Ανατριχιαστικές Ιστορίες Κατασκήνωσης | Ιστορίες Γύρω από τη Φωτιά
Something WickedΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που ακούγονται καλύτερα τη νύχτα. Σε αυτό το πρώτο επεισόδιο συγκέντρωσα μερικές από τις πιο αγαπημένες ιστορίες που λέγονταν γύρω από φωτιές σε κατασκηνώσεις, παρέες και νυχτερινές συγκεντρώσεις. Παλιούς θρύλους, ανατριχιαστικές συναντήσεις, παράξενα περιστατικά και ιστορίες που πέρασαν από στόμα σε στόμα για χρόνια. Κάποιες είναι γνωστές ιστορίες κατασκήνωσης. Άλλες μοιάζουν περισσότερο με προσωπικές εμπειρίες. Όλες όμως έχουν κάτι κοινό: αφήνουν πίσω τους εκείνη τ...
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Γεια σας φίλοι και χτροί, καλώς ήρθατε σε ένα ακόμα podcast. Το σημερινό θα είναι λίγο χαοτικό. Τι μου κάνετε, πώς είστε? Ελπίζω όλοι να είστε πάρα πολύ καλά και ξέρω ότι παρατηρήσατε ότι έλειπα. Έλειπα σύνολο περίπου δύο εβδομάδες και ο λόγος για αυτό είναι το γεγονός ότι η ζωή με χτύπησε σαν τρένο, με τη θετική έννοια, αλλά έγινε αυτό που λέμε, ρε παιδί μου, δεν γίνεται τίποτα για κάποιους μήνες και μετά, όλα γίνονται μέσα σε ένα μήνα και έγιναν τα πάντα μέσα σε ένα μήνα και πάνω από αυτό πήγα διακοπές, εξαιρετικές διακοπές στην Κρήτη.
Έχω πολλά να πω για την Κρήτη. Παιδιά, τι φιλόξενοι που είστε. Δεν το περίμενα. Με χτύπησαν με το που είπα ότι είμαι στην Κρήτη. Μου ήρθανε εκατοντάδες μηνύματα με προτάσεις για μαγαζιά. Με προτάσεις να έρθω να πάμε κάπου να πιούμε. Με προτάσεις να πάω κάπου να φάμε. Με προτάσεις να μου πείτε τις καλύτερες παραλίες. Τένα τ' άλλο.
αλλά Κρήτη είχα έρθει για το event του άντρα μου. Μαγείρευες ένα ξενοδοχείο πάρα πολύ ωραίο ξενοδοχείο. Περάσαμε υπέροχα πολύ φιλόξενοι όλοι. Γνώρισα αρκετούς εκεί ανθρώπους που βλέπουν το κανάλι ή που με ακούνε Γεια σας παιδιά. Ξέχασα το λάπτοπ στο λόμπι του ξενοδοχείου. Γι' αυτός είναι ο λόγος κυρίως που έλειπα τόσο καιρό γιατί ξέχασα το λάπτοπ την τελευταία μέρα που ήμασταν εκεί.
γιατί εκείνες τις τρεις μέρες είχα πάλει εργάτες στο σπίτι να έρχονται για τον τείχο. Όσοι παρακολουθείτε αυτή την ιστορία, είμαστε πάρα πολύ κοντά στο να τελειώσει αυτό το θέμα, αλλά είχα εργάτες να έρχονται στο σπίτι να δουλεύουν τον τείχο, να τον φτιάξουν που τέλος πάντων είχε νερά ο τείχος, και δεν το είχα προσέξει και πέρασαν τρεις μέρες, και τρεις μέρες μετά είμαι σφασί, οπ, το λάβετε που είναι.
και εν τέλει ήταν το πιο θετικό, ας πούμε, τελικό αποτέλεσμα. Το ξέχασα στο λόμπι του ξενοδοχείου γιατί προφανώς το βρήκανε, μπόρεσε να μου το στείλουν πίσω, όλα καλά. Το θέμα είναι ότι πλήρωσα courier και πλήρωσα τον ακριβό courier για να μου έρθει γρήγορα και έκανε μια μισή εβδομάδα, δύο να έρθει. Οπότε εξού και η απουσία μου.
Δεν σας ξέχασα, δεν σας παράτησα, απλά πρακτικά δεν μπορούσα. έκατσα μέχρι και προσπάθησα να μάθω να μοντάρω βίντεο στο κινητό μου δεν ξέρω πώς το κάνετε, ξέρω ότι έχω δει πάρα πολλοί κόσμοι που το κάνουν δεν ξέρω πώς το κάνετε, νιώθω 70 χρονών κάθε φορά που προσπαθώ να το κάνω στη μικρή οθόνη που πρακτικά δεν είναι καθόλου μικρή έτσι είχα ένα μυστήρα να τρέχει τόση ώρα και μόλις τώρα μου πέρασε από το μυαλό ότι πιθανά για εσάς δεν είναι και ότι πιο ευχάριστο αυτό και ότι μπορεί να ακούγεται λίγο περίεργο Όπως έλεγα λοιπόν, ναι δυσκολεύομαι πάρα πολύ να κάνω μοντάζ ή να κάνω edit στο κινητό μου, νιώθω ότι η οθόνη είναι πάρα πολύ μικρή, τα δάχτυλά μου είναι πάρα πολύ μεγάλα, δεν ξέρω πώς το κάνετε, είμαι πάρα πολύ του laptop κορίτσι και είχα όλες τις πληροφορίες και είχα όλο το πρόγραμμα, τα πάντα είχα στο laptop πάνω.
και για να γκρινιάξω έξτρα εννοείται πως ό,τι συνεργασία, ό,τι πιθανή χορηγία, ό,τι πιθανό τέτοιο, μου ήρθε mail εκείνες τις δύο εβδομάδες που δεν είχα το λάπτοπ μου. Και ότι έπρεπε να υπογράψω, γιατί έπρεπε να κάνω εκείνες τις δύο εβδομάδες που δεν είχα το λάπτοπ μου. Δεν πειρήμανα ποτέ να νιώσω τόσο πολύ ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα αν δεν έχω το λάπτοπ μου.
δεν είχα καταλαβεί πόσο κολλημένοι είμαστε εγώ και το λάπτοπ μου, αλλά είμαστε πολλοί. Μετά πολλά, αφού έχει γίνει, η οικογένεια έχει ενωθεί πίσω και όλα πάνε καλά, είμαι εδώ να σας δώσω τις τρομακτικές ιστορίες που σας χρώσταγα. Είναι οι τρομακτικές ιστορίες από τον Ιούνιο, οπότε σας δίνω το βίντεο που σας χρωστάω. Δεν νομίζω να βγάλουμε όλα τα βίντεο που έχασα και να σας τα δώσω όλα αυτά, θα πάνε κάπου πιο μετά στο πρόγραμμα γιατί είναι αρκετά και αδικημενικά δεν θα προλάβω.
Αλλά είμαστε πίσω στο πρόγραμμα. Επίσης για όσους βλέπετε το podcast στο YouTube, όσους βλέπετε το Vidcast τραβάω με μια καινούρια κάμερα. Θέλω να μου πείτε πώς σας φαίνεται. Θέλω να μου πείτε αν σας αρέσει, αν σας αρέσει περισσότερο από την προηγούμενη. Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιώ τη συγκεκριμένη για το συγκεκριμένο υλικό.
δεν ξέρω πώς νιώθω, δεν βλέπω και πάρα πολύ καλά όσο που την αλήθεια είμαι λίγο τυφλή, χρειάζομαι γυαλιά αλλά θέλω να μου πείτε πώς σας φαίνεται η εικόνα και αν μας αρέσει και αν δεν μας αρέσει θα το δω στο μοντάζ, θα είναι αρκετά στενά χώρα άμα το δω στο μοντάζ και το μισώ αλλά δεν πειράζει. Οι σημερινές ιστορίες που έχω μαζέψει και είναι αρκετές είναι πέφτωνα στην κατηγορία της ανατριχιαστικές ιστορίες κατασκήνωσης.
Ήθελα να μαζέψω ανατριχιαστικές ιστορίες που θα έλεγε κανείς στην κατασκήνωση ή όταν πάει ξωροπαιζοπορία και κάθεται γύρω από τη φωτιά κλπ. Λίγο τέτοιο vibe, για μένα ο Ιούνιος, ο Ιούλιος, ο Αύγουστος τέτοια vibes έχουν, ξέρετε την αγάπη μου για το Summer Wind. Οπότε, χωρίς πολλά-πολλά, πάμε στην πρώτη ιστορία η οποία έχει τίτλο «Τα πρόσωπα πίσω από τα τζάμια».
Ένας πεζοπόρος διέσχιζε ένα πυκνό δάσος λουσμένο στο φως του φαγκαριού, όπως είχε κάνει αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Το αφράτο χώμα ενός μονοπατιού που δεν είχε ακόμα χαραχθεί σωστά υποχωρούσε κάτω από τις μπότες του καθώς προχωρούσε όλο και πιο βαθιά μέσα στη νύχτα. Τα μεσάνυχτα είχαν περάσει πρόπολου και ο πεζοπόρος χρειαζόταν απεγνωσμένα ύπνο.
Γονάτισε, έβγαλε το σοκίδιό του από τους ώμους του και ετοιμάστηκε να στήσει τη σκηνή του Μέχρι που πρόσεξε ένα φως κάπου μακριά, στο βάθος Η περίεργειά του ξύπνησε αμέσως και φόρεσε ξανά το σοκίδιό του για να ανακαλύψει την πηγή του φωτός Καθώς πλησίαζε, συνειδητοποίησε πως δεν επροκείται για ένα μοναχικό φως Αλλά για ένα ολόκληρο εξοχικό σπίτι, αχνά φωτισμένο, μέσα στην νεκρική ησυχία της νύχτας Αδιαφορώντας για τους καλούς τρόπους, αποφάσισε να ζητήσει από τον ιδιοκτήτη ένα μέρος να περάσει τη νύχτα Άλλωστε, η σκηνή του μπορούσε να γίνει τρομερά άβολη κάποιες φορές Όμως, παρά τα επαναλυμμένα χτυπήματα πάνω στην βαριά ξελήνη πόρτα, κανείς δεν απάντησε Συνέχισε να χτυπά, και να χτυπά, και να χτυπά Ήλπιζε πως κάποιος βρισκόταν μέσα και θα του πρόσφερε καταφύγιο Ύστερα από αρκετές ακόμα αποτυχημένες προσπάθειες, σούφρωσε τα χείλη του και πήρε μια γρήγορη ηθική απόφαση.
Να κοιμηθεί έξω ή να μπει χωρίς πρόσκληση. Ό,τι δεν ξέρουν, δεν τους βλάπτει, σκέφτηκε. Δοκίμασε το πόμολο για να δει αν θα χρειαστεί διάρρηξη. Προς έκπληξή του, η πόρτα άνοιξε αμέσως. Οι μεντεσέδες έτριξαν ανατριχιαστικά, καθώς μπήκε μέσα και εγκαταστάθηκε σαν να ήταν το σπίτι του. Το εξοχικό ήταν αρκετά απλό. Μια μικρή κουζίνα ενωνόταν με το καθιστικό, στο οποίο υπήρχε μόνο ένας καναπές-κρεβάτι.
Τίποτα το ιδιαίτερο, τίποτα πολυτελές, αλλά σίγουρα καλύτερο από μια σκηνή. Το μόνο πράγμα που τον έκανα να νιώθει άβολα ήταν μια παράξενη συλλογή που είχε ο ένικος του σπιτιού. Μια συλλογή από πίνακες Πίνακες που απεικόνιζαν παραμορφωμένα πρόσωπα με μοχθηρές εκφράσεις Και ακάλυπταν τους στίχους του δωματίου Κάθε καμβάς έμοιαζε να το κοιτάζει με ένα προσωπικό μίσος Μια κακία που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά στη ζωή του Μετά από λίγα λεπτά, γεμάτα μήχανο θαυμασμό και παγωμένη ρίγη Γύρισε την πλάτη του στους πίνακες και ξάπλωσε να κοιμηθεί Μ' αρέσει που αποφάσισε να κοιμηθεί εκεί πέρα γιατί όχι.
Ύστερα από μερικές ώρες, ανήσυχου και κακού ύπνου, ξύπνησε με ένα δυσάρεστο συνέστημα. Ένιωθε βαθιά αναστατωμένος. Σηκώθηκε γρήγορα και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του, αποφασισμένος να φύγει όσο το δυνατόν συντομότερο. καθώς έβαζε τον υπνοσακό του πίσω στο σακίδιο έριξε μια άλλη ματιά στον τείχο για να κοιτάξει ξανά τους παράξενους πίνακες που είχε δει το προηγούμενο βράδυ η καρδιά του πάγωσε δεν υπήρχαν πίνακες υπήρχαν μόνο παράθυρα εγώ θα έχω αφήσει μια κοραδούλα εκεί πέρα στο σπίτι δεν ξέρω για εσάς άρα δηλαδή οι πίνακες αυτοί δεν ήταν από θυμωμένα πρόσωποι που το κοίταγαν Υπήρχαν παράθυρα και υπήρχε κόσμος που ήταν μέσα που το κοίταγε.
Τα παράθυρα όμως κοίταγαν έξω και καλά το background ποιο ήταν των πινάκων. Θέλω να μάθω. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Ο καθρέφτης της λίμνης». Συγγνώμη εκ των προτέρων αν δεν το αποδώσω τέλεια. Το άκουσα να το διηγούνται μόνο μία φορά πριν από πάρα πολλά χρόνια. Ήμασταν σε μία προσκοπική εκδρομή στη βόρεια Ιούτα. Ήταν μια σύντομη εξόρμηση με λίγη πριζοπορία, ψάρεμα, δουλειά για σήματα, τα συνηθισμένα.
Σύμφωνα με τον αρχηγό μας, το μέρος λεγόταν Mirror Lake, λίμνη καθρέφτης. Και είχε έναν παλιό φίλο που είχε κατασκηνώσει εκεί περίπου 25 χρόνια νωρίτερα. Ο φίλος αυτός βρισκόταν εκεί με άλλους δύο άντρες, όλοι γύρω στα 25 τους. Τα πραγματικά τους ονόματα δεν τα θυμάμαι, οπότε ας τους πούμε Steve, Mike και Jacob. Το ταξίδι τους ήταν απολύτως ήρεμο.
Ψάρεμα, χαλάρωση, τίποτα παραπάνω. Δεν υπήρχε αλκοόλ ούτε οποιαδήποτε άλλη ουσία που θα μπορούσε να εξηγήσει παραρμηνίες, λανθασμένες ανάμνήσεις ή υπερβολικούς φόβους. Όμως, το τελευταίο βράδυ της εκδρομής, αφού τακτοποιήθηκαν για ύπνο, ο Στίβ αποκοιμήθηκε. Λίγη ώρα αργότερα εκείνος και ο Μάικ ξύπνησαν μέσα στη σκηνή από ένα θόρυβο που ακουγόταν από μακριά.
Υπέθεσαν ότι εμπρόκειται για κάποιο ζώο στην απέναντι πλευρά της λίμνης. Καθώς συνερχόντουσαν από τον ύπνο πρόσεξαν πως ο Τζέικοπ έλειπε. Στην αρχή δεν ανησύχησαν. Πιθανότατα είχε βγει για να κάνει την ανάγκη του και θα επέστρεφε σε λίγα λεπτά. Όσο όμως περνούσε η ώρα, η ανησυχία τους μεγάλωνε. Τελικά αποφάσισαν να τον αναζητήσουν.
Είχαν μόλις αρχίσει να ψάχνουν γύρω από την κατασκήνωση, πρωτού καν αρχίσουν να φωνάζουν δυνατά το όνομά του, όταν άκουσαν μια διαπεραστική, απάνθρωπη κραυγή. Αμέσως μετά ακολούθησε το ανατριχιαστικό ουρλαχτό του ίδιου του Τζέικο. Τρομοκρατημένοι έτρεξαν πίσω στη σκηνή. Με ψιθριστές φωνές και δάκρυα στα μάτια, η επιβίωση έγινε η μόνη τους προτεραιότητα.
Προσευχόταν όποιο ή ό,τι κι αν είναι που είχε βρει το φίλο τους, να τον είχε συναντήσει τυχαία, ενώ εκείνος έψαχνε ένα μέρος για να πάει στην τουαλέτα, ώστε να μην γνωρίζει που βρισκόταν η σκηνή τους. Θα κοιμόντουσαν να αναλλάξει σε βάρδιες και με το πρώτο φως της ημέρας θα επέστραφαν στην πόλη για να ειδοποιήσουν τις αρχές, με την ελπίδα ότι ο Τζέικοπ ή ότι είχε απομείνει από αυτόν θα μπορούσε να σωθεί.
Οι πρώτες βάρδιες κύλησαν χωρίς προβλήματα. Άρχισαν να χαλαρώνουν και η ελπίδα ότι θα έβγαζαν τη νύχτα ζωντανή δυνάμωνε. Ήρθε ξανά η ώρα του Στίβ να κοιμηθεί. Αυτή τη φορά αποκοιμήθηκε γρήγορα και πιο βαθιά. Το μυαλό του είχε πάψει να βρίσκεται σε συνεχή συναγερμό και η εξάντληση τον είχε καταβάλει. Δεν πέρασε πολλή ώρα μέχρι να το ξυπνήσει ένας φόρυγος μέσα στη σκηνή Ο Μάικ κινούταν νευρικά Ο Στίβ αναστατώθηκε και είδε το φίλο του να φοράει τα παπούτσια του Τον ρώτησε που πήγαινε Καμία απάντηση Ούτε καν μια ένδειξη ότι τον είχε ακούσει Καθώς η νύστα έφευγε και η φρίκη της κατάστασης επέστρεφε στο μυαλό του Ο Στίβ βγήκε από τον υπνόσακο και τον έπιασε από τον ώμο Όταν τον γύρισε να τον κοιτάξει κατάματα, πάγωσε.
Το πρόσωπο του Μάικ ήταν ανέκφραστο. Τα μάτια του όμως ήταν ορθάνυχτα και γυάλιζαν. Ήταν λίες άδειες επιφάνειες, αντανακλαστικές σαν καθρέφτης, σαν τη λίμνη. Μουρμούριζε κάτι ακατάληπτο και ότι έπρεπε να πάει και συνέχιζαν ετοιμάζεται να βγει από τη σκηνή σχεδόν σαν υπνοτισμένους. Ο Στίβ υπέθεσε πως απλώς ήταν μισοκυμισμένος και δεν σκεφτόταν καθαρά.
Προσπάθησε να τον μεταπίσει. Του είπε να περιμένει μέχρι να ξημερώσει, να μαζέψουν τα πράγματά τους και να επιστρέψουμε μαζί στο αυτοκίνητο. Ο Μάικ τον γνούσε εντελώς. Καθώς ο Στιφ άρχισε να γίνεται πιο επιθετικός στην προσπάθειά του να τον συνεφέρει, ακούστηκε ξανά εκείνος ο ήχος. Ο ήχος που είχαν ακούσει νωρίτερα, μόνο που αυτή τη φορά δεν ερχόταν από την άλλη πλευρά της λίμνης.
Ήταν πολύ πιο κοντά. Για πρώτη φορά ο Μάικ έδειξε να αντιδρά Ολόκληρο το σώμα του τεντώθηκε απότομα Το φως του φακού αντανακλάστηκε στα γυάλινα μάτια του Και τότε άρχισε να διάζεται Σαν να ήθελε απεγνωσμένα να βγει από τη σκηνή Σαν κάτι έξω να τον καλούσε Ο Στίβ πανικοβλήθηκε Δεν ήξερε τι να κάνει αλλά ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει το Μάικ να βγει έξω Και να έχει την ίδια μοίρα με τον Τζέικοπ Προσπάθησε να το συγκρατήσει Ο Μάικ αντιστεκόταν με πείσμα, αλήγηστος, μέσα στην παράξενη έκστασή του.
Τελικά ξέφυγε από το κράτημά του και άρχισε να ανοίγει το φερμάρι της εισόδου. Ο Στίβ έπεσε πάνω του και τον γκρέμισε στο έδαφος. Τον ακινητοποίησε με όλο του το βάρος και του κλείσε το στόμα με το χέρι, φοβούμενος πως αν μιλούσε θα καλούσε κοντά το πράγμα που βρισκόταν εκεί έξω. Για μια αιωνιότητα, ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε, έμεινε εκείνητος Με το ζόρι τολμούσε να αναπνεύσει Αγωνιζόταν να συγκροτήσει τον Μάικ κάθε φορά που προσπαθούσε να ελευθερώσει ή να μιλήσει Πεπισμένος ότι δεν είχε ακόμα επανέλθει στον εαυτό του Και τότε, επιτέλους, το φως της αυγής άρχισε να περνά μέσα από τα δέντρα Ο Μάικ σταμάτησε να παλεύει Η παράξενη γυαλάδα εξαφανίστηκε από τα μάτια του Ο καθρέφτης έφυγε. Ο Στίφ τον ρώτησε γιατί προσπαθούσε να φύγει. Ο Μάικ δεν θυμόταν τίποτα. Μέσω στον πανικό τους διέλυσαν την κατασκήνωση, σχεδόν έτρεξαν όλο το μονοπάτι μέχρι το αυτοκίνητο και οδήγησαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν μέχρι να βρουν σήμα στο κινητό και να καλέσουν την αστυνομία.
Ποτέ δεν ρώτησα τον αρχηγό μας μετά την ενδρομή αν όντως γνώριζε κάποιον που ισχυριζόταν ότι όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά ή αν απλώς είχε επινοήσει την ιστορία ή την είχε ακούσει από κάποιον άλλον. Ήταν έξιμος άνθρωπος πάντως. Θα μπορούσα εύκολα να τον φανταστώ να σκαρφίζεται όλη την ιστορία επί τόπου μόνο και μόνο για να την κάνει να μοιάζει αληθινή και συνδεδεμένη με το μέρος όπου κατασκηνώναμε.
Έτσι για να μας τρομάξει. Εγώ σίγουρα είχα ανασταδοθεί Μερικά από τα άλλα παιδιά όμως είχαν τρομοκρατηθεί εντελώς Αργότερα εκείνη το βράδυ καθώς ετοιμαζόμασταν να κοιμηθούμε Συνειδητοποίησαμε ότι ένα από τα παιδιά είχε αποκοιμηθεί μέσα στη σκηνή Ενώ οι υπόλοιποι κάθομασταν έξω και κουβερτιάζαμε Οπότε με όλη τη σκληρότητα που μπορεί να χαρακτηρίζει μια παρέα εφήβων φύγαμε όλοι αθόρυβο από τη σκηνή και προσπαθήσαμε να τον ξυπνήσουμε κάνοντας τον να πιστέψει ότι είχαμε όλοι πέσει θύματα της έκστασης της λίμνης.
Ήταν κατατρομαγμένος για περίπου δύο λεπτά μέχρι που κάποιος τον λυπήθηκε και το αποκάλυψε τη φάρσα. Αν έξερε τον από μένα θα άντεχα λίγα ακόμα λεπτά και θα τον άφηνα να πανικοβληθεί για λίγο περισσότερη ώρα. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Σίντνι σταμάτα». Υπήρχαν μερικές ιστορίες που, από όσο γνωρίζω, ήταν αποκλειστικές για την εκκλησιαστική κατασκήνωση, Cam Galore Maxon, λέγεται, όπου πήγαινα όταν ήμουν παιδί.
Βέβαια ομολογώ ότι ήταν πιθανό κάποιες από αυτές να ήταν γνωστιαστική θρύλη που απλώς προσαρμόστηκαν στο συγκεκριμένο μέρος. Δεν μπορώ να το ξέρουμε σίγουρα. Υπάρχει όμως μία ιστορία για την οποία έχω προσωπική εμπειρία. Η ιστορία της Σίντνεϊ. Η κατασκήνωση είχε χτιστεί σε μια παλιά έκταση που είχε χρησιμοποιηθεί για πολλά διαφορετικά πράγματα μέσα στα χρόνια.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου λειτουργούσε ως οικοτροφείο θηλαίων. Ανάμεσα στις μαθήτριες βρισκόταν ένα κορίτσι που ήταν βαθιά ερωτευμένο με έναν νεαρό, ο οποίος είχε φύγει για να πολεμήσει. Αντάλλασαν συνεχώς γράμματα, ώσπου μία μέρα τα γράμματα σταμάτησαν να έρχονται. Λίγες εβδομάδες αργότερα έμαθε ότι ο αγαπημένος της είχε σκοτωθεί στο μέτωπο Η κοπέλα καταρακώθηκε Τι σημαίνει το καταρακώθηκε Ένιχα Φαντάζομαι σταχωρήθηκε πολύ Τόσο πολύ που κρεμάστηκε στο δωμάτιό της μέσα στον κοιτώνα Μέχρι και σήμερα υπάρχει μια αναμνηστική πλακέτα δίπλα στην πόρτα του δωματίου προς τη μήντης Έτσι για να φρικάρουμε ρε παιδί μου τα παιδιά που μένουν εκεί πέρα Και τώρα θα σας πω κάτι είναι στοιχειωμένο. Έμενα σε εκείνο το δωμάτιο μια χρονιά που δούλευα στην κατασκήνωση.
Ένα βράδυ, μετά τη σιωπητήρια ώρα, ο ανεμιστήρας άναψε από μόνος του. Άρχισε να γυρίζει. Και να γυρίζει όλο και πιο βρυόρα. Όλο και πιο βρυόρα. Μέχρι που άρεσε να τρέμει βία σαν να εμπρόκειτο να ξεκολλήσει από το ταβάνι και να πέσει. Ήξερε τις ιστορίες για τη Σίντνι. Οπότε φώναξα, σταμάτα Σίντνι, είμαι φίλος. Ο ανεμιστήρας σταμάτησε αμέσως.
Και όταν λέω αμέσως, το εννοώ. Δεν επιβράδυνε σταδιακά μέχρι να ακινητοποιηθεί, δεν έχασε στροφές, δεν κύλησε προς μια φυσιολογική πάυση. Ήταν λες και κάποιος, άπλωσε το χέρι του, άρπεξε τα πτερυγεία του ανεμιστήρα και τον ακινητοποίησε επί τοπ. Μερδιεύτηκε λίγο η Σίντνι, ρε παιδί μου, πανικοβλήθηκε και λέει «Κάτσε τώρα, περίμενε, να τον τρομάξουμε και αυτόν».
Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Οι τέσσερις φωτογραφίες». Λατρεύω αυτή την ιστορία. Είναι σύντομη και τόσο όσο πρέπει ανατριχαστική. Ένας φίλος μου και συγκάτοικός μου στο πανεπιστήμιο αποφάσισε ένα καλοκαίρι να κάνει μόνος του πεζοπορία σε διάφορες χώρες του Κολοράντου. Είναι λίγο περίεργος τύπος Από εκείνους που πιστεύουν αυτόματα ότι παλιά τα πράγματα ήταν καλύτερα Τραβάει φωτογραφίες μόνο με φιλμ Έχει μια γελία μεγάλη συλλογή από βινίλια Και γενικά ζει λες και γεννήθηκε σε λάθος εποχή Από την άλλη είναι πολύ εμπειρος κατασκένωτης Οπότε κανείς δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα για αυτόν Για εκείνον ήταν κάτι σαν ταξίδι αυτογνωσίας Τέλος πάντων Φεύγει για δύο μήνες και όταν επιστρέφει αρχίζει να μου μιλά για το ταξίδι.
Ήταν απίστευτο. Μόνος μέσα στη φύση. Τόσα αστέρια. Ξέρετε, τέτοιου είδους πράγματα. Μετά όμως πρόστασε. Υπήρχαν και μερικές μέρες που είχα την αίσθηση ότι κάποιος με παρακολουθούσε. Αλλά δεν συνάντησα ποτέ κανένας στο μονοπάτι. Πολύ περίεργο. Κάποιες φορές νόμιζα ότι είδα κάποιον, αλλά τελικά όχι. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία.
Λίγες μέρες αργότερα πήρε τις φωτογραφίες του από το τοπικό φωτογραφείο όπου εμφάνιζε πάντα τα φιλμ του. Γύρισε στο διαμέρισμά του και άρεσε να μου τις δείχνει, όπως συνήθιζε. Μόνο από αυτή τη φορά κάτι δεν πήγαινε καλά. Έδειχνε διαφορετικός, σαν να τον αποσχολούσε κάτι. Ξεφιλίζω τις φωτογραφίες. Υπέροχα τοπία, βουνά, δάση.
Η σκηνή του στημένει δίπλα σε ένα ποτάμι. Το πρωινό που ετοίμασε στον Καζάκι Και μετά ακριβώς στη μέση της στίβας Τέσσερις φωτογραφίες Τέσσερις φωτογραφίες του ίδιου Μέσα στον υπνό σακό του Να κοιμάται Ο τίτλος της επόμενης ιστορίας Οι σκιές του διαδρόμου Δεν έχω ιστορίες από κατασκηνώσεις Κυρίως επειδή δεν έχω πάει ποτέ για κάμπινγκ Εκεί όπου ζω δεν είναι και τόσο συνηθισμένο Έχω όμως μερικές περίεργες ιστορίες από τη ζωή μου που είναι κάπως ανατριχιαστικές.
Για να δώσω λίγο πλαίσιο, πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου μένοντας δίπλα σε ένα νεκροταφείο. Οπότε ίσως αυτό να είχε κάποια σχέση. Η πρώτη ιστορία που μου έρχεται πάντα στο μυαλό είναι από τότε που μετακομίσαμε στο σπίτι. Ήμουν πολύ μικρός και μοιραζόμουν το δωμάτιο με την αδερφή μου. Η πόρτα έμενε πάντα ανοιχτή ώστε να μπαίνει λίγο φως από το διάδρομο Από το κρεβάτι μου είχα άμεση θέα προς τα εκεί Το θέμα είναι ότι ποτέ δεν ήμουν άνθρωπος που ξαπλώνει και αποκοιμάται αμέσως Ακόμα και σήμερα μπορώ να μείνω ξύπνιος για ώρες πριν με πάρει ο ύπνος Και σχεδόν κάθε βράδυ, λες και ακολουθούσαν πρόγραμμα Δύο σκιές εμφανιζόντουσαν στο διάδρομο και περπατούσαν προς το δωμάτιό μου Το σχήμα τους δεν έμοιαζε να είναι το γονιό μου Μου θύμιζαν περισσότερο δύο γείτονες που είχε η γιαγιά μου Παρ' όλα αυτά πάντα υπέθετα πως ήταν απλώς οι γονείς μου Και ότι το φως δημιουργούσε κάποια περίεργη οπτική ψευδέστηση Έτσι έκλαιναν τα μάτια μου και προσποιούμουν ότι κοιμόμουν
Αυτό συνέχισε για πολύ καιρό Μέχρι που μια μέρα αποφάσισα να σηκωθώ και να τους πω ένα γεια όταν θα εμφανιστούν ξανά Οι σκιές παρουσιάστηκαν όπως πάντα. Σηκώθηκα. Βγήκα στο διάδρομο. Δεν υπήρχε κανείς. Μία άλλη φορά, εγώ και ένας γείτονας παίζαμε έξω αργά το βράδυ. Ήταν ασφαλής περιοχή, οπότε δεν υπήρχε πρόβλημα. Κάναμε ό,τι κάνουν δύο παιδιά που ψάχνουν φαντάσματα.
Κοιτούσαμε μέσα από τα κιάλια προς το σκοτάδι, αναβοκατεβαίναμε σκάλες χωρίς φώτα, προσπαθούσαμε να βρούμε κάτι υπερφυσικό. Κάποια στιγμή αποφασίσαμε να γυρίσουμε σπίτι. Μέναμε σε πολυκατοικία και ανεβαίναμε ξανά τις σκάλες χωρίς να ανάψουμε τα φώτα. Όταν φτάσαμε περίπου στη μέση άκουσα κάποιον να φωνάζει το όνομά μου.
Την ίδια στιγμή ο φίλος μου ορκίζεται πως είδε ένα ζευγάρι μάτια μέσα στο σκοτάδι. Εκείνος ούρλιαξε. Εγώ ούρλιαξα. και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τις σκάλες τρέχοντας πανικόβλητοι προσπαθώντας απεγνωσμένα να φτάσουμε στον διακόπτη. Καθώς έτρεχα, είχα την αίσθηση ότι κάτι μας πλησίαζε από πίσω. Φτάσαμε στον διακόπτη. Τα φώτα άναψαν. Δεν υπήρχε τίποτα.
Καμία σκιά, κανένα πρόσωπο, κανένα μάτι. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας και πήραμε μια σιωπηλή απόφαση. Δεν θα ξαναμενέναμε ποτέ εκείνες τις σκάλες μέσα στο σκοτάδι Και για να είμαι ειλικρινής, μέχρι σήμερα δεν νιώθω άνετα σε εκείνο το κλίμακο στάσιο Αν τα φώτα είναι σβηστά Καθώς μεγάλωνα άρχισα να συλλέγω διάφορα πράγματα Τα λούτρινα βαχνίδια δεν αποτελούσαν εξαίρεση Μία μέρα παίζαμε με φίλους στο σπίτι μου χρησιμοποιώντας τα λούτρινα Και κάποια στιγμή αποφασίσαμε να βγούμε έξω Οι φίλοι μου άφησαν όσα κρατούσαν πάνω στο κρεβάτι μου και έφυγαν.
Εγώ καθυστέρησα λίγο. Πέταξα το λούτρινο που κρατούσα προς το κρεβάτι και προσγιώθηκε στο πλάι. Άρεσα να κατευθύνομαι προς την πόρτα. Ξαφνικά όμως ένιωσα μια παράξενη ανάγκη να επιστρέψω και να το βάλω σωστά. Δεν ξέρω γιατί. Απλώς δεν μου άρεσε που ήταν πεσμένο στο πλάι. Γύριζω πίσω και το λούτρινο ήταν όρθιο. Κανονικά όρθιο.
Εγώ ήμουν ο τελευταίος που έφυγε από το δωμάτιο. Δεν υπήρχε κανείς άλλος στο σπίτι εκείνη τη μέρα εκτός από μένα και τους φίλους μου. Από τότε το λούτρονο πικατσού μου πάντα μου φαίνεται λίγο ύποπτο. Η καμπόλα μου είχε την τάση να ξυπνάει μέσα στη νύχτα. Δεν μπορούμε να πούμε βεβαιότητα αν ξυπνά πραγματικά ή αν βρίσκεται σε κάποια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ονείρου.
Παρ' όλα αυτά, μου είχε πει επανειλημμένα ότι όταν κοιμάται στο δωμάτιό μου, ενώ εγώ βρισκόμουν στο σαλόνι ή ακόμα και κοιμόμουν δίπλα της, έβλεπε μια ψηλή σκοτεινή φιγούρα να στέκεται δίπλα στην πόρτα του δωματίου. Άλλες φορές έλεγε ότι ακουμπούσε το γραφείο μου σαν να την παρακολουθούσε ή σαν να τη φύλαγε. Δεν έδειχνε χθρική, απλώς παρούσα.
Μου είχε πει επίσης ότι ένα βράδυ σηκώθηκε για να πιει νερό και περνώντας έξω από το δωμάτιο της μητέρας μου είδε έναν άντρα με φασματό διόψι να την προκολουθεί καθώς κοιμόταν. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι μάλλον ήταν ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου. Για τη σκοτεινή φιγούρα όμως δεν έχω καμία εξήγηση. Ό,τι και να είναι πάντως δεν φαίνεται να είχε κακές προθέσεις.
Τουλάχιστον έτσι ελπίζω. Ο τίτλος της επόμενης ιστορίας είναι «Η γυναίκα που είναι πάντα εκεί». Ελπίζω να τη θυμάμαι σωστά. Θα την πω συνοπτικά. Υπάρχει ένα πλάσμα που ακολουθεί ανθρώπους και παίρνει τη μορφή άλλων γυναικών όταν βρίσκεται μέσα σε μεγάλες παρέες. Όσο όλοι είναι μαζί, περνά παρατήρητη. Όμως όταν βρεθεί ένας άνδρες μόνος του, τον πλησιάζει, κάθεται κοντά του, του μιλάει, γίνεται οικία μαζί του και τότε τον διαλέγει.
Γίνεται το θύραμά της. Από εκείνη τη στιγμή φροντίζει να παραμένει πάντα κοντά του. Όταν αργότερα όλοι αποσυρθούν για ύπνο, γλιστρά θόρυβα μέσα σε σκηνή ή στην καμπίνα του και τον σκοτώνει. Αυτό όμως δεν είναι το καλύτερο κόμμα της ιστορίας. Όταν τη διηγούμε σε παρέες, πάντα διαλέγω μια συγκεκριμένη στιγμή για να σταματήσω.
Να σηκωθώ δίθεν και να πάρω κάτι ή να δικαιολογήσω ότι πρέπει να πάω τουαλέτα. Μετά επιστρέφω. Μόνο που φροντίζω να καθίσω πιο κοντά από ότι πριν σε κάποιον άντρα της παρέας που έχω επιλέξει από νωρίτερα. Συνήθως κανείς δεν το προσέχει αμέσως. Αλλά κάποιοι το καταλαβαίνουν. Και τότε αρχίζουν να νιώθουν άβολα. Καμιά φορά αν ο τύπος που έχω διαλέξει είναι μέσα στο αστείο, θα ξυπνήσει κάποια τυχαία ώρα μέσα στη νύχτα και θα ουρλέαξει όσο πιο δυνατά μπορεί.
Πάντα για κάτι εντελώς λυλίο. Ό,τι νόμιζε πως είδε ένα φίδι, ότι είδε έναν φιάλτη ή ότι κάτι τον τρόμαξε. Οτιδήποτε. Τις περισσότερες φορές όμως το κάνω μόνιμου και παραδόξως δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Αρκεί η ιστορία. Αρκεί να φύγω για λίγο. Να επιστρέψω και να κάθομαι πιο κοντά από ό,τι πριν. Είναι εντυπωσιακό πόσο γρήγορα μια τόσο απλή ακολουθία κινήσεων μπορεί να κάνει μια ολόκληρη παρέα να κοιτάζει νευρικά γύρω της μέσα στο σκοτάδι.
Ο τίτλος της επόμενης ιστορίας είναι «Ο άντρες με τον παστούνι». Αν βρεθείτε ποτέ για κάμπινγκ στα βουνά του Σαν Γκαμπριέλ, μπορείτε να ειδηγηθείτε αυτή την ιστορία. Πολύ πριν υπάρξει γραπτή ιστορία στην περιοχή, οι Ιθαγινείς φυλές που ζούσαν εκεί μιλούσαν για κάποιους ανθρώπους των βουνών, άντρες που εμφανιζόντουσαν το σούροπο Οι περισσότερες από αυτές τις παραδόσεις μεταφέρονται προφορικά και από όσους γνωρίζω, πολλά από όσα λέγονται παρέμειναν μυστικά, γνωστά μόνο στα μέλη των φυλών και ασπάνια συζητιούντουσαν με ξένους Δεν γνωρίζω τις αυθεντικές ιστορίες Μπορώ όμως να σας πω τι έζησα εγώ πριν από περίπου 6 χρόνια.
Ήταν Φεβρουάριος και μόλις είχα ολοκληρώσει μια βασική εκπαιδευτική των προζωναυτών. Είχα μια εβδομάδα άδεια για να δω την οικογένειά μου πριν να επιστρέψω στην επόμενη φάση της εκπαιδευσής μου. Λίγο μετά την επιστροφή μου, τσακώθηκα με την αδερφή μου. Εκείνη και ο φίλος της κάπνιζαν δίπλα στις εταιρετικά μου πράγματα και δεν ήθελα να μυρίζουν.
Ο καβγάς ξέφυγε περισσότερο από όσο έπρεπε και τελικά αποφάσισε να εξαφανιστώ για μια μέρα. Έτσι πήγα στα βουνά. Σκέφτηκα πως μια πεζοπορία θα με βοηθούσε να καθαρίσω το μυαλό μου και να παραμείνω σε φόρμα. Γύρω το μεσημέρι έφτασα στην αρχή ενός από τα αγαπημένα μου μονοπάτια, για ένα μέρος που λέγεται Hermit Falls. Είναι μια εύκολη διαδρομή που καταλήγει σε ένα καταράχτη και σε φυσικές λεκάνες νερού όπου αρκετοί πηδούν από τα βράχια.
από το μονοπάτι. Καθώς περπατούσα έκανα μηχανικά έναν έλεγχο τα πράγματα μου για να βεβαιωθώ ότι δεν είχα ξεχάσει τίποτα. Γύρισα για μια τελευταία ματιά προς το καταράκτη και τότε πάγωσα. Είχαν έβει αρκετά ψηλά ώστε να φαίνεται ακόμα μια λωρίδα από κόκκινο φως του ήλιου πάνω από την κοιλάδα. Μέσα σε εκείνο το κόκκινο φως στεκόντουσαν πέντε άντρες. Ακίνητοι.
Σχημάτιζαν ένα ημικύκλιο γύρω από το καταράκτη Δεν μπορούσα να διακρίνω χαρακτηριστικά Ήταν μόνο σκοτεινές φιγούρες μπροστά στο φως του δειλινού Έμεινα να τους κοιτάζω Τότε άκουσα ένα θόρυβο πίσω μου Γύρισα απότομα, πεπισμένος ότι κάποιος βρισκόταν ακριβώς δίπλα μου Στην απέναντι όχθη του ρεύματος βρισκόταν ένας ακόμα άντρας Και αυτός βυθισμένος στις σκιές αλλά αρκετά κοντά ώστε να ξεχωρίσω κάποιες λεπτομέρειες.
Φορούσα ένα καπέλο με φαρδί γύσω και κρατούσα ένα μπαστούνι πεζοπορίας. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος. Ύστερα σήκωσε αργά το χέρι του και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Δεν είπε λέξη, δεν έκανε κανέναν ήχο. Απλώς γύρισε και κάθισε μέσα στους θάμνους. Σαν να τον κατάπιε το ίδιο το βουνό. Έμεινα εκεί, ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβω τι είχα δει μόλις τώρα.
Όταν κοίταξα ξανά προς το καταράκτη, το τελευταίο φως είχε πλέον σβήσει. Το σκοτάδι είχε καλύψει τα πάντα. Οι πέντε φιγούρες είχαν εξαφανιστεί. Ή ίσως να βρισκόταν ακόμα εκεί και απλώς να μην μπορούσα πια να τις δω. Και τότε συνέβη κάτι παράξενο. Σαν να άνοιξε ένας διακόπτης. ξαφνικά άκουσα τους γρίλους, τα βατράχια, το νυχτορινό ήχο του βουνού.
Ήταν σαν αυτή η ήχη να υπήρχαν πάντα γύρω μου αλλά κάποιος να τους είχε κρατήσει σβηστούς μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεν έμεινα άλλο. Έτρεξα μέχρι το αυτοκίνητό μου και έφυγα. Για χρόνια δεν μίλησα σε κανέναν γι' αυτό. Μόνο πολύ αργότερα, όταν ένας φίλος ανέφερε κάτι για τις σκιώδεις μορφές που εμφανίζονται σε διάφορους τοπικούς θρύλους, εμφανιζόταν ξανά και ξανά στις ιστορίες των βουνών της Καλιφόρνιας.
Ο άντρας με τον Παστούνη. Υπήρχαν θρύλοι για αυτόν. Παλιές αφηγήσεις. Παράξενες μαρτυρίες. Δεν θυμάμαι πια από ποιες φίλες προερχότανε, ούτε όλες τις λεπτομέρειες. Αλλά αν ψάξετε αρκετά, θα βρείτε και εσείς αναφορές για αυτόν. Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι θα είχε συμβεί αν είχα ακολουθήσει εκείνο το νεύμα. Τι θα είχα βρει μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια του βουνού Τι περίμενε εκεί πέρα Τις περισσότερες φορές όμως προσπαθώ να μην το σκέφτομαι καθόλου Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο Τα τρία δάχτυλα Μη, μη, μη Σε ακούω μέσα στο κεφάλι μου στα μάτα Λοιπόν Θεέ μου, ελπίζω να τη θυμάμαι σωστά Σε ένα δάσος βρέθηκε κάποτε το πτώμα Ενός αρκετά μεγαλώσουμα άντρα Ο θάνατος του είχε έρθει γρήγορα και στη σκηνή δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερα παράξενο που να τραβά την προσοχή των αρετηντών.
Υπήρχε όμως μια λεπτομέρεια. Από το αριστερό του χέρι έλειπαν ο δίκτυς, ο παράμεσος και το μικρό δάχτυλο ή τουλάχιστον τα μισά τους. Η αστυνομία έψαξε παντού αλλά τα κομμένα δάχτυλα δεν βρέθηκαν ποτέ. Δεν υπήρχαν ίχνη, δεν υπήρχαν στοιχεία και κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι είχε συμβεί. Λίγες εβδομάδες αργότερα βρέθηκε άλλο ένα πτώμα.
Αυτή τη φορά εμπρόκειται για έναν άντρα λίγο μικρόσωμο σε σχέση με τον πρώτο. Η υπόθεση ήταν σχεδόν πανομοιότυπη. Ο θάνατος είχε επέλθει γρήγορα, τα ίδια τρία δάχτυλα έλειπαν από τον αριστερό χέρι και πάλι δεν υπήρχαν στοιχεία. Μετά από μερικές ακόμα εβδομάδες βρέθηκε μια γυναίκα Μικρόσωπη Τα ίδια δάχτυλα Το ίδιο χέρι Καμία εξήγησε Και έτσι συνέχισε Κάθε νέο θύμα ήταν λίγο πιο μικρόσωμο από το προηγούμενο Μήνες αργότερα τα θύματα ήταν πλέον έφηβοι Ύστερα παιδιά Όλα με τα ίδια ακριβώς σημάδια Μέχρι που βρέθηκε ένας έφηβος Με μία μικρή διαφορά Από το χέρι του έλειπαν μόνο ο παράμεσος και το μικρό δάχτυλο.
Ο δείκτης ήταν ανέπαφος. Και για πρώτη φορά η αστυνομία βρήκε ένα στοιχείο. Ένα αποτύπωμα. Όταν το εξέτασαν, ανακάλυψαν ότι άνοικε στο προηγούμενο θύμα. Εκείνο που είχε βρεθεί λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Σε εκείνο το σημείο της ιστορίας, ο αφηγητής συνήθως χαμήλωνε τη φωνή του και κοιτούσε τα παιδιά γύρω από τη φωτιά. Τότε οι αστυνομικοί κατάλαβαν τι συνέβαινε.
Έλεγε, ο δολοφόνος δεν διάλεγε τυχαία τα θύματα του. Έψαχνε να βρει δάχτυλα που να τριγιάζουν στα δικά του. Κάθε φορά δοκίμαζε κάποιον λίγο μικρότερο από τον προηγούμενο και μέχρι σήμερα δεν είχε ανακαλύψει αν τα δάχτυλα παιδιών της δικής σας ηλικίας θα τέριαζαν. Και τότε έρχονταν το καλύτερο μέρος. Έβγαζε αργά το γάντι που φορούσε.
Από κάτω φαινόταν ένας παραμορφωμένος δείκτης γεμάτος ουλές. Ο παράμεσος και το μικρό δάχτυλο έλειπαν κατά το ίμιση. Τα παιδιά συνήθως πάγωναν και πριν προλάβουν να αντιδράσουν, ο αφηγητής πεταγόταν ξαφνικά όρθιος, ρουμώντας προς το μέρος τους ενώ ούρταζε. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα ίδιο. Χάος, φωνές, πανικός. Και παιδιά που έτρεχαν τους κάθε κατεύθυνση γύρω από τη φωτιά.
Αργότερα φυσικά τους εξηγούσε την αλήθεια Τα δάχτυλά του δεν τα είχε χάσει από κάποιο σκοτεινό λόγο Είχε τραυματιστεί σοβαρά σε εργατικό ατύχημα χρόνια πριν Οι γιατροί κατάφεραν να σώσουν το δίκτυ του Αλλά ο παράμεσος και το μικρό δάχτυλο δεν στάθηκε δυνατό να αποκατασταθούν πλήρως Παρ' όλα αυτά η ιστορία είχε γίνει παράδοση Κάθε χρόνο στην κατασκήνωση όταν έφτανε η ώρα για τις ιστορίες γύρω από τη φωτιά Τη διηγούταν ξανά Με τον ίδιο τρόπο Με το ίδιο γάντι Με το ίδιο τρομακτικό τέλος Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο Το χρυσό χέρι Αυτή είναι μια παλιά ιστορία που άκουγα πάντα γύρω από τις φωτιές της κατασκηνώσης Και νομίζω πως γίνεται πολύ πιο ανατριχιαστική όταν τη διηγείς αργά Κάποτε ζούσε ένας νεαρός άντρας που είχε ένα μεγάλο όνειρο, να αποκτήσει πλούτη χωρίς να χρειαστεί να βλέψει για αυτά.
Όταν έμαθε πως ένας πλούσιος έμπορος στην περιοχή είχε μια νήπαντρικόρη, αποφάσισε πως είχε βρει την ευκαιρία του. Άρχισε λοιπόν να την πολιορκεί. Από την πρώτη και όλες φορά που τη συνάντησε παρατήρησε κάτι ασυνήθιστο. Το δειξί της χέρι ήταν ολόκληρο φτιαγμένο από χρυσό. Είχε χάσει το αληθινό της χέρι σε κάποιο ατύχημα όταν ήταν παιδί και ο πατέρας της, έχοντας τεράστια περιουσία, είχε αναθέσει σε τεχνίτες να κατασκευάσουν ένα χρυσό τεχνητό μέλος στη θέση του.
Για τον νεαρό, αυτό ήταν η απόλυτη απόδειξη του πλούτου που τον περίμενε. Έτσι συνέχισε το φλερ του με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο. Της μιλούσε για αγάπη, της υποσχόταν ένα κοινό μέλλον, την έκανε να πιστέψει πως την αγαπούσε πραγματικά. Και τελικά εκείνη την ερωτεύτηκε βαθιά. Δεν άρθαν να γίνει ο γάμος. Ο έμπορος χάρισε στο ζαβγάρι μεγάλο μέρος της περιουσίας του και έδωσε στον γαμπρό σημαντική θέση στις επιχειρήσεις του.
Ο νεαρός είχε αποκτήσει ακριβώς ό,τι ήθελε ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Γιατί μόλις εξασφάλισε τα πλούτη του, σταμάτησε να προσποιείται. Δεν ήταν σκληρός μαζί της. Δεν τη χτυπούσε, δεν της φώναζε. Απλώς έπαψε να ενδιαφέρεται. Της αγόραζε δώρα. Καθόταν μαζί της στο τραπέζι. Έκανε όλο όσα έπρεπε να κάνει ένας σύζυγος. Μόνο που η αγάπη είχε εξαφανιστεί.
Και η γυναίκα του το κατάλαβε. Ο άντρας πανικοβλήθηκε. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι θα τα είχαν όλα. Ο καυγάς φούντωσε και μέσα στην οργή του έκανε κάτι που δεν μπορούσε ποτέ να πάρει πίσω. Λίγες στιγμές αργότερα η γυναίκα του βρισκόταν ακίνητη στη βάση της σκάλας του κελαριού. Όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί ήταν ήδη πολύ αργά.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες θρύνου. Ο πατέρας έκλαιγε για την αγαπημένη του κόρη. Οι συγγενείς μαζεύτηκαν, έγινε κηδεία και ο σύζυγος έκλαψε μαζί τους. Η Τουρέξαν έτσι έδειχνε. Όταν όμως έμεινε μόνος του με το φέρετρο, αποκάλυψε το πραγματικό του πρόσωπο. Άνοιξε το καπάκι, κοίταξε για λίγο την νικρή γυναίκα και ύστερα αφαίρεσε το χρυσό της χέρι.
Σκέφτηκε πως δεν υπήρχε λόγος να θα έρθει μαζί του. Εκείνη το βράδυ το έκρυψε κάτω από το μαξιλάρι του. Σκοπεύα να το λιώσει και να το μετατρέψει σε ράβδους χρυσού πριν το δει κανείς. Κοιμήθηκε βαθιά. Μέχρι που κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ξύπνησε από έναν ήχο ή μάλλον από μια φωνή. Μια φωνή τόσο αχνή που έμοιαζε με τον άνεμο.
«Πού είναι το χρυσό μου χέρι» Ο άντρας άνοιξε τα μάτια του. Το σπίτι ήταν σκοτεινό και σιωπηλό. Έπιζε τον εαυτό του πως ήταν αυλός ο αέρας. Τότε η φωνή ακούστηκε ξανά. Πιο δυνατά. Πιο κοντά. «Πού είναι το χρυσό μου χέρι» Η καδιά του άρεσε να χτυπά πιο γρήγορα. Κάπου στο διάδρομο ακούστηκε ένα αργό βήμα. Έπειτα άλλο ένα. Και πάλι η ίδια φωνή.
Αυτή τη φορά σχεδόν έξω από το δωμάτιο. «Πού είναι το χρυσό μου χέρι» Ο άντρας δεν μπορούσε να κουνηθεί. Δεν μπορούσε να φωνάξει. Δεν μπορούσε καν να πάρει το βλέμμα του από την πόρτα. και τότε ένιωσε κάτι. Μια παράξενη ζέστη πίσω από την πλάτη του. Κάτι να κινείται κάτω από το μαξιλάρι. Αργά, σιρτά, σαν να ξυπνούσε. Το πόμολο της πόρτας άρχισε να γυρίζει και η φωνή ακούστηκε για μια τελευταία φορά.
Ακριβώς έξω από το δωμάτιο. «Πού είναι το χρυσό μου χέρι» Το επόμενο πρωί η πυρέτρια βρήκε τον άντρα νεκρό. Το πρόσωπό του ήταν παγωμένο από τον τρόμο. τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει τα χέρια του κρατούσαν ακόμα σφιχτά τα σεντόνια οι γιατροί δεν κατάφεραν ποτέ να εξηγήσουν τι είχε συμβεί όμως όλοι συμφωνούσαν σαν ένα πράγμα το πιο παράξενο στοιχείο ήταν αυτό που βρέθηκε πάνω στο στήθος του το χρυσό χέρι της νεκρής σύζυγου του και τα μεταλλικά του δάχτυλα ήταν σφιχτά τυλιγμένα γύρω από το λαιμό του σο φαρ ψηφίζω αυτήν ως την αγαπημένη μου, δεν ξέρω Φασόλια, όχι και έτσι ρε παιδί μου.
Στην οικογένειά μου υπήρχε μια παλιά ιστορία που τη λέγαμε ο άντρας στο καλαμπόκι ή καμιά φορά τα φασόλια στο καλαμπόκι. Λέγεται πως πριν από πολλά χρόνια ένας αλήτης τριγυρνούσε στην περιοχή και συνήθιζε να κλέβει καλαμπόκι από το χωράφι ενός αγρότη. Εγώ και η γιαγιά μου κλέβαμε καλαμπόκι από το χωράφι ενός αγρότη. Λες γυναίοι για μας.
Εκείνη τα χρόνια το φαγητό δεν ήταν δεδομένο Ότι έβγαζες από τη γη σου το χρειαζόσουν για να ζήσεις Οπότε το να βλέπεις κάποιον να κλέβει τη σωδιά σου ήταν κάτι που δύσκολα συγχωρούσες Μια μέρα ο αγρότης είδε τον αλήτη ανάμεσα στις καλαμιές Για να τον τρομάξει σήκωσε την καραμπίνα του και πυροβόλησε ψηλά πάνω από το κεφάλι του Ο αλήτης το έβαλε στα πόδια Όμως την επόμενη μέρα επέστρεψε Και την επόμενη ξανά Ο αγρότης άρεσε να εξοργίζεται. Αποφάσισε λοιπόν να του δώσει ένα μάθημα. Άδειασε τα σκάγια από μερικά φυσίγκια και τα γέμισε με μικρά ξερά φασόλια. Στο μυαλό του ήταν απλώς ένας τρόπος να το τρομάξει λίγο περισσότερο χωρίς να του κάνει σοβαρό κακό.
Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να ξαναδεί τη γνώριμη φιγούρα μέσα στο χωράφι. Σήκωσε την καραμπίνα. Πυροβόλησε δύο φορές. Ο Αλίτης έβγαλε μια κραυγή και άρχισε να τρέχει ανάμεσα στις σύρες καλαμποκιών, φανάζοντας και παρακαλώντας καθώς χανόταν στο βάθος του χωραφιού. Ο Αγρότης τον παρακολουθούσε να φεύγει και περίμενε να τον ξαναδεί.
Πέρασαν μέρες. Μετά εβδομάδες. Ο αλήτης δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά. Κάποια στιγμή αργότερα, ο αγρότης βρήκε ένα από τα φυσίγκια που είχε γεμίσει με φασόλια και αναρωτήθηκε πόσο δυνατά χτύπουσαν πραγματικά. Στόχευσε μια ξύλινη σανίδα κοντά στο πηγάδι του και επιρροβόλησε. Η σανίδα διαλύθηκε. Και τότε έρθαν να το βασανίζει μια σκέψη που δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό του.
Όταν ήρθε η επόμενη καλλιεργική περίοδος, βγήκε στο χωράφι για να καθαρίσει τα υπολείμματα της παλιάς σωδιάς και να προτιμάσει το όργαμα. Καθώς περπατούσαν άμεσα στις σειρές πρόσεξε κάτι παράξενο. Μικρά φυτά φασολιάς φύτρωναν εδώ και εκεί. Ένα κοντά στο μονοπάτι, άλλο ένα πιο πέρα και άλλο ένα. Σαν να σχημάτζαν μια δεδρομή.
Περίεργος άρχισε να το ακολουθεί. Τα φυτά τον οδηγούσαν όλο και πιο βαθιά στο χωράφι, μέχρι που έφτασε σε μια γωνία όπου φύτρωνε μια ολόκληρη συστάδα από φασολιές. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι κοιτούσε. Έπειτα πρόσεξε κάτι μέσα στα χόρτα. Δύο παλιές σόλες παπουτσιών που προεξήχαν από το χώμα. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν το περίγραμμα ενός σώματος, σχεδόν χαμένο μέσα στη λάσπη και τα χρόνια.
Και τότε κατάλαβε. Ο αλήτης δεν είχε επιστρέψει ποτέ γιατί δεν είχε επιβιώσει και τα φασόλια που φύτρωναν μέσα στο χωράφι είχαν φυτρώσει από εκείνα που είχαν σκορπιστεί στο πέρασμά του. Τουλάχιστον έτσι έλεγε η ιστορία. Ο πατέρας μου ακόρασε εκείνο το αγρόπτυμα στα χρόνια του πολέμου και πάντοτε ισχυριζόταν ότι για 20 ελκυριακά χρόνια εμφανιζόντουσαν τυχαία φασολιές σε διάφορα σημεία του ίδιου χωροφύλου.
Στο σπίτι μας υπήρχε μάλιστα ένας παράξενος κανόνας. Όποια φασολιά φύτρωνε μόνη της στον κήπο δεν την ξεριζώναμε ποτέ. Την αφήναμε να μεγαλώσει. Μία χρονιά θυμάμαι ένα τέτοιο φυτό τυλίχτηκε γύρω από ένα κοτσάνι καλαμποκιού και ανέβηκε μέχρι την κορυφή του. Ο πατέρας μου το κοίταζε για ώρα και εκείνη το καλοκαίρι δεν μάζεψε ούτε ένα καλαμπόκι από εκείνη το φυτό.
Ούτε εξήγησε ποτέ γιατί. Το χειρότερο θα ήταν να μαζεύουν αυτά τα φασόλια και να τα τρώνε. Φαντάζομαι και καλά τα φασόλια φυτρώναν πολύ καλά γιατί για να διαλύθηκε το κομμάτι ξύλο, πάει να πει ότι διαλύθηκε και ο άνθρωπος. Και για να φυτρώνουν καλά τα φασόλια φαντάζομαι πως ήταν τύπου, πως λέγεται στα ελληνικά μωρέ. Οπότε ίσως αυτές οι φασολιές απλά φυτρώναν πάρα πολύ καλά γιατί είχαν πολύ καλή...
Είχε πράγμα ρε παιδί μου το χώμα ήταν γόνιμο να το πούμε έτσι. Το χειρότερο θα ήταν να λένε όχι εμείς αυτά τα φασόλια θα τα φάμε. και να ξέρεις να σου λέει αυτή την ιστορία ο μπαμπάς σου την ώρα που τρέφεσαι σε Ολλάδα. Πόσους αιμετούς θα κάνατε εσείς, εγώ πέντε. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Ο άγνωστος στη φωτιά». Πριν από μερικά χρόνια, μια παρέα φίλων και εγώ πήγαμε για κάμπινγκ στο Κέρνητο, Οντάριο, ένα μέρος που συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σχεδόν κάθε καλοκαίρι.
Είχαμε πάντα την ίδια συνήθεια. Στείναμε τις σκηνές μας σε κύκλο και αφήναμε τη φωτιά ακριβώς στο κέντρο, έτσι ώστε όλοι να μπορούμε να καθόμαστε γύρω της στα βράδια. Εκείνη τη χρονιά είχαμε περάσει το βράδυ όπως συνήθως, λίγες μπύρες, μερικά τσιγάρα, χαλαρή κουβέντα γύρω από τη φωτιά. Η διάθεση ήταν καλή και κανείς δεν περιμένεται ότι θα θυμόταν εκείνη το βράδυ χρόνια αργότερα.
Κάποια στιγμή, λίγο μετά που είχε πέσει το σκοτάδι, εμφανίστηκε ένας άγνωστος. Μπήκε απλώς στον κύκλο του καταβλισμού μας, σαν να μας γνώριζε από καιρό. Συστήθηκε, μας είπε το όνομά του, που δυστυχώς δεν θυμάμαι πια, και ανέφερε ότι είχε υπηρετήσει στο στρατό. Είχε έρθει, όπως είπε, για λίγες μέρες ξεκούρασης στη φύση.
Μας εξήγησε ότι δεν είχε προμηθευτεί ξύλα για τη φωτιά και ρώτησε ευγενικά αν θα μπορούσε να καθίσει μαζί μας για λίγο. Φυσικά δεχτήκαμε. Έδειχνε απόλυτα φυσολογικός, μάλιστα προσφέρθηκε να συμμετάσχει στα έξοδα για τα ξύλα και γενικά φαινόταν φιλικός και ευχάριστος στην παρέα. Η νύχτα προχωρούσε όμορφα. Γελούσαμε, λέγαμε ιστορίες και ένας ένας αρχίσαμε να αποσυρώμαστε για ύπνο.
Εγώ ήμουν από τους πρώτους που πήγαν στη σκηνή. Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ξύπνησα. Δεν ξέρω ακριβώς τι ώρα ήταν, αλλά αργότερα κατάλαβα ότι έπρεπε να πλησιάζει τέσσερις το πρωί. Με ξύπνησε ο ήχος της φωτιάς και μια φωνή. Άνοιξα ελαφρά το φερμαρ της σκηνής και κοίταξα έξω. Ο άγνωστος καθόταν μόνος του πάνω σε έναν κορμό δίπλα στη φωτιά.
Μιλούσε, αλλά δεν υπήρχε κανείς απέναντί του. Έμοιαζε να συνομιλεί με κάποιον αόρατο ή με τον εαυτό του Έμεινα να το κοιτάζω για λίγα δευτερόλεπτα Ύστερα αποφάσισα πως δεν είχα καμία διάθεση να ασχοληθώ με αυτό μέσα στη μέση της νύχτας Ξαναμπήκα στον λειπνοσοκό μου και αποκοιμήθηκα Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε όλοι κανονικά Η φωτιά ακόμα κάπνιζε ελαφρά Ο άγνωστος όμως είχε εξαφανιστεί Κοιτάξαμε προς το σημείο που είχε κατασκηνώσει Το μέρος ήταν πεντακάθαρο. Ούτε σκουπίδια, ούτε ίχνη από σκηνή, ούτε σημάδι ότι κάποιος είχε περάσει τη νύχτα εκεί. Τίποτα. Καθώς τρώγαμε πρωινό, αρχίσαμε να μιλάμε γι' αυτόν και να βεβαιωθούμε ότι όλοι θυμόμασταν το ίδιο πράγμα. Και το παράξενο είναι πως όλοι τον είχαμε δει. Όλοι θυμόμασταν τη συζήτηση. Όλοι θυμόμασταν ότι είχε καθίσει μαζί μας. Σιγά-σιγά συνειδητοποίησαμε κάτι ακόμα. Κανείς δεν τον είχε δει να Και μέσα σε όλο αυτό το διάστημα, κανείς δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα πότε έφυγε.
Το υπόλοιπο ταξίδι κύλησε χωρίς τίποτα περίεργο. Γυρίσαμε σπίτια μας και η εις περία ξεχάστηκε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Πέρασαν τέσσερα ή πέντε χρόνια. Ένα βράδυ είχα ανοιχτεί την τηλεόραση όταν πρόσκησα τη φωτογραφία ενός άντρας της ειδήσεις. Και αμέσως κάτι χτύπησε μέσα στο μυαλό μου. Ήξερα αυτό το πρόσωπο, το είχα ξαναδεί Η είδηση αφορούσε τη σύλληψη ενός άντρα που κατηγορούταν για μια σειρά σοβαρών εγκλημάτων Σχεδόν δεν άκουγα τι έλεγαν Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ είναι πως κοιτούσα τον ίδιο άνθρωπο που είχε καθίσει δίπλα μας εκείνη το βράδυ γύρω από τη φωτιά Δεν μπορώ να το αποδείξω, δεν βγάλαμε ποτέ φωτογραφίες μαζί του, δεν έχω κανένα στοιχείο Ίσως να ήταν όμως όντως ο ίδιος άντρας. Ίσως απλώς να έμοιαζε τρομακτικά πολύ.
Όμως τη στιγμή που είδα το πρόσωπό του στην οθόνη θυμήθηκα αμέσως εκείνη τη νύχτα. Τον άγνωστο, τη φωτιά, τη συζήτηση μέσα στο σκοτάδι. Και το γεγονός ότι κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ακριβώς είχε φύγει. Ίσως να μην ήταν τίποτα. Ίσως να ήταν απλά ένας παράξενος ταξιδιώτης που βρέθηκε τυχαία στο δρόμο μας. αλλά ακόμα και σήμερα όταν το σκέφτομαι δεν μπορώ να αποφασίσω ποια από τις δύο εκδοχές με τρομάζει περισσότερο.
Το έχω πει και θα το ξαναπώ. Οι άνθρωποι που πάτε έτσι για κατασκήνωση στη φύση, για ελεύθερο camping κλπ ή που πρέπει να έχετε τύπου μαύρη ζώνη στην πολεμική τέχνη και 500 όπλα πάνω σας και να είστε ατρόμητοι και να μην φοβάστε τίποτα ή να θέλετε να σας συμβεί τίποτα για να βγάλετε όλο το άχτη ή δεν ξέρω τι. Γιατί αλήθεια ό,τι ιστορία, όσο αθώα ιστορία και να ακούσω για ελεύθερο camping κατά σκήνους κατάσταση, ξένοι, stranger danger και τέτοια, όλα μου ακούγονται χάλια και τρομάζω κάθε φορά πάρα πολύ.
Με τρομάζουν που με τρομάζουν οι άνθρωποι, αλλά οι άνθρωποι σε ελεύθερο camping. Να σε πλησιάζει ένας ξένος άντρας να σου πει ότι είναι στρατιωτικός και να μπορεί να ράξει λίγο μαζί σου στη φωτιά να κάτσει. Τι λέει ρε, ούτε καν. Και πώς θα του πεις όχι. Φυσικά θα του πεις ναι. Και θα κάθεις όλο το υπόλοιπο βράδυ μετά και θα χέζεσαι και θα ελπίζεις να μην σε σκοτώσει ρε φίλε.
Δηλαδή, η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Η φωνή από το πίσω μέρος του σπίτιου». Όταν ήμουν παιδί, ζούσαμε σε ένα σπίτι για το οποίο κυκλοφορούσε η φήμη ότι κάποτε είχε συμβεί μια οικογενική τραγωδία εκεί. Δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια ή απλώς ιστορία της γειτονιάς, αλλά όσοι έμεναν μέσα σε εκείνο το σπίτι είχαν κάτι περίεργο να διηγηθούν.
Ήμουν περίπου 10 χρονών τότε. Από καιρό σε καιρό βλέπαμε πράγματα με την άκρη του μάτιού μας. Σκιές να περνούν από το διάδρομο και νήσεις που εξαφανιζόντουσαν τη στιγμή που γυρναγες και κοίταγες. Μία φορά μάλιστα είχα την εντύπωση ότι είδα ένα μικρό κορίτσι στο τέλος του διαδρόμου. Γύρισα ξανά να την κοιτάξω και δεν υπήρχε τίποτα.
Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι το είχα φανταστεί. Όμως λίγες εβδομάδες αργότερα συνέβη κάτι που ακόμα θυμάμαι. Για αρκετές συνεχόμενες νύχτες έβλεπα το ίδιο όνειρο. Εκείνο το γνωστό όνειρο, όπου πέφτεις στο κενό και ξυπνάς απότομα ακριβώς πριν χτυπήσεις το έδαφος. Κάθε φορά πεταγόμουν υδρομένος και με την καρδιά να χτυπάς σαν τρελή.
Την τελευταία φορά όμως ήταν διαφορετικά. Όταν ξύπνησα δεν άνοιξα μίσως τα μάτια μου. Πρώτα άκουσα έναν ήχο. Ένα λεπτό, ψηλό γέλιο. Παράξενο, σχεδόν κακαριστό Σαν κάποιος να στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι μου Και να διασκέδεζε με κάτι που μόνο εκείνος καταλάβαινε Όταν τελικά άνοιξα τα μάτια μου Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος Η κουβέρτα μου δεν ακουμπούσε πάνω μου Εωρούταν ελαφριά Σαν να την κρατούσε κάτι από πάνω Και στη γωνία της ανοιχτής ντουλάπας Στεκόταν ένα μικρό κορίτσι Το ίδιο που πίστευα ότι είχα δει στο διάδρομο Δεν κουνιόταν, δεν μιλούσε, απλώς με κοιτούσε Και χαμογελούσε Τράβηξα αμέσως την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι μου Έμεινα κουλουριασμένος εκεί προσπαθώντας να μην βγάλω ούτε ήχο Κάποια στιγμή, εξαντλημένος από το φόβο, αποκοιμήθηκα ξανά Το πιο περίεργο όμως δεν είναι αυτό Για χρόνια προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε στον πατέρα μου όλα όσα βλέπαμε σε εκείνο το σπίτι Δεν μας πίστευε ποτέ Είχε πάντα μια λογική εξήγηση για τα πάντα. Σκέες, φαντασία, παραρμηνίες, τίποτα παραπάνω.
Μέχρι που ήρθε η μέρα να μετακομίσουμε. Το ρεύμα είχε ήδη κοπεί λίγες μέρες νωρίτερα και το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο. Το τελευταίο βράδυ ο πατέρας μου είχε επιστρέψει μόνος του για να πάρει λίγα τελευταία κουτιά. Όταν τελείωσε και ετοιμαζόταν να φύγει, άκουσε κάτι από το πίσω μέρος του σπιτιού. Μία φωνή, να τον φωνάζει με το όνομά του Όχι οποιαδήποτε φωνή, τη φωνή της μητέρας του Πάωσε Και ύστερα έτρεξε έξω χωρίς να κοιτάξει πίσω Το παράξενο είναι ότι η γιαγιά μου ήταν ακόμα ζωντανή εκείνη την εποχή Δεν μπορούσε να ήταν εκείνη Και σίγουρα δεν βρισκόταν μέσα σε εκείνο το άδειο σπίτι Χωρίς ρεύμα, στη μέση της νύχτας Μου το εκμυστηριεύτηκε πολλά χρόνια αργότερα Μου είπε ότι αρχικά προσπάθησε να πει στον εαυτό του πως είχε ακούσει κάποια από τα σκυλιά μας.
Μέχρι που θυμήθηκε ότι τα σκυλιά είχαν ήδη φύγει από το σπίτι μαζί με όλους τους υπόλοιπους. Και τότε συνειδητοποίησε πως δεν υπήρχε κανείς εκεί μέσα. Κανείς δεν θα έπρεπε να μπορεί να φωνάξει το όνομά του. Μετά από εκείνη το βράδυ δεν τον ξανάκουσα ποτέ να κοροϊδεύει όσα λέγαμε ότι είχαμε δει σε εκείνο το σπίτι. ο μπαμπάς πήρε λίγο κάρμα λίγο κάρμα δεν καταλαβαίνω, έχετε παρατηρήσει ότι πάντα όταν συμβαίνει κάποια περίεργη μαλακία σαν σπίτι πάντα ο μπαμπάς είναι αυτός που δεν πιστεύει ποτέ κανέναν μέχρι τα πράγματα να φύγουν εκτός ελέγχου ή μέχρι να το δει ο ίδιος προσπαθώ τώρα να σκεφτώ αν υπάρχει κάποιο θρίλερ που γίνεται το αντίστοιχο αλλά με τη μαμά που η μαμά ας πούμε είναι έτσι όχι όλα είναι καλά δεν μπορώ να θυμηθώ Γενικά οι γείτονες είναι τρομακτικοί Αλλά οι γείτονες στον κήπο Σκέψου να κοιτάξεις έξω από το παραδεχθρός και απλά να δεις ένα γείτονα Να στέκεται στον κήπο και να κοιτάει μέσα στο παράθυρος Αλλος ένας δικός μου προσωπικός φόβος
Δεν καταλαβαίνω πως ο κόσμος δεν κλείνει τα παράθυρά τους Μετά την ώρα που πέφτει ο ήλιος Κλείνουμε παράθυρα Δεν έχουμε νεκτά παράθυρα Όχι για να μη σας δείτε Μην δείτε εσείς κανέναν να σε κοιτάει απ' έξω, κατάλαβες. Αυτοί ας δούνε σιγά, δεν πειράζει. Τι, κρυβόμαστε από τον κόσμο. Εσύ μην δεις κανέναν. Αυτή είναι η λογική του γυμνού γείτονα που βλέπει θρίλερ.
Κατά βάθος. Όταν φτάσω 60-70 χρόνων θα είμαι αυτός ο άνθρωπος. Είναι μια αρκετά απλή ιστορία και δεν χρειάζεται να την τράβηξω περισσότερο από όσο πρέπει. Μία μέρα βρισκόμουν στον κήπο μου και σχολιόμουν με τα φυτά Όταν είδα το γείτονά μου να μπαίνει αργά στην αυλή Κάτι πάνω του έδειχνε λάθος Φορούσε πιτζάμες, τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα και έμεινα ξαντλημένος Όταν σηκώθηκαν το χερτίσο πρόσεξα ότι τα μάτια του ήταν βαθουλωμένα Και το πρόσωπό του πολύ πιο αδύνατο από το θυμό μου Προσπάθησα να σπάσω την αμηχανία με ένα αστείο Του είπα πως αν δεν έκανε τόσο κρύο θα ήταν η ιδανική μέρα για μια βόλτα στην παραλία.
Καμία αντίδραση. Κανένα χαμόγελο. Τίποτα. Του μπιφέρε ήταν λίγο μαλακή αστείο, αλλά και... Θυμάμαι ότι σκέφτηκα πως μάλλον το αστείο μου δεν ήταν και τόσο πετυχημένο. Fair enough. Δεν έδωσα άλλη σημασία και συνέχισα με τις δουλειές μου. Μία εβδομάδα αργότερα βρέθηκα στο ταχυδρομείο. Μπροστά μου στην ουράστικο ήταν η γυναίκα του γειτονά μου κρατώντας ένα σωρό δέματα.
Πιάσαμε κουβέντε και κάποια στιγμή τη ρώτησα αν ο άντρας της αισθανόταν καλύτερα. Τον είδα την περασμένη εβδομάδα, της είπα. Εδείχνε λίγο παράξενος. Με κοίταξα παράξενα. Μάλλον κάνετε λάθος, απάντησε. Ο σύζυγός μου πέθανε πριν από περισσότερο από ένα μήνα. Για λίγα δευτερόλεπτα νομίζω ότι δεν είχα ακούσει σωστά. Καθώς επίστρεφα σπίτι, προσπάθησα να βρω μια λογική εξήγηση.
Ίσως είχα μπερδεύσει της ημερομηνίας. Ίσως η συνάντηση να έχει γίνει πιο παλιά από ό,τι νόμιζα. Ίσως η μνήμη μου να με ξεγελούσε. Τότε όμως θυμήθηκα κάτι. Δεν μπορούσα να ανακαλέσω ούτε μια λέξη που μου είχε πει εκείνη τη μέρα. Θυμόμουν μόνο τον αυτό μου να το μιλάει. Το αστείο που είχα κάνει. Την αμήχανη σιωπή που ακολούθησε.
Τίποτα άλλο. Όταν μπήκα στο σπίτι, άρχισα αμέσως να διηγούμε στη γυναίκα μου τι είχε συμβεί. Πριν καν φτάσω στο σημείο που ανέφερα το θάνατο του γείτονα, με διάκοψε. «Α, ναι, σας είδα να μιλάτε στην αυλή την προηγουμένη εβδομάδα». Την κοίταξα. «Μας είδες» «Φυσικά», απάντησε. «Είσαι στο κήπο και κουβέντιζες μαζί του». Αυτό ήταν αρκετό για να με κάνει να ανατριχιάσω.
Αποφασίσαμε να ελέγξουμε τις κάμερες ασφαλείας Βρήκαμε το βίντεο από εκείνη τη μέρα Το παρακολουθούσαμε μαζί Στην αρχή όλα έμειναν φυσιολογικά Με έβλεπες να σκύβω πάνω από τα φυτά Μετά να σηκώνομαι ξαφνικά Να γυρίζω προς το συγκεκριμένο σημείο της αυλής Να χαμογελάω, να μιλάω, να κουνάω το κεφάλι μου Σαν να συμμετείχα σε μια κανονική συζήτηση Έπειτα, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, να επιστρέφω στις δουλειές μου.
Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα. Σε όλη τη διάρκεια του βίντεο δεν υπήρχε κανείς άλλος στην αυλή. Ούτε γείτονας, ούτε περαστικός, ούτε σκιά. Μόνο εγώ. Να στέκομαι εκεί. Να μιλάω σε κάποιον που δεν φαινόταν πουθενά. To be fair, για να είμαστε ειλικρινείς, σκέψου να είσαι φάντασμα, ρε φίλε. Να βασανίζεσαι από καρκίνο. τελικά πεθαίνεις, είσαι φάντασμα η γυναίκα σου ούτε ένα μήνα αφού έχεις πεθάνει πουλάει τη συλλογή σου στο ebay και ο μόνος άνθρωπος ο οποίος μπορεί να δει το φάντασμά σου είναι ο βλάκας γείτονάς σου ο οποίος σου λέει χαζάστια εκείνη την ώρα που μπαίνεις ούτε εγώ θα γέλαγα ρε φίλε καταλαβαίνω γιατί αυτό το φάντασμα ήταν τόσο στενάχωρο και προτιμένο από τη ζωή σκέψου ρε φίλε να είσαι φάντασμα και ο μόνος άνθρωπος που σε βλέπει να είναι ο γείτονας.
Να θες να σε δει η γυναίκη σου να σταματήσει να πουλάει τη συλλογή στο eBay και να σε βλέπει ο γείτονας. Εγώ ούτε τώρα δεν θέλω να βλέπω τους γείτονές μου. Έχουμε ακόμα πέντε ιστορίες, οπότε προσδεθείτε. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Το σπίτι με τα τρία κεριά». Γράφω αυτή την ιστορία κυρίως επειδή δεν έχω καταφέρει ποτέ να βρω κάποια αναφορά της στο διαδίκτυο.
με είχε τρομοκρατήσει όταν ήμουν 12 χρονών στους προσκόπους και την άκουσα από έναν ομαδάρχη γύρω από τη φωτιά. Σύμφωνα με την ιστορία, ο θείος του φοιτούσε σε πανεπιστήμιο στις αρχές της δεκαετίας του 80 και ήταν ένα μέλος μιας φοιτητικής αδελφότητας. Ένα από τα αίθιμά τους για τους πρωτοετής ήταν μια δοκιμασία θάρρους που λάμβανε χώρα σε ένα παλιό εγκατελειμμένο ορχοντικό λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη.
Το σπίτι ήταν ένα τριώροφο δικτωριανό κτίσμα που ρήμαζε εδώ και χρόνια. Ο τοπικός θρύλος έλεγε πως κάποτε εκεί ζούσε μια οικογένεια και ότι ο πατέρας έχοντας χάσει τα λογικά του σκότωσε τη σύζυγο και τα τρία παιδιά πριν βάλει τέλος στη δική του ζωή. Από τότε το σπίτι θεωρούταν στοιχειωμένο. Η δοκιμασία ήταν απλή. Τρεις πρωτοετοίς έπρεπε να μπουν στο σπίτι ένας ένας στις τρεις τα ξημερώματα.
Ο καθένας κρατούσε ένα κερί και ένα σπίρτο. Ο πρώτος έπαιρνε μαζί του ένα τσεκούρι, ο δεύτερος ένα σκηνή και ο τρίτος ένα δεύτερο σπίρτο. Επειδή, όπως το έλεγαν για να τους τρομάξουν, τα πνεύματα συνήθως έσβηναν το πρώτο κερί. Οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν από μακριά. Ο στόχος ήταν να ανέβουν μέχρι τη σοφίτα, σταματώντας σε κάθε όροφο μπροστά από το μεγάλο παράθυρα, ώστε να φαίνεται η φλόγα και να αποδεικνύεται ότι συνέχισαν την ανάβαση.
Εκείνο το βράδυ όλα ξεκίνησαν κανονικά. Φαντασία όμως, ε! Φοβερό! Φαν ακούγεται, παραδόξως. Δεν θα το περίμενα από μια αδερφότητα, αλλά ακούγεται actually fun. Ωραία. Ποιος το σκέφτηκε. A for effort. Λοιπόν, εκείνο το βράδυ όλα ξεκίνησαν κανονικά. Ο πρώτος προτεραιτής μπήκε στο σπίτι. Η σπίθα άναψε. Το κερί φώτισε το ισόγειο, μετά το δεύτερο όροφο και ξαφνικά η φλόγα έσβησε.
Όλοι πέθασαν ότι πρόκειται για το ρεύμα αέρα. Έστειλαν το δεύτερο. Το ίδιο ακριβώς συνέβη. Το κερί εμφανίστηκε στα παράθυρα του πρώτου όροφου, ύστερα του δεύτερου και επί τα σκοτάδι. Ο τρίτος ήταν ήδη τρομοκρατημένος, αλλά οι μεγαλύτεροι τον πείραζαν πως οι φίλοι του απλώς είχαν κρευτεί μέσα και τους κοροϊδεύαν. Έτσι μπήκε και εκείνος στο σπίτι.
Για τρίτη φορά το ίδιο μοτίο. Πρώτος όροφος, δεύτερος όροφος και μετά τίποτα. Η φλόγα χάθηκε. Οι ώρες περνούσαν. Κανείς δεν επέστρεφε. Στην αρχή ανησυχούσαν, ύστερα εκνευρίστηκαν. Τελικά πίστηκαν πως οι τρεις νεοφερμένοι τους έκαναν κάποια περίπλοκη φάρσα. Έτσι, κατάκοποι και παγωμένοι αποφάσισαν να φύγουν και να γυρίσουν στους κοιτώνες τους Την επόμενη μέρα περίμεναν να εμφανιστούν οι τρεις πρωτοετοίς Δεν εμφανίστηκε κανείς, ούτε τη μεθεπόμενη Τότε η ενισχία γίνε φόβος Αποφάσισαν να επιστρέψουν στο σπίτι πριν ειδοποιήσουν τις αρχές Και εκεί βρήκαν κάτι που, σύμφωνα με την ιστορία, στήχαινε το θείο για το υπόλοιπο της ζωής του Στην κορυφή της σκάλας του δεύτερου ρόφου βρισκόταν ο πρώτος νεαρός.
Λίγο πιο πέρα βρήκαν το δεύτερο. Ο τρίτος δεν βρέθηκε ποτέ. Υπήρχαν μόνο ίχνη σκόνης που οδήγησαν προς τα πάνω και κατέληγαν σε ένα ανοιχτό παράθυρο. Παρά τις έρευνες, κανείς δεν τον ξαναείδε ποτέ. Η αδελφότητα διαλύθηκε λίγο αργότερα. Οι εφημερίδες μιλούσαν για την τραγωδία που ξεκίνησε από μια παράλογη δοκιμασία θάρους.
Και η υπόθεση ξεχάστηκε. Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Γιατί τότε άρχισαν να συμβαίνουν τα πραγματικά παράξανα γεγονότα. Κάθε χρόνο, σχεδόν την ίδια ακριβώς ημερομηνία, ένα ακόμα μέλος της παλιάς αδελφότητας πέθαινε. Κάποιος από ατύχημα. Κάποιος από ασθένεια. Κάποιος κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες Όλοι έβρισκαν λογικές εξηγήσεις Όλοι εκτός από το θείο Εκείνος έβλεπε ένα μοτίβο Τα χρόνια περνούσαν και οι παλιές συμφιδητές του λιγώστευαν Μέχρι που 12 χρόνια αργότερα είχε απομείνει μόνος Η επέτειος πλησίαζε ξανά Και αυτή τη φορά ήταν πεπισμένος ότι ερχόταν η σειρά του Πανικόβλητος πουλήσε ό,τι είχε και εξαφανίστηκε Άφησε πίσω τη ζωή του και άρχισε να περιπλανιέται από τόπο σε τόπο Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ το γιατί Το μόνο που ξέρουμε είναι πως τον βρήκαν Δύο μέρες μετά την επέτειο Ένας εργαζομένος σε σιδηροδρομικό σταθμό άνοιξε ένα βαγόνι και τον βρήκε μέσα Μόνο, ακίνητο Με ένα βλέμμα τρόμου παγωμένο στο πρόσωπό του Δίπλα του είχε ένα κερί και δύο καμένα σπίρτα
Στην πόρτα του βαγονιού ήταν χαραγμένο ένα μήνυμα όσο πιο δυνατά μπορούσες. Κάτι που έκανε εξαιρετικά αποτελεσματικά. Ειδικά όταν έχεις απέναντι σου μια ομάδα 12χρονων προσκόπων που πρέπει μετά να περπατήσουν μέσα στο σκοτάδι και να επιστρέψουν στις σκηνές τους καλές εποχές. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο πάρα πολύ Summer Wind Το σπίτι μέσα στην καταιγίδα Αυτή είναι μια παλιά ιστορία που λέγεται εδώ στην Νότια Αφρική Κάποτε ένας αγρότης επέστρεφε στο σπίτι του καβάλα στο άλλο γρότου όταν τον έπιασε μια φοβερή καταιγίδα. Η βροχή έπεφτε καταρακτοδός.
Ο άνεμος λησομανούσε και οι αστραπές έσκυζαν τον ορανό κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Σύντομα κατάλαβε ότι είχε χαθεί. Όσο προνούσε η ώρα τόσο πιο βέβαιος γινόταν πως αν δεν έβρισκε καταφύγιο είτε θα πέθανε από το κρύο είτε θα τον κτυπούσε κάποιος κεραυνός. Τότε μέσα από τις κουρτίνες της βροχής διέκρινε ένα μικρό αγρόσπιτο. Από τα παράθυρα έβγαινε μια ζεστή κυτρινοπή λάμψη κεριών.
Μια αστραπή φώτισε τον ουρανό. Σχεδόν αμέσως ακολούθησε μια εκοφαντική βροντή. Ο αγρότης οδήγησε το τρομαγμένο άλογο του μέχρι το σπίτι. Το έδεσε στο φράχτη και χτύπησε την πόρτα. Ύστερα από λίγα δυστρολήπτα η πόρτα άνοιξε. Μπροστά του στεκόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με ευγενικό χαμογελό. Τον καλωσόρισε μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Στην κουζίνα καθόταν ο σύζυγός της, ένας κρυζομάλης άντρας που κάπνιζε ήρεμα την πίπα δίπλα στο τραπέζι. Η γυναίκα έβαλε νερό να βράσει, του σέρβαινε ένα μπολ ζεστή σούπα και έναν αχνιστό καφέ. Σιγά σιγά ο αγρότης άρχισε να συνέρχεται. Τους διηγήθηκε πως χάθηκε μέσα στην καταιγίδα και εκείνοι του είπαν πως ήταν ευπρόσδεκτος να μείνει μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.
Έξω οι αστραπές συνέχισαν να φωτίζουν το παράθυρο. Κάθε τόσο μια βροντή έκανε ολοκλήρωτο σπίτι να τρίζει. Ο ηλικιωμένος χαμογελούσε κάθε φορά που επισκέπτησε την αζώτα από το φόβο του. Του πρόσφερα μάλιστα λίγο καπνό από την πίπα του, λέγοντας πως θα τον βοηθούσε να ηρεμήσει. Ή να ηρεμήσει τα νεύρα του. Ο αγρότης τον ευχαρίστησε και δέχτηκε.
Για πρώτη φορά εκείνη το βράδυ ένιωσε ασφαλής. Τότε ήρθε η αστραπή. Μια αστραπή τόσο κοντή και τόσο δυνατή που έμοιαζε να έπεσε ακριβώς πάνω στο σπίτι. Το φως ήταν εκτιφλωτικό. Οι βροντίοι σχεδόν τον κούφανε. Ο αγρότης πετάχτηκε όρθιος με μια κραυγή Και ξαφνικά όλα είχαν αλλάξει Δεν υπήρχε τραπέζι, δεν υπήρχε φωτιά, δεν υπήρχε σούπα Ούτε ο ηλικιωμένος, ούτε η γυναίκα Βρισκόταν όρθιος μέσα στο σκοτάδι και τη βροχή Παγωμένος, μουσκεμα Γύρω του υπήρχαν μόνο σπασμένες πέτρες και ερήπια Το άλογο του ήταν δεμένο σε ένα γυμνό κλαρί Το σπίτι είχε εξαφανιστεί Ή ίσως δεν υπήρχε εξ αρχής.
Χωρίς να το σκεφτεί η δεύτερη φορά, ανέβηκε στο αλογό του και έφυγε καλπάζοντας μέσα στη νύχτα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ώρες αργότερα έφτασε σε μια μικρή πόλη. Σταμάτησε σε μια ταβέρνα για να ζεσταθεί. Ακόμα τρέμοντας, αφηγήθηκε στους θαμώνες όλος όσο είχαν συμβεί. Όταν τελείωσε, το δωμάτιο βυθίστηκε στη σκοπή. Τελικά ένας ηλικιωμένος άντρας πήρε τον λόγο Του είπε ότι εκεί κοντά υπήρχε πράγματι κάποτε ένα μικρό αγρόσπιτο Πριν από πολλά χρόνια όμως είχε χτυπηθεί από κεραυνό Η φωτιά που ακολούθησε το κατέστρεψε ολόκληρο Και το ηλικιωμένο ζευγάρι που ζούσε εκεί δεν κατάφερε ποτέ να σωθεί Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συνάντησε ο αγρότης εκείνη τη νύχτα Όμως οι παλιοί έλεγαν πως όταν οι κατηγήτες γίνονται αρκετά δυνατές Το φως από το παράθυρο του σπιτιού εμφανίζεται ξανά μέσα στη βροχή Και όσοι έχουν χαθεί στον δρόμο βρίσκουν πάντα μια ζεστή φωτιά να τους περιμένει Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Η κορδέλα της Μέρι Σου»
Αυτή είναι μια από εκείνες τις παλιές ιστορίες που κυκλοφορούν εδώ και δεκαετίες αλλά πάντα καταφέρνει να τρομάζει τα μικρότερα παιδιά όταν τη διηγούμεσταν γύρω από τη φωτιά. Ήταν κάποτε ένα κορίτσι που το έλεγαν Μέρι Σου. Η Μέρι Σου είχε μια παράξενη συνήθεια. Φορούσε πάντοτε μια κορδέλα δεμένη γύρω από το λαιμό της. Δεν την έβγαζε ποτέ.
Ούτε στο σχολείο, ούτε στο σπίτι, ούτε στις γιορτές. Ποτέ. Τα άλλα παιδιά τη ρωτούσαν συνέχεια «Μέρι Σου, γιατί δεν βγάζεις ποτέ αυτή την κορδέλα» Εκείνη όμως χαμογελούσε και άλλαζε κουβέντα Τα χρόνια πέρασαν Στο Λίκιο οι φίλες της έλεγαν πως η κορδέλα ήταν πια παλιωμοδίτικη και ότι έπρεπε να τη βγάλει Η Μέρι Σου αρνιόταν πάντα Δεν έδινε καμία εξήγηση Απλώς έλεγε πως δεν μπορούσε Αργότερα γνώρισε έναν άντρα και τον ερωτεύτηκε Εκείνος τη λάτρευε αλλά υπήρχε ένα πράγμα που ποτέ δεν κατάφερε να καταλάβει.
Η κορδέλα. Μια μέρα τη ρώτησε, «Δεν θα μου πεις ποτέ γιατί φοράς αυτή την κορδέλα». Η Μαίρι Σου τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Μια μέρα θα το μάθεις», το απάντησε. Και δεν είπε ποτέ τίποτα περισσότερο. Παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν από το σπίτι και δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες. Οι δεκαετίες πέρασαν.
και σε όλο αυτό το διάστημα η κορδέλα δεν έφυγε ποτέ από το λαιμό της. Ένα βράδυ, σχεδόν 60 χρόνια μετά το γάμο τους, η Μέρισου πλησίασε το σύζυγό της καθώς εκείνος διάβαζε την εφημερίδα του. «Θέλεις επιτέλους να δεις τι κρύβεται πίσω από την κορδέλα» τον ρώτησε. Ο άντρες κατέβασε αργά την εφημερίδα. «Είσαι σίγουρη, δεν την έχεις βγάλει ούτε μια φορά σε όλη μου τη ζωή».
Η Μέρισου χαμογέλασε τρυφερά. Ναι, νομίζω πως ήρθε η ώρα. Έπιασε την άκρη της κορδέλας και τράβηξε. Η κορδέλα έπεσε στο πάτομο. Και αμέσως μετά έπεσε και το κεφάλι της. Ύστερα κατέρευσε και το υπόλοιπο σώμα της. Και συγγνώμη, την κορδέλα δηλαδή δεν την έπλανε. Δηλαδή, οκ, την κράταγε ολόκληρη και καλά αυτή η κορδέλα. Ένα πλυντήριο δεν έπαιρνε αυτή η κορδέλα.
δεν άλλαζε. Γιατί άμα την έβγαζε καθόρα και καθόρα κατεραίε, δεν θα μπορούσε καταλάβεις. Το ζήτημά μου είναι πρακτικό. Ήταν κάποιος δουσμαγική κορδέλα η οποία δεν χρειάζονταν πλεντήριο. Ενδιαφέρομαι σε αυτό το ύφασμα. Θα ήθελα να μάθω περισσότερα. Αλλά ναι, είναι γνωστός θρύλος. Νομίζω τον έχω ακούσει και εγώ στο παρελθόν. Αυτό το η κορδέλα της Μερσού, νομίζω έχω ακούσει κάτι αντίστοιχο στο παρελθόν. Anyhow, δύο ιστορίες μας μένουν.
Πολύ cowboy-κο το anyhow αυτό που βγήκε από το στόμα μου μόλις τώρα. Λοιπόν, η επόμενη ιστορία έχει τίτλο Το Δωμάτιο Δίπλα. Αυτή την ιστορία τη λέω από μικρός γιατί πάντα μου άρεσε. Δεν είναι από τις πιο τρομακτικές, αλλά έχει την ωραία ανατριχιαστική ατμόσφαιρα που μένει μαζί σου. Δουλεύω στην έρημο στην Ευάδα, σε μια εγκατάσταση χαμένη κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά.
Για να επιστρέφω σπίτι χρειάζεται περίπου μία ώρα οδήγηση και στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Πάντα αναρωτιόμουν τι θα γινόταν αν κάποια μέρα ξέμενα από βενζίνη εκεί έξω. Ε, λοιπόν, μια μέρα συνέβη. Το αυτοκίνητο σταμάτησε και δεν είχα άλλη επιλογή από το να συνεχίσω με τα πόδια. Θυμόμουν ότι λίγα χιλιόμετρα πιο πίσω Υπήρχε ένα μικρό μοτέλ στην άκρη του δρόμου Οπότε έρθα να περπατάω προς τα εκεί Όταν έφτασα ρώτησα στις ρεσιψιών Αν μπορούν να μου δώσουν λίγη βενζίνη Μπορούσαν Μόνο που η τιμή ήταν εξωφρενική Και τελειώνει εδώ το χόρο Απλά σου λέει την τιμή Δεν είχα αρκετά χρήματα πάνω μου Οπότε ο ιδιοκτήτης μου πρότεινε να κάνω μερικές δουλειές για να καλύψω τη διαφορά.
Έτσι πέρασα το υπόλοιπο βράδυ πλένοντας πιάτα, μεταφέροντας πράγματα και κάνοντας κάθε λογής μικρούς δουλειές. Μέχρι να τελειώσω, είχα βγάλει τα χρήματα που χρειαζόμουν. Ήμουν όμως εντελώς εξαντλημένος. Τον ρώτησα αν μπορούσα να μείνω εκεί για το βράδυ και να φύγω το πρωί. Συμφώνησα αμέσως. Μετά όμως είπε κάτι που δεν περίμενα.
Έχουμε δύο διαθέσιμα δωμάτια. Το ένα είναι στοιχειωμένο, το άλλο είναι ακριβώς δίπλα του. Γέλασα. Υπέθεσα ότι έκανε χιούμορ για να περάσει η ώρα. Παρ' όλα αυτά, για καλό και για κακό, διάλεξα το διπλανό δωμάτιο. Όταν μπήκα μέσα, κατάλαβα ότι το μέρος είχε γνωρίσει καλύτερες μέρες. Ένα παλιό τραπέζι, ένα άβολο κρεβάτι, ένα χαλασμένο ψυγείο.
Αυτά ήταν όλα. Μα λοιπόν ρωτήθηκε, λέει, τόσα λεφτά που βγάζετε από τη βενζίνη, Ελφίλη, πού πάνε όλα αυτά τα λεφτά, γιατί κάντε μια ανακαινήση. Έβασαν στο στρώμα και τότε πρόσχασα κάτι. Στον τοίχο υπήρχε μια μικρή τρύπα, περίπου στο μέγεθος ενός νομίσματος. Από καθαρή περιεργία πλησίασα και κοίταξα μέσα. Έβλεπα κατευθείαν στο διπλανό δωμάτιο.
Καθισμένη σε μια καρέκλα μπροστά από το τραπέζι βρισκόταν μια νεαρή γυναίκα. Χτένιζε τα μακριά καστανά μαλλιά της. Από όσο μπορούσα να δω, ήταν εντύπωση εκεί. Τουλάχιστον από πίσω. Είναι άντρας αυτός που γράφει αυτήν την ιστορία, ε. Πολύ αντρικό perception αυτό. Ένιωσα αμέσως άβολα που κοιτούσα, από τα που με κρίνθηκε και ξάπλωσα.
Λίγες ώρες αργότερα ξύπνησα απότομα. Δεν άκουσα κάποιο θόρυβο. Απλώς είχα εκείνο το δυσάρεστο συνέστημα στο στομάχι που σου λέει ότι κάτι δεν πάει καλά. Ναι γιατί άμα υπάρχει μια τρύπα και μπορείς να δεις εκεί τη γυναίκα Πρέπει να πει ότι και η γυναίκα μπορεί να δει εσένα Βρε κουτό, βρε χαζό Εκεί πάει η ιστορία Κάθισα στο κρεβάτι, η τρύπα στον τοίχο έλαμπε Ένα έντονο κόκκινο φως ερχόταν Από την άλλη πλευρά Σηκώθηκα και κοίταξα ξανά Το μόνο που έβλεπα ήταν κόκκινο Ένα λαμπερό απόλυτο κόκκινο Σκέφτηκα ότι ίσως είχε βάλει κάποιο φωτιστικό μέσα από την τρύπα. Σε αυτή την περίπτωση ξέρεις κάτι, φταίς εσύ, φταίς εσύ.
Αφού βλέπεις, εγώ σου είπα κατευθείαν, άμα υπάρχει μια περίεργη τρύπα, δεν μπορείς να την κοιτάξεις, την κλείνεις με κάτι και κάνεις το σταυρό σου. Και πιθανά δεν περνάς καν το βράδυ σε εκείνο το δωμάτιο. Πιθανά. Μου θύμισε πάρα πολύ το Windows Bay, αυτή η ιστορία τώρα. Όσοι, όποιος δεν το έχει δει, παιδιά, έχει βγει μια σειρά που είναι η καλύτερη σειρά χόρορ, κομμωδία που έχει βγει ποτέ, που συνήθως θεωρώ πως αυτό είναι ένα μίξ το οποίο πρέπει να γίνεται πάρα πολύ θέλει μαεστρία θέλει προσοχή και το Windows Bay πρέπει να είναι ό,τι καλύτερο έχει βγει σε αυτό το ζάνρα να πάτε να το δείτε θα βάλω κάπου εδώ πέρα το πόστερ είναι εξαιρετικό, είναι η σειρά του καλοκαιριού, έχει τελειώσει τώρα οπότε μπορείτε να το δείτε, binge watch Εμείς το βλέπαμε κάθε Τετάρτη που έβγαινε το επεισόδιο Και πιστευόμαστε πάρα πολύ Ελπίζω να ανανεωθεί και να δούμε και άλλα Είναι σειράρα Πρέπει να την ξαναδούμε βασικά Και η τελευταία ιστορία έχει έναν τίτλο Ο οποίος εξηγεί λίγο την ιστορία και τον εαυτό του
Γιατί παρετήθηκα από δασοφύλακας Πάμε Όταν δούλευα ως δασοφύλακας Συνήθως έκανα πρωινές βάρδιες Τον τελευταίο καιρό όμως Όσοι αναλάμβαναν τις νυχτερινές βάρδιας παρετούταν ο ένας μετά τον άλλον Αργά ή γρήγορα θα έρχονταν και η δική μου σειρά Έτσι ένα απόγευμα στις 5 έφτασα στο πύργο παρατηρήσεις Ο πύργος βρισκόταν δίπλα σε μια μικρή λίμνη Σκαρφάλωσα τα μετατλικά σκαλιά και μπήκα στο δωμάτιο στην κορυφή Ήταν λιτό αλλά λειτουργικό Η μία πλευρά ήταν ολόκληρη από τζάμι ενώ οι άλλες τρεις ήταν ξύλινες Υπήρχε ένα κρεβάτι, ένα κωμοδίνο, μία μικρή κουζίνα και ένας ασύμωροτος επικοινωνία στο παράθυρο Στο Airbnb ξέρεις πόσα θα έπαιρνε αυτό το listing?
Ουουου, εξαιρετικό ακούγεται Στο κωμοδίνο βρήκα ένα φακό Μέσα στο σιρτάρι υπήρχαν κι άλλα και ένας φορετός ασύρματος μεγάλης εμβέλειας Τα μικρά ντουλάπια περιέχαν τρόφιμα και προμήθειες, μέχρι και φαγητό σου είχαν Τα μεγάλα όσο και προσπαθούσα δεν άνοιγαν Εκεί υπάρχει πτώμα 100% Ό,τι ντουλάπι δεν ανοίγει έχει μέσα σώμα Το πόσο καιρό είναι εκεί είναι συζητήσιμο Υπέθεσα πως περιείχαν εξοπλισμό που δεν αφορούσε κάποιον στη δική μου θέση Είσαι θετικός άνθρωπος Πήγα στον ασύρματο και κάλεσα τον συνάδελφο μου τον Τόνι Που βρισκόταν στο κεντρικό στοθμό Λοιπόν, Τόνι, φαίνεται πως είμαστε μόνο εμείς απόψε.
Δεν πήρα απάντηση. Υπέθυσα ότι είχε πεταχτεί κάπου και δεν έδωσα σημασία. Πήρα τα κιάλια και βγήκα στον εξωτερικό διάδομο που περιέβαλε τον πύργο. Άρεσα να ελέγχω τους δρόμους του δάσος και τη μακρινή κορυφογραμμή για παράνομους κατασκηνοτές. Ή οτιδήποτε συνήθιστο. Και τότε το είδα. Στην αρχή νομίζα ότι ήταν χιονάνθρωπος.
Στη μέση του Ιούλιο, ξανά κοίταξα, δεν ήταν χιονάνθρωπος, ήταν ένα παιδί ντυμένος σαν φάντασμα. Ένα λευκό σεντώνι με δύο τρύπες για μάτια. Στεκόταν αεκίνητο πάνω στην κορυφογραμμή και κοιτούσε κατευθείαν προς τον πύργο. Πήρα τον ασύρματο. «Ντώνι, είσαι εκεί» «Ναι» απάντησε. «Μόλις βγήκα» Γέλασα. Ήταν ακριβώς το ίδιο σατάκας που θα έκανε.
«Μπορείς να πας να ρίξεις μια ματιά στην κορυφογραμμή. Υπάρχει ένα παιδί εκεί, ντυμένος σαν φάντασμα, τύπου Τσάρλι Μπράουν». «Ακριβώς έτσι». Ο Ντόνι ξεκίνησε αμέσως. Οι 40 περίπου λεπτά αργότερα είχε σκοτεινιάσει αρκετά. Κοίταξα ξανά προς την κορυφογραμμή. Το παιδί είχε εξαφανιστεί. «Δόνι» «Σχεδόν έφτασε» απάντησε «Δεν είναι πια εκεί, ίσως να πρέπει να ψάξεις και τριγύρω»
«Έγινε» Λίγο αργότερα είδα το φακό του να κινείται στο σκοτάδι Σήκωσα τα κέλια Μπορούσα να τον δω να φωτίζει δεξιά και αριστερά και να σηκώνει τους ώμους του σαν να μην έβρισκε τίποτα Τότε ακούστηκε ξανά από τον ασύρματο «Δεν βλέπω κανέναν εδ» Η φωνή κόπηκε. Ο φακός έσβησε. Και από το ηχείο ακούστηκε μόνο παράσιτο. «Δόνι». Καμία απάντηση. «Δόνι». Τίποτα. «Δόνι». Και τότε ακούστηκε μια διαπεραστική κραυγή ακριβώς κάτω από τον πύργο. Πάγος.
Έσκυψα πάνω από το κλείδωμα και φώτισα με το φακό μου προς τα κάτω Ανάμεσα στο πύριο και στη λιμνή στεκόταν μια γυναίκα Το δέρμα της ήταν χλωμό, σχεδόν γαλάζιο Τα μάτια της ήταν άδεια Τα χέρια και τα πόδια της έμοιαζαν λες και είχαν σπάσει και στραβώσει προς αφήσικες κατευθύνσεις Για ένα δευτερόλεπτο έμεινα εκίνητη Ύστερα άρχισα να τρέχει προς τα σκαλιά Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο να κινείται τόσο γρήγορα Ανέβηκε προς το μέρος μου με ταχύτητα που δεν έμοιαζε ανθρώπινη Όρμησα μέσα στο δωμάτιο, άρπηξα το μεγαλύτερο μαχαίρι που βρήκα στην κουζίνα Κλείδωσα την πόρτα και χώθηκα δίπλα της Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει Και τότε άκουσα έναν άλλο ήχο Ένα από τα μεγαλύτερα ντουλάπια άνοιγε αργά Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου Γύρισε το κεφάλι Η πόρτα του ντουλαπιού είχε ανοίξει διάπλατα και μέσα στεκόταν το φάντασμα που είχα δει στην κορυφογραμμή.
Με κοιτούσε. Ακίνητο. Δεν μπορούσα ούτε να αναπνεύσω. Μέχρι που άκουσα ένα γελάκι. Το αναγνώρισα αμέσως. Το φάντασμα τράβηξε το σεντόνι από πάνω του. Ήταν ο γιος του Ντόνι. Κρατούσαν ένα σύρματο. «Μπαμπά, το ξεγελάσαμε!» Από το πομπό ακούστηκε το γέλι του Ντόνι. «Καλή δουλειά!» άρπαξα τον αρσυμπρότοπο. «Πολύ αστείο ρε βλάκα!»
Ο Ντόνι γελούσε ακόμα. «Το καλύτερο κομμάτι ήταν που σε άκουγαν να ουρλιάζεις. Δεν ήμουν εγώ αυτός που ούρλεξε», το απάντησα. «Ήταν εκείνη η γυναίκα κάτω από το πύργο. Ποια ήταν η γυναίκα σου?» Η σιωπή που ακολούθησε κράτησε μερικά δευτερόλεπτα. «Η γυναίκα μου», είπε τελικά. τη γυναίκα. Αυτή που ήταν κάτω από τον πύργο ούρλιαζε και ανέβαινε τα σκαλιά σαν τρελή. Άκουσα τον τόνο της φωνής του να αλλάζει.
Εγώ δεν έβολα καμία γυναίκα εκεί. Κανείς δεν μίλησε για λίγο. Και κάπως έτσι τελειώσε η πρώτη μου νυχτερνή βάρδια. Ήταν και η τελευταία. Την επόμενη μέρα υπέβαλα την παρέτησή μου. Αυτές λοιπόν φίλοι και αθροί ήταν οι ιστορίες γύρω από τη φωτιά για το σημερινό επεισόδιο. Ελπίζω να σας άρεσαν ελπίζω να πάρετε κάποιες ιδέες ελπίζω είτε να βλέπετε αυτό το βίντεο την ώρα που εσείς βρίσκετε κάπου για κατασκήνωση είτε σε κανονική κατασκήνωση είτε ελεύθερο κάμπινγκ είτε whatever εννοείται εσείς κατασκήνωση ή δεν ξέρω, να πάρετε κάποιες ιδέες όταν θα πάτε με τους φίλους σας να πείτε κάποιες από αυτές τις ιστορίες, άμα τις πείτε γράψτε μου από κάτω πώς πήγε. Άμα έχετε εσείς ιστορίες που λέτε γύρω από τη φωτιά ή τρομακτικές ιστορίες ή κάτι τέτοιο γράψτε τις από κάτω στα σχόλια να έχουμε έναν θησαυρό και να κάτσουμε να τις διαβάσουμε όλοι μαζί. Έχω κάποια παρόμοια βίντεο ακόμα έτοιμα για το καλοκαίρι, οπότε θα συνεχίσουν να έρχονται τέτοιες ιστορίες σε περίπτωση που σας αρέσουν γιατί εγώ περνώ
πολύ καλά και μου αρέσουν. Άμα σας αρέσουν, επειδή έχω ξεχάσει να το κάνω τόσα χρόνια YouTube, ρεγαμό το. Αλλά άμα σας άρεσε το βίντεο, πατήστε ένα like ρε παιδιά, πείτε το μου. Όσοι το βλέπετε, άμα, σε περίπτωση που δεν είστε d, κάντε ένα Βρείτε με στο Instagram, ακολουθήστε με στο Instagram, όλες οι πληροφορίες μπορείτε να τις βρείτε από κάτω, αν και στο Instagram βρίσκεται πάρα πολύ εύκολα, λέγομαι Μαρία Βεσιλικού.
Αυτά από μένα για σήμερα. Ελπίζω να σας άρεσαν οι ιστορίες, ελπίζω να πέρασετε καλά, ελπίζω να τις χρησιμοποιήσετε και ελπίζω να μην ξεχάσετε να μου γράψετε τις δικές σας ή να μην ξεχάσετε να μου γράψετε πώς πήγε άμα είπατε κάποια από αυτές τις ιστορίες γύρω από τη φωτιά στους φίλους σας ή στους κατασκηνοτές ελπίζω κάποια ομαδάρχες να δουν αυτό το βίντεο, μακάρι εγώ να είχα δει ένα αντίστοιχο βίντεο όταν ήμουν ομαδάρχησα θα πέναγα πάρα πολύ ωραία.
Βασικά μπορεί και όχι, δεν ξέρω. Είναι λίγο λεπτή γραμμή.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα