Όσα Μύθια, Τόση Αλήθεια – Όμηρος: Ο ποιητής πίσω από τον μεγαλύτερο μύθο της αρχαιότητας
Όσα Μύθια, Τόση ΑλήθειαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ιλιάδα και Οδύσσεια: δύο έργα που διαμόρφωσαν όσο λίγα τη λογοτεχνία και τη συλλογική μνήμη του δυτικού κόσμου. Ποιος ήταν όμως ο Όμηρος; Η Ευγενία Κούκουρα εξερευνά όσα γνωρίζουμε —και όσα αγνοούμε— για τον μυστηριώδη ποιητή, την προφορική παράδοση από την οποία γεννήθηκαν τα ομηρικά έπη και το περίφημο «Ομηρικό Ζήτημα». Υπήρξε ένας συγκεκριμένος δημιουργός πίσω από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια; Πόση ιστορική μνήμη κρύβεται μέσα στους στίχους τους; Ένα ταξίδι στα σύνορα ανάμεσα στην ποίηση, την Ιστορία και τον μύθο.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Χαίρετε κυρίες και κύριοι και παιδιά. Σήμερα θα αεροδρομήσουμε. Δηλαδή θα γίνουμε υψηπετής και θα πετάξουμε ψηλά με τον Όμηρο, το Λουκιανό και τον Ήκαρο από την ελληνική μας πυθολογία. Ελάτε μαζί να βάλουμε φτερά. Η πτήση της σύρας από τον Όλημπο στη Λίμνη. Ο Μύρου Ηλιάδα Ξή Κύρα, οργά χυμάει Τα κρόκορφα του Ολύμπου παρατώντας Την Πιερία και την Πασίχαρη την Ημαθία διαβαίνει Και στον Σρακόν των Αλογάριδων τα χιονισμένα ηχήθη βουνά Κορφή κορφή Κι ουδέ άγγιζε τη γη με τα ποδάρια από τον Άθο απά στη θάλασσα περνάει την Κυματούσα φτάνει μετά στο κάστρο που όριζε ο θείος ο Θώας στη Λίμνο εκεί ανταμώνει με του θάνατου τον αδελφό τον ύπνο η θεά Ήρα θέλοντας να δώσει ευκαιρία στον Αχιλέα να του ζητηθεί να μπει μέσα στη μάχη και να συνεχίσει τον Τρωικό πόλεμο ολομένως γιατί ο αγαμέμνονας που έχει πάρει το γέρας το δώρο του πολέμου, το λάφυρό του η βρυσοπούλα, η βρυσιίδα η Ήρα θέλει να αναγκάσει τον Δία και τους άλλους θεούς να δουν νίκες των τρώων και να αναγκαστούν να στείλουν στο πεδίο
της μάχης και των αχιλέων και αυτό επειδή είναι αδύνατη μια νίκη των Τρώων στην παρούσα φάση του Τρωικού πολέμου η Ήρα αποφασίζει να κοιμήσει τον άνδρα της με τον Θεό ύπνο και στο μεταξύ διάστημα του ύπνου του να γίνει η αλλαγή στο πεδίο της μάχης Η Ήρα πετάει από τον Όλυμπο προς την Ίσολήμνο Περνώντας τις έφορες πεδιάδες της Πιερία, την Ημαθία, τη χώρα της Σάμου Περνώντας πάνω από τον Άθο, τον οποίο χαιρετά κατεβαίνει στη Λίμνη Ο Λουκιανός στις φανταστικές ιστορίες του τις οποίες ονομάζει αληθινές αλλά υποστηρίζει ότι αυτές είναι μόνο μέσα στη φαντασία του είναι άραγε κάνει και αυτός μια θύση ψηλά κάθετα πάνω στον ουρανό και ας τη δούμε πως μας την περιγράφει ξαφνικά τυφώνας τριφογύρισε το πλοίο και το σήκωσε 300 στάδια ψηλά, δηλαδή σημερινά 60 χιλιόμετρα.
Και δεν το κατέβασε μετά στη θάλασσα, παρά το κράταγε στο ύψος ο αέρας, που φουσκώνοντας τα πανιά το έσπρωχνε μπροστά. Επτά μερό νύχτα αεροδρομίζαμε. Τη μέρα δεν βλέπαμε τίποτα από εκεί, Αλλά μόλις γινόταν νύχτα φαίνονταν και άλλα πολλά νησιά, άλλα κοντά, άλλα μακρύτερα, άλλα μεγάλα και άλλα μικρότερα, στο χρώμα της φωτιάς.
Από κάτω διακρινόταν κάποια άλλη γη με πόλεις και ποτάμια που είχε και θάλασσες και δάση και βουνά. Ταυτινούν την καθημά σηκουμένη νικάζομαι. Αυτή λοιπόν νομίζαμε πως ήταν η δικιά μας γη Ο Λουκιανός με το καράβι του ανέβηκε ψηλά 60 χιλιόμετρα πάνω από τη γη Και από εκεί την έβλεπε τη νύχτα Δεν την έβλεπε τη μέρα γιατί μας λέει ότι ήταν βαθύ σκοτάδι Και έβλεπε τα βουνά, τις λίμνες και τις θάλασσες από ψηλά Ας δούμε πως είναι αυτό το ταξίδι του Λουκιανού με περισσότερες λεπτομέρειες Όλη η Ελλάδα όπως την έβλεπα τότε από ψηλά είχε μέγεθος 4 δάχτυ Αντίστοιχα υποθέτω ότι η Αττική πολλοστιμόριον είναι Δηλαδή ήταν ένα ελάχιστο κομματάκι Σκεπτόμουν λοιπόν για πόσο ασήμαντο πράγμα υπερηφανεύονταν εκείνοι οι πλούσιοι Γιατί και αυτός που είχε τις πιο μεγάλες εκτάσεις Εμένα μου φαινόταν που σκαλλιεργούσε μίαν των επικουρίων ατόμων Ένα από τα άτομα των επικουρίων Ρίχνοντας μια ματιά στην Πελοπόννησο Και ύστερα κοιτάζοντας τη χώρα της Κινουρίας θυμήθηκα πόσοι αργίτες και Σπαρτιάτες σκοτώθηκαν μέσα σε μια μέρα για ένα κομματάκι γης
που δεν ήταν μεγαλύτερο από μια Αιγυπτιακή φακή Αλλά κι αν έβλεπα κάποιον να υπερηφανεύεται επειδή είχε 8 δακτυλίδια και 4 χρυσά κύπελα θα γελούσα πολύ μαζί του γιατί ολόκληρο το παγκαίο με τα μεταλλεία του Είχε το μέγεθος ενός σπόρου από κεχρή. Και αφού αεροδρομήσαμε με τον Όμηρο, με την Ήρα η οποία πέταξε από τον Όλυμβλου προς τη Λίμνο και τον Λουκιανό ο οποίος πέταξε με το σκάφος του ψηλά και κάθετα πάνω από τη γη 60 χιλιόμετρα και είδε την Ελλάδα πάρα πολύ μικρή, σαν το άτομο των επικουρίων, δηλαδή την μικρότερη μονάδα ύλης σύμφωνα με τους επικούριους, ας προσγειωθούμε μετά το πέταγμα.
Και την προσγείωση μας την περιγράφει πάλι ο Όμιρος και η Λυλιάδη. Η Θεά Ήρα πήρε από τη λίμνο σαν βοηθό της τον ύπνο. Τον θεώρησε τον καταλληλότερο για να κοιμήσει τον Δία, τον πατέρα των θεών και σύζυγό της, για να μην δει την ήττα των αχαιών, να ξυπνήσει και να δει ότι νικούσαν οι τρώες και να αναγκαστεί να δώσει την άδεια, να ζητήσουν από τον Αχιλέα να πολεμήσει, να μπει δηλαδή στο πεδίο της μάχης.
Πετώντας μαζί με τον ύπνο, η Ήρα φτάνει στην Ήδη, το ψηλό βουνό της Τροίας και εκεί προσγειώνεται. Ας δούμε πώς περιγράφει την προσγείωση αυτή ο Όμηρος. Αφήκαν τις λίμνες και τις σύμπρος φεύγοντας το κάστρο Και κινήσαν σε καταχνιά κρυμμένοι Γρήγορα το δρόμο να τελέψουν Φτάνουν στην είδα την πολύπηγη των αγριμιών τιμάνα Και στο λεχτό τη θάλασσα άφησαν και στη στεριά πατήσαν και σιούνταν οι κορφές ως όδευαν των δένδρων κάτω θέτους.
Όταν ο Λουτιανός έφτασε σε άλλα αστέρια, σε άλλη γη, όπως μας περιγράφει στις αληθινές, που είναι ίσως φανταστικές, ιστορίες, το ρώτησαν πόσο δρόμο αεροδρομήσατε για να φτάσετε μέχρι εδώ και ρωτούν λοιπόν στα άλλα αστέρια οι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί. Ο δέθεας άμενος και από τη στολή συγκάσας έφυγε. Αυτός μόλις μας είδε, μας κατάλαβε από τη φορεσιά μας και είπε Έλληνες άρα, ώστε είστε Έλληνες.
Γιατί οι Έλληνες, σύμφωνα με το μύθο, έφτασαν ψηλά και σε άλλους ουρανούς και σε άλλα στέγματα. Πώς κατασκευάζονται τα αερόπλαια των Ελλήνων, έχουμε μία περιγραφή από τον Όμηρο στην Οδύση. Ο Οδυσσέας καραβοτσακισμένος βρίσκεται στο νησί των Φεάκων, μακριά στη Δύση, εκεί που δεν έχουν γείτονες οι Φεάκες, όπως του λέει ναυσικά η οποία τον ανακαλύπτει γυμνό, ταλέμπορο, πεινασμένο.
Εμείς δεν έχουμε γείτονες. Ποιος είσαι? Πώς έφτασες εδώ? Έφτασες άραγε για να κάνεις εμπόριο? Πού είναι η πραγμάτια σου? Έφτασες μήπως για πειρατεία? Πού είναι οι στρατιώτες σου? Πού είναι οι πειρατές σου? Και ο Οδυσσέας φτάνει μαζί της μέσα στην πόλη, την οποία βλέπουν από μακριά και η ναυσικά κάνει την περιγραφή των όσων πρόκειται να δουν μαζί σε λίγο διασχίζοντας την πόλη του Αλκίνου του πατέρα του, που είναι βασιλιάς των Φεάκων, μιας ναυτιτής δύναμης η οποία χρησιμοποιεί μαγικά αυτόματα αερό.
Την πόλη την περιβάλλουν τείχη με πύργους και έχει μπροστά της όμορφο διπλό λιμάνι σε κάθε γύρισμα του κάστος. Εκεί βρίσκουν το καταφύγιο τους τα ευέλικτα καράβια μου. Όλα και το καθένα με τη σειρά του Εδώ θα δεις την αγορά Δίπλα στον ωραίο βωμό του Ποσειδόνου Η αγορά είναι χτισμένη με κομμένες πέτρες Χωστές στη γη Εκεί οι ναυτικοί μας φτιάχνουν ξάρτια για τα μελανά μας σκάφη Πονδρά σκοινιά Βανιά Και ξύνουν τα κουπιά γιατί να ξέρει πως στους φέακες δεν τους ενδιαφέρει το τόξο και η φαρέτρα αλλά το πως να ζυγίζονται σωστά τα καπάρκια και τα κουπιά των καραβιών Με αυτά περνούν και χαίρονται την αφρισμένη θάλασσα Τα καράβια των φεάκων γίνονται στα νεόρια ή στους νεόσικους δηλαδή στα λιμάνια που είναι δύο στην χώρα των φεάκων βρίσκονται στις δυο πλευρές της πόλος και εκεί τα καράβια βρίσκονται ελιμενισμένα χωριστά το καθένα και όλα μαζί σε ένα μεγάλο λιμάνι.
Εκεί η ναυτικά λέει στον Οδυσσέα ότι ελιμενίζονται το καθένα χωριστά και όλα μαζί. Και οι ναυτικοί ενδιαφέρονται περισσότερο για το πώς θα αναπηγήσουν τα καράβια των φεάκων παρά για το πώς θα ασκηθούν στην τοξοβολία ή στην ρήψη του αποντίου. Τα καράβια των φεάκων είναι μελανά, δηλαδή μαύρα στο εξωτερικό, γιατί είναι καλυμμένα με πίσα η οποία γινόταν με ξυλοκάρμι για να γίνονται ανθιγρά να μην μπαίνει το νερό μέσα από το ρητινούχο ξύλο από το οποίο γίνονταν αυτά τα καράβια.
Οι δυνατότητες τους όμως είναι μαγικές όπως περιγράφει αργότερα στην οντήσια ο Όμιος. Φανέρωσε τη χώρα σου, το λαό και την πόλη για να σε ταξιδέψουν προς τα εκεί τα πλοία με τους δικούς τους λογισμούς Γιατί εμείς οι φαιάκες δεν έχουμε καπετάνιους και δεν μας χρειάζονται ούτε τα πιδάλια όπως συμβαίνει με τα καράβια των άλλων Μόνα τους τα πλεούμενά μας ξέρουν τι λογαριάζουν και τι σκέπτονται οι άνθρωποι που ταξιδεύουν Γνωρίζουν τις πόλεις και τα έφορα φωράφια και έτσι ταχύτατα περνούν το άγριο κύμα της θάλασσας μες στην ομίχλη σκεπασμένα με νεφέλη και ούτε ποτέ κινδυνεύουν να πάθουν κάποια βλάβη ή να βουλιάξουν Τα καράβια των Θεάπων σύμφωνα με τον Αλκίνο τον βασιλιά της μακρινής αυτής Για τα όπλα του Απόλλων ο φιλόστρατος μας λέει ότι ήταν τρίποδα.
Βγήκαν από μόνοι τους τέσσερις τρίποδες. Τρίποδες μεν εξεπορεύθησαν πυθικοί τέταρες αυτόματι. Βγήκαν τέσσερις αυτόματι τρίποδες. Τρίποδες λοιπόν σύμφωνα με τον Φιλόστρατο είναι τα μαγικά όπλα τα οποία είναι κρυμμένα κάτω από το ναό του Απόλλωνο στους Δελφούς και είναι αυτά τα οποία βγαίνουν από τη γη για να τρομάξουν και να σκοτώσουν τους Πέρσες οι οποίοι έχουν φτάσει στους Δελφούς για να πάρουν για τον ξέρξη αυτά τα οποία τους έχει προϋπολογήσει γιατί γνώριζε το μαντείο των Δελφών καλύτερα από το σπίτι.
Με αυτά όμως τα τρυπόδια, με αυτούς τους αυτόματους τρύποδες ξεπίδησαν από τη γη για να προστατεύσουν το μαντείο των Δελφών και έσώθη ο θησαυρός του Απόλλωνα. Οι τρύποδες αναφέρονται και στον μεγάλο πλούτο που μπορεί να έχει κάποιος στον πλανήτη γη. Τα πλούσια πράγματα τα οποία μπορεί να απολαύσει κάποιος και να αισθανθεί ότι είναι θεός, είναι τα εξής σύμφωνα με τον φιλόστροφ.
Να σου στρώσει κάποιος άρθι για να κοιμηθείς. Άρθι για να κοιμηθεί έστρωσε ο Δίας την Ήρα όταν με τα μαγικά φίλτρα της Αφροδίτης το στιθοπάνι ένα εσώργο το οποίο φορούσε πάνω στο στήθος της η Θεά Αφροδίτη Μόσχο μυρωδάτο το οποίο φόρεσε και η Ήρα λέγοντας ότι το παίρνει από την Αφροδίτη για να το πάει στη μητέρα της την Ιθή η οποία είχε καιρό να κοιμηθεί με τον άνδρα της στον κερνό το χρησιμοποίησε μαγικά για τον εαυτό της, για να προσελκύσει με αυτό τον Δία.
Και ο Δίας τις τρώνει άρχι για να κοιμηθούν πάνω στην Ήδη, πάνω από την Τροία, όπου κρυμμένοι θα κοιμηθούν μαζί, σε έναν ύπνο γλυκό, μαγικό και αξύπνικο, για να δώσει η Ήρα την Ήκη στους τροές και να αναγκάσει τους Αχαιούς να παρακαλέσουν τον Αχιλέα να μπει στο πεδίο της μάχης πάλι. Αυτά είπε ο Δίας και τη γυναίκα του στην αγκαλιά του Πέρνη.
Κι η γης η θεία χορτάρει νιόβλα στο φυτρόνι κάτω θέτου. Σαφράνια και τριφύλια ολόδροσαν και κρίνους και ζουμούλια. Το νέκτα είναι το θεϊκό ποτό το οποίο εφραίνει τους θεούς Αλλά καμιά φορά το δίνουν και σε εθνητούς, σε ήρωες ή ημίθεους οι θεοί Για να τους κάνουν κι αυτούς δυνατούς μεγάλους Για να τους δώσουν και θεϊκή δύναμη Ο Δίας στην Αθηνά για τον Αχιλέα Μον τρέχα στάλαξέ του αθάνατο κρασί στα στήθια μέσα και θεϊκιά θροφή πανέμνοστη να μην τον κόψει η πείνα.
και οι θεοί θα σου φέρουν φτερά όποτε θέλεις. Οι θεοί έριξαν φτερά κούπουλα και έχτισαν έναν ναό φωλιά στον οποίο φώλιασε ο Θεός Απόλλωνος όταν κατέβηκε στους Δελφούς. Από Μέλλη και Κερίθρα Έγινε ο ναός στον οποίο φτεράκι και πούπουλα ήταν το οικοδομικό υλικό Το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή αυτού του θελθούν νεού Κάποτε ο Θεός κατοίκησε σε σπίτι φτωχικό στη γη Και για χάρη του χτίστηκε μικρό παλάτι στο οποίο όπως λένε οι μέλησες συνέβαλαν με το κερί τους και τα πουλιά με τα φτεράκια.
Η τροφή του διός στην είδη της Κρήτη είναι το μέλι και το γάλα που δίνει η Αμάλθια και η Κενταβρίνα όπως περιγράφεται σε ένα ψηφιδωτό της πέλδας. Αυτή είναι η θεϊκή τροφή που φέρνουν στον Δία όλες οι υπάρξεις του πλανήτη για να τον αναπτύξουν μακριά από τον χρόνο των πατέρων για να τον σώσουν από αυτόν που έφαγε τα υπόλοιπα παιδιά του.
Μέλι και γάλα μίσγουσε οι νύμφες και της εγός της ονομαζομένης αμαλθίας των μαστών εις διατροφή παρήχοντα. Και το τελευταίο και κυριότερο, στο οποίο αναφέρεται ο φιλόστρατος, δηλαδή τα μαγικά τρυπόδια, τα αυτόματα τρυποδικά τραπεζάκια του ηφέστου, στα οποία γίνεται αυτόματο το σερβίρισμα της θεϊκής τροφής. Εκεί σερβίρεται η αυρωσία και τον έκτα.
Θα σου φέρει τρύποδες όταν πίνεις και θρόνους χρυσούς και δεν θα αποπιάσεις για τίποτα αφού όλα θα σου έρχονται αυτόματο Ομήρου Ηλιάδα Σίγμα 376-377 μες των θεών μοναχοσάλευτα αυτόματα τη σύναξη να μπαίνουν και όταν τελειώνουν το σερβίρισμα να γυρίζουν πίσω στα ανάκτορα και στα εργαστήρια για να κορδίζουν ίσως τις μπαταρίες τα αυτόματα τριπόρια και πίσω να γυρνούν στο σπίτι του που να σας στίζει ο νους σου όταν έφτασε στο παλάτι του Ιφέστο η θέτηδα είδε τον Ιφέστο πολύ κουρασμένο αυτός όμως θέλησε να την φιλοξενήσει αυτό και παράτησε τη δουλειά του σκούπισε τον έτοχό του και πρόσταξε τις βάγες του Δηλαδή τις γυναίκες που δούλευαν για αυτόν να τον διευκολύνουν να γυρίσει πίσω στο παλάτι του για την υπόλοιπη φιλοξενία και το δίπο.
Οι βάγες του υφές του ήταν τρεις. Τρεις χρυσές κοπέλες, οι οποίες είχαν μάτια που έβλεπαν, είχαν χέρια που τα πουνούσαν σαν τα ανθρώπινα είχαν φορέματα γυναικεία και έμειναζαν καθόλου με ανθρώπινες υπάρξεις ο Ήφιστος κουρασμένος από την κατασκευή των τριπόδων των 12 τραπεζιών που αυτόματα θα εξυπηρετούν τους Ολύμπιους Θεούς βλέπει την θεά θέτηδα η οποία φτάνει για να τον παρακαλέσει και δεν θέλει να την ακούσει μέσα στο εργαστήριό του παρά να την φιλοξενήσει καθώς πρέπει μέσα στο παλάτι και αυτό σκουπίζει το πρόσωπό του από τον υδρότα του σκουπίζει το τριχωτό του στήθος όπως μας λέει ο Όμηρος και χτυπά τα χέρια του να έρθουν οι δυο χρυσές τουβάλιες οι οποίες θα τον οδηγήσουν σαν τα δεκανίκια του, μιας και είναι χωλός, δίφαιστος, κουτσός, μέσα στο παλάτι του όπου θα γίνει η φιλοξενία με θεϊκό τρόπο για την λυπημένη θέτη.
Οι βάγες του Ιφέστου είναι δυο κοπέλες, ολόχρυσες, οι οποίες καθόλου μοιάζουν με ανθρώπινες υπάρξεις. Πουνούν τα μάτια τους, τα χέρια τους και οι θεοί τους έχουν δώσει ψυχή και λαλιά για να μοιάζουν τελείως με ζωντανές ανθρώπινες υπάρξεις. Και τρέχουν δίπλα του και αναβαστούν το ρήγα. Χρυσές δυο βάγες. Απαράλλαχτες με ζωντανές κοπέλες.
Ξυπνάδα και μηλιά και δύναμη τα έχουν κι αυτές. Κι ακόμα οι ασάνατοι θεοί τους έμαθαν πάσα γυναικεία τέχνη. Και τώρα αναβαστούν πρόθυμα το ρήγα τους. και εκείνος στη θέτη πλάι με κόπο κάθεται, πάσε θρονία στροβόλου. Για τα χρυσά αυτά τρυπόδια, για τους χρυσούς αυτούς τρύποδες, έχουμε ακόμα μία περιγραφή από τον Φιλόστρατο, ο οποίος μας λέει ότι ο ύφεστος τους τρύποδες του έδωσε πνοή, δίνοντας πνοή στο υλικό με το οποίο κατασκεύασε τους τρύποδες, δηλαδή στο χρυσάφι.
Των χρυσών έμπνουν επίοι. Για τις χρυσές βάγες, τις χρυσές δούλες του ηφέστου, ο Όμηρος αναφέρει ότι είναι δυνατές, ότι μοιάζουν με κοπέλες, αλλά ότι δεν έχουν ψυχή. Καθόλου τα άλλα μοιάζουν με γυναικείες υπάρξεις, με ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά δεν έχουν ψυχή. Όμως ο χρυσός τόσο καλά δουλεύτηκε από τον ύφεστο που ήταν σαν να τους έβαλε ψυχή μέσα στο υλικό της κατασκευής τους Ο ύφεστος έφτιαξε τις χρυσές δούλες και των χρυσών έμπνουν επί και έδωσε πνοής στο χρυσάφι Άλλες θεϊκές κατασκευές του υφές του είναι ο χρυσός θρόνος τον οποίο κατασκεύασε για τη μητέρα του τη θεά Ήρα Αυτός ο χρυσός θρόνος ήταν με μαγικά χερούλια τα οποία έδαιναν γύρω από τα χέρια αυτού ή αυτής που καθόταν στο θρόνο Ο μαγικός θρόνος, ο μύθος λέει ότι κατασκευάστηκε από τον ύφεστο για να τιμωρήσει τη μητέρα, η οποία στεναχωρεμένη που γέννησε ένα πολλό παιδί, ένα παιδί γενετής, τραυματισμένος στα πόδια που ήταν ατροφικά.
Το πέταξε από τον Όλυμπο για να το εξαφανίσει Ο ύφεστος όμως επέζησε και όταν επέστρεψε στον Όλυμπο Κατασκεύασε στη μητέρα του ένα θρόνο με άλυτα δεσμά στα χερούλια του Λέγεται ότι αργότερα τον θρόνο αυτό ή κάποιον παρόμοιον δώρησε ο ύφεστος στον βασιλιά Μίδα που σε αυτόν καθόταν για να δώσει χρησμούς στο λαό του γιατί ήταν μαγικός αυτός ο θρόνος που τον ενέπνε για να δικάσει σωστά τις υποθέσεις οι οποίες έφταναν για να εκδικαστούν από τον μεγάλο δικαστή των Βρυγών στην Βρυγία, δηλαδή στην Βέρεια της Συμμαθίας και αργότερα των Φρυγών με τη μετανάστευση του Βρύγαν βασιλιά.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα