Όσα Μύθια, Τόση Αλήθεια – Λούκιος Απουλήιος: Μαγεία, μυστήρια και ο Χρυσός Όνος
Όσα Μύθια, Τόση ΑλήθειαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Φιλόσοφος, ρήτορας, συγγραφέας και ένας άνθρωπος που κατηγορήθηκε ακόμη και για μαγεία. Ο Λούκιος Απουλήιος αποτελεί μία από τις πιο αινιγματικές προσωπικότητες της ρωμαϊκής εποχής. Η Ευγενία Κούκουρα εξερευνά τη ζωή και το έργο του δημιουργού των «Μεταμορφώσεων» ή «Χρυσού Όνου», τη σχέση του με τη φιλοσοφία και τις μυστηριακές λατρείες, αλλά και τον περίφημο μύθο του Έρωτα και της Ψυχής. Πού συναντώνται η πραγματική ζωή, η λογοτεχνία, η μαγεία και ο μύθος;
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Τον δεύτερο αιώνα μετά Χριστόν, ο Λούκιος Σαπούλιος συγκέντρωσε τους ελληνικούς μύθους και παραδόσεις στο έργο του «Χρυσός Όνος». Στο διήγημα του αφηγείται την ζωή της ψυχής και του έρωτα. Της ψυχής μιας πριγκίπισσας από ένα βασίλειο ονομαστό και πλούσιο της Μικράς Ασίας και του έρωτα του γιού της Αφροδίτης. Ας δούμε λοιπόν πώς είναι ο μύθος ο οποίος ενέπνευσε τον Σέξπιρ για τα έργα του «Η ωραία κοιμωμένη», «Η πεντάμορφη και το τέρας» και το λαϊκό παραμύθι της Ευρώπης «Η σταχτομπούτα».
Οι παιδιά της Ανάκτης είναι οι παιδιά της Ανάκτης. Η μητέρα της επίσης βασιλεύουν σε ένα πλούσιο βασίλειο και αποκτούν μια ευτυχισμένη οικογένεια η οποία αποτελείται από τρεις πανέμορφες κόρες. Η πιο όμορφη από όλες είναι η ψυχή. Οι δύο εδελφές της έχουν επίσης σπάνια ομορφιά αλλά δεν είναι τόσο καταπληκτικής ομορφιάς όσο η ψυχή.
η οποία δυστυχώς από τη μεγάλη της ομορφιά δυστυχεί στη ζωή της. Οι αδερφές της παντρεύονται νωρίς, δύο βασιλείς από γειτονικά βασίλεια και πηγαίνουν και εγκαθίστανται στα βασίλεια αυτά των συζύγων τους και ζουν όπως λένε ευτυχισμένα. Η ψυχή όμως έχει τέτοια ομορφιά που κανείς δεν μπορεί να την αγγίξει Κανείς δεν τολμά να αγγίξει την ψυχή Η ψυχή είναι δυστυχισμένη Λατρεύεται από τους ντόπιους και από άνδρες που σηραίουν από όλα τα πέρατα της χώρας σαν θεά στέκεται έξω από το παλάτι της και οι άνδρες φέρνουν και ρίχνουν στα πόδια της δώρα από όλη τη χώρα άνθη, φυτά, αρώματα όμως αυτή είναι δυστυχής γιατί κανένας άνδρας δεν τολμά να την δει σαν γυναίκα παρά μόνο σαν ένα είδωλο σαν κάτι άπιαστο, κάτι το φανταστικό, κάτι το θεϊκό που δεν πρέπει να αγγίξει.
Ο πατέρας και η μητέρα της βλέπουν τη δυστυχισμένη από τη μεγάλη της ομορφιά ψυχή και πηγαίνουν στο κοντινό μαντείο του Θεού Απόλλωνα και ζητούν χρησμό για το μέλλον της κόρης τους της ψυχής. και ο Απόλλωνας απαντά ότι αυτή η ανθρώπινη αλλά θεϊκή ομορφιά της ψυχής δεν είναι για κάποιον άνθρωπο θνητό αλλά για ένα τέρας.
Η γορέα κόρη θα πρέπει να εκτεθεί από τους γονείς της σε ένα απόμακρο βράχο και εκεί θα έρθει να την πάρει ένα φίδι, ένας δράκος, ένα τέρας που θα την κάνει δική του. Οι γονείς κλαίνε για την ψυχή σαν να την έχουν χάσει, σαν να έχει πεθάνει. Τα θυμιάματα που έκαιγαν πάνω στον βωμό της σαν να ήταν θεά, έχουν κάνει ένα μεγάλο κακό στην ψυχή από την Θεά Αφροδίτη που ζήλεψε την πανωρέα, την πανέμορφη ψυχή και στέλνει το γιο της να της κάνει το μεγαλύτερο κακό.
«Γέ μου», της λέει, Μια θυμητή τόλμησε να παραβγεί στην ομορφιά μαζί μου. Θέλω να της κάνεις το μεγαλύτερο κακό. Να την δώσεις σε έναν άνδρα ο οποίος να είναι ο κατώτερος που υπάρχει στους γήινους. Αυτός της αξίζει μιας και τόλμησε να παραβγεί την θεϊκή μου ομορφιά. Ο έρωτας φεύγει από τη μητέρα του την Αφροδίτη και υπόσχεται να εκδικηθεί την ομορφιά της ψυχής Οι γονείς της ψυχής ετοιμάζουν την νεκρική πομπή Ζωντανή και όχι σεφέρετρο προηγείται η ψυχή Οι γονείς της, οι αδελφές της, οι συγγενείς της με λαμπάδες Της συνοδεύουν με λευκά ρούχα όχι για νύφη ενός γαμπρού αλλά για νύφη του θανάτου Και την οδηγούν σε έναν απόμακρο βράχο και εκεί την εκθέτουν για να την βρει και να την κάνει δική του ένα τέρας Ένα τέρας που όπως είπε ο Χρισμός καταστρέφει τους ανθρώπους, τους κάνει δικούς του και τους κάνει ό,τι θέλει.
Ψυχή μετά από λίγες ώρες βλέπει να απομακρύνονται οι γονείς της, οι αδελφές της, ο λαός της χώρας της που τη συνόδευσε στην τελευταία της κατοικία. Μόνη η ψυχή πάνω στο βράχο κλαίει, κλαίει, κλαίει Και αποκοιμνιέται μέσα στο δροσερό αεράκι της νύχτας Και τότε νιώθει τον ζέφυρο, τον άνεμο να πλησιάζει Να την αγκαλιάζει με τις φτερούγες του και να την παίρνει ψηλά, ψηλά στον ουρανό Όταν ξύπνησε με το φως του ήλιου Η ψυχή βρέθηκε σε έναν κήπο Έναν κήπο που όλα τα δένδρα και όλα τα φυτά Που θα μπορούσε να δει κανείς στη γη Φύτρωναν εκεί και μοσχοβολούσαν Ξαπλωμένη πάνω σε αυτόν τον πανέμορφο κήπο η ψυχή κοιτάζει μπροστά της ένα λαμπερό παλάτι.
Σηκώνεται και βαδίζει σιγά σιγά προς το θεϊκό παλάτι όπου μέσα του τα πετράδια, το χρυσάφι, το ασίμι λάμπουν, ακτινοβολούν. Η ψυχή δεν βλέπει ψυχή γύρω της Είναι μόνη της Πεινάει Και μόλις η σκέψη της πηγαίνει σε φαγητό Τότε φαγητά στολίζουν τραπέζια Τα οποία μαγικά εμφανίζονται μπροστά της Και όταν θέλει να ακούσει κάποια φωνή τότε γλυκές μελωδίες ακούγονται από τους στίχους.
Και όταν θέλει να πλύνει τα χέρια της μοίρα εμφανίζονται μπροστά της και χύνονται μέσα στα χέρια της για να τα δροσίσει και να τα καθαρίσει. Και όταν κουρασμένη από αυτή την ομορφιά θέλει να ξαπλώσει τότε ένα αεράκι την οδηγεί στο μπάνιο όπου παίρνει το μπάνιο της σε μυρωδάτα νερά τα οποία σαν δροσοσταλίδες βγαίνουν από τους τοίχους και από την οροφή του λουτρού και καθαρή με ρούχα μαγικά που στολίζουν το κορμί της ξαπλώνει στο κρεβάτι ένα πανέμορφο κρεβάτι νηφικό Η ψυχή είναι έτοιμη σχεδόν να κοιμηθεί όταν αισθάνεται δίπλα της ένα κορμί που την πλησιάζει και την κάνει δική του Η ψυχή δεν βλέπει τον άντρα που κοιμήθηκε μαζί της Το πρωί μόλις θα ανοίξει τα μάτια της, ο σύζυγος θα έχει γίνει άφαντος.
Αυτό συνεχίζεται για πολλές νύχτες. Η ψυχή όλη τη μέρα μιλά και δίνει εντολές στις αγόρατες φωνές που της φέρνουν φαγητό, που τη λούζουν στο μπάνιο της, που την οδηγούν στους ωραίους κήπους όπου κελαηδούν τα πουλιά μόνο για αυτήν και το βράδυ κοιμάται με τον άγνωστο σύζυγο της. Ο καιρός περνά. Και η πανέμορφη ψυχή αρχίζει να νοσταλγεί τους γονείς της και τις αδερφές της.
Λέει λοιπόν στο σύζυγό της ένα βράνι Σύζυγέ μου ωραία, πλούσια περνώ μαζί σου Αλλά αποθύμισα τους γονείς μου, τις αδελφές μου Ζούνε άραγε, με θυμούνται Θυμούνται την αδελφή τους στην ψυχή Οι αδελφές μου στα βασίλειά τους έχουν άραγε παιδιά Ο σύζυγος όμως ταρακουνιέται και της λέει Όχι ψυχή μου, όχι αγάπη μου, μη ζητήσεις να δεις τις αδελφές σου Μη ζητήσεις να δεις αυτές τις γυναίκες γιατί θα σου κάνουν κακό Η ψυχή δεν μπορεί να καταλάβει ποιο θα είναι το κακό που την περιμένει Γι' αυτό επιμένει Και ο σύζυγός της, της λέει Ψυχή μου, θα σου κάνω τη χάρη Θα φέρω τις αδελφές σου να σε δουν Αλλά σε παρακαλώ, μην υποκύψεις Στα ερωτήματα τους Και μη ζητήσεις ποτέ να δεις τη μορφή μου Γιατί αυτές θα ζητήσουν να μάθουν πώς είμαι Πώς είναι η μορφή μου την οποία δεν γνωρίζεις, μιας και κοιμάμαι μαζί σου τις νύχτες χωρίς να βλέπεις το πρόσωπό μου.
Η ψυχή υπόσχεται στον σύζυγό της ότι θα κάνει αυτό που της έχει ζητήσει, δηλαδή να μην υποκύψει στα ερωτήματα των αδερφών της. και ο Ζέφυρος καλεί τις αδελφές και τις φέρνει με τα ανοιχτά πτερά του στην ψυχή για να δουν την αδελφή τους. Οι δύο αδελφές αφού προφασίστηκαν ότι έπρεπε να δουν τους γονείς τους οδηγήθηκαν στο βράχο όπου ο Ζέφυρος τις περίμενε και ο Ζέφυρος μαγικά με το πέταγμά του τις έφερε στο παλάτι της ψυχής.
Εκεί οι αδελφές μαγεμένες λούστηκαν μαζί της, έφαγαν μαζί της, είδαν τα χρυσά και τα ασημένια σκεύη, το πανέμορφο παλάτι και ζήλεψαν. Ψυχή μου της λένε Τι ωραία περνάς εδώ Και πως άραγε είναι αυτός ο σύζυγος Που σου προσφέρει αυτόν τον μεγάλο πλούτο Η ψυχή τότε θυμήθηκε τα λόγια του άντρα της Και θυμήθηκε ένα από τα παλικάρια Που υπήρχαν στο παλάτι του πατέρα της Και τον περιέγραψε σαν σύζυγό της Ο σύζυγός μου είναι ξανθός Έχει μακριά μαλλιά και νιάδα και μουστάκι Είναι κυνηγός Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ένα μακρινό δάσος της χώρας μας Και εκεί με τους ανθρώπους του βρίσκεται σε κυνήγι Γι' αυτό δεν θα το δείτε όσο καιρό μείνετε στο παλάτι μου Την άλλη μέρα η ψυχή για να μην πει παραπάνω στις αδελφές της Και βγει ψεύτρα στο σύζυγό της Γεμίζει με δώρα τις αδελφές της Και τις στέλνει πίσω στις πατρίδες τους Πίσω στα βασίλεια των σύζυγων τους Και περνάει ο καιρός Και περνάει ο καιρός Και περνάει ο καιρός με ομορφιά και πλούτο και η ψυχή καταλαβαίνει ότι φουσκώνει η κοιλιά της και περιμένει παιδί από τον άγνωστο σύζυγό της.
Τότε θέλει να πει τη χαρά της. Γι' αυτό λοιπόν ξαναπαρακαλάει τον σύζυγό της να φέρει πίσω τις αδελφές της Για να τους πει τη χαρά της Για να τους πει ότι πρόκειται να γεννήσει τον καρπό του έρωτά τους Ο άγνωστος σύζυγος πάλι ξαναλέει στην ψυχή «Αγάπη μου, μη ζητάς να έρθουν οι αδελφές σου, πάλι θα σε ξαναζηλέψουν και θα επιμείνουν να δεις το πρόσωπό μου, μη το ζητάς αυτό αγάπη μου».
Η ψυχή όμως επιμένει από τη λαχτάρα της να δείξει, να πει τη χαρά της στις αγαπημένες για αυτήν αδελφές. Έτσι ο Ζέφυρος ξαναφέρνει τις δύο αδελφές της πίσω στο πλούσιο παλάτι της Αυτή τη φορά οι αδελφές χαίρονται για την εγκυμοσύνη της Και τη ρωτούν που είναι ο σύζυγός της Ψυχή όμως αφού είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που είχε να δει τις αδελφές της Ξέχασε την περιγραφή που έκανε για τον σύζυγο μου Ότι ήταν ξανθός, με μακρύ μαλλί, με μακρύ μουστάκι και γενιάδα και κυνηγός Και αυτή τη φορά περιέγραψε τον σύζυγό της με διαφορετικό χρώμα Ο σύζυγός μου είναι έμπορος Εμπορεύεται χρυσαφικά και κοσμήματα Βρίσκεται λοιπόν σε κάποιες άλλες πολιτείες όπου εμπορεύεται τον πλούτο που παράγει στο βασίλειό του Δεν είναι εδώ και δεν θα μπορέσετε να τον δείτε Οι αδελφές παραξενεμένες λένε στην ψυχή Αδελφοί μου, την άλλη φορά μας είπες άλλα για τον σύζυγό σου και τώρα άλλα Βεβαίως τη μορφή του θα τη δούμε όταν γεννηθεί το παιδί σας Αλλά αν θυμάσαι καλά Ο χρησμός που δόθηκε για την ομορφιά σου
Ήταν ότι σύζυγός σου θα γίνει ένα φίδι, ένα τέρας Μήπως λοιπόν κοιμάσαι με το τέρας Που όταν γεννήσεις το παιδί του ένα φίδι Θα σας καταπιεί και τους δύο Γιατί εμείς καθώς ο ζέφυρος μας έφερνε στο παλάτι σου Ακούσαμε πως χθες το βράδυ στην κοντινή λίμνη φάνηκε ένα τέρας Ένα τέρας που κατάπινε τα ζώα που βρισκόταν γύρω γύρω από τη λίμνη Και φόβησε τους ντόπιους Πως λοιπόν αυτό το τέρας όπως είπε ο Χρισμός Είναι ο σύζυγός σου άγνωστος Η ψυχή καταφοβήθηκε Και πρόδωσε το μυστικό στις αδελφές της Αδελφές μου είπε Είμαι πολύ ευτυχισμένη σε αυτό το πελάτη Οι φωνές υπακούν στις προσταγές μου Ακούω μουσική Μου δίνουν φαγητό Με λούζουν στο λουτρό Με σηκώνουν και με καλοντίνουν Το πρωί στο κρεβάτι μου, με οδηγούν στους κήπους, βλέπω γύρω μου ομορφιά, αλλά τον σύζυγό μου ποτέ δεν τον αντίκρισα.
Λέτε να είναι το τέρας. Τότε οι αδελφές της συμβουλεύουν το βράδυ να κρύψει κάτω από το κρεβάτι της ένα μαχαίρι, να κρύψει ένα λιχνάρι αναμένου να το σκεπάσει με τα στροσίδια να μην φαίνεται και το πρωί πριν ξημερώσει και πριν φύγει ο σύζυγος που φεύγει μέσα στη νύχτα άγνωστος να βγάλει το λιχνάρι να το δει και μετά να του μπήξει το μαχαίρι στο λαιμό και να τον σκοτώσει γιατί αυτό το τέρας θα φάει και αυτή και το παιδί που περιμένει στα σπλάχνα της.
Και οι αδελφές για να μην βρίσκονται παρούσες στο έγκλημα τις υπόσχονται ότι θα ξαναγυρίσουν όταν απελευθερωθεί όταν ο πλούτος του παλατιού της θα γίνει ολόδικος της και τότε θα την βοηθήσουν να αποκτήσει έναν καινούριο σύζυγο, να ζήσει καλά και ευτυχισμένη και να αποκτήσει ανθρωπόμορφα παιδιά και όχι φίδια. Η ψυχή δυστυχώς άκουσε τις αδερφές της.
Ανήσυχη για το μέλλον της έκρυψε κάτω από το στρώμα της ένα λιχνάρι αναμένο Ένα μαχαίρι έβαλε κάτω από το μαξιλάρι της και περίμενε Ο σύζυγός της πράγματι όταν έγινε απόλυτο σκοτάδι τη νύχτα εμφανίστηκε και ξάπλωσε δίπλα της Την αγκάλιασε και κοιμήθηκε στη ζεστή αγκαλιά της Η οποία όμως είχε μια ανίσχυη καρδιά που χτυπούσε στο στήθος της Όταν κατάλαβε ότι ο σύζυγός της κοιμήθηκε βαθιά Η ψυχία έβγαλε το λιχνάρι και το μαχαίρι κάτω από το προσκέφαλό της και πλησίασε με το λιχνάρι πάνω από το προσκέφαλο του και με το μαχαίρι έτοιμο από το άλλο της στο χέρι για να του το μπήξει στο λαιμό του και να σκοτώσει το τέρας.
Όμως η φλόγα της κεραμιδένιας λάμπας φούντωσε βλέποντας τον πανέμορφο νέο που κοιμόταν στο κρεβάλι της. Τα φτερά του έλαμπαν κάτω από το φως. Ήταν ο ίδιος ο έρωτας. Κατάπληκτη από την ομορφιά του συζύγου της, του ίδιου του έρωτα, του γιού της Αφροδίτης και του Άρη, του Θεού της αγάπης που με τα βέλη του χτυπά τις ψυχές και τις κάνει να αγαπηθούν.
Η όμορφη ψυχή άγγιξε ένα από τα βέλη του και μάτωσε το χέρι της για να μείνει αιώνια ενωμένη μαζί του. αλλά καθώς έσκυβε πάνω από τον αγαπημένο της σύζυγο λάδι καυτό έσταξε από το λιχνάρι της και τον έκαψε πάνω στο νόμο ο έρωτας τότε ξαφνεσμένος με πόνο στο νόμο του ξύπνησε κοίταξε την ψυχή άγρια άνοιξε τα πτερά του και έφυγε από το ανοιχτό παράδειρο.
Η ψυχή πρόλαβε και πιάστηκε από το πόδι του και καθώς πέταξαν ψηλά μαζί, αυτός πετούσε όλο και ψηλότερα και πέταξε την ψυχή πάνω στον κήπο και όταν αυτή πονεμένη έπεσε κάτω στο έδαφος, την πλησίασε και της είπε Αγαπημένη μου γιατί δεν με πίστεψες Γιατί έκανες τον έρωτα να παγώσει μέσα στην καρδιά μου Η μητέρα μου με έστειλε να σου κάνω κακό Εγώ όμως τρυπήθηκα με τα βέλη μου Γιατί τόσο σ' αγάπησα Σ' έκανα δική μου και περιμένουμε το παιδί μας όμως δεν κράτησες την υπόσχεσή σου το ότι με είδες είναι και το τέλος σου με χάνεις και σηκώνεται και πετάς τον αέρα ψηλά και εξαφανίζεται από την ψυχή που μένει μόνη έγκυος και περίληπη η ωραία ψυχή δεν έχει πια λόγο για να ζήσει Πηγαίνει στο κοντινό ποτάμι και ετοιμάζεται να πηδήξει μέσα και να δώσει τέλος στη ζωή της Ο ποταμός όμως που είναι Θεός της λέει ψυχή μου Δεν θέλω τα νερά μου να είναι αιτία για το θάνατό σου Γι' αυτό κοπέλα μου προσπάθησε να ξαναγυρίσεις πίσω στον έρωτα να τον κάνεις να σε αγαπήσει πάλι
να γίνετε ένα να δείτε μαζί να μεγαλώνει το παιδί σας φύγε από μένα και προσπάθησε να ζήσεις πήγαινε στην πεθερά σου την Αφροδίτη παρακάλεσέ τη να σε συγχωρέσει για την ομορφιά σου η οποία την πίκρανε πίκρανε την αθάνατη ομορφιά τη θεϊκή τη δική της και τα λόγια του κάνουν την ωραία ψυχή να λυπηθεί τη ζωή της και το παιδί που φέρνει στα σπλάχνα της έτσι λοιπόν φεύγει από τον ποταμό και πηγαίνει μέσα στο σκοτεινό και πυκνό δάσος όπου συνάντησε τον Θεό Πάνα Το Θεό που ήταν μισός κατσίκα και μισός άνθρωπος Ο οποίος φύλαγε τα δάση και έπαιζε το μαγικό του αυλό Τη φλογέρα του με τον μαγικό ήχο Ψυχή μου της λέει Σε βλέπω τα ρούχα σου έχουν κουρελαστεί Τα πόδια σου έχουν ματώσει Τι ψάχνεις ψυχή μου τον άντρα μου τον έρωτα του λέει αυτή ε κοπέλα μου ψάξε την πεθερά σου γιατί αυτή θα το φέρει κοντά σου η θεά του έρωτα η Αφροδίτη θα φέρει τον γιο της κοντά σου πήγαινε λοιπόν να την βρεις και μη χάνεις τη ζωή σου κόρη μου μην τρέχεις στα δάση περπάτα αργά και πήγαινε προς τα εκεί που είναι το ιερό της.
Φεύγει λοιπόν η ψυχή με ελπίδα στην καρδιά της αλλά εκεί που πήγαινε συνάντησε το βασίλειο της πρώτης της αδελφής. Της αδελφής που είχε δώσει τη συμβουλή να κρύψει το μαχαίρι κάτω από το μαξιλάρι της και της λέει Αδελφή μου έκανα ό,τι μου είπες έβγαλα το μαχαίρι για να σκοτώσω τον άνδρα μου ο οποίος δεν ήταν φίδι όπως πιστεύατε εσύ και οι αδελφοί μας αλλά ο έρωτας Τον έκαψα με τη λάμπα που κρατούσα για να δω το πρόσωπό του και αυτός μου είπε «Αχ, ψυχή, κακώς ερωτεύτηκα εσένα, έπρεπε να πάρω την μεγάλη σου αδελφή».
«Εμένα ήθελε», ρωτάει αυτή. «Ναι», της λέει η ψυχή. Και αυτή τρελαμένη από έρωτα, αφήνει τον ηλικιωμένο βασιλιά σύζυγό της και πηγαίνει στο βράχο και νομίζοντας ότι ο ζέφυρος θα την οδηγήσει στο παλάτι του έρωτα ρίχτηκε με το κεφάλι προς τα κάτω και έτσι έδωσε τέλος στη ζωή της. Η ψυχή προχωράει, προχωράει, προχωράει και φτάνει στη χώρα και στο παλάτι της δεύτερης αδερφής της όπου της λέει τα ίδια και αυτή επίσης πέφτει από το βράχο για να συναντήσει τον έρωτα και δίνει και αυτή τέλος στη ζωή της.
Και τότε η ψυχή συναντά τη θεά Δήμητρα. Δεν συναντά την ίδια αλλά φτάνει σε ένα παλάτι ψηλά πάνω σε ένα βουνό το οποίο δεν ξέρει αρχικά σε ποιον ανήκει. Πιστεύει ότι ίσως είναι της πεθεράς της, της θεάς Αφροδίτης. Και ανεβαίνοντας ψηλά στο βουνό, βλέπει μέσα σε ένα ναό, πεταμένα εδώ και εκεί, δρεπάνια, στάχια, καρπούς και πιστεύοντας ότι τα πέταξαν εκεί οι γεωργοί μετά από τις εργασίες τις γεωργικές στα χωράφια τους αρχίζει και βάζει τάξη.
Εμφανίζεται τότε η θεά της γεωργίας η Δήμητρα η οποία της λέει «Ωραία μου ψυχή, εγώ και η θεά Ήρα Λίγες μέρες πριν εμφανιστείς στο ναό μου Συναντηθήκαμε με την Θεά Αφροδίτη Την πεθερά σου Δώσαμε όμως υπόσχεση Να μην σου συμπαρασταθούμε Γιατί εκείνη θέλει να πάρει την εκδίκησή της Δυστυχώς δεν μπορώ να σε κρατήσω στο ναό μου Σε ευχαριστώ για την τάξη που έβαλες εδώ μέσα Αλλά πρέπει να συνεχίσεις το δρόμο σου και να παραδοθείς στα χέρια της Αφροδίτης.
Έτσι λοιπόν φεύγει η ταλέπορη ψυχή και συνεχίζει το δρόμο της και συναντά έναν άλλον πανέμορφο ναό όπου στις κολόνες του υπάρχουν τριαντάφυλλα, στεφάνια, υφάσματα πολύτιμα με κεντήματα χρυσά και εκεί επίσης συναντά μια θεά την προστάτηδα αυτού του ναού και την προστάτηδα της οικογένειας και της εγκυμοσύνης των γυναικών.
Είναι ο ναός της θεάς Ήρας και η Ήρα εμφανίζεται μπροστά στην ψυχή και της λέει «Κόρη μου, θα προφυλάξω την εγκυμοσύνη σου και εσένα μέχρι εκεί που πρέπει να φτάσεις στην Αφροδίτη. Σε περιμένει». Η ψυχή φεύγει χωρίς να μπορεί να βρει βοήθεια ούτε από την Θεά Ήρα και συνεχίζει το δρόμο της αναζητώντας το παλάτι της Αφροδίτης.
Η Αφροδίτη εντωμεταξύ ανέβηκε πάνω στο φτεροντό της άρμα το οποίο σέρνουν περιστέρια και ανοίγουν τις φτερούγες τους και πετούν μαζί της πάνω στον Όλυμπο. Η ωραία θεά Αφροδίτη παρακαλεί τον Δία να της δώσει τον Θεό Ερμή Ο οποίος θα γίνει συνοδός της και βοηθός της στη γη Και ο Ερμής αναλαμβάνει να διακηρύξει ότι η Αφροδίτη ζητά την ψυχή και όποιος της την παραδώσει αν είναι άνδρας θα έχει επτά φιλιά της Αφροδίτης οι άνδρες τρελοί από χαρά που η Αφροδίτη προσωπικά θα τους δώσει τον έρωτά της με επτά φιλιά αναζητούν την Αφροδίτη ενώ οι γυναίκες θα πάρουν πολλά χρήματα πολλοί χρυσάφοι αν αποκαλύψουν πού βρίσκεται κρυμμένη η ψυχή.
Η ψυχή όμως μόνη της μετά από μακρύ δρόμο έχει φτάσει στο παλάτι της πεθεράς της, της Αφροδίτης και απ' έξω βρίσκεται η τελώνης. Βρίσκεται μια χρυά συνοδός της Αφροδίτης η οποία περιμένει και ανακαλύπτοντας ότι η ψυχή από μόνη της πηγαίνει στο παλάτι της Αφροδίτης, την αρπάζει και την οδηγεί μπροστά στη θεά Αφροδίτη, η οποία για να πάρει την εκδίκησή της φωνάζει την λύπη και τον πόνο, οι οποίες μαστιγώνουν την ωραία ψυχή και την κάνουν να λυπάται και να πονά.
Να λυπάται που αποκάλυψε το σύζυγό της, να πονά το σώμα της και να πονά και το παιδί που φέρει στα σπλάχνα της για τον χαμό της μάνας. αλλά ευχαριστημένη από την εκδίκηση που πήρε η Αφροδίτη σταματά τη μαστίγωσή της και ετοιμάζεται να πάρει άλλου είδους εκδίκηση για τον γιο της τον πληγωμένο και για τη δική της πληγωμένη υπερηφάνεια και την ομορφιά της.
Εδώ της λέει ψυχή που πίστεψες ότι θα γίνεις θεά του Ολύμπου Και θα με αντικαταστήσεις και θα σε τιμήσει η γη σαν θεά όπως εμένα Θα μου αποδείξεις τις θεϊκές σου ιδιότητες Να οι καρποί, σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια, φακί, ξεχώρισέ τα. Η ωραία ψυχή μαρμαρωμένη κοιτάζει αυτούς τους καρπούς Και γνωρίζει ότι μέχρι το πρωί που της έδωσε διορία η Αφροδίτη Αυτό το θαύμα δεν μπορεί να γίνει Λυπημένη κυλιέται κάτω στις στάχτες Και εκεί ο Μέρμινας Ο γιος της γης Όταν τα δάκρυα φτάνουν κοντά του και πλημμυρίζουν τον τόπο όπου είναι η φωλιά του Φωνάζει τους συντρόφους του τα μυρμήνια Σύντροφή μου πρέπει να βοηθήσουμε αυτή την πανέμορφη κοπέλα Και τα μυρμήνια δουλεύουν όλη τη νύχτα και βάζουν σε τάξη τους καρπούς που έδωσε η Αφροδίτη στην ψυχή για να τους ξεχωρίσει.
Το πρωί όταν γύρισε η Αφροδίτη και είδε σε τάξη τις αποθήκες της κατάλαβε ότι κάποιοι θεοί ή μάλλον ο γιος της ο έρωτας έκανε αυτό το καλό και πηγαίνει στο κρεβάτι του όπου βρίσκεται λαβωμένος και του λέει «Γέ μου, αθέτησες την υπόσχεσή σου στη μάνα σου. Σε έστειλα να δώσεις σε τέρας την ψυχή, αλλά εσύ την ερωτεύτηκες.
Θα σου κάνω κακό. Θα σε εκδικηθώ για αυτό που έκανες στη μητέρα σου και έκανες μια θνητή να μοιάζει με αθάνατη. Θα σου πάρω τα φτερά και θα τα δώσω σε άλλους, στους δούλους μου, που θα με υπηρετούν πιο πιστά από ό,τι εσύ. Ο έρωτας έκλαψε και είπε στη μητέρα του ότι δεν είχε φύγει από το κρεβάτι του πόνου, όπου ήταν λαβωμένος για πολλούς μήνες.
Και η Αφροδίτη τότε γύρισε στην ψυχή και της είπε Πάρε αυτό το γυάλινο δοχείο και πήγαινε στη στίγα Στην πηγή που δράκοι φυλούν τα νερά της Πήγαινε και φέρε μου το αθάνατο νερό Η ψυχή καθώς έφυγε από το παλάτι της Αφροδίτης Μάτωσαν τα πόδια της Και κάποτε έφτασε σε ένα ψηλό παλάτι Που σκέφτηκε να ανεβεί επάνω στις επάλξεις του Και από εκεί να δώσει τέλος στη ζωή της Το παλάτι όμως και η τύχη του σαν να ήταν άνθρωπος Συμβούλευσαν την ψυχή να μην δώσει στους τείχους το αίμα της Αλλά να συνεχίσει το ταξίδι και θα υπήρχε θεϊκή βοήθεια για αυτήν Η ψυχή τότε αποφάσισε να συνεχίσει και καθώς είδε μπροστά της τον καταράχτη της στιγός, των υδάτων στα οποία ορκίζονταν οι Ολύμπιοι θεοί, με το ψυχρό νερό που ό,τι άγγιζε αυτό το νερό, το διέλυε.
Τότε κατάλαβε ότι τέλειωσε η ζωή της. Μπορούσε λοιπόν να πέσει μέσα σε αυτό το νερό και να δώσει επιτέλους τέλος στη ζωή της Γιατί δεν υπήρχε ελπίδα να τελειώσει αυτήν την σκληρή δουλειά που της ανέθεσε η Αφροδίτη Τότε εμφανίστηκε από πάνω της ο Αϊτός το ιερό πτυνό του Διός που είχε αρπάξει τον Γανιμίδη από την Τροία και τον είχε κάνει υπηρέτη του.
«Ψυχή» της λέει ο αητός, «μη δώσεις τέλος στη ζωή σου». Αρπάζει τη φιάλη, τη γυάλινη και πετά αυτός πάνω από τους δράκους που φύλαγαν τα νερά και φέρνει πίσω στην όμορφη ψυχή το νερό της στίχας, της πηγής της ζωής και του θανάτου. Και η Αφοδίτη τρελάθηκε από τη ζήλια της και τότε ανέθεσε έναν ακόμη άθλο στην ωραία ψυχή.
Σ' είπε ψυχή θα πας εκεί που βόσκουν τα χρυσόμαλα αρνιά, τα χρυσόμαλα πρόβατα και θα μου φέρεις μαλλί χρυσό για να φτιάξω τα φορέματά μου. Και τότε η ψυχή κατάλαβε ότι ήρθε το τέλος. έφτασε πάλι σε έναν ποταμό μετά από πολύ δρόμο και πολύ κόπο και πόνο και είδε απέναντι από το ποτάμι μια μικρή γέφυρα οδηγούσε σε ένα δάσος όπου έβοσκαν τα χρυσά πρόβατα που λαμπύριζε στο φως του ήλιου το χρυσαφένιο μαλλί τους Ο ποταμός όμως που ήταν Θεός ανάμεσα στην ψυχή και το ποτάμι της είπε Ψυχή μην προχωρήσεις τώρα με το φως του ήλιου δεν κάνεις τίποτε Τα πρόβατα είναι άγρια και τρώνε ανθρώπους Περίμενε μόλις δύσει ο ήλιος αυτά θα γυρίσουν πίσω στη σπηλιά όπου κατοικούν γιατί είναι άγρια και μια χρυσή θηλυκιά προβατίνα είναι η αρχηγός τους και τους οδηγεί πίσω με ασφάλεια σε αυτή τη σπηλιά.
καθώς ζαλισμένα από το πολύ φαγητό που έχουν φάει το πράσινο γρασίδι τα φύλλα από τα πανέμορφα δέντρα του δάσους φουσκωμένα από το νερό του ποταμού μου θα γυρίζουν πίσω στη σπηλιά και θα αφήσουν το μαλλί τους πάνω στα κλαδιά τα οποία θα βρεθούν στο δρόμο τους Έτσι λοιπόν με ασφάλεια εσύ θα πας και θα το μαζέψεις. Πραγματικά έτσι και έγινε και η όμορφη ψυχή έφερε στην πανέμορφη θεά Αφροδίτη το χρυσό μαλλί των προβάτων.
Τότε η Αφροδίτη ανέθεσε και τον τελευταίο άθλος στην ωραία ψυχή. Της είπε αφού τα κατόρθωσες όλα τώρα λοιπόν θα σου δώσω και τον τελευταίο άθλο. Θα μου φέρεις από τη Θεά Περσεφόνη από τον κάτω κόσμο το κουτί με το καλλιντικό το οποίο είναι της αιώνιας ομορφιάς. Έχω αρχίσει να γερνώ και εγώ και το χρειάζομαι. και στέλνει την ωραία ψυχή στον κάτω κόσμο.
Η ψυχή παίρνει πληροφορίες ότι μια από τις εισόδους του κάτω κόσμου βρίσκεται στο τένερο, δηλαδή στο ακροτήριο, στο νοτιότερο άκρο της Πελοποννήσου. Γι' αυτό ξεκινάει να πάει εκεί. Στο δρόμο της συνάντησε έναν καβαλάρι που της είπε ψυχή Μην πας με άδεια χέρια στον άλλο κόσμο γιατί θα σε κρατήσουν για πάντα εκεί Να πάρεις μαζί σου πίτες ζυμωμένες με μέλι να πάρεις δυο και να πάρεις και δύο οβελούς ή οβολούς για να πληρώσεις τα περατιάτικά σου στον Χάρονα το Βαρκάρι.
Εκεί που θα πας θα συναντήσεις έναν χρυσό όνο. Μη του μιλήσεις. Θα συναντήσεις ψυχές που θα βγάζουν τα χέρια τους και τα κεφάλια τους μέσα από τα νερά Τις λίμνες της αχαιρουσίας Θα σε παρακαλούν να τους δώσεις βοήθεια Εσύ δεν θα απαντήσεις στο κάλεσμά τους Θα δεις γριές γυναίκες που γνέθουν Δεν θα πάρεις το κουβάρι με το μαλλί τους Δεν θα της βοηθήσεις Μπαίνοντας θα πληρώσεις με τον έναν οβολό τον Χάροντα για να σε περάσει απέναντι με την βάρκα του Εκεί αφού περάσεις από όλα αυτά που σου είπα Θα συναντήσεις τον σκύλο με τα τρία κεφάλια τον Κέρβερο Θα του δώσεις μία από τις δύο μελόπιτες και όταν φτάσεις στην Θεά Περσεφόνη και σε δεχτούν στο δείπνο τους με τον άντρα της, τον Άδη, τον Πλούτονα, τον Θεό του κάτω κόσμου, μην καθίσεις στο κρεβάτι μαζί τους, μην ξαπλώσεις το ανάκλυνδρο τους, αλλά εσύ να κάτσεις κατά γης και να μην φας κανένα από τα φαγητά που θα σου προσφέρουν.
Αλλά, ψυχή μου, να φας ένα ξεροκόμματο. Ένα ξεροκόμματο από αυτά που θα ρίχνουν για να φάνε οι σκύλοι κάτω από το τραπέζι τους. Και όταν σου δώσει το κουτί Να το πάρεις Μην το ανοίξεις Γύρισε πίσω Θα συναντήσεις πάλι το χρυσό όνο Πάλι τις γριές γυναίκες που γνέθουν το μαλλί Θα συναντήσεις πάλι τον χάροντα Θα του δώσεις τον δεύτερο βολό σου για να σε περάσει πίσω στη ζωή και θα γυρίσεις πίσω ζωντανή κοντά μας.
Κι εγώ τότε θα σε δω και θα μου πεις τα καλά νέα ότι είσαι η μόνη που γύρισε πίσω ζωντανή από εκεί. Η ψυχή πράγματι εκτέλεσε τη συμβουλή του αλλά όταν γύρισε πίσω δεν άντεξε η περιέργειά της στην νίκηση είπε μα μεταφέρω την αιώνια ομορφιά στα χέρια μου να μην πάρω κι εγώ λίγη να γίνω πανέμορφη πιο όμορφη από ό,τι με έκαναν οι θεοί και να έχω αιώνια κοντά μου τον άνδρα μου τον έρωτα ανοίγει λοιπόν το κουτί και βγαίνει Μια βαριά μυρωδιά, η μυρωδιά του θανάτου.
Και κοιμάται αιώνια η ψυχή. Βρίσκεται στους εθέρες και κοιμάται και κανείς δεν μπορεί να την πλησιάσει, κανείς δεν μπορεί να την αγγίξει. Ο έρωτας στο μεταξύ είχε γίνει καλά από το τραύμα του. Βλέπει ψηλά στον ουρανό την αγαπημένη του ψυχή και πηγαίνει κοντά της. Πάνω στο στήθος της κρατούσε το κουτί με την αιώνια ομορφιά που για τη θνητή ψυχή ήταν ο αιώνιος ύπνος.
Ο θάνατος. Ο θάνατος όμως τους εθέρες. Γι' αυτό ξαναβάζει την μυρωδιά μέσα στο κουτί Και ξυπνάει η ψυχή Και ο έρωτας της λέει Πήγαινε ψυχή μου Την ομορφιά που είναι για τους θεούς στη μητέρα μου Κι εγώ θα φροντίσω Να παντρευτούμε νόμιμα Προστά στους θεούς να μην είναι νόθοτο παιδί μας και εσύ να γίνεις γυναίκα μου, εγγόνη του Δία, του πατέρα μου και να στέκεσαι κοντά μου και η μητέρα μου να σ' αγαπήσει.
Πραγματικά η ψυχή γύρισε με το κουτί της αιώνιας ομορφιάς στη Θεά Αφροδίτη και ο έρωτας ανέβηκε στον Όλυμπο και παρακάλεσε τον Δία τον πατέρα του να ευλογήσει τον γάμο τους. Τότε ο Θεός Σερμής προσκάλεσε όλους τους Ολύμπιους Θεούς οι οποίοι έφτασαν στην αγορά, το θέατρο των Θεών κάθισαν όλοι γύρω από τον Πατέρα των Θεών τον Δία και αφού όλοι οι θεοί εφράνθηκαν το αθάνατο ποτό και ο Θεός Διόνυσος ήταν ο κεραστής για τους υπόλοιπους ενώ ο προσωπικός κεραστής του Διός ήταν ο Γανιμίδης Ο Δίας σήκωσε την σιγαριά της ψυχοστασίας και έκρινε ότι η ψυχή θα πρέπει να γίνει αθάνατη.
Η θεά Αφροδίτη δεν θα πρέπει να λυπάται που ο γιος της κάνει μαζί της οικογένεια. και έτσι η ασθάνατη ψυχή αγκαλιάζει ενώπιον των θεών τον έρωτα, φιλούνται και αποκτούν το παιδί τους την εύχαρη, την αιώνια χαρά η οποία γεμίζει τις ψυχές των ερωτευμένων.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα