπαρτιάτες τον γελιοποίησαν τον Λίχα, τον πίστεψαν για τρελό και τον εξόρισαν από τη Σπάρτη ως διασπήροντα ψευδής ειδήση Ο Λίχας, ο Ηρώδοτος μας λέει ότι μπορεί επί τούτου να έγινε αυτό από τους Σπαρτιάτες είτε για να τον διώξουν και να έχει την ευκαιρία γιατί ήταν πάλι σε εμπόλεμη κατάσταση οι Σπαρτιάτες με τους Τεγιάτες να έχει λοιπόν την ευκαιρία να κάνει μια έρευνα
χωρίς να τον υποπτευθεί ο ΤΕΓΕΑ της Σιδηλουγός ή πραγματικά τον έδιωξαν αλλά σύμφωνα με θεϊκή παρέμβαση. Όταν επέστρεψε στην ΤΕΓΕΑ ο Λίχας τότε παρακολουθούσε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τον Σιδηλουγό ο οποίος του είπε «Καλά βρε παιδί μου, πού να σου πω και τι ενδιαφέρον υπάρχει στην αυλή μου ακόμη μεγαλύτερο θαύμα από αυτό που κάνουν τα χέρια μου τα οποία παρακολουθείς εσύ με τόσο ενδιαφέρον.
Όταν έσκαψα για να περικυκλώσω την αυλή μου γύρω από το σιδηροβιό μου ανακάλυψα έναν τάφο και μέτρησα τότε το σκελετό του ανθρώπου που βρισκόταν μέσα σε αυτόν τον τάφο και ήταν όσο και το φέρεθου Δηλαδή, επτά πύχη. Επτά πύχη με τον πύχη περίπου στα 0,45 εκατοστά. Ο σκελετός του νεκρού είχε το ίδιο μήκος, δηλαδή το ίδιο ύψος όταν ήταν ζωντανός.
Δηλαδή είχε ύψος 3,5 περίπου μέτρα. Και βρήκες τόσο ψηλό άνθρωπο, ρώτησε ο λίχας το σιδηλουό. Είναι πράγματι αλήθεια. Ναι, κι εγώ δεν πίστευα στα μάτια μου, είπε ο σιδηλουός. Πραγματικά άνοιξα το πύλινο φέρετρο, μέτρησα το νεκρό, ο οποίος ήταν ακριβώς του ίδιου μεγέθους, όπως και η πύλινη θήκη. και μετά σκέφτηκα να μην τρομάξω τους άλλους ανθρώπους στην Τεγέα γι' αυτό άνοιξα πάλι το λάκκο και τον ξαναέθαψα με πολύ χώμα στη βάζοντας από πάνω του.
Ο Λίχας τότε κατάλαβε ότι πράγματι με θεϊκή παρέμβαση βρέθηκε σε αυτόν τον τόπο και προσπάθησε να πείσει τον Τεγιάτη να του πουλήσει το οικόπεδό του. Αλλά αυτό εστάθη αδύνατο. Ο Λίχας έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να μείνει στην Τεγέα και ο συνδυουργός επειδή τον λυπήθηκε γιατί ήταν εξόριστος αυτή τη φορά από τη Σπάρτη, τον φιλοξένησε στο σπίτι.
Και ο μύθος λέει, συμφώνα με τον Ηρόδοπο, ότι ο Λίχας άνοιξε λαγούνι κάτω από το σπίτι του Σιδηλουμπού στην Τεγέα, έφτασε κάτω από τον τάφο, τον άνοιξε και πραγματικά βρήκε τα οστά του γίγαντα ορέστη, τα οποία έβαλε μέσα στις αποσκευές του και επέστρεψε στη Σπάρτη, όπου έκτοτε οι Σπαρτιάτες πάντα νικούσαν τους εχθρούς τους.
γιατί γύρισε ο γίγαντας τον οποίο ο χρησμός έλεγε ότι ήταν απαραίτητο να θαφτεί στην πατρώα του γη για να έχουν την εύνοια του Θεού Απόλλωνος και Σπαρτιάτη. Στην Αφρική η οποία ονομάζεται Λιβύη από τους αρχαίους Έλληνες Φτάνει ο Ηρακλής με μια καινούργια αποστολή από τον ξάδελφό του τον Ευριστέα. Η αποστολή του είναι να φέρει στην Ελλάδα τα χρυσά μήλα των εσπερίδων, τα οποία σύμφωνα με τους μύθους ήταν τα πορτοκάλια, η χρυσή καρπή της εσπερίες ή ευεσπερίες που σήμερα ονομάζεται βενγάζι της Λιβύης ή τα εύμυλα, δηλαδή τα μήλα των Εσπερίδων, δηλαδή τα πρόβατα του σημερινού μαρό.
Εκεί λοιπόν βρίσκεται ένας γίγαντας ο οποίος φυλάει τη χώρα. Ο γίγαντας σύμφωνα με το μύθο είναι ψηλός και φτάνει τον πατέρα του τον Άτλαντα ο οποίος είναι το βουνό στη βόρεια και δυτική Αφρική που έχει το όνομά του μέχρι και σήμερα και έχει αφήσει το όνομά του στην Ατλαντική χώρα απέναντι από τον ωκεανό που χωρίζει από την Αφρική ο Ατλαντικός ωκεανός που πήρε επίσης το όνομά του.
Ο Ηρακλής φτάνει στην χώρα των Ατλάντων, στην χώρα των γιγάντων όπου ο Αντέος, ο γιος του Άτλαντα, παίρνει τη δύναμή του από την μητέρα του την Γη Εκεί λοιπόν είναι ο Αντέος και φυλάγει την χώρα και σκοτώνει κάθε ξένο ο οποίος πάει να παραβγεί μαζί του Στην δύναμή του η οποία είναι απαράμεινα. Ο Αντέος σηκώνει ψηλά τους εχθρούς του και τους πνίγει γιατί είναι υπερδύναμος και πανύψηλος.
Και ο Ηρακλής πρέπει να παλέψει με αυτόν τον πανύψηλο γίγαντα αλλά νικά με τον εξής τρόπο. σηκώνει στα χέρια του ψηλά τον γίγαντα αυτός χάνει την επαφή του με την γη η γη δεν μπορεί να του δώσει δύναμη και ζωή και έτσι ο αντέος πνίγεται με τα χέρια κάτω και με το κεφάλι κάτω τα πόδια ψηλά αλλά χωρίς επαφή με την γη όπως μας δείχνουν αγαρματίδια στην Ανατολή, νικά ο Ηρακλής.
Και είναι αληθινή άραγε αυτή η ιστορία. Είναι αληθινή γιατί ο Πλούταρχος μας διασώζει την ιστορία αυτή να μας την περιγράφει ο στρατηγός των Ρωμαίων, υπαρκτό πρόσωπο στον πρώτο αιώνα μετά Χριστόν, ο Σερτόριος. Ο Σερτόριος κυρίευσε με πολιορκία την Τίνγκη, τη σημερινή Ταγκέρη, όπου είχε καταφύγει ο άσκαλος, ο βασιλιάς των Μαυρουσίων, με τα δυο του αδέλφια.
Εδώ διηγούνται οι Λίβοι ότι είναι θαμμένος ο Αντέος και τον τάφο του τον ανέσκαψε ο Σερτόριος, επειδή δεν πίστευε τους βαρβάρους για το μέγεθος του μνημείου. Όταν όμως βρήκε το σώμα που είχε 60 πύχες μήκος δηλαδή 27 μέτρα ύψος όταν ήταν όρθιος καθώς λένε ένιωσε κατάπληξη και αφού θυσίασε ένα σφάγιο γέμισε πάλι με πόμα το μνήμα και αύξησε την τιμή και την φήμη.
Οι τυγκίτες αναφέρουν το μύθο ότι όταν πέθανε ο Αντέος, η γυναίκα του η Τίνγκυ συνευρέθη με τον Ηρακλή και από τη συνεύρεσή τους γεννήθηκε ο Σόφακας που βασίλεψε στη χώρα και ίδρυσε μια πόλη με το ίδιο όνομα της μητέρας του, την Τίνγκυ, δηλαδή τη σημερινή Ταγκέρι του Μαρό. Αυτά λέει ο μύθος και η ιστορία για τους γίγαντες Και τώρα θα έρθουμε πιο κοντά μας Στον τελευταίο γίγαντα Ο οποίος έζησε στην Αθήνα Και ήταν ο Θησέας Ο γιος του Αιγαία Και εγγονός ο Σιδόνος Στα τελευταία χρόνια της ζωής του Ο Θησέας δεν τα πήγαινε καλά με τους Αθηναίους Κάποτε μάλιστα προσπάθησε να τους επιβληθεί με τα όπλα και να γίνει από βασιλιάς τους τύρανος αλλά δεν το κατόρθωσε τότε ο Θησέας καταράστηκε τους Αθηναίους στην Γαργαφία πηγή ή στον Γαργητό και έφυγε από την Αθήνα αφού έστειλε τους δύο γιους του στον Ελεφίνωρα, στον βασιλιά της Εύβοιας ο οποίος ήταν γιος του Χαλκόδοντος και την εποχή εκείνη, ως απλοί οπλίτες, οι δύο γη του Θησέα πήραν μέρος στον Τροϊκό πόλεμο μαζί με τους Χαλκιδείς.
Ο Θησέας κατέφυγε στα τελευταία χρόνια της ζωής του στα πατρογονικά του κτήματα στην Ίσο Σκύρο. Την εποχή εκείνη, στη Σκύρο βασίλευε ο βασιλιάς Λυπομίδης. Ο Λυκωμίδης ζήλεψε τη φήμη και τη δύναμη του Θησαία, γι' αυτό ο μύθος λέει ότι και τον σκότωσε. Ας δούμε όμως τα δύο βιβλία του Πλουτάρκου Πρώτον στους βίους παράλληλους των βίω του Θησέα και των βίω του Κίμωνος Και τους άλλους μύθους που αναφέρει ο Ηρόδοτος για το τι έγινε στο τέλος της ζωής του Θησέα Και πως αυτός κατέληξε να θαυτεί στην Ίσο Σκύδο Οι Αθηναίοι υποστηρίζουν ότι στη μάχη του Μαραθώνος είδαν τον ίδιο τον Θησέα να βρίσκεται μπροστά τους και να τους οδηγεί εναντίον των Περσών.
Ο Θησέας βρισκόταν μπροστά και οδηγούσε τους Αθηναίους, οι οποίοι προστατεύονταν από τον ουρανό και πάνω από τα κεφάλια τους, από τους Ολύμπιους Θεούς, τον αρχηγό των Ηρώων, τον Ηρακλή, από τον Απόλλωνα, την αδερφή του την Άρτεμη, την Θεά Αθηνά και την Ήρα και ακόμη τον ίδιο τον Δία, ο οποίος τους έδινε τις οδηγίες για το πώς να νικήσουν.
Το 476 λοιπόν π.Χ. αρκετά χρόνια μετά από τη μάχη του Μαραθώνος, οι Αθηναίοι θέλησαν να τιμήσουν τον ήρωά τους, τον οποίο είδαν η Μαραθωνομάχη, ζωντανό μπροστά τους να τους καθοδηγεί στη μίκη. Γι' αυτό και θέλησαν να επιστρέψουν τα οστά του πίσω στην Αρτική Ανέθεσαν λοιπόν το έργο αυτό, το οποίο ήταν πολύ δύσκολο, στον στρατηγό του, στον Κίμωνα Ο Κίμωνας πήγε στην Σκύρο, όπου την εποχή του Θησέα είχαν συμβεί τα εξής, σύμφωνα με τον Πλούταρ Ο Θησέας ζήτησε τα πατρογονικά του κτήματα στην Σκύρο και ο βασιλιάς Λυπομήδης ανέβηκε μαζί του ψηλά σε έναν λόγο που κατόπτευε της περιοχής για να του τα δείξει Τότε λέγεται ότι έσμπρωξε τον Θησέα και τον σκότωσε Άλλοι όμως υποστήριζαν ότι ο Θησέας παραπάτησε και έπεσε μόνος του γιατί όπως λένε συνήθιζε να κάνει ένα περίπατο μετά από το βραδινό δείπνο πριν την δύση του ηλίου και κάπου εκεί στο βουνό βρέθηκε κάτω από το πόδι του μία εχμηρή πέτρα η οποία τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να βρει φρικτό θάνατο.
Ο βασιλιάς Νικομήδης τον έθαψε στην ίσο Σκύρο Αλλά το 476 π.Χ. η νήσος Σκύρος βρίσκεται υπό ένα πολύ κακό πολιτιακό καθεστώς. Στην νήσο Σκύρο βρίσκονται δόλοπες. Οι δόλοπες ήταν πάρα πολύ φημισμένοι αρχαίοι Έλληνες πειρατές, τους οποίους δεν άρεζαν καθόλου οι αγροτικές εργασίες, Γι' αυτό περνούσαν τον περισσότερο καιρό τους με τη ληστεία των πλοίων.
Στην ακτή άναβαν φωτιές, οι οποίες προσήλκιαν τους ταξιδιώτες, οι οποίοι παρέπλεαν την ακτή. Έβαζαν τις γυναίκες τους οι δόλοπες να φωνάζουν ότι κινδυνεύουν. Οι παραπλέοντες ναυτικοί νόμιζαν ότι πράγματι κινδύνευαν αυτές και τα παιδιά τους Και πήγαιναν κοντά στην ακτή για να τους σώσουν Όμως στην ακτή τους περίμενε φρικτός θάνατος και λαϊλασία Έτσι ζούσαν οι δόλοποι Και έτσι έκαναν και ένα κακό το οποίο το πλήρωσαν με τη φυγή τους από την ίσο Σκύρ Κάποτε το παραπλέον πλοίο ανήκει σε Θησαλούς Οι Θησαλοί άκουσαν τις φωνές των γυναικών και των παιδιών των δολόπων Και σταμάτησαν για να τους βοηθήσουν Οι δόλοπες όμως τους λύστεψαν αλλά ευτυχώς δεν τους σκότωσαν Και κάποιος από αυτούς ο οποίος κατόρθωσε να βγει ζωντανός Έφτασε από την άλλη πλευρά του νησιού Και εκεί με σκυριανό καράβι έφτασε στους πυλαγόρες, δηλαδή στις θερμοπύλες, όπου τις πύλες, τις θερμές, προς τους Δελφούς, τις φύλαγε η αμφικτιονία των Ελλήνων.
Η ομάδα των Ελλήνων, η οποία είχε αναλάβει αιώνια να προστατεύει τον Θεό Απόλλωνα και το μαντείο τους στους Δελφούς. τότε η αφικτιονία αποφάσισε να τιμωρήσει τους δόλοπες να πληρώσουν για την καταστροφή την οποία είχαν κάνει και να επιστρέψουν ζωντανούς τους Θεσσαλούς πίσω στην πατρίδα τους όταν έφτασαν οι κήρυκες της αφικτιονίας έδωσαν την εντολή στους Κυριανούς οι οποίοι είπαν εμείς δεν φταίμε σε τίποτε, γιατί ήδη το νησί μας έχει καταληφθεί από τους δόλοπες και οι δόλοπες είναι αρμόδιοι για όλα τα κακοπαθήματα των Θεσσαλών και αυτοί θα πρέπει να πληρώσουν.
Οι δόλοπες αρνήθηκαν να πληρώσουν, έτσι ο Κίμωνας τους πολέμησε, τους ενίκησε και τους έδιωξε από το νησί της Κίμωνας. Τότε ο Κίμωνας με την ευκαιρία είχε σταλεί για να επιστρέψει πίσω στην Αττική φέρνοντας μαζί του και το λείψανο του Θησέα, του μεγάλου ήρωα και προπάτορα των Αθηναίων και των Ιώνων. Όμως οι Σκυριανοί είτε επειδή δεν ήξεραν, είτε επειδή ξέχασαν, είτε επειδή δεν ήθελαν, δεν έλεγαν που ήταν ο τάφος του Θησέα.
και ο Κίμωνας καθόταν μέσα στην τριήρη του αρόδο δηλαδή όχι μακριά από την ακτή περιμένοντας και προσευχόμενος για κάποιο θεϊκό σημάδι και τότε είδε έναν αητό ο οποίος κατέβηκε στην κορυφή ενός βουνού και άρχισε να ξύνει με τα νύχια του το σημείο του εδάφους όπου υπήρχε ένας μεγάλος βράχος Τότε ο Κίμωνας θεώρησε ότι αυτό το θεϊκό σημάδι ήταν εκείνο που θα του έδειχνε τον τάφο του Θησέα και πραγματικά ανέβηκε στο βουνό με τους Αθηναίους στρατιώτες της Τριήρεως και έκαναν την ανασκαφή τους όπου πράγματι ανακάλυψαν τον τελευταίο μεγάλο της Αθήνας.
Δεν μας λέει ακριβώς πόσο μεγάλος, αλλά μας λέει ότι ήταν πολύ μεγάλος ο σκελετός του Θησέα, ο Πλούταρκος. Ο Κίμωνας επέστρεψε στην Αθήνα και έγιναν μεγάλες γιορτές στην Αττική και έθαψαν σε έναν μεγάλο, σε έναν μεγαλοπρεπή ναό, τάφο, το λείψανο του Θησέα, στο λεγόμενο Θησίον. Οι γιορτές οι οποίες ετελούνται εκεί προς τιμήν του Θησέως, του προπάτορου των Αθηναίων, ονομαζόταν Πιανέψια και γιορτάζονταν από τις 8 του μηνός του Πιανεψιώνος, Όταν ο Θησέας επέστρεψε στην Αθήνα, μετά από την επιτυχή του διαμάχη με τον Μινώταυρο, τον οποίο σκότωσε στην Κρήτη, και γύρισε αφού είχε ξοδέψει όλα τα ιερία, τα ιερά ζώα, στον Θεό Απόλλωνα και δεν είχε τίποτε να φάει αυτός και το πλήρωμά του.
Ενώ το πλοίο του Θησαία, το οποίο έκτοτε ονομάστηκε Δηλιάς και ήταν ένα από τα τρία ιερά πλοία των Αθηναίων, μαζί με την Πάραλο και τη Σαλαμινία, Όταν το πλοίο αυτό προσάραξε σε ένα ερημονήσι τότε ο Εσχαρέας, ο Μάγειρος, έδωσε στον Θησέα τα όσπρια τα οποία είχε στο έρμα, δηλαδή στη σαβούρα, δηλαδή στην τάρα του καραβιού για να μην γέρνει το καράβι.
Το είχε γεμίσει με όσπρια ο Μάγιος και αυτά τα όσπρια ήταν ο απομηχανής θεός για τους Αθηναίους, γιατί τα έψησαν και κατόρθωσαν ζωντανοί αφού επισκέβασαν την Δηλιάδα να επιστρέψουν στην Αθήνα στις 8 του μηνός π.Π. Ο Θησέας στην Αθήνα ως εγγονός του Ποσειδώνος θεωρείται να έχει σχέση με τον αριθμό 8 που είναι ο θεϊκός αριθμός του Θεού προστάτη της θάλασσας του ωκεανού που περιγλεί ολόκληρο τον πλανήτη.
Και πράγματι ο Ποσειδώνας πανηγυρίζεται την Ογδόη Εκάστου Μηνός γιατί η Ογδοάς είναι πρώτος κύβος αρθίου αριθμού του 2, 2x2x2 ίσον 8, διπλάσιο του πρώτου τετραγώνου 2x2x4 γιατί 1x1 μας κάνει 1, έχει χαρακτήρα το μόνιμο και το αμετακίνητο, της δυνάμεως του Θεού, τον οποίο ονομάζουμε ασφάλειον και γέχιον, αυτόν που με ασφάλεια περικλεί και συνέχει τη γη.
Όταν ο Κίμωνας επέστρεψε στην Αττική, τότε θεωρήθηκε ιερή ημέρα της επιστροφής του και ιερή ημέρα της επιστροφής του Θησέα πίσω στην Αθήνα. Έτσι λοιπόν καθορίστηκαν τις ημέρες αυτές, τις τρεις μέρες, της τριημέρου ταφής, τα τρίμερα του Θησέα από την ταφή του στο Θησίον της Αθήνας να εορτάζονται με γιορτές αφιερωμένες και στον Στισέα και τον Θεό Διόνυσο.
Δηλαδή γιορτές οι οποίες έκλειναν με θεατρικές παραστάσεις, τις τραγωδίες, όπου ο Κίμωνας παρακολούθησε και την πρώτη αφού έκανε τη θυσία στο θυσίον, έφτασε στο ναό του Διονυσού ο οποίος ήταν παραπλέγος, δίπλα δηλαδή στην Ακρόπολη της Αθήνας το πρώτο θέατρο της Αττικής, το οποίο είναι και ίσως ο πρώτος θεατρικός χώρος του πλανήτη γη Εκεί λοιπόν διαγωνίζονταν τη μέρα εκείνη ο Σοφοκλής και ο Εσχύλος και επειδή δεν ήθελε κανένας από τους Αθηναίους να κληρωθεί για να δώσει δίκη, για να αποφασίσει ποιος ήταν καλύτερος από τους δύο.
Τότε ο Αφεψίων, ο οποίος ήταν ο επώνυμος άρχοντας της Αθήνας, έδωσε το δύσκολο έργο της κρίσης στον Κίμωνα και τους στρατηγούς του. Ο Κίμωνας ήταν αρχηγός των δέκα στρατηγών, των δέκα αθηναϊκών φυλών και αυτοί ανέλαβαν να δώσουν την κρίση τους, να αποφασίσουν ποιος ήταν καλύτερος από τους δύο, ο Σοφοκλής ή ο Εσχύλος. Τότε εκρίθη ο Σοφοκλής ο οποίος ήταν νεαρός στην ηλικία, καλύτερος του Εσχύλου και χολωμένος, θυμωμένος, πικραμένος ο Εσχύλος έφυγε από την Αθήνα και τέλειωσε τη ζωή του στην Σικελία όπου και τάφτει στην πόλη γέλα Έτσι λοιπόν επέστρεψε ένας γίγαντας στην πατρίδα του Ο γίγαντας της Σέας, ο οποίος ήταν μεγάλος Επέστρεψε στην Αττική, στο θυσίον που είναι ο τάφος του Κυρίες, κύριοι και παιδιά, χαίρετε Η εκπομπή μας αυτή επαναλαμβάνεται και στα κανάλια Ε το οποίο εκπέμπει από τη στερεά Ελλάδα με εμβέλεια την Ίσο Εύβοια και ολόκληρη την Πελοπόννησο και το κανάλι DCI το οποίο αναμεταδίδει το πρόγραμμά μας στο Στριμονικό ή στη Δράμα.
Ευχαριστούμε που μας παρακολουθήσατε.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα