Sylvia Plath: Όνειρο με χτυπημένο ελάφι
Psychobiographes, The Stories Behind The StoriesΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
H διάσημη Αμερικανίδα ποιήτρια Sylvia Plath, δεν ξεπέρασε ποτέ τον πρόωρο θάνατο του πατέρα της, ενώ η εύθραυστη ψυχική της ισορροπία διαλύθηκε στα 30 της χρόνια, μετά τον χωρισμό της από τον αγαπημένο της και πατερά των παιδιών της. Σε όλη τη σύντομη ζωή της έγραφε όνειρα στο ημερολόγιο της.
Σε ένα από αυτά, ένα άγαλμα ελαφιού ζωντανεύει αλλά κατόπιν πέφτει με σπασμένο λαιμό λόγω ελαττώματος στην κατασκευή. Τεχνίτης ήταν ο πατέρας της. Τι να σήμαινε άραγε το όνειρο αυτό; Συζητάμε με την ευκαιρία για το πώς το σύνθετο και χρόνιο τραύμα αποτυπώνεται στους εφιάλτες και προτείνουμε ιδέες από την κλινική εμπειρία για την πρόληψη της αυτοκτονίας.
Φωνή της Sylvia Plath : Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου
Λέσχη Ψυχοβιογραφίας του Ινστιτούτου Λόγω Ψυχής
Ψυχοβιογραφία Σύλβια Πλαθ (Sylvia Plath): Maria Koronaiou, Eleni Afoyxenidou, Tiffany Kyriakoulis, Magda Liapi, Iria Megagianni, Katerina Moraiti.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
και νιώθω ότι η γεννήτηση έχει ως ένα στραγγόνο. Η νύχτηση, η ευκαιρία που είναι τόσο ευκαιρία, όπως είναι όμως και στην Ελλάδα, είναι πιθανότερο δύσκολη από ό,τι θα έβρισκε στην πλατεία. οι διατραγμένοι δεσμοί προσκόλλησης και το πιθανό σύνθετο μετατραυματικό στρες αποτυπώνονται στα ημερολόγια, στους εφιάλτες και στη γραφή της.
Με αναφορές στα προσωπικά της κείμενα θα μιλήσουμε για όνειρα γεμάτα θάνατο, εκλοβισμό και αδυναμία διαφυγής, εικόνες που μοιάζουν να καθρεφτίζουν μια βαθιά ψυχική εξάτληση. Παράλληλα, εξετάζουμε πώς η απώλεια του πατέρα της και η κατάραυση του γάμου της επηρέασαν την ψυχική της πορεία μέχρι το θάνατό της το 1963. Ένα επεισόδιο για το τραύμα, τη δημιουργικότητα και όπως πάντα, τη λόσα των ονείρων.
Θα ξεκινήσουμε όπως κάνουμε κάθε φορά, με κάποια βιογραφικά στοιχεία που θα μας βοηθήσει ο Χρήστος. Ωραία, ας ξεκινήσουμε με τα πρώτα στοιχεία της Σίλβια Πλάθ. Γεννήθηκε στην Αμερική. Οι γονείς της ήταν ο Ότο Πλάθ και η μητέρα της η Ορέλια, Σόμπερ. Ο Ωτοπλαθ ήταν Γερμανός μετανάστης όταν ήταν περίπου 15 χρονών βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εκεί δούλεψε πάρα πολύ σκληρά για να καταφέρει να επιβιώσει. Μάλιστα λέγεται ότι οι μέλη της οικογένειάς του τον αποκλήρωσαν όταν εκείνος αρνήθηκε να ακολουθήσει έτσι σπουδές θρησκευτικές και με πάρα πολύ επιμονή και κόπο κατάφερε να σπουδάσει, να πάρει διδακτορικό και να γίνει και καθηγητής πανεπιστημίου. Με τι ασχολείο θα χρειάστηκε το Φαλισσάμα Σπέις.
Τελικά το αντικείμενό του ήταν η βιολογία και είχε μια ιδιαίτερη αγάπη και είχε μελετήσει σε πάρα πολύ βάθος τις μέλησες. Το Bumblebees and their ways ήταν μια μελέτη του. είναι αυτές οι χνούδωτες μέλησες που πολλοί τις αγαπούσε και είχε πάρα πολύ ενδιαφέρον για αυτές κάτι το οποίο ένα από τα πάρα πολλά στοιχεία όπως θα δούμε στην πορεία θα επηρεάσουν την κόρη του πάρα πολύ βαθιά.
Στο πανεπιστήμιο λοιπόν βιολογία ήταν το αντικειμενό του όμως έκανε και κάποια μαθήματα γερμανικών γιατί ήταν γερμανός και έτσι η Ωρέλια Σόμπερ που ήταν φοιτήτρια αρχικής λογοτεχνίας και γερμανικής λογοτεχνίας είχε παρακολουθήσει κάποια μαθήματά του, ερωτεύονται, παντρεύονται το 1931, να πούμε ότι ήταν και 20 χρόνια μικρότερη του η Ωρέλια.
Παντρεύονται λοιπόν και τον επόμενο χρόνο, στις 27 Οκτωβρίου του 1932, γεννιέται η κόρη του στο πρώτο τους παιδί, η Σιλβία Πλάθ, στο Jamaica Plain στη Βοστόνη, στη Μασαχουσέτη. Τώρα η σχέση με τους γονείς της είναι πάρα πολύ σημαντική. Ο Ότο ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος, μια μάλλον δύσκολη προσωπικότητα, πολύ αυστηρή, πολύ σκληρή, απολυταρχική, αυταρχική.
Η πειθαρχία ήταν ο απόλυτος κανόνας. Η μητέρα παρουσιάζεται μάλλον υποταγμένη και κάπως υπηρετική απέναντι στις ανάγκες του πατέρα. Νομίζω λίγο φαινομενικά, βέβαια, θα πω, γιατί έχοντας δει ντοκιμαντέρ με τη μητέρα της Πλάθου σε μεγαλύτερη ηλικία και ο τρόπος που μιλάει για τα γεγονότα, η φωνή της, μας θυμίζει μάλιστα πολύ και τη φωνή της Πλάθου, η οποία ήταν και πάρα πολύ βαριά και έντονη για την ηλικία της.
ήταν μια γυναίκα που φαίνεται να είχε το δικό της τρόπο διαχείρισης των πραγμάτων και έχω την εντύπωση ότι τελικά και εκείνη με έναν έμεσο τρόπο ήταν αρκετά θα πω έτσι γύρω από τις δικές της ανάγκες και με ένα δικό της τρόπο σκληρή όχι ίσως με τον τρόπο που ήταν τόσο εμφανής και ο τρόπος που αντιμετώπισε αργότερα και τη Στήλβια νομίζω ότι βγάζευε τη σκληρότητα.
Δυο μισή χρόνια μετά έρχεται στην οικογένεια ακόμα ένα παιδί, ο δελφός της Σίλβια, ο Γουόρεν, και επειδή έτσι κάπως είχε μια πιο φυλάσσια φύση, αποσπά την προσοχή της μητέρας, η Σίλβια νιώθει ζήλια, ξεσπάσε οργή, λέγεται ότι από μικρή προσπαθούσε να βραπετεύσει από το σπίτι. Κάποια στιγμή μετακομίζει όλη η οικογένεια σε μια παραθαλάσσια πόλη και νομίζω ότι το επόμενο πολύ σημαντικό γεγονός της οικογένειας είναι ο θάνατος του πατέρα.
Είναι 8 χρονών η Σύλληυ όταν συμβαίνει αυτό. Είναι ένας θάνατος περίεργος και όπως αποδεικνύεται βαθιά τραυματικός για την ίδια. Ότω είχε κάποια συμπτώματα, επειδή όμως ένας φίλος του πέθανε από κρακίνο του πνεύμωνα, είχε την εντύπωση του και ίδια σπάσια πνίδια σθένεια και ότι αποφάσισαν να παραδοθεί στη μοίρα του και στο πεπρωμένο του και δεν δεχόταν να δει κάποιον γιατρό, να πάρει κάποια βοήθεια παρότι όλοι του έλεγαν ότι είναι κάτι που πρέπει να κάνει και ότι μπορεί να είναι και κάτι άλλο αυτό, δηλαδή μην κάνει διάγνωση μόνος του.
Και πολλοί έλεγαν ότι ήταν και ένα χαρακτηριστικό της αίσθησης της παντοδυναμίας του ότι δεν θα τον νικήσει τίποτα, ότι θα τα καταφέρει. Ούτε ο ίδιος ο καρκίνος δεν θα τον νικήσει. Και δεν τον νίκησε ο καρκίνος για τελικά είχε διαβήτη, ο οποίος μπορούσε να θεραπευτεί. Τη στιγμή όμως που τα πράγματα είχαν ξεφύγει δεν γινόταν πια.
Έπαθε εμβολή και κάποια λίμωξη, έπρεπε να γίνει ακροτηριασμός του ποδιού, έπαθε γάγκρενα και τελικά απεδίωσε. Και φυσικά προηγήθηκε και μια νοσηλεία εκτεταμένη στο σπίτι όπου η Χέλμι είχε πολύ ενεργό ρόλο σε αυτό. Είχαμε τακουμήσει κοντά στον ωκεανό που έμεναν οι γονείς της μητέρας της και εκεί τον φρόντιζαν και είχε και μία νοσοκόμα και η Σίλβια βοηθούσε πολύ αυτή τη νοσοκόμα.
Νομίζω ότι είχε πάρει πολύ προσωπικά στο δικό της παιδικό μυαλό το ρόλο της νοσοκόμας, ας πούμε, και αυτές που έμπουσαν να σώσει τον πατέρα. Γι' αυτό και όταν η μητέρα τους τους ανακοίνωσε ένα πρωινό που κοιμόντουσαν ότι ο πατέρας τους χάθηκε, Η αντιδράση του παιδιού ήταν ότι ο Μαν Βόρεν έκλαψε και πήγε στην αγκαλιά της μαμάς και η Δέ Σίλβια κουκουλώθηκε στο κρεβάτι και αναφέρει η μητέρα της ότι έλεγε ότι δεν θα ξαναμιλήσω ποτέ στο Θεό.
Και αυτό επειδή όλες τις μέρες που ο πατέρας νοσηλευόταν, εκείνη μιλούσε στο Θεό και τον παρακαλούσε να σώσει τον πατέρα της. Είχε μια σχέση αγάπης μίσους θα λέγαμε τον πατέρα, από τη μία ήταν πολύ αυστηρός, από την άλλη όμως φαίνεται ότι είχαν και μια πολιτική σχέση αγάπης και λατρείας μεταξύ τους. Και φαίνεται πως αυτή η απώλεια μάλλον μπορεί να χαρακτηριστεί από ένα πένθος ανεπίλητο, γιατί φαίνεται ότι δεν είχαν τα παιδιά την ευκαιρία να εκφράσουν έτσι με έναν τρόπο πιο καλό για την εξέλιξή τους όλο αυτό που συνέβη.
Ναι, η μητέρα είναι χαρακτηριστικό ότι σε αυτό το ντοκιμαντέρ που αναφέρω μιλάει για το πώς τελικά και τα παιδιά κάπως από το θάνατο του πατέρα απελευθερώθηκαν γιατί είχε πολύ αύστορους κανόνες στο σπίτι, ενώ με το θάνατό του έκαναν ό,τι ήθελαν και αυτό κατά τη δική της άποψη ήταν κάπως και η επίλυση του πένστους. ενώ στην πραγματικότητα φαίνεται ότι αυτός ο θάνατος και αυτή η απώλεια απασχόλησε την πλάθ ως ανεπίλητο πραγματικά γεγονός μέσα της όλης της ζωής.
Ναι και βλέπουμε πολλές φορές το πένθος πως δεν είναι μόνο η διαχείριση της απώλειας πολλές φορές βλέπουμε ότι είναι και η διαχείριση των αλλαγών που φέρνει στη ζωή των ανθρώπων για παράδειγμα μελετούσαμε ότι άρχισε να κοιμάται στο δύο κρεβάτι με τη μητέρα της μετά το θάνατο του πατέρα της, ότι ήρθαν οι παππούδες και οι καταστάθηκαν στο σπίτι για να βοηθήσουν με τα οικονομικά.
Δηλαδή ότι είχε και όλη αυτή τη διαχείριση των μεγάλων αλλαγών μέσα στο σπίτι. Βέβαια και η οικονομική τους κατάσταση που κάπως έγινε πιο δυσχερής για αρκετό καιρό. Η ίδια η πλάθος αναφέρει, αν και δεν είναι απόλυτα το τεκμηριωμένο, ότι ήδη από τα δέκα της χρόνια έκανε μια πρώτη προσπάθεια να πεθάνει. Ναι. Να πούμε ότι στην ηλικία των 8 ετών τότε δηλαδή που έγινε αυτό με τον πατέρα της δημοσιεύεται το πρώτο της πίνημα τεσσάρων στίχων με τίτλο poem σε μια εφημερίδα στην Boston Herald και 10 ετών που λέει η Αθηνά έτσι για αυτή την πιθανολογούμενη τέλος πάνω από τον τον ιδιασμό τον αυτοπτωνικό ξεκινάει και το προσωπικό της ημερολόγιο κάτι το οποίο τη συνοδεύει ας πούμε σε όλη της τη ζωή και εκεί συχνά εκφράζει ότι νιώθει αποκομμένη από τον κόσμο, κλεισμένη μέσα σε ένα δίχο από γυαλί.
Γενικά αυτό το γυαλί, το ότι είναι κλεισμένη σε ένα γυάλινο δοχείο, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, είναι κάτι πάρα πολύ το χρησιμοποιεί ως μεταφορά για την ψυχική της κατάσταση. 15 χρονών, κερδίζει ένα βραβείο, τόσο στην πίστη όσο και τη ζωγραφική. Εξαιρετική μαθήτρια, λέγεται ότι δίκτυη νοημοσύνης IQ είχε 160. Είναι η μητέρα της νοθής στην αριστεία, εκεί φαίνεται πως της είναι από πολύ μικρούλα, της είναι πολύ σημαντικό να προοδεύει και να είναι άριστη. Έχει μια τελειοθεία τέλος πάντων.
Οι καθηγητές στο σχολείο βέβαια τη βρίσκουν λένε χειριστική και υπερβολική στις αντιδράσεις της. Οι συμμαθητές της χαρακτηρίζουν διαφορετική. Φαίνεται ότι είχε δυσκολία να κάνει φιλίες και ειδικά με τις κοπέλες. Υπήρχε έτσι ένας ανταγωνισμός γυναικά με τις γυναίκες. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι με κριτήρια έτσι πιο ψυχιατρικά ότι είχε κάποια στοιχεία θα μπορούσαμε να πούμε οριακής διαταραχής προσωπικότητας και δυστυχώς στην πορεία φάνηκε και με ένα καταθλιπτικά, διπολικά, χαρακτηριστικά τοπία φυσικά που οδήγησαν και σε πολύ σοβαρά καταθλιπτικά επιπτώσεις.
Σόβλα. Ναι και όντως αυτό ίσως κανείς θα μπορούσε να αρχίσει να το αισθάνεται και από αυτά τα πρώτα χρόνια. Κάτι που δεν γνώριζε η Σέλβια Πλάθ είναι ότι από τη μεριά του πατέρα της υπήρχε ιστορικό νοσηλειό και η γιαγιά της και η θεία της και κάποια άλλα άτομα της οικογένειας έκανε ιστορικό νοσηλειό. Τότε κατάθλιψη τα έλεγαν τα περισσότερα φαινόμενα, φαντάζομαι.
Λοιπόν, τώρα είναι 17 ετών και παίρνει μία πλήρη υποτροφία για το διάσημο Πανεπιστήμιο Φιλέων Σμιθ Κόλετς. Τα χρήματα τα δίνει η συγγραφέας Όλιβ Γίγιν Σπράουτι, που γενικά τη στηρίζει οικονομικά και σε άλλες φάσεις της ζωής της. Εκεί η Σίλβια νιώθει έντονα το ταξικό χάσμα με τις πλούσιες συμφιτήτριες. Τα 18 της χρόνια υπάρχει μια καταχώρηση στα μεραλογιά της που νομίζω είναι σημαντική για αυτό που συζητάμε.
λέει, έχω την επιλογή να είμαι συνεχώς δραστήρια και χαρούμενη ή εσωστρεφώς παθητική και λυπημένη. Ή μπορώ να τρελαθώ κάνοντας ζιγζάκ ανάμεσα στα δύο. Καταλαβαίνουμε δηλαδή όλο αυτό που συζητάμε, αυτό το εσωτερικό κατακαιρματισμό και χάος. Υπάρχουν πάντως γενικά, και θα το δούμε και παρακάτω, και στα αποσπάσματα που θα μας διαβάσει η φαπιός μας σε αυτό το επεισόδιο, η Μαρίζα.
υπάρχει αυτή η σύγκρουση και τα δύο διαφορετικά κομμάτια υπέρ της ζωής και υπέρ του θανάτου που το έχουμε δει και σε άλλες μας ψυχογραφίες αντίστοιχα που λέγουμε δηλαδή στιγμές της ζωής της που κατακλείζεται από την αγάπη για τη ζωή και άλλες στιγμές που συνειδητά δυσκέφεται το θάνατο Κάπως πρέπει να διατηρήσω και να κρατήσω την έκσταση του να είμαι 17.
Κάθε ημέρα είναι τόσο πολύτιμη που νιώθω απέραντη θλίψη στη σκέψη ότι όλος αυτός ο χρόνος χάνεται όλο και περισσότερο καθώς μεγαλώνω. Τώρα, τώρα είναι η τέλεια στιγμή της ζωής μου. Σκεπτόμενοι τα τελευταία 16 χρόνια βλέπω τραγωδίες και ευτυχία. Όλα σχετικά, όλα σήμαντα τώρα που μου προκαλούν μόνο ένα αμυδρό χαμόγελο. Ακόμα δεν γνωρίζω τον εαυτό μου Ίσως να μην τον γνωρίσω ποτέ Αλλά νιώθω ελεύθερη, χωρίς δεσμεύσεις από ευθύνες Αυτή τη στιγμή είμαι πολύ ευτυχισμένη Καθισμένη στο γραφείο μου, κοιτάζοντας τα γυμνά δέντρα γύρω από το σπίτι απέναντι Πάντα θέλω να είμαι παρατηρητής Θέλω να με επηρεάζει βαθιά η ζωή Αλλά ποτέ τόσο τυφλά ώστε να μην μπορώ να δω το μερίδιό μου στην ύπαρξη με ένα ηρωνικό, χιουμοριστικό φως και να χλεβάζω τον εαυτό μου όπως χλεβάζω τους άλλους.
Τώρα, στα 19 της έτη, κερδίζει ένα πρώτο βραβείο 500 δολαρίων από το περιοδικό Mademoiselle με τίτλο Sunday at the Minton's. Παίρνει πολύ καλές κριτικές, ενισχύουν, στείλει το πρώτο της μεθυστόρημα και την επόμενη χρονιά, από το ίδιο περιοδικό του Mademoiselle, επιλέγεται ως μία από τις 20 guest editors να πάει σε ένα ξενοδοχείο θηλαίων στην Νέα Υόρκη μαζί και με τα άλλα κορίτσια και έτσι θα ερχόντουσαν σε επαφή με όλη την ζωή και το πολιτιστικό ας πούμε life της Νέας Υόρκης.
Και τη μόδα της άρεσε πάρα πολύ να πηγαίνει στα μαγαζιά και να ψωνίζει και μάλιστα την είχαν βγάλει και σε πρωτοσέλιδο εφημερίδας με μαγιό και διάφορες έτσι. μόδες της εποχής. Ναι και σε αυτό το περιοδικό το Ματ Μαζέλ σίγουρα υπήρχαν και τέτοια ας πούμε καταχωρίσεις, οπότε θα πήγαιναν και σε, πώς να πούμε, κολαξιόν σε τέτοια πράγματα και τα κορίτσια αυτά έγραφαν κείμενα ως πρόημες δημοσιογράφοι.
Να ζω και να μαθαίνω, πάντα με νέα γνώση, νέα κατανόηση και νέα αγάπη. Λοιπόν, αυτό καταλαβαίνουμε ότι θα έπρεπε να ήταν μια συγκλονιστική ευχάριστη εμπειρία για την ίδια, όμως δεν έγινε έτσι. Η Σιλβία, παρά την εξωτερική λάμψη και τις δεξιές και τα πάρτι ήταν εξαντλημένη, αποξενωμένη και από τα υπόλοιπα κορίτσια, σε τρομερή πίεση.
είχε και όλας την επιθυμία να συναντήσει έναν ποιητή τον Τίλαν Τόμας που της άρεσε πολύ και δεν τα κατάφερε και καθώς περνούσαν οι μέρες όλο και κατέριε όλο και κατέριε μάλιστα κάποιοι και όλας το είχαν καταλάβει από το περιοδικό και είχαν πει ότι είναι να την έχουμε στο νου μας και την τελευταία νύχτα που θα τελείωνε όλο αυτό σε μια κίνηση πανικού λέει ανεβαίνει στην ταράτσα του ξενοδοχείου και πετάει όλα της τα ρούχα από κάτω στο δρόμο Αυτό που μόλις σας αναφέραμε και τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν στην πορεία αναφέρονται στο πολύ γνωστό της μυθιστόρημα που έχει και πολλάστηκε βέβαια προσωπικά του The Belger, τον Γιάννη Κόδων, όπου ξεκινάει με αυτή την ιστορία αυτό το μυθιστόρημα.
Υπάρχει μια μικρή ιστορία που έχει αναφέρει η ίδια για το πώς δεν ήξερε πολλά από τους κανόνες ας πούμε του Σαββάρ Βίδρ που έπρεπε να ακολουθήσει κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο ξενοδοχείο, όπου της βάζουν ένα μικρό μπολ με αυτό το ζεστό νερό που βάζανε με τις πετσετούλες για να πλύνει τα χέρια και εκείνη νομίζω ότι είναι σούπα και άρχισε να παίρνει ένα κουτάλι και να πίνει από αυτό το υγρό το οποίο συνήθως έχει λεμόνι ή έχει τέτοια πράγματα όπου άρχισαν οι άλλοι να την περιγελούν με αυτό και αισθάνεται και πάρα πολύ άσχημο ότι αισθάνεται και ότι αυτό το υγό να αποχαχτήσει γι' αυτό ότι έχει καταρρεύσει.
Ήταν πάρα πολύ επιβαρύντικη για την ίδια η Νέα Υόρκη και έτσι όταν επιστρέφει πια στο σπίτι της, στον Ιούλιο δηλαδή, τον επόμενο μήνα, ήδη επιβαρημένη, μαθαίνει και ότι απορρίφθηκε από το θερινό σημινάριο γραφής του Φρανκο Κόνορ στο Χάρβαρντ και καταραίει. δεν μπορεί να φάει, δεν κοιμάται και έτσι παραπέμπεται σε ένα ψυχίατρο, ο οποίος της χορηγεί, τέλος πάντων οι παρεμβάσεις του μάλλον δεν ήταν καθόλου καλές, της χορηγεί πρόχειρα και πόδινα και τραυματικά ηλεκτροσόκ, την βλέπει ως εξωτερική ασθενή, χωρίς καν να υπάρχουν μοιαχαλαρωτικά.
Δηλαδή ήταν μια πολύ επώδυνη εμπειρία, φαντάζομαι και σωματικά και ψυχικά. Να πω εδώ ότι αργότερα, λίγα χρόνια μετά, εισήχθη αυτή η πρακτική του να δίνουμε χαλαρωτικά και είχε και ολική αναισθησία πριν μετά. Και γι' αυτό οι άνθρωποι πάθαιναν και κατάγματα γιατί έκριζαν τραγωκοκαλά τους τα δόντια τους. Οπότε δεν ξέρω αν ήταν τόσο ότι ο ίδιος έκανε κάποια κακή πρακτική όσο ότι δεν συνεφιζόταν ακόμα να δίνονται τέτοια χαλαρωτικά.
Σίγουρα πάντως είναι μια πάρα πολύ τραγματική εμπειρία αυτή. Δεν τη βοήθησε καθόλου και έτσι τον επόμενο μήνα, τον Αύγουστο, αφήνει ένα σημείωμα ότι πάει για πεζοπορία και κρύβεται στο στενό και γεμάτο ειστούς αράθνης χώρο κάτω από τη βεράντα του σπιτιού, έτσι σαν αυτά τα πόρτς που έχουν εκεί στην Αμερική. παίρνει τα υπνοτικά της μαμάς της καταπίνει πάρα πολλά τέτοια και δεν μπορούν να την βρουν. Κινεντοποιούνται οι αρχές, η αστυνομία, οι πρόσκοποι, οι εφημερίδες την ψάχνουν παντού και τελικά καταφερνούν να την βρουν μετά από δύο με τρεις μέρες και με σκυλιά που είχαν βάλει κλπ. Ευτυχώς ακόμα σοτανή.
Ο αδερφός της την βρισκεί τελικά μετά από του πέρασε μια ιδέα ότι μπορεί να βαρίσει και ήταν εκεί γιατί κάτι του είχε αναφέρει και την εντόπισε ο ίδιος μετά. Και το φθινόπορο μεταφέρεται σε κλειστή πλέον ψυχιατρική πτέρυγα, όπου υποβάλλεται τώρα σε κάποιες άλλες θεραπείες που επίσης πρέπει να ήταν πάρα πολύ επόδυνες και βαριές, λέγεται θεραπεία ενσουλήνικου κόμματος.
Επεστάνω σε κόμμα οι άνθρωποι ας πούμε, όλα αυτά. Και έτσι η ποιήτρια που την είχε στηρίξει τότε με την υποτροφία στο κολέγιο, παρεμβαίνει και ξαναδίνει χρήματα και έτσι την μεταφέρουν στην πολυτελή ιδιωτική κλινική Μακλίν. Απόσπασμα ημερολογίου. 3 Νοεμβρίου 1953. 21 ετών. Φοβάμαι. Δεν είμαι σταθερή. Είμαι κούφια. Θέλω να αυτοκτονήσω.
Να ξεφύγω από τις ευθύνες. Να γυρίσω πίσω στη γυλιά της μητέρας μου. Και εκεί συναντά μία ψυχίατρο και νομίζω ακόμα εκκατευόμενη, αν δεν κάνω λάθος, ψυχοδυναμική ψυχογραπέστρια, την Dr. Ruth Busser. Και έτσι εκεί η Σιλβία βρίσκει έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορεί να αρχίσει έτσι λίγο να μιλάει, να ανοίγει κάποια θέματα και αυτή η γυναίκα γενικά θα κρατήσουν ας πούμε επαφή μέχρι το τέλος της ζωής της. Είναι σημαντική η γυναίκα.
κρατούσαν αλληλογραφία με τη Ρουδ μέχρι σχεδόν το τέλος της ζωής της πιας και μάλιστα η Ρουδ είχε και πολύ μεγάλο αριθμό επιστολών κάποια τα έκαψε και έργο τρατομετάνιωσε και υπήρχε και μια ολόκληρη περιπέτεια για αυτά τα γράμματα που θα βρεθούν ποιος θα τα έχει στην ιδιοκτησία του και έχει πει βέβαια και για το γάμο της κάποια πράγματα η Ρουδ με την αλληλογραφία αυτή που έχει στην κατοχή της θα τα πούμε σως μετά Τη διευκολύνει πολύ ένα από τα πράγματα που τη φορήτησε σε αυτή τη σχέση, όπως λέει η ίδια, είναι ότι της έδωσε την άδεια να μισεί τη μητέρα της.
Και ότι είχε πάρα πολύ μεγάλη ενοχή όταν έρχισε και αλληλεγερνητικά πράγματα για εκείνη και την ανακούφισε πάρα πολύ το ότι της έλεγε, έχεις την άδεια να μπορείς να έχεις αλληλεγερνητικά συναισθήματα για εκείνη. Γράμμα στη μητέρα, 1954, 22 ετών. Δεν ξέρω αν είναι κληρονομικό χαρακτηριστικό, αλλά η μικρή μας οικογένεια έχει την τάση να μένει ξύπνια τη νύχτα μισώντας τον εαυτό της για τις ανοησίες της, τεχνικές, λεκτικές ή άλλες, και να αφήνει τις απρόσεκτες, σκληρές παρατηρήσεις να φουντώνουν μέχρι να εξελιχθούν σε κάτι σαν έλκυ.
Ξέρω ότι τις τελευταίες μέρες δίνω μια τεράστια μάχη με τον εαυτό μου Αλλά πέρα από ένα σημείο, ο αγώνας μόνο εξαντλεί Και πρέπει να κλείσεις αυτό το ενοχλητικό μέρος του μυαλού Και να συνεχίσεις χωρίς αυτό, με θάρρος και φιλοσοφία Η παρούσα ζωή σου είναι το πιο σημαντικό πράγμα Γενικά η Ρού θα έλεγε ότι αν η Λεάφκε παραμείνει στην Αμερική Και ήταν αισθαστερή ψυχοθεραπεία Εκείνη πίστευε ότι ίσως θα μπορούσε να είχε σοφεί, όπως και άλλοι ψυχέτροι βέβαια, με διαφορετικές οπτικές ο καθένας.
Έχουν εκφράσει τέτοια επιχειρήματα ότι με άλλες θεραπείες ή με ψυχοθεραπεία θα μπορούσε να υπάρχει ένα άλλο αποτέλεσμα από την τελική της αυτοκτονία. Πάντως εκεί τα πράγματα πάνε καλύτερα, στο συγκεκριμένο νοσοκομείο. των χειμών υποβάλλεται σε νέο κύκλο ηλεκτροσόκ αλλά αυτή τη φορά με μια άλλη διαχείριση υπάρχουν και τα μυοχαλαρωτικά οπότε έρχεται πραγματικά βελτίωση και γρήγορα με τον νέο κύκλο ηλεκτροσόκ σίγουρα όμως και αυτή η γυναίκα τη βοήθησε πάρα πολύ και έτσι όπως γράφει και σε αυτό το πολύ ωραίο βιβλίο της τον Γιάννη Κόδωνα λέει ο Γιάννης Κόδων κρεμόταν με τέρα λίγα πόδια πάνω από το κεφάλι μου ότι λίγο ας πούμε μπόρεσε να ανασάνουν.
Λοιπόν, παίρνει εξιτήριο, επιστρέφει στο κολέγιο της, στο Σμιθ Κόλετς, παίρνει αντικαταθλιπτικά αυτά που υπήρχαν εκείνη την εποχή. Το καλοκαιρί του 1954 έχει μια τραυματική εμπειρία με έναν έτσι άνθρωπο που την κακοποίησε σεξουαλικά, ένα μεγαλύτερο της καθηγητή, κάτι το οποίο το αποκρύβεται, το λέει ακριβώς, στο The Belger.
γράφει τη διατριβή της το The Magic Mirror αναφερέται στο διπλό στον Τοστογεύσκη που όπως ήδη είπε η Αθήνα μάλλον την αφορούσε πάρα πολύ αυτή η έννοια του διπλού, τα διαφορετικά κομμάτια και του δικού της εαυτού και 22 χρονών πια αποφυτά με τον ανώτατο έπαινο και κερδίζει μια υποτροφία για να πάει στο Κέμπριτς και να συνεχίσει εκεί τις σπουδές της και όντως το Σεπτέμβριο αναχωρεί για την Αγγλία και πηγαίνασε να χύφει και τις σπουδές της.
Είναι πολύ διαφορετικό το περιβάλλον του Κέμπριτζ από την Αμερική και το Σμιρτς Κόλλοτζ και λέει και όλος ότι στην Αγγλία δεν υπάρχουν σταρ όπως στην Αμερική. Όλα αυτά που έκανα εκεί στο Ματμουάζ Δέι φωτογραφίσεις για τους Άγγλους δεν λένε απόλυτα στιγμώτα. Βέβαια, εντάξει, εκεί πάλι αρχίζει η κατάθλιψη να επιστρέφει, ξεκινά να πλέπει έναν ψυχίατρο.
Όμως συμβαίνει κάτι σημαντικό που θα αλλάξει όλη της τη ζωή. Στις 25 Φεβρουαρίου του 1956, 23 χρονών, παρευρίσκεται σε ένα πάρτι και εκεί γνωρίζει τον Ted Hughes, έναν ποιητή με φήμη Don Juan, τον οποίο ίδια περιγράφει ως πάνθυρα λιοντάρι έναν άνδρα με τη φωνή του Θεού. Πάλι έρχεται ένας άνδρας Θεός στη ζωή της. υπάρχει μια τελείως κινηματογραφική στιγμή αγριοπάθους όταν γνωρίζονται εκείνος τις αρπάδες του σκουλαρίκη και τη φλάσσο λαιμό και εκείνη τον βαγγώνει στο μάγουλο μέχρι να ματώσει και γράφει στο μητέρα της ότι βρήκε τέλος έναν άντρα αρκετά δυνατό για να σταθεί δίπλα μου είχε διάφορα φλέτη η Σίλβια Πλάσκη παράλληλα αλλά λένε ότι κανείς δεν θα μπορούσε να σταθεί δίπλα της γιατί δεν ήταν ποιητής όσο τέτοιους γιατί βασίσκαν πολύ ο ένας τον άλλον για την πρόθεση της δημιουργικότητάς τους.
Και πολύ σύντομα, τέσσερις μήνες μετά, παντρεύονται κρυφά στο Λονδίνο και μάλιστα τόσο πολύ παδοπούν τους σπιτές στο Bloomsday, τη μέρα της γιορτής για τον Ιδωδησία του James Joyce. Μόνο η μητέρα παρευρίσκεται και ο γάμος είναι κρυφός για να μην χάσει την υποτροφία. Και μετά, ταξίδι του μέλητο στο Παρίσι και στην Ισπανία.
Όταν είναι 24 χρονών, η Σίλβια, το ζευγάρι, μετακομίζει στο Κέμπριτς, το πρώτο το σκηνοσπίτι, και εκεί αρχίζουν να ασχολούνται πάρα πολύ με τον αποκριθισμό, τη μαγεία, έχουν έτσι κάτι τραπεζάκια με πνεύματα, ασχολούνται πάρα πολύ με όλο αυτό το αποκριθιστικό και κάπως εμπνέονται και για τα πείματα τους. Η Σίλβια στηρίζει πάρα πολύ τον άντρα της, δακτυλογραφεί τα κείμενά του, τον στηρίζει να γράψει την ποιήση του και σιγά σιγά ίσως η ίδια στάντη κάπως το βάρος, ότι μένει λίγο πίσω η ίδια.
Το καλοκαίρι μετακομίζουν στην Αμερική, παίρνουν ένα δεύτερο μήνα ας πούμε του μέλητος. Εκεί αρχίζει να πρωτογράφει τον Μπέλτζαρ. Στη συνέχεια επιστρέφει στο Σμιθ Κόλετς και γίνεται καθηγήτρια, διδάσκει εκεί. αρχίζει όμως πάλι να νιώθει ότι πνίγεται ότι δεν μπορεί να φωσίωθεί στην ποιησή της από την άλλη ο άντρας της εκδίδει το The Hawk and the Rain την ποιητική του συλλογή που παίρνει πάρα πολύ μεγάλη αναγνώριση και επιτυχία και εκείνη την εποχή κρυφά αρχίζει πάλι συνεδρίες με την Dr. Brousser που είπαμε νωρίτερα στη συνέχεια μετακομίζουν στη Βοστόνη και η Σίλβη εργάζεται ως δακτυλογράφος, receptionist, σε μια ψυχιατρική πτέρυγα στο Massachusetts General Hospital.
Οπότε, ενώ πριν μερικά χρόνια ήταν τρόφιμη ενός ψυχιατρίου, τώρα σε άλλο πόστο. Εκεί λοιπόν, μπνέεται πάρα πολύ από τις ιστορίες και τους φακέλους των ασθενών και ιδιαίτερα τα όνειρα που βρίσκει εκεί μέσα. Πάρα πολύ την αφορούν τα όνειρα και τα δεκά της όνειρα σε σημείο που φτάνει να γράψει ένα δίγημα με τίτλο Johnny, Panic and the Bible of Dreams.
Στα ελληνικά το έχουν μεταφράσει ο Κυρπανικός και η Βίβλος των Ονείρων. Αυτό το δίγημα. Που είναι έτσι ένα φοβερό πράγμα που στο τέλος μοιάζει να γίνεται ένας σουρεαλιστικός εφιάλτης και για την ίδια προσπαθεί να σώσει τους εφιάλτης των ασθενών. Όλοι οι ασθενείς μάλλον τον λατρεύουν τον Κυρπανικό και θέλουν να αποφύγουν τις θεραπείες και τελευταία στιγμή την πιάνουν και την ίδια οι νοσοκόμες και την υποβάλουν σε ηλεκτροσόκ και έτσι τη στερούν τον αγαπημένο της Κυρπανικό κάπως έτσι το καταλάβουν Από το διήγημα Ο Κυρπανικός και η Βίγλος των Ονείρων 1958 26 ετών Δεν υπάρχει όνειρο που να έχω δακτυλογραφήσει στα αρχεία μας και να μην το γνωρίζω απ' έξω.
Δεν υπάρχει όνειρο που να μην το έχω αντιγράψει στο σπίτι, στην βίβλια των ονείρων του Κυρπανικού. Αυτή είναι η πραγματική μου κλίση. Έχω την περίεργη συνήθεια να ξεχωρίζω τους ανθρώπους που έρχονται από τα όνειρά τους. Κατά τη γνώμη μου, τα όνειρά τους τους κάνουν πιο ξεχωριστούς από οποιοδήποτε όνομα. Εγώ έχω ένα δικό μου όνειρο.
Το μοναδικό μου όνειρο. Το όνειρο των ονείρων Στο όνειρο αυτό υπάρχει μια μεγάλη μη διαφανής λίμνη που απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, πολύ μεγάλη για να δω τις όχθες της, αν έχει όχθες, και ορούμου από πάνω της, κοιτάζοντάς την από τη γυάλινη κοιλιά κάποιου ελικοπτέρου. Στο βυθό της λίμνης, τόσο βαθιά που μπορώ μόνο να φανταστώ τις σκοτεινές μάζες να κινούνται και να σπρώχνονται, βρίσκονται οι πραγματικοί δράκοι.
Τεράστιοι δεν είναι η σωστή λέξη για αυτούς. Έχουν περισσότερες ρητήδες και από τον ίδιο τον Κυρπανικό. Τον Σεπτέμβριο παρακολουθεί σεμινάρια δημιουργικής γραφής και έρχεται σε επαφή και με μια ποιήτρια όπου οι δυο τους αρχίζουν να μιλούν πολύ ανοιχτά. Είναι ανθέξτον η Βρυακή Αυτοκτονισσά. Και μιλούν πάρα πολύ ανοιχτά για την αυτοκτονία, οι δυο τους, πολύ ανοιχτά.
20 Ιουνίου 1958, 26 ετών Το μότο μου εδώ θα μπορούσε να είναι Οι διαθέσεις μου, όπως σε ένα όνειρο, είναι συνδεδεμένες Πάλευα και παλεύω την κατάθλιψη Είναι σαν τη ζωή μου να την διατρέχουν δύο ηλεκτρικά ρεύματα Ένα χαρούμενο θετικό και ένα απελπισμένο αρνητικό Όποιο με διατρέχει μια δεδομένη στιγμή κυριεύει τη ζωή μου, την κατακλείζει Τώρα με κατακλείζει η απόγνωση, σχεδόν η ιστερία, σαν να ασφυκτιώ Σαν να κάθεται μια μεγάλη μοιόδης κουκουβάγια στο στήθος μου Με τα νύχη της να σφίγγουν και να συμπιέζουν την καρδιά μου Και το φθινόπορο, σε ηλικία πια 26-27 ετών, μένουν σε μια καλλιτεχνική επικία στο Γιάντο με τον άντρα της, δεν έχουν χρήματα και μένουν εκεί έτσι λίγο για να στηρίξουν και την ποιησή τους.
Εκεί δεν τα καταφέρνει, δεν παίρνει καλά τις κριτικές, αλλά λίγο ανακουφίζεται από την κατάθλιψη ας πούμε. Μένει και έγκυος και αποφασίζει το ζευγάρι να επιστρέψει οριστικά στην Αγγλία πάλι. Μένει σε ένα λοιπόν μικρό σπίτι στο Λονδίνο. 1η Απριλίου 1960 γεννιέται η κόρη του στο πρώτο τους παιδί Φρίντα. ο Τέντ ως πατέρας εκείνη την εποχή τουλάχιστον μοιάζει να είναι καλός.
Και ειδικά με το κορίτσι. Και ειδικά με το κορίτσι. Βέβαια μετά κάπως το ξέχασε αυτό. Είχε μια ενδιάμεστη αποβολή να πούμε και όλας μέχρι να γεννηθεί ο γιος της, ο Νίκολας με τον οποίο ο Τέντ δεν ήταν και τόσο πολύ συνδεδεμένος. Και μάλιστα επειδή αυτή η αποβολή γίνεται περίπου ένα χρόνο μετά από την επικοινωνία της με την θεραπεύστρια αυτή που λέμε φαίνεται ότι μάλλον η αποβολή έστηκε λίγες μέρες μετά από έναν καυγά που νομίζω την είχε χτυπήσει.
Ήσαν μνημειώδεις καυγάδες και πολύ έντονους και φαίνεται ότι υπήρχε και κάποια σωματική κακοποίηση στη σχέση τους. Ήδη έλεγε ότι οι μάχες είναι με στραμπουλιγμένα δάχτυλα και χαμένους λόγους αυτιών. Εν διάμεσα βέβαια είχε εκδώσει και την συλλογή The Colossus, που εκεί υπάρχουν φυσικά αναφορές στον πατέρα ως κολοσσό, οπότε όλο το έργο διέπεται από την παρουσία του πατέρα με τον νεομετωνοπρόφο.
Και η λέξη πάνθυρας έχει δει τη σημασία, γιατί στα γερμανικά πάνθυρας είναι το Panzer. Panzer είναι ένα είδος γερμανικού tank. και πολλοί αναλυτές των ποιημάτων της και ιδιαίτερα του συγκεκριμένου ποιημάτου στον Ντάντι που είναι για τον πατέρα της λένε ότι η αναφορά με τον Σέζιχο και τον πατέρα της ήταν ότι έβλεπε πολλές ομοιότητες και τον έλεγε Πάντσιρα γιατί της θύμιζε και την προφορά, την γερμανική προφορά του πατέρα της και θύμιζε και το Τάνξ ότι κάπως την σοπαίδωνε.
Εντάξει και στο συγκεκριμένο ποιημάτρο που λέω στον Δεντάντι συγκρίνει τον πατέρα με τον Τέντ και με το μανιφέστο του Χίτλερ. Είναι ξεκάθαρο τι κάνει όλοι αυτή τη συγκρίση. Ήταν από τα ισχυρότερα τάγκ των ναζί, τα πάντσερς. Και πια μπαίνουμε στα τελευταία χρόνια μετακομίζουν στο Κόρτ Γκριν σε ένα τέλος πάντων αδροκτήμα στον Τέβον και επινοικιάζουν το σπίτι τους στο Λονδίνο σε ένα ζευγάρι κλειδί τελικά για τη ζωή τους στον ποιητή David Wavell και στη σύζυγό του Άσια. Στη συνέχεια γεννιέται ο γιος όπως είπαμε και ένα χρόνο μετά αυτοί οι νικάριδες του Λονδίνου τους επισκέπτονται στο εξοχικό τους για ένα Σαββατοκύριακο.
Εκεί η έλξη μεταξύ του Τέντ και της Άσια είναι ηλεκτρική. Η Σίλβια το καταλαβαίνει αμέσως και λίγο μετά αποκαλύπτεται με έναν πολύ δραματικό και κινηματογραφικό τρόπο ότι ο Τέντε έχει σχέση τέλος πάντων ας το τομείνα βγαίνει φλερτάρει με την Άσια τέλος πάντων είναι σκηνικό με ένα τηλέφωνο που τέλος πάντων αντιλαμβάνεται η Σίλβια ότι υπάρχει κάτι σεξουαλικό μεταξύ τους και πριν συνεχίσουμε να πω ότι εκεί στο Ντεβον είχαν φτιάξει μια ονειρική πραγματικότητα για την οικογένειά τους δηλαδή ήταν μια στιγμή που είχαν πάρει μέλησες και ασχολιότανε η Σίλβια με αυτό το χόμπι που παλιά την συνέδε με τον πατέρα της, έκανε υπαστία, δηλαδή δούλευαν, είχαν φτιάξει ένα ιδανικό σκηνικό και φαίνεται κάτι που το έχουν πει και οι αναλυτές της προσωπικότητας του Χιούς, ότι πολλές φορές αυτή η γυρεμία του δημιουργούσε μια βαρεμάρα που ήθελε με έναν τρόπο να την τεράξει.
Ποιος ξέρει και ο ίδιος, αν αναγνωρίζουμε τη δική του ιστορία, πώς αυτό θα μπορούσαμε να το εξηγήσουμε. Αλλά σε μια στιγμή λοιπόν που τα πράγματα πήγαιναν σχετικά καλά για τους ίδιους, ο ίδιος δημιουργεί αυτή τη σχέση με την Άσια, η οποία ήταν ήδη στο δεύτερο γάμο της. Οπότε καταλαβαίνουμε και την αίσθηση της προδοσίας και της εγκατάλειψης πόσο μεγάλη θα ήταν για τη Σίλβια.
τσακώνονται, ο Τέτ φεύγει και τότε η Σίλβια λέγεται ότι μαζεύει προσωπικά του αντικείμενα γράμματα, επιστολές, τρίχες από το ηχτένα του νύχια κομμένα δικά του και φτάγνει μια φωτιά, μια τελειτουργική φωτιά βάζει τα πάντα σε φωτιά στον κήπο για να, δεν ξέρω με έναν μαγικό τρόπο να τον κάψει και λέγεται ότι με έναν τελείως μαγικό τρόπο το μόνο που σώζεται από αυτή τη φωτιά είναι ένα χαρτάκι καμένο το οποίο γράφει Πανωάσια Οπότε φαντάζομαι ότι εκεί πια θα ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τη Σίλβια Φεύγει κλαίγοντας από το σπίτι και σχεδόν πάει να ρίξει το αυτοκίνητο της σε ένα ποτάμι Έχει έρθει και μετά έτσι το μεταξύ να τη στηρίξει Και μετά λέει ότι ενώ στην αρχή κάπως το είπε ότι ήταν από τη σύνχεση Μετά η ίδια είπε ότι μάλλον ήταν μια απόπειρα αυτή Κάνει μια τελευταία προσπάθεια για να σώσουν το γάμο του στην Ιρλανδία Αλλά δεν συμβαίνει αυτό Ο Τέντς την παρατάει στην Ιρλανδία με τα παιδιά και πάει να βρει την Άσια στην Ισπανία.
Ο γάμος τους τελειώνει οριστικά και εντάξει εκεί είναι η αρχή του τέλους στην πραγματικότητα αυτό το πράγμα. Η μητέρα της επιστρέφει από την Αμερική για να τη στηρίξει, να τη βοηθήσει. Η Σίλβια μπαίνει σε μια φρενήρη ψυχική κατάσταση. Πολλοί λένε ότι ήταν σε ένα πια εφημανιακό επεισόδιο είχε μπει. Ξυπνούσε τις 5 το πρωί πριν ξυπνήσουν τα παιδιά, έγραφε ένα ποίημα την ημέρα.
Τότε είναι που έγραψε το Daddy που είπαμε νωρίτερα και το Lady Lazarus. Και είχε μετακομίσει σε εκείνη την περίοδο πάλι στο Λονδέινο και μένει σε ένα πολύ μικρό διαμέρισμα κοντά στην παλιά τους γειτονιά, εκεί στο Regent's Park, στο Primrose Hill, με συνθήκες χειμώνα που ήταν ίσως ο χειρότερος χειμώνας των τελευταίων δεκαετιών.
Με παγωμένους σελήνες, τα παιδιά είναι άρρωστα, η ίδια να έχει χάσει σχεδόν 9 κιλά. Ταυτόχρονα προσπαθεί να τα ρωτήσει. Οπότε περνούσε ένα πολύ μεγάλο σοβαρό καταστροφικό επεισόδιο σε εκείνη την περίοδο. Με παρακαλούσε σχεδόν για να κερδίσει ένα πρωινό. να λέει ότι αν έχω τα πρωινά μου μπορώ να τη μετωπίσω όλη την ημέρα αλλά επειδή τα παιδιά ξεπνάγαν πολύ νωρίς και δεν την άφηναν να έχει την ησυχία της το πρωί αισθανόταν ότι καταραίει Είναι 30 χρονών, είναι η χειρότερη πιθανότητα ίσως στη ζωή της Εκείνη την εποχή βέβαια εκδίδεται και το The Bell Jar Οι πρώτες κριτικές είναι χλιαρές, κάτι που επίσης δεν απογοητεύεται πάρα πολύ Ήδη αλέει ότι η κατάθλιψη επιστρέφει με νύχια κουκουβάγια Είναι σε μόνιμο τρόμο, πανικό. Υπάρχει ένας οικογενειακός γιατρός που την παρακολουθεί και αρχίζει και αυτός να ανησυχεί πάρα πολύ. Καταλαβαίνει τη σοβαρότητα της κατάστασης, προσπαθούν να της βρουν κρεβάτι σε νοσοκομείο για να νοσηλευτεί, αλλά δεν προλαβαίνουν.
στις 11 Φεβρουαρίου του 1963 νωρίς το πρωί ανεβαίνει στο δωμάτιο των παιδιών σφραγίζει τις καραμάδες της πόρτας και του πατώματος με βρεχμένες πετσέτες και μονοτική ταινία για να μην περάσει το αέριο στο δωμάτιο των παιδιών τους αφήνει και δύο ποτήρια με γάλα κατεβαίνει στον κατόροφο στην κουζίνα, σφραγίζει και εκεί την πόρτα, ανοίγει το αέριο του φούρνου και εξαπλώνει ευθύντος το κεφάλι της μέσα, πεθαίνει και στις 9 το πρωί μια νοσοκόμα που είχε κανονιστεί να έρθει την βρίσκει νεκρή. Να πούμε και δύο πράγματα για τη συνέχεια σε σχέση με τα παιδιά της και τον άντρα της πολύ σύντομα. Να πούμε ότι τα παιδιά στην αρχή φροντίστηκαν από τον Τετ και τον αδερφό της Σίλβες και τη γυναίκα του αλλά και την ίδια την Άσια με κάποιο τρόπο η οποία πήγε να μείνει στο σπίτι της Σίλβια μαζί με τον Τέντ τα πρώτο διάστημα λίγο παράδοξο αυτό θα μπορούσε κανείς να πει χωρίς να είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένη με τα παιδιά αλλά ήθελε πολύ να βοηθήσει τον Τέντ τα παιδιά βρέθηκαν εν τέλει
να μένουν και με τη γιαγιά τους στην Αμερική για μεγάλα διαστήματα η κόρη της η Φρίντα είναι καλλιτέχνης η οποία ζει ακόμα και ανθίζει θα μπορούσαμε να πούμε με τον τρόπο της, ενώ αντιθέτως δυστυχώς ο Νίκολας πριν κάποια χρόνια αυτοκτόνησε. Ήταν ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος και με αρκετά κατευθυντικά στοιχεία. Ο Δεντ μετά το θένατο της Σίλβιας σοκαρισμένος θα μπορούσε κανείς να πει εκμυστηρευόταν σε φίλους ότι αυτός ήταν έτοιμος να ξαναβρει με τη Σίλβια και γιατί το έκανε αυτό.
Αποσιοπούσε τα πρώτα χρόνια ότι η Σίλβια είχε αυτοκτονήσει, αυτό σιγά σιγά βγήκε στην επιφάνεια και η σχέση του με την Άσια όμως και ο αρχής να παίρνει κατοβόλτα παρόλο που έκαναν μαζί ένα κοριτάκι τη Σούρα, η Άσια πάντα ένιωθε από εκεί και πάλι όταν στη σκιά της Λίβλας Πλάθ και έκανε επίσης μια απέναννοη μένη πράξη όταν η Σούρα ήταν τεσσάρων χρονών έκανε και εκείνη μια μιμητική πράξη θα λέγαμε, έβαλε και εκείνη τον Γκάζι, ας πούμε, στη κουζίνα είναι ανομένο.
Η διαφορά ήταν ότι εκείνη δεν προστάτευσε το κοριτσάκι της και πέθαναν μαζί και οι δύο από το αέριο στην κουζίνα. Ο Ντέντε μετά απέφευγε βέβαια να αναφέρεται σε αυτά γεγονότα και είχε μια ιστορία με πάρα πολλές εναλλαγές σε συντρόφων, μια πολύ ακατάστατη ζωή, που όμως πάντα έλεγε ότι τον στήχωνε αυτός ο θάνατος της μεγάλου αγάπης της Σίλβιας.
Και κανείς δεν είχε μιλήσει στα παιδιά για το πώς πέθανε η μητέρα τους, μέχρι και την πολύ μεγάλη, και το σημαίνουμε κοντά στο είναι ανοικίωση τους. Ωραία. Να μιλούσαμε, σκέφτομαι λίγο σιγά-σιγά και για την έρευνα που έχουμε κάνει στο Λόγο Ψυχής, μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη των ονείρων της Σίλβιας Πλάθ, μέσα από την ημερολογιά της.
Βέβαια, τα ημερολόγια των τριών τελευταίων χρόνων της ζωής της, καταστράφηκαν από τον Ted Hughes, ο οποίος είπε ότι το έκανε αυτό για να προστατεύσει τα παιδιά. Έχουμε κάποιες μαρτυρίες ότι η Άσια τα είχε διαβάσει και φαινόταν να βγάζει πάρα πολύ θυμό εναντίον της Άσιας και να μιλάει και για το γάμο της με πολύ αρνητικό τρόπο.
Από τα υπάρχοντα, τέλος πάντων, ημερολογιά της, μεταξύ του 1956 και του 1959, για αυτά δηλαδή τα τρία χρόνια, απομονώσαμε 43 όνειρα και από αυτά τα 43 8 εφιάλτες οι οποίοι φαίνονταν συνδεδεμένοι με την έννοια του θανάτου. Τα βάλουμε σε χρονολογική σειρά και μελετήσαμε τρία πράγματα κυρίως, δηλαδή το κατά πόσο υπήρχε μια εξέλιξη στη θεματολογία και θα εξηγήσουμε λίγο παρακάτω τι είναι με βάση αυτό την έννοια της θεματολογίας κατά πόσο υπήρχε η αίσθηση της πρωταγωνίστριας μέσα σε αυτά τα όνειρα, αυτό που λέμε agency, κατά πόσο δηλαδή ήταν μια ενεργής παρουσία ή μια πιο παθητική παρουσία, αλλά και το πώς τελειώναν τα όνειρα, δηλαδή αν τελειώναν με θετικό τρόπο, αρνητικό ή αν υπήρχε ακρεμότητα.
Σίγουρα λοιπόν, σε αυτή τη θεματική του θανάτου, βρήκαμε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, όπως μεταφορές. Η Σίλβια σε αυτά τα όνειρα κάποιες φορές αναφέρεται ως ίσης η Αιγυπτιακή Θεά που συνδέεται και με τη μικρότητα αλλά και με το θάνατο. Όνειρα στο ημερολόγιο 10 Μαρτίου 1956, 24 ετών Θυμάμαι τα όνειρα που είδα τις δύο τελευταίες νύχτες.
Το πρώτο. Κάνω μια ακρόαση για ένα θεατρικό έργο και βρίσκομαι σε ένα τεράστιο γυμναστήριο όπου οι κλόουν και οι ηθοποιοί κάνουν πρόβες. Παντού επικρατούσε μια βαριά ατμόσφαιρα απειλής. Έτρεχα. Τεράστια βάρη έπεφταν στο κεφάλι μου. Μαύρες μπάλες, μαύρα βάρη, τροχοφόρα οχήματα και το ολιστυρό δάπεδο. Όλα προσπαθούσαν να με συνθλίψουν, κινούμενα με βαριές αδέξιες κινήσεις και αποτύχη την κλείτωνα.
Μετά φορούσα το μαύρο παλτό και το μπερέμ. Η ίση σπενθούσε, η ίση σε έψαχνε, περπατούσε σε ένα σκοτεινό έρημο δρόμο. Μπήκα σε ένα καφέ, έψαχνε, έψαχνε και σε μια καρέγλα, κρύβοντας το πρόσωπό του πίσω από μια εφημερίδα, καθόταν ο σκοτεινός, ο ευγενής της χαμογελούσε. Στάθηκα τρομαγμένη και αυτός ξετήληξε το πρόσωπό του και ήρθε μαζί μου Σκοτεινός και γλυκός Αλλά και άλλες μεταφορές βρήκαμε όπως το ελάφι Υπάρχει ένα πολύ χαρακτηριστικό όνειρο που βλέπει ένα ελάφι να είναι σκοτωμένο Είναι ποτίθεται φτιαγμένο από κάποιο γλυκό από τον πατέρα αλλά ο λαιμός του κάπως κρέμεται και φαίνεται να συνδέει αυτή τη μορφή του ελαφιού με τον εαυτό της.
Προς τότε βρήκα και αυτογραφίες όπου χαϊδεύει ένα ελάφι και μου θύμισε λίγο εικόνες από τη Φρίντα που και εκείνη είχε στον κήπο της ελαφάκια και έχει ζωγραφίσει και τον εαυτό της με ελαφάκια. Τη Φρίντα Κάλλο, ναι. Τη Φρίντα Κάλλο έχει την κόρη της. αλλά και βέβαια την πολύ χαρακτηριστική ζωγραφιά της Φρυντακάλλου, όπου εφτώ κεφάλι φρύντα και το σώμα ελαφιού τραυματισμένο από πάρα πολλά βέλη.
Έτσι αυτή τη σύνδεση κάπως κάναμε συνειρμικά. 28 Σεπτεμβρίου 1959, 27 ετών. Ένα όνειρο χθες το βράδυ. Ο πατέρας μου έφτιαχνε ένα σιδερένιο άγαλμα ελαφιού το οποίο είχε ένα ελάτωμα στο χύτευμα του μετάλλου. Το ελάφι ζωντάνεψε και ύστερα έπεσε με σπασμένο λαιμό. Έπρεπε να το πυροβολήσουν. Κατηγόρησα τον πατέρα μου πως το σκότωσε λόγω της ελατωματικής του τεχνικής.
Και έχει αρκετή σημασία έτσι να πούμε και πράγματα που αναφέραμε και σε σχέση με τον Κάφκα. Σε Χρήστον τα μιλούσαμε. Έχεις κάνει μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση μεταξύ των ονείρων του Κάφκα και των ονείρων της Σίλβιας Πλάστα, αν θες να μας πεις. Ναι, έτσι μια σκέψη περισσότερο. Στα όνειρα της Σίλβια, όπως είπες, θα την υπάρχουν όλα αυτά τα σύμβολα, τα στοιχεία.
Είναι πραγματικά τρομακτικά και να τα διαβάζεις, δεστοπικά όνειρα, είναι ότι γεννάει νεκρά μωρά, σκιές και νεκροί ζωντανεύουν και την κυνηγούν και θέλουν να την σκοτώσουν. Όλο αυτό το πράγμα είναι πάρα πολύ έντονο. το ενδιαφέρον είναι ότι στα όνειρά της αυτό που βρήκατε στην έρευνα του λογοψυχής είναι ότι όσο εξελίσσονται τα όνειρα και προχωρούν υπάρχει μία μετατόπιση, μία μετακίνηση δηλαδή ενώ στην αρχή είναι λίγο πιο σουρεαλιστικά πιο αθυρημένα πιο απρόσωπα όσο περνάει τα όνειρα και εξελίσσει η αφήγηση γίνεται όλο και πιο ρεαλιστικά δηλαδή δεν είναι ίσοι είναι οι ίδιοι που την κυνηγάνουν να τις σκοτώσουν, ας πούμε.
Είναι, λοιπόν, προσωπικά, είναι συγκεκριμένα, ρεαλιστικά. Αυτό σε προηγούμενα επεισόδια μας, και ένα από αυτά είναι το καύκα, είχαμε συζητήσει ότι είναι στοιχεία, δηλαδή η μετάβαση από τον σορρεαλισμό, στην κυριολεξία, από το αφιερημένο στο προσωπικό, ότι αυτό είναι ένα στοιχείο που συνήθως το θεωρούμε καλό για τα όνειρα.
Στον καύκα, ας πούμε, θυμόμαστε ότι όσο πιο πολύ γινόταν συγκεκριμένα τα πρόσωπα, αντί για γίγαντες έβλεπε το πατέρα του, τόσο πιο πολύ ο ίδιος δυνάμωνε και φαινόταν ότι υπήρχε μια απευαισθητοποίηση των θεμάτων. Βελτιωνόταν η ψυχική του κατάσταση και σαν να λύνονταν, ας το πούμε έτσι, τα θέματα του. Στη Σίλβια υπάρχει ίδια πορεία, μόνο που συμβαίνει το αρκούς αντίστροφο.
Όσο πιο πολύ το σκηνικό καθαρίζει, τόσο πιο πολύ η ίδια που βουλιάζει στην κατάθλιψη και το κάλεσμα του θανάτου γίνεται κοφαντικό. Βέβαια όπως συζητήσαμε, κάτι λίγη εκεί. Είναι αυτό που ανέφερα πριν η εξέλιξη του θέματος της θεματικής του θανάτου που όπως είπες γίνεται όλο και πιο κυριολεκτικό, περισσότερο ρεαλιστικό, συγκεκριμένο προσωπικό όμως λείπουν τα άλλα δύο στοιχεία. Ενώ δηλαδή το πρώτο μας ταιριάζει με τον Γκάφκα είχαν την ίδια πορεία.
Εκεί που διαφέρουν είναι στην αίσθηση του πρωταγωνιστή που είπαμε στο agency. Δεν υπάρχει δηλαδή αυτή η αίσθηση, αλλά υπάρχει μια παθητική στάση επένδυσης στη ζωή. Και επίσης το τέλος των ονείρων είναι είτε ερνητικό είτε μένει σε κρεμότητα. Σε αντίθεση με τη σειρά ονείρων του Kafka, όπου σιγά σιγά ήταν και πιο ενδυναμωμένος και αναλάμβανε και περισσότερο δράση ως ενεργός πρωταγωνιστής.
Οπότε από τις τρεις αυτές ας πούμε κατηγορίες με βάση τις οποίες κάναμε την ανάλυση, η μία ήταν ίδια με τον Κάφκα αλλά οι δύο έφεραν. Τελικά η απευαισθητοποίηση σκέφτομαι στην περίπτωση της Σιλβία ήταν ο θάνατος. Δηλαδή ερχόταν πιο κοντά στο θάνατο και εμένα αυτό μου θυμίζει και το επεισόδιο μας με τον Φρόιντ, το δεύτερο επεισόδιο, το πρώτο της σειράς των μύρων, όπου εκεί μιλάμε πολύ για τους εκφιάλτες και για τα όνειρα PTSD.
όπου εκεί δεν υπάρχει καμία μεταφορά. Οι άνθρωποι βλέπουν ομά σε επανάληψη τη στιγμή ας πούμε του κεντρίνου ή του επικείμενου θανάτου τους. Οπότε μάλλον είναι PTSD όνειρα σκέφτομαι αυτά που βλέπει εκεί. Σίγουρα είναι PTSD όνειρα και αυτό μας φέρνει και σε έρευνες που πλέον έχουμε και πολύ πρόσφατες που δείχνουν ότι οι άνθρωποι που βλέπουν ερφιάλτες και επαναλαμβανόμενους ορίζει να είναι απαραίτητο ότι αντικατοκτρίζουν ακριβώς την πραγματικότητα που έχουν ζήσει, μια συγκεκριμένη δηλαδή απώλεια ας πούμε του πατέρα της, παρόλο που τα είναι εφιάιτες, πολύ ρομακτικοί, επαναλαμβανόμενοι, πιο συχνοί από ό,τι έχει ο μέσος άνθρωπος και αυτό φαίνεται και στις σύγχρονες έρευνες ότι είναι ένα σημάδι και χρόνιου μεταπραγματικού συνδρόμου ή σύνθετου, πολλές φορές το αναφέρουμε, και είναι και ένα σημάδι αυτοκτονικότητας που πρέπει να προβληματίσει τους επεγγελματίες πληθυσμικής υγείας.
Όταν δηλαδή έχουμε ανθρώπους με σύνθετα τραύματα, χρόνια, που βλέπουν πολύ μεγάλη συχνότητα τέτοιων εφιαλτών, μπορεί να βλέπουν και δύο τέτοιων εφιαλτών τη βδομάδα. Αυτό είναι ένα πολύ ανεκτυπικό σημάδι. Μάλιστα μια έρευνα του 2025 λέει ότι η επόμενη μέρα είναι μια επικίνδυνη μέρα από ένα τέτοιο όνειρο. Φυσικά μιλάμε για ανθρώπους με αυτοπτονικό ιδεασμό και τέτοιου τύπου δυσκολίες.
Ναι και όχι μόνο θα έλεγα. Μπορεί για κάποιες φορές να μην έχουν συνειδητά αυτό το αυτοπτονικό ιδεασμό αλλά βλέπουμε μέσα στα όνειρά τους να επανελωμπάνται αυτό το μοτίβο του θανάτου και στο ξύπνο τους κάποιες φορές να το αρνούνται αυτό ή πραγματικά να μην το έχουν στο νό τους. Έτσι, έχω στο νόμο θεραπευόμενους που είτε στα όνειρά τους, αλλά είτε και στα παραμιλητά τους κάποιες φορές μιλούσαν για την επιθυμία του θανάτου και στο ξύπνιο τους αρνούνταν πλησματικά οποιαδήποτε σχέση με αυτή τη σκέψη.
Καλά, και μάλλον αυτό συνέβη και στην περίπτωση της Φίλβια, γιατί είπαν ότι υπήρχε η έννοια του διπλού και ένα κομμάτι ζωής και ένα κομμάτι θανάτου στον ξύπνιο της. Ας πούμε, εγώ σκεφτόμουν το The Bell Jar όταν το είχα διαβάσει σκεφτόμουν τι ωραία, είχε ένα happy end και η ζωή της κανένα τέτοιο happy end δεν είχε. Στον ύπνο της όμως δεν συνέβαινε αυτό.
Στον ύπνο της ήταν όλο μονοκόμματο προς την καταστροφή και τον θάντα. Οπότε αυτά νομίζω είναι ευρήματα με πολύ μεγάλο κλινικό ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που δουλεύουν με αυτόν τον πληθυσμό. Να βλέπουμε δηλαδή και να ακούμε και αυτά που μας λένε οι άνθρωποι στο ξύπνο τους συνειδητά, ακόμα και κομμάτια από τα ημερολογιά τους, δράματα, αλλά και ο κόσμος των όνειρων έχει πάρα πολλές πληροφορίες για να συμπληρώσουν αυτή την εικόνα.
Έτσι, πολλές φορές και στις ψυχιατικές εκτιμήσεις μένουμε στο ότι ρωτάμε τους ανθρώπους αν έχουν κάποιες τέτοιες σκέψεις και κάποιοι μπορεί να μας πούνε όχι και πράγματι μπορείς να δεις ανάμεσα να τις έχουν και να μας παραπλανήσει αυτό και να θεωρήσουμε ότι δεν υπάρχει κάποιος λόγος ανησυχίας ενώ τα όνειρά τους αποκαλύπτουν μια άλλη πραγματικότητα Θεωρούμε ότι αν δεν έχετε σκέψη ή αν δεν έχει εναργωνομένο σχέδιο ότι είναι παράγοντας προστασίας Και είχαμε πει επίσης από το πρώτο μας κιόλας επεισόδιο του πρώτου κύκλου Όταν μιλήσαμε για τη Βρετίνα Γολφ και τις έρευνες που εκεί έχουμε κάνει, ότι αυτό που ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι να υπάρχουν και οι δύο φωνές παρούσες είτε στα γραπτά είτε στα προφορικά είτε και στα όνειρα των ανθρώπων.
Φωνές ζωής, φωνές πιο καταθλιπτικές, οι οποίες όμως να υπάρχουν είτε σε ισορροπία είτε οι φωνές για τη ζωή να είναι πιο ισχυρές. όταν αρχίζουν να επικρατούν οι φωνές του θανάτου, είτε στο ξύπνιο είτε στον ύπνο, τότε πραγματικά είναι πολύ ανησυχητικό. Και είναι ίσως λίγο παραπιαννητικό και για μας, ας πούμε, να μένουμε στο ότι ο θεραπευόμενός μας έχει δεσμευτεί με τη ζωή προφορικά.
Πολλές φορές λέμε, μα έχουμε κάνει ένα συμβόλαιο με το θεραπευόμενο, ότι όσοι είναι στη θεραπεία δεν θα κάνει κάτι να βιάψει τον εαυτό του. Αλλά υπάρχουν και οι άλλες φωνές που έχουμε δει και στο Βαν Κόχ, το είπαμε αυτό στο επόμενο επεισόδιο, που δεν ακούνε καθόλου. Ούτε έχουν καμία συμφωνία με κανέναν θεραπευτή. Δρούν μόνες τους και αυτόνομα.
Κοιτάξτε και έχουμε στο νόμος ότι μια απόπειρα μπορεί να είναι μια απόλυτα συνερητή πράξη που δεν μπορεί να μην είναι. Δηλαδή δεν είναι μια πράξη που επιτελικά κάποιος λέει εγώ θα κάνω αυτό, θα κάνω αυτή την κίνηση, θα κάνω την άλλη. Δηλαδή, εγώ δούλευα με μια γυναίκα η οποία ανέβαινε κάθε απόγευμα και άπλωνε στην ταράτσα τα ρούχα της.
Και κάποια στιγμή είπε, ήταν σε πολύ δαρκή κατάθλιψη, ζούσε στην Αυστραλία και είχε κάνει αυτό που τώρα λέμε ηλεκτροσόκ, που είναι πολύ οργανωμένο με νάρκωση κτλ. και δεν την είχε βοηθήσει τίποτα. και κάποια στιγμή καθώς βρισκόταν στην ταράτσα είπε «Δεν κοιμάμαι λίγο, που είμαι λίγο κουρασμένη» και κάθεσε στην άκρη της κοπαστέης ας πούμε του κάγκελου και έπεσε από το κάγκελου.
Και παίζησε βέβαια. Και είναι μια χαρά. Και αυτό βέβαια ήταν ένας πολύ παθητικός δρόμος και καθόλου οργανωμένος. Όταν μετά από πολύ καιρό που δουλεύαμε τη ρώτησα «Αλήθεια τώρα, το έχεις σκεφτεί ποτέ όμως ότι αυτό μπορεί να το έκανες» Είπε κάποια στιγμή καθώς ανέβαινα, κοίταξα το κάκιο λόγο και είπα, θα μπορούσα να το κάνω και αυτό, αλλά δεν ήταν καθόλου ένα οργανωμένο σχέδιο, που και μάλιστα τα παιδιά της τις είχαν θυμώσει πολύ.
Της λέγανε, μα καλά είχες τέτοιο σχέδιο και δεν το είχες πει σε κανέναν. Λέει, όχι δεν είχα κανένα οργανωμένο σχέδιο. Υπάρχουν νομίζω διαφορετικές περιπτώσεις. κάποιοι άνθρωποι που το έχουν σκεφτεί και έχουν γράψει και σημειώματα και μέρες πριν, όπως παρ' μοσχάρι με τη Γούλφ ήταν μια τέτοια περίπτωση, αλλά και άλλοι πραγματικά που δρουν πιο ασυνείδητα.
Εγώ έχω στο νου μου και ένα θεραπευόμενο, ο οποίος έχασε το παιδί του από ένα τύχημα και το οποίο θέλω στον εαυτό του υπεύθυνο και οδηγώντας μια μέρα του πέρασε μια σκέψη ότι ποτέ δεν θα το ξεπεράσω λεπτό και ποτέ δεν θα με συγχωρήσει η οικογένειά μου για αυτό που συνέβη και το επόμενο λεπτό βρέθηκε να έχει δακάρι με το ζωοκίνητο του πάνω σε ένα τείχο.
Είναι και αυτές οι περιπτώσεις κάποιες φορές ασυνείδητες από πύρες αυτοκτονίας. Είναι που μας πούμε ότι υπάρχει και κάποιο είδος αυτοκτονίας, που λέμε σκιώδης αυτοκτονία, το shadow suicide, που είναι αυτό που κάποιοι λέγανε και για τον πατέρα της Φλάθ, ότι παραμελώσουμε την ιατρική μου φροντίδα είναι και μια ασκιώδης αυτοκτονία.
Ίσως που δεν έχει σημασία να μιλήσουμε και για μια άλλη έρευνα. Έτσι, Χρήστο, το συζητούσαμε πριν ξεκινήσουμε το podcast, σειρά μάλλον έρευνα, αν θα έλεγα, της Καρτ Ράιτ, που εκείνη εστιάζει πάρα πολύ στην άλλη πλευρά αυτής της αυτοκτονικότητας ή της στάσης να βλάψει κανείς τον αυτό που είναι η δύναμη που έχουν τα όνειρα ως ενδείξεις αυτοίασης.
Πώς δηλαδή ο εγκέφαλός μας μέσα από την ονειρική δραστηριότητα και εφόσον υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις μπορεί να βοηθήσει την θεραπευτική διαδικασία είτε κάποιος είναι σε θεραπεία είτε όχι. Στα δικά της πειράματα οι άνθρωποι δεν βρίσκονταν σε θεραπευτική διαδικασία ούτε έπαιρναν κάποια αγωγή είχαν μια ήπια βέβαια κατάθλιψη και είδε αφού τους προσκάλεσε στο εργαστήριο ύπνου ότι τα όνειρα που έβλεπαν κάτω από κάποιες προϋποθέσεις φαίνεται να είχαν αυτή τη δράση ευτολίασης.
Και οι προϋποθέσεις αυτές, όπως ήδη μια των έχουμε αναφέρει συνεχώς, είναι ο ενεργός ρόλος, το agency, ότι έχουν μια δυνατότητα να ενεργούν και να λύνουν τις δυσκολίες τους. Το ενεργό συνέστημα είναι μια άλλη προϋποθέση και για μένα ένα πολύ σημαντικό έβλεμα. υπάρχει μία σύνδεση στα όνειρα που έχουν κάτι θεραπευτικό πάντα μιλάμε με την παιδική ηλικία.
Είτε άμεση είτε έμεση. Ακόμα και αν δεις ένα παιδάκι, ένα παιδικό ρουχαλάκι. Ενώ στα όνειρα που δεν είναι προοθητικά και είναι σαν της Σύλβιας λείπει αυτό το στοιχείο. Εμένα μου φαίνεται συγκλονιστικό αυτό το έβριμα γιατί αν σκεφτεί κανείς, είναι σαν μέσα από τα όνειρα αυτά να ανανεώνεται Εγώ το φαντάζομαι σαν να ανοίγει το σιρτάρι που απέξω δράθει εαυτός, ταυτότητα, όπου αυτό το σιρτάρι μέσα έχει όλες τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες της ζωής μας και έτσι είναι σαν να παντρεύεται η παρούσα εμπειρία που έχει agency και είναι πιο βελτιωμένη μέσα στο όνειρο, με παλιά κομμάτια αυτού.
Είναι θεωρημένο να γίνεται ένα update στο ποιος είμαι. Τα συγκεκριμένα όνειρα, ένα θετικό update. Αυτό που σχολιάσαμε από εμένα, έτσι μου έκανε πολύ εντύπωση, είναι ότι στα όνειρα της Ήλβε υπάρχουν νεκρά μωρά, γεννάει νεκρά μωρά που κανείς θα έλεγε μάθω και αυτή είχε έτσι κοίηση, μια κοίηση που δεν ήταν επιτυχημένη. Αλλά σε ένα τρίτο επίπεδο ανάλυσης σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσε να είναι και το δικό της εσωτερικό παιδικό κομμάτι, το οποίο όμως γεννιέται νεκρό.
Άρα τελικά δεν αφομιώνεται το παρόν στο παρελθόν Αλλά μάλλον το παρελθόν φυλακίζει το παρόν σε έναν θάνατο Κάπως έτσι το σκεφτήκαν 15 Νοεμβρίου 1959 27 ετών Κακά όνειρα ότι πεθαίνω κατά τον τοκετό σε ένα άγνωστο νοσοκομείο Χωρίς να μπορώ να δω τον Τέντ ή ότι γεννάω ένα μπλε μωρό ή ένα παραμορφωμένο μωρό, το οποίο δεν θα μου επέτρεπαν να δω.
Και υπάρχει και το επόμενο τελικό κριτήριο που είναι ότι οι ονειρικές ιστορίες που φαίνεται να βοηθούν την αυτοείαση προσανατολίζουν τον ονειρευόμενο προς τον έλλον, κάτι που εδώ πέρα έλειπε παντελώς. Υπήρχε δηλαδή αυτή η αναφορά σε κάτι παιδικό, όπως είπες, το οποίο όμως ήταν νεκρό και έλειπε και ο προσανατολισμός προς το μέλλον.
Δηλαδή, περιμένουμε ότι μια ιστορία ονειρική, αυτοοιασής, έχει τα χαρακτηριστικά που θα θέλαμε να έχει και μια καλή ιστορία μέσα στην ψυχοθεραπεία. Δηλαδή, να έχει αναφορά στο παρελθόν, στο παρόν, στο μέλλον, με agency, ενεργό πρωταγωνιστή δηλαδή, και έντονη έκφραση συναισθήματος. Αυτά είναι που επιδιώκουμε να συμβαίνουν και μέσα στη θεραπευτική διαδικασία.
Και να πω και λίγο ότι και δουλεύοντας μέσα στη θεραπεία με εφιάριτες των θεραπευόμενών μας είναι πολύ σημαντικό να τους ενισχύσουμε έστω και μέσα από τη φαντασία τους αυτά τα χαρακτηριστικά να τους βοηθήσουμε δηλαδή να ολοκληρώσουν ή να τελειώσουν το όνειρο με ένα διαφορετικό τρόπο έτσι ώστε να εμπεριέξουν αυτά τα στοιχεία και κυρίως ένα τέλος που θα μπορούσε να τους οδηγήσει σε ένα σημείο ανδυνάμωσης και ασφάλειας.
Κάτι που δεν είναι τόσο απλό. Έτσι συζητούσαμε και πριν ξεκινήσουμε την εγγραφή ότι μπορεί να ζητήσουμε σε θεραπευόμενους που βλέπουν φιάριτες να ολοκληρώσουν ένα όνειρο ή να το επεκτείνουν ώστε να νιώθουν ασφαλείς και ανδυναμωμένοι, αλλά δυσκολεύονται πάρα πολύ να το κάνουν. Έχω στο μυαλό μου μια θεραπευόμενη που αρνιόταν να δει τον εαυτό τους, να μην είναι γδαρμένη από την κορφή μέχρι να είχε τραυματισμένη.
Έφτανε σε ένα σημείο που θα μπορούσε ίσως να την βοηθήσει κάποιος, μέσα από μια μακρά πορεία μέσα από το δάσος που έχει υποστεί τα πάνδυνα. Παρ' όλα αυτά δεν μπορούσε να αλλάξει αυτό το στοιχείο του να μην φτάνω κατά τραυματισμένη και σκισμένη, ας πούμε. Τι κόστι με ένα θεραπευόμενο που είτε μέσω της φαντασίας, σε μια προσπάθεια να συνεχίσουμε το όνειρό του.
Είτε και μέσα από την επεξεργασία ενός άλλου θεραπευτικού μοντέλ που ίσως κάποιοι το γνωρίζουν, το EMDR που πάλι μας πηγαίνει σε μια κατάσταση, μερικές φορές ημιονηρική τέλος πάντων, έλεγε ότι δεν μπορώ, τα πόδια μου είναι δεμένα. Ακόμα και τώρα που φαντάζομαι έχω γύψο στο πόδι μου, δεν μπορώ να το... Και όλο γίνεται σε ένα τα καταφέρνω, δεν τα καταφέρνω, τα καταφέρνω, δεν τα καταφέρνω.
Πάντως, νομίζω ότι είναι σημαντικό να κρατήσουμε ότι αυτοί οι φιάλτες δεν είναι μια θανατική καταδίκη και ποινή. Αυτό συζητάμε, ότι μέσω της θεραπείας μπορούμε να επέμβουμε και μπορούμε κάτι να κάνουμε για όλο αυτό το πράγμα. Οπότε, δεν είναι να φοβόμαστε τα όνειρά μας, αλλά να τα ακούμε προσεκτικά για να τα βοηθήσουμε να μας βοηθήσουν.
Και ίσως να καταφεύγουμε και σε βοηθείες που δημιουργούν ασφαλή πλαίσια ώστε όλα αυτά τα πράγματα να μπορούμε να τα εξεργαστούμε, να μην το κάνουμε αυτό μόνοι μας. Εντάξει και πόσο όπως και η θεραπεία είναι ένα πράγμα το οποίο χτίζεται σταδιακά δεν είναι και η παρέμβαση σε ένα όνειρο να γίνει ξαφνικά μια μαγική γιατί αυτό κάποια φορά μπορεί να τους τρομάζει και τους ανθρώπους ότι θα κάνουν μια τραγική παρέμβαση που θα πρέπει να τα αλλάξουν όλοι ενώ με πολύ πολύ μικρές αλλαγές Μπορεί να αλλάξει Λίγο το πλαίσιο να αλλάξει Σαν είναι η μέρα ή η νύχτα Να αλλάξει σαν βρέχει Μικρές αλλαγές Μπορεί σταδιακά να χτίζουμε Ακόμα και κάποια πανελαμβανόμενα όνειρα Να αλλάζουν Πάντως η αίσθηση αβοηθησίας Στο να αλλάξει κάποιος το σενάριο Και στο ξύπνιο του ρονίρου Ταιριάζει με την αίσθηση αβοηθησίας Που νιώθει γενικά στη ζωή του Αυτό είναι σημαντικό και αυτή η αίσθηση αυελθιστίας βελτιώνεται πολύ σταδιακά μέσα σε ένα πάρα πολύ ασφαλές περιβάλλον θεραπευτικό.
Από τα πρώτα ποίηματα, 1948, 16 ετών. Με ρωτάς γιατί ευθιερώνω τη ζωή μου στο γράψιμο? Μήπως το βρίσκω διασκεδαστικό? Αξίζει τον κόπο? Και πάνω απ' όλα, αποδίδει χρήματα? Αν όχι, τότε υπάρχει κάποιος λόγος. Γράφω μόνο και μόνο επειδή υπάρχει μια φωνή μέσα μου που δεν ησυχάζει. Ωραία, όλο χλεινάσαμε για σήμερα. Και η προσπάθειά μας ήταν και όλη η δουλειά και όλο το έργο της ΣΕΡΒΙΑ ΠΟΛΛΑΘΕΝΑ να μην μείνουμε μόνο στα αρνητικά, αλλά να αξιοποιήσουμε κάπως και όλο αυτό στο να βοηθήσουμε και τους αυτούς μας και τους υπόλοιπους.
Χαιρόμαστε που σας καταβρίσκουμε στο νέο μας κύκλο και θα τα πούμε στο επόμενο εξώδιο.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα