Skip to content
PodBase
Άνθρωποι που Πιστεύουν ότι Συνάντησαν Βρικόλακες | Αληθινές Ιστορίες

Άνθρωποι που Πιστεύουν ότι Συνάντησαν Βρικόλακες | Αληθινές Ιστορίες

Something Wicked
Μάιος 30, 2026 00:49:45
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Happy early Summerween everybody! Μάζεψα μερικές από τις πιο περίεργες ιστορίες που βρήκα σχετικά με βρικόλακες. Άλλες προέρχονται από το Reddit, άλλες από προσωπικές αφηγήσεις ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι βίωσαν κάτι που δεν μπόρεσαν ποτέ να εξηγήσουν. Παράξενοι άγνωστοι, εξαφανίσεις, περίεργες συναντήσεις στη Νέα Ορλεάνη, ιστορίες από νεκροταφεία και παλιοί λαϊκοί θρύλοι που επιβιώνουν μέχρι σήμερα. Βάλτε ακουστικά, χαμηλώστε τα φώτα και πείτε μου στα σχόλια την γνώμη σας!

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Γεια σας φίλοι και εχθροί, καλώς ήρθατε σε ένα ακόμα podcast σε αυτό το κανάλι. Ελπίζω το μικρόφωνο να είναι αρκετά φοβερό και μαγικό και να μην ακούτε αυτή τη στιγμή τα δύο fans, τους δύο ανεμιστήρες που έχω και είναι πάνω μου. Γιατί αυτές τις μέρες στο Λονδίνο έχουμε την πιο υψηλή θερμοκρασία που έχει υπάρξει ποτέ στην Βρετανία το Μάιο.

Και δεν κάνω πλάκα και δεν το βγάζω από το κεφάλι μου, είναι κυριολεκτικά факτ αυτό. Και συχνά, για να μας κερδίσουν τα χέρια μας, οι αριθμοί της νερίας μας δημιουργούν αλήθειες. και spooky folk πράγματα κλπ κλπ. Είμαι πάρα πολύ ενθουσιασμένη να ξεκινήσουμε αυτή την εποχή ξανά, όπως και πέρσι. Αλλά αλλάξαμε θερμοκρασία τόσο γρήγορα που αλήθεια καταλαβαίνω ότι θα σας το πω και θα νομίζετε ότι υπερβάλλω, αλλά την προηγούμενη βδομάδα είχαμε 14-15 βαθμούς που τους ένιωθες σαν 8, γιατί φύσαγε ο αίρες και σε έπαιρνε και κυκλοφορούσαμε μπουφάν.

Και σήμερα και χθες έχουμε 35 βαθμούς στο Λονδίνο. και μπορεί να το ακούτε και να πείτε σιγά, Μαρία, 35 βαθμοί, κλάιν και εμείς εδώ 35 βαθμούς έχουμε κλπ. Και θα πω κάτι το οποίο καταλαβαίνω ότι τις περισσότερες φορές θα το λέω σε κόσμους γελάει, αλλά μπέφτε να το βιώσετε, δεν θα το καταλάβετε. Οι 35 βαθμοί στο Λονδίνο είναι διαφορετικοί από 35 βαθμοί στην Ελλάδα.

Για αρχή, για τον πολύ απλό λόγο, ότι έχετε air condition. Δηλαδή, άμα δεν το έχεις σπίτι σου, το έχουν 15 διαφορετικά μαγαζάκια γύρω σου. κάπου θα μπεις και θα έχεις air condition κάτι. Εδώ δεν υπάρχει αυτό το concept, δεν υπάρχει air condition. Μη σου πω, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ωριακά προσπαθούν να σε σκοτώσουν, προσπαθούν να μειώσουν τον πληθυσμό, προσπαθούν να κάνουν κάτι για να λιποθυμάει ο κόσμος και να μείνει στον τόπο.

Γιατί διαφορετικά δεν εξηγείται αυτό το πράγμα. Έχθες κιόλας έπρεπε να πάμε σε ένα event και ετοιμαζόμουν πάνω στην ώρα που τώρα, Καλώς σήμερα με έξυπνε αποφάσισα να κάνω γύρισμα Αυτό το podcast αυτή την ώρα Είναι απόγευμα και είναι η ώρα που είναι η πιο ζεστή ώρα Μέσα στο σπίτι γιατί έχει μαζευτεί Όλη η ζέστη από όλη την προηγούμενη μέρα Το χτυπάει ο ήλιος αυτό το σπίτι πάρα πολύ Και γενικά τα σπίτια Αλλά και το συγκεκριμένο σπίτι γιατί είναι πάρα πολύ παλιό Είναι φτιαγμένοι για να κρατάνε μέσα ζέστη Οπότε είμαι κυριολεκτικά μέσα σε Σαουν αυτή τη στιγμή με έναν ανεμιστήρα να φυσάει πάνω μου.

Οπότε όσοι με βλέπετε στο YouTube βλέπετε έχετε και λίγο αυτό το μαλλί που φυσάει πίσω, το εφέ. Καλά, όχι και φοβερά. Τέλος πάντων. Θα ήθελα. Αυτά είναι τα δικά μου updates. Παλεύω να είμαι κάπως άνθρωπος και να είμαι κάπως ok με αυτή τη ζέστη. Θα πω βέβαια ότι έχω ένα μικρό μικρό ανεμιστήρακι. Καλά βασικά δεν έχω δύο καν ανεμιστήρες.

Ψέμα το σας λέω. Έχω ένα φίλτρο αέρα το οποίο φυσάει αέρα μπροστά πάνω και κάτι κάνει και μετά έχω ένα μικρό νεμιστυράκι το οποίο είναι πάρα πολύ μικρό, δεν θες να το δείξω, είναι πάρα πολύ μικρό. Είναι τύπου τραπεζιού για όσο δουλεύεις να σε φυσάει πάνω σου και είναι πάρα πολύ δυνατό, εξαιρετικό. Στα θετικά όμως αυτή τη στιγμή κάνουμε μάτς, έχουμε παρόμοιο vibe, έχουμε παρόμοιη ενέργεια.

Φαντάζομαι και εσείς έχετε παρόμοια θερμοκρασία ή κάτι τέτοιο. Και θα μου πείτε τώρα ότι στην Ελλάδα έχει 20 βαθμούς. Δεν ξέρω. Εδώ πάντως παιδιά, χθες βαρέσαμε 35 και δεν ήμουνα καλά. Δεν ήμουνα. Προσπαθούσα να κάνω το μαλλιά μου με Dyson. Ήθελα να κόψω το μαλλί μου σαν την Britney Spears. Ήθελα να το κόψω όλο, να μην ασχοληθώ περτέρα.

Επίσης προσπαθούσα να κάνω το make-up μου. Έσταζε. Με το που έκανα το μαλλί και έκανα την μπούκλα, το βγάζα, πήγαινε στον υδρότα που υπήρχε πάνω στο σώμα μου, κόλλαγε πάνω. Άστο, άστο, δεν υπάρχει λόγος. Σήμερα λοιπόν σαν θέμα, αποφάσισα να μιλήσουμε για βρυκόλακες και θα σας διαβάσω αληθινές ιστορίες τρόμου που βρήκα στο ίντερνετ για βρυκόλακες.

Συγκεκριμένα για ανθρώπους που νιώθουν ότι έχουν συναντηθεί με βρυκόλακες. Πείτε με περίεργοι, πείτε με ό,τι θέλετε, αλλά ειδικά σε τέτοιες ζέστες, σκέφτομαι νέα ορλάνι, σκέφτομαι βρυκόλακες, σκέφτομαι ξέρεις νυχτερινά πάρτι κλπ. Που στο δικό μου μυαλό οι βρυκόλακες τότε κυκλοφορούν και υπάρχουν. Έστω ότι υπάρχουν, έστω ότι είναι πραγματικοί και κυκλοφορούν ανάμεσά μας, νιώθω ότι το μέρος να βρίσκεις αμέσα βρυκόλακας είναι έτσι κάπου καλοκαίρι, που όλοι είναι ημίγυμνοι, που όλοι ζεσταίνονται, που υπάρχει αυτός ο αέρας από το λιμό και από το σώμα, ξέρεις, αυτές τις μυρωδιές κυκλοφορούν, που κάνει πάμπ το αίμα, ρε παιδί μου, που ο κόσμος χορεύει, που ο κόσμος πίνει, που υπάρχει νυχτερνή ζωή.

Για μένα αυτό συνδέεται με βρυκόλακες περισσότερο από όλα. κάποια άλλη βρυκόλακες, έτσι λίγο πιο παπουδίστικη, έτσι ίσως λίγο υγριά γενιά των βρυκολάκων συνδέονται με χειμώνα για μένα, ξέρεις. Αλλά αυτός είναι αυτός ο κλασσικός, ο μεσήλικας βρυκόλακας που έχει παρτάρει πλέον, δεν θέλει να πολύ βγαίνει από το σπίτι του, δεν θέλει να πολύ βγαίνει από το φέρετρο, είναι έτσι σε κάνα κάστρο, σε κάμια κρύα χώρα, κάτι τέτοιο. Αλλά σήμερα θα μιλήσουμε για τους βρυκόλακες της Νέας Ορλαιάνης που είναι οι cool hip βρυκόλακες που παρτάρουν και βγαίνουν και ακόμα περνάνε καλά. Χωρίς πολλά πολλά, αφού ήδη μιλάμε για πόσο πέντε δεκαλεπτά, πάμε στην πρώτη ιστορία. Μου είπατε κάποιοι ότι θέλετε κάτι πιο ξεκάθαρο, γι'ποτε αλλάζει κάθε ιστορία και ξεκινάει καινούρια και θα σας φτιάξω σήμερα, μην αγχώνεστε.

Πάμε λοιπόν στην πρώτη ιστορία Οι άνθρωποι χωρίς αντανάκλαση Τον περαισμένο Σεπιτέμβρη πήγα σε ένα girl's trip Σε ένα ταξίδι μόνο με κορίτσια Στην Νέα Ορλιανή για τη γενέθλια μιας φίλης Ήταν από αυτά τα ταξίδια που όλοι περιμένουν για μήνες Ποτό, μουσική, bourbon street και ξενήθεια μέχρι το πρωί Μείναμε σε ένα παλιό ξενοδοχείο Ακριβώς δίπλα στο French Quarter Ένα μέρος που από την πρώτη στιγμή είχε μια περίεργη ατμόσφαιρα. Γιατί είχα σκογέλασα.

Γιατί μόλις είπα Bourbon Street και σκέφτηκα αν κρίνζανα λίγο με τον εαυτό μου, ρε φίλε. Γιατί το θέμα όταν διαβάζεις αγγλικά τέτοια και ειδικά άμα μένεις αγγλία σαν εμένα και λοιπά, είναι ότι τύπου πώς να το προφέρω. Να το προφέρω έτσι όπως θα το προφέρω την ώρα που μιλάω αγγλικά με κάποιον άλλον ή να το προφέρω λίγο χαλασμένα με ελληνική προφορά Μπερμπεν Στριτ.

Μπερμπεν Στριτ. Ναι, τέλος πάντων, δεν σας αφορά. Απλά κρίνιζα λίγο με την πάρτη μου. Η νέα Ορλαιάνη γενικά νιώθεις ότι κουβαλάει κάτι βαρύ. Δεν ξέρω πώς να ταξιλήσω. Ο αέρας εκεί μοιάζει διαφορετικός, σαν συμβαίνει κάτι πίσω από αυτές τις κουρτίνες της πόλης, που οι τουρίστες δεν πρέπει να δουν. Και το χειρότερο, φτάσαμε ακριβώς τη μέρα που ξεκινούσε ο τυφώνας.

Εγώ έχω δωμάτιο μόνη μου. Η μητέρα μου έμενε με τη γυναίκα της σε άλλο όροφο και δύο φίλες μας σε διαφορετικό. Αφού τακτοποιήθηκα, πήρα το σαντσέρ για να πάω να τις βρω, μιας και θα ετοιμαζόμασταν όλες μαζί για να βγούμε το βράδυ. Μπήκα μέσα κοιτώντας το κινητό μου. Λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες στο σαντσέρ, δύο άτομα μπήκαν μαζί μου.

Θυμάμαι ότι ένας από αυτούς είπε κάτι τύπου «Μπορούμε να μπούμε» Όπως καταλαβαίνεις, μου φάνηκε περίεργο. Ήταν ασαντσέρ. Γιατί να κάτσεις να μου ζητήσεις άδεια για να μπεις. Σήκωσα για λίγο το βλέμμα από το κινητό, τους είπα ένα ναι και τότε το είδα. Στο πίσω μέρος του ασαντσέρ υπήρχε ένας τεράστιος καθρέφτης. Εγώ φαινόμουν κανονικά μέσα του. Το ίδιο και το συωτρικό του ασαντσέρ.

Εκείνη όμως, όχι. Γύρισα μέσα στο κεφάλι μου δεξιά. Ήταν δίπλα μου. Τους έβλεπα ξεκάθαρα. Ξανακοίταξα τον καθρέφτη Τίποτα, καμία αντανάκλαση Πάγωσα Είχα πιει νωρίτερα, ήμουνα λίγο μεθυσμένη Αλλά όχι τόσο ώστε να μην καταλαβαίνω τι γίνεται και να βλέπω παραστηρήσεις Τους ξανακοίταξα, ήταν ακόμα εκεί Και πάλι, ο καθρέφτης πίσω μας έδειχνε μόνο εμένα Μόλις το σανσέρ έφτασε στον όροφο της μητέρας μου Πετάχτηκα έξω σφεντώνα Μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου, βρήκα τις υπόλοιπες και με κοιτούσαν σοκαρισμένες.

Προσπάθησα να εξηγήσω τι είχε συμβεί, αλλά τα λόγια δεν έβγαιναν σωστά. Έτρεμα ολόκληρη και έκλαιγα. Το χειρότερο ήταν ότι άρχισαν να γελάνε. Τι είναι τόσο αστείο. Κάθομαι και κλαίω και σας εξηγώ κάτι το οποίο με τρόμαξε πάρα πολύ. Νόμιζαν ότι υπερέβαλα όμως επειδή είχα πιει. Προσπάθησα και εγώ να το αγνοήσω και να μην χαλάσω το vibe του ταξιδιού Αλλά μέσα μου ήξερα ότι κάτι δεν πάει καλά Λίγη ώρα αργότερα κατεβήκαμε όλοι μαζί στο λόμπι Μέσα από το σαντσέρ Το πόσο δεν ήθελα να μπω μέσα σε αυτό το σαντσέρ δεν μπορώ να σας το περιγράψω Έκανα όμως προσπάθεια, κατάφερα να μπω, ένιωσα άβολα Μεν, αλλά φτάσαμε κάτω και ξαφνικά τους βλέπω ξανά Αυτούς τους δύο στέκονται στην πλευρά του αισθητήτου του ξενοδοχείου και με κοιτούσαν.

Και οι δύο χαμογελούσαν. Με χαιρετούσαν αργά με το χέρι, σαν να με γνώριζαν. Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Βγήκαμε στο δρόμο και περπατήσαμε στην Bourbon Street. Συγγνώμη. Η πόλη ήταν γεμάτη μουσική, φωνές και κόσμο, αλλά εγώ ένιωθα συνέχεια ότι κάποιος με παρακολουθούσε. Σταματήσαμε σε ένα μικρό μαγαζί να πάρουμε κάτι να φάμε Και τότε τους είδα πάλι Στεκόντσαν στη γωνία του δρόμου, ακίνητοι, με κοιτούσαν Δεν είπα τίποτα στις φίλες μου Προσπάθησα να πει στον εαυτό μου ότι ήταν απλά μια σύμπτωση Απλά έτυχε να βρεθούμε στο ίδιο σημείο Αλλά δεν έπαιρναν ποτέ τα μάτια τους από πάνω μου Με κοίταγαν πάρα πολύ περίεργα και χαμογελούσαν Αργότερα μπήκαμε σε ένα εστιατόριο για φαγητό Περιμέναμε περίπου πέντε λεπτά μέχρι να μας δώσουν το τραπέζι.

Τη στιγμή που καθίσαμε, η πόρτα άνοιξε. Ήταν εκείνοι. Μπήκαν στο ίδιο εστιατόριο στο οποίο καθόμασταν. Μπήκαν αργά μέσα στο μαγαζί, σαν να ήξεραν ακριβώς που βρισκόμουν και πάλι με κοίταξαν και χαμογέλασαν. Και πάλι μου κουνούσαν το χέρι. Και τότε παρατήρησα κάτι που δεν είχα προσέξει πριν. Κανείς άλλος στο εστιατόριο δεν τους κοιτούσε.

Ρωτήσεις και εγώ θα έχω ρωτήσεις. Αλλά να σας πω ότι εγώ τρόμαξα λίγο με αυτό το κόνσεπτ, γιατί μου φαίνεται πάρα πολύ πιθανό. Ξανά λέω, έχω πει χίλιες φορές σε αυτό το podcast, αλλά πολλές φορές έρχεται κάποιος καινούργιος και μου λέει «Γιατί συζητάμε για paranormal πράγματα, σαν είναι αληθινά, γιατί είσαι σε ένα podcast που συζητά για paranormal πράγματα».

Και έχω εξηγήσει τη δική μου στάση πολλές φορές. Εγώ επιλέγω να πιστεύω σε αυτά τα πράγματα, όχι παθιασμένα, αλλά να πιστεύω γιατί ο κόσμος έτσι μου φαίνεται πιο φαν. Ωραία. Αφήνω ένα παραθυράκι ανοιχτό για την πιθανότητα ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Και έστω ότι υπάρχουν ευρικόλακες και έστω ότι κυνηγάνε το θύραμά τους.

Για αρχή, η νέα ορλεάνη το καλοκαίρι είναι το μέρος για να το κάνεις. Νιώθω. Β. Μου φαίνεται, δεν ξέρω, έχουν υπερδυνάμεις που μπορούν να κάνουν μόνο εσένα να τους βλέπεις. Θα μ' αρέσει να σημαίνει αυτό. Είναι εμβολικό. Είναι ωραίο. Την κρυπάρουνε, την φρικάρουνε, την απομονώνουνε με αυτόν τον τρόπο από την υπόλοιπη παρέα γιατί η υπόλοιπη παρέα αρχίσει και νιώθει ότι κάτι δεν είναι καλά, ότι κάτι ξέρεις είναι λίγο... έχει τρελαθεί και έτσι φρικάρουν το θύραμα και το βάζουνε στη γωνία για να το φάνε.

Έτσι είναι στο μυαλό μου. Εμένα μου βγάζει νόημα. Άμα υπάρχουν βρικόλαικες Νέα Ρουλαιάνη έτσι νιώθω ότι είναι. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο απλό, λιτό, χωρίς πολλά πολλά Υβρυκόλεκες της Νέας Ρουλαιάνης. Δεν πίστευα ποτέ σε βρυκόλεκες. Μέχρι εκείνη το βράδυ στη Λουιζιάννα η ιστορία ξεκινά κάπου ανάμεσα στο 1994 και το 1995.

Ήμουν τότε 18 χρονών και σπούδαζα στο South Eastern University στο Χάμοντ. Έμενα με ένα φίλο μου στο λίγο πιο πίσω, σαν να φύλλεγαν τις κοπέλες. Οι άντρες αυτοί που περιγράφουν είμαι εγώ σε κάθε κλάπο που έχω βρεθεί ποτέ στη ζωή μου. Υπερβολικά ψηλή, σχεδόν αφίσικα χλωμή και δεν μιλάω καθόλου παρακάτω. Πάμε πίσω στην ιστορία.

Και το βλέμμα τους ήταν άδειο. Περάσαμε ώρες μαζί τους μέχρι που ξημέρωσε. Κάποια στιγμή πρότεινα να πάμε σε ένα από τα παλιά νεκροταφεία της πόλης Οπότε συμφωνήσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν κρατήσετε κάτι από αυτό το podcast, ε, κάνω 500 διακόπτες, αλλά μην μπερδεύετε ποτέ ουσίες με αλκοόλ. Σας εκλυπαρώ. Μην μπερδεύετε ποτέ ουσίες με αλκοόλ.

Μην μπερδεύετε ποτέ ουσίες με αλκοόλ. Στις καλύτερες των περιπτώσεων, η creepy ιστορία που θα θέλετε μετά να πείτε στο Reddit και κάποιος θα θέλει να διαβάσει στο podcast, θα χάσει κάθε... ποιά είναι η λέξη... Δεν θα σας πιστέψουμε. Θα νομίζουμε ότι λέτε μπουρδες. Το νεκροταφείο ήταν τεράστιο. Οι τάφοι, όπως συνηθίζεται στη Νέα Ορλάνη, ήταν όλοι υπερηγή.

Η υγρασία, οι ομίχλοι και οι παλιοί πέτρινοι τάφοι έκραναν το μέρος να μοιάζει βγαλμένο που εφιάλ. Καταλήξαμε μέσα σε ένα μαυσολείο αρκετά μεγάλο, ώστε να χωράει όλους μας. καθίσαμε στο πάτωμα, γελάγαμε, μιλούσαμε και περνούσαμε από χέρι σε χέρι ένα μπαλόνι με νιτριώδες οξύδιο. Αυτό έκαναν οι νεόλια εκείνη την εποχή, νιτριώδες οξύγιο.

Ε, θες να πάμε λίγο να μυρίσουμε νιτριώδες οξύγιο. Και τότε ένας από τους άντρες είπε κάτι που ακόμα θυμάμαι λέξη προς λέξη. Είμαστε βρυκόλακες. Καλά δεν είναι και πολλές λέξεις να θυμάσαι ρε φίλοι μου. Λέξη προς λέξη το θυμάμαι είπε Είμαστε βρικολικές Αχ όλοι γελάσαμε Και εμείς Νόμιζα ότι αστεβόταν Αλλά εκείνος συνέχισε ήρεμα Δεν είμαστε εδώ για να πιούμε το αίμα σου Τρεφόμαστε με την ενέργεια των ανθρώπων Η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως Κανείς δεν γελούσε πλέον Άκουσαν τρεφόμαστε με ενέργεια ανθρώπων Και τες φασιόπα Όταν ήρθε η σειρά μου να πάρω το μπαλόνι Μία από τις κοπέλες μετακινήθηκε και κάθισε δίπλα μου.

Χωρίς να πει τίποτα, ακούμπησε το χέρι της πάνω στο νομό μου. Και τότε το ένιωσα σαν κάτι να τραβιόταν έξω από μέσα μου. Δεν ήταν πόνος, δεν ήταν ζάλι. Ήταν σαν να άδειαζα. Η αναπνοή μου βάρινε, το σώμα μου πάγωσε. Και ένιωσα μια αφήσε και αδυναμία να με κατακλύζει. Σαν κάποιος να ρουφούσε κάθε ίχνος δύναμης που είχα μέσα μου.

Κάθε σκέψη, κάθε κομμάτι συνείδησης που είχα Μετά σκοτάδι Δεν θυμάμαι πόση ώρα πέρασε Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να στέκομαι έξω από ένα Dunkin' Donuts με τον φίλο μου Λίγο πριν ξημερώσει Δεν ξέραμε πώς βρεθήκαμε εκεί Δεν μίλησαμε ποτέ ξανά για εκείνη το βράδυ Αλλά χρόνια αργότερα άρχισα να ψάχνω Και τότε κατάλαβα ότι η Νέα Ορλαιάνη έχει μια υπόγεια κοινότητα ανθρώπων που αυτοποκαλούνται βρυκόλακες.

Υπάρχει ένα μπαρ στη French Quarter που λέγεται The Dungeon, κρυμμένο μέσα σε ένα στενό δρομάκι χωρίς εμφανή επιγραφή. Μέσα έχει κόκκινα φώτα, σιδρενια κλουβιά, κρανία και τείχους βαμμένους μαύρους. Οι φωτογραφίες απαγορεύονται αυστηρά. Οι περισσότεροι τουρίστες μπαίνουν περιμένοντας κάτι θεατρικό και φεύγουν απογοητευμένοι.

Αυτό όμως είναι το νόημα. Η απογοήτευση λειτουργεί σαν φίλτρο, ξεχωρίζει ποιος είναι απλώς περίεργος και ποιος ψάχνει πραγματικά να βρει την κοινότητα. Υπάρχει επίσης ένα μέρος που λέγεται Potions, ένα κρυφό speak easy που σύμφωνα με τις φήμες συνδέεται με κύκλους βρυκολάκων της πόλης. Για να μπεις χρειάζεσαι κωδικό πρόσβασης και φυσική πρόσκληση, δεν μπορείς απλά να εμφανιστείς.

Και τότε άρχισαν να ακούω ιστορίες για τους λεγόμενους ψυχικούς βρυκόλακες. Άνθρωποι που δεν πίνουν αίμα, τρέφονται με ανθρώπινη ενέργεια. Το πιο ανατριχιαστικό είναι ότι ακόμα και μέσα στη δική τους την ιδιαίτερη κοινότητα υπάρχουν κανόνες. Έχουν μέχρι και όρους για όσους τρέφονται χωρίς συνένεση. Και το γεγονός ότι χρειάζονται κανόνες για κάτι τέτοιο, σημαίνει πως συμβαίνει στα αλήθεια.

Χρόνια μετά άκουσα και άλλες ιστορίες. Μία γυναίκα περιγραφέ το πρώτο της ταξίδι στην Εόρλαιανή λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2019. Η Bourbon Street ήταν σχεδόν άδεια λόγω της βροχής και της ομίχλης. Εκείνη και οι αδερφές της περιπλανιώτησαν μεθυσμένες στους δρόμους μέχρι που ξαφνικά άρχισε να νιώθει ότι κάποιος την παρακολουθούσε.

Δεν έβλεπε κανέναν, αλλά το ένστικτό της ούρλαζε ότι κάτι κρυβόταν εκεί έξω μέσα στην ομίχλη. Η νικρή της αδερφή τότε της είπε κάτι που δεν ξέχασε ποτέ Αν νιώθεις ότι σε παρακολουθούν στη Λουιζιάννα Σημαίνει ότι κάποιος σε προστατεύει Όσοι έχουν ζήσει αρκετό καιρό στη Νέα Ορλάνη Λένε το ίδιο πράγμα Η πόλη έχει πράγματα που δεν φαίνονται τη μέρα Και κάποιοι κατοικοί της δεν είναι ακριβώς άνθρωποι Ωραία ιστορία, μ' άρεσε Είχε έτσι ένα ωραίο μίξ σπούκι και λίγο γελοιότητας Και αυτό, νιώθω ότι έτσι μπορείς να ξεχωρίσεις τις αληθινές ιστορίες από τις μη αληθινές ιστορίες.

Spoiler alert, έχουμε και κάποιες μη αληθινές, λίγο πιο ιστορίες από παραδόσεις ρώσικες, οι οποίες δεν είναι τόσο αληθινή ιστορία όσο, ξέρεις, λίγο παραμυθό ιστορία που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά για βρυκόλικες κλπ. Αλλά αυτές οι ιστορίες που έχουν έτσι λίγο αυτόν τον ανθρώπινο γελίο παράγοντα, Νιώθω ότι είναι αληθινές και νιώθω ότι όντως κάτι θα συγχαίρεται Και κυρίως μπορώ πάρα πολύ εύκολα να με δω και να με φανταστώ Να κυκλοφορώ μια βροχερή μέρα στην Νέα Ορλαιάνη Και να νιώθω ότι κάποιος με παρακολουθεί Βέβαια, έχω την εντύπωση ότι εμένα θα μου άρεσε αυτή η εμπειρία Έχω την εντύπωση ότι εγώ θα πέρανα τέλεια Μέσα στο κεφάλι μου θα ήμουν σαν γάτα που κάνει μπισκοτάκια Και που χορείζει εκείνη την ώρα αλλά μπορεί και να το λέω αυτό τώρα και στην πραγματικότητα να την δρούσα τελείως διαφορετικά.

Επίσης κάτι που παρατηρώ είναι ότι όλες αυτές οι ιστορίες για την Νέα Ορλάνη είναι για τους ίδιους δρόμους. Δηλαδή πάνω κάτω, άμα κάτσεις και τις ακούσες, είναι περίπου ήδη δρόμοι, είναι τα ίδια μαγαζιά. Κάπου υπάρχει ένα κοινό σημείο σε όλο αυτό. Λοιπόν, η επόμενη ιστορία. Ο άντρας που εξαφανίστηκε στην οδό French Quarter.

Ο κόσμος γελάει όταν ακούει ιστορίες για βρυκόλα και στην Νέα Ρουλεάνη. Κι εγώ έτσι ήμουν. Μέχρι τη νύχτα που γνώρισα έναν. Δεν μιλάω σχεδόν ποτέ για αυτό που συνέβη. Αλλά όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ συνειδητοποιώ πως ό,τι κι αν ήταν εκείνος ο άντρας, δεν ήταν φυσιολογικό. Εκείνο το βράδυ βρισκόμουν στο West Bank της Νέας Ρουλεάνης.

Συνήθως κουνιόμουν μεταξύ Eastside ή κοντά στο St. Bernard. αλλά εκείνη τη μέρα είχα βρεθεί από την άλλη πλευρά της πόλης για κάτι δουλειές. Προσπαθούσα να βρω παρέα να με πάρει αλλά κανείς δεν ήθελε να κάνει διαδρομή μέσα στη νύχτα. Τελικά πήρα τηλέφωνο μια φίλη ασιατικής καταγωγής που ζούσε χρόνια στην Εωρλάνη. Ήταν από εκείνα τα άτομα που έδειχναν λες και είχαν βγει από Gothic περιοδικό.

Μαύρα ρούχα, ασημένια κοσμήματα, χλωμό δέρμα. Εγώ ήμουν το ακριβώς αντίθετο. Πιο γήινος τύπος. Φόρμα, bucket hat και χαλαρή διάθεση. Ήρθε να με πάρει και αρχικά σκοπόμε να πούμε για φαγητό. Κάποια στιγμή όμως με κοίταξε και μου είπε «άσε το φαγητό, πάμε για ένα ποτό». Ήταν ήδη βράδυ, ο ουρανός είχε εκείνο το βαθύ υγρό σκοτάδι που μόνο η νέα Ορλαιάνη έχει.

Δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Το μπαρ στο οποίο με πήγε δεν το έχω ξαναδεί ποτέ. Απ' έξω έμοιαζε σχεδόν κρυφό και μόλις μπήκαμε μέσα ένιωσα αμέσως ένα παγωμένο ρεύμα να περνάει απ' το σβέρκο μου Στην αρχή νόμιζα πως ήταν air condition όμως δεν υπήρχε κλιματισμός ανεκτός Το μέρος ήταν γεμάτο κόσμο αλλά επικρατούσε μια παράξενη σιωπή πίσω απ' τη μουσική Σαν όλοι να πρόσφεραν κάτι που εγώ ακόμα δεν έβλεπα Καθίσαμε στο μπαρ και παρέγγειλα ένα Long Island και μια κορώνα Οι περισσότεροι κοιτούσαν τη φίλη μου Δύο άντρες την πλησίασαν και άρχισαν να της κάνουν Εκοπλιμέντα για τα μαλλιά και τα κοσμήματα της Και τότε συνέβη Από το πουθενά ένας άντρας στάθηκε δίπλα μου Δεν τον είχα δει να πλησιάζει Ούτε να μπαίνει στο μαγαζί Γύρισε και το κοίταξαν Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω χωρίς να ακούσω τρελός Αλλά έμοιαζε αφήσικα τέλειος Το δέρμα του ήταν λίωσα πορσελάνι τα μάτια του γυάλιζαν παράξανα μέσα στο χαμηλό φως τα δόντια του ήταν κατάλευκα τόσο συμμετρικά που έμοιαζαν ψεύτικα

σαν να μην έχει γεράσει ούτε μια μέρα στη ζωή του Με ρώτησε πως είμαι, από που κατάγομαι τι κάνω στην νεαρολέανη Η φωνή του ήταν ήρεμη, σχεδόν υπνοτική Στην αρχή πίστηξα ότι ήταν απλώς ένας κεντρικός τύπος μέχρι που το σύστησα στη φίλη μου Εκείνος την κοίταξε για λίγο δευτερόλεπτα και μετά χαμογέλασε. Μου θυμίζει την πρώτη μου γυναίκα.

Γελάσαμε μήχανε. Πόσες γυναίκες είχες δηλαδή. Με κοίταξε χωρίς να χαμογελάει αυτή τη φορά. Εφτά. Κάτι στον τρόπο που το είπε με έκανε να παγώσω. Προσπάθησα να το γυρίσω σε αστείο αλλά κάθε φορά που γελούσε ένιωθα εκείνο το παγωμένο ρεύμα να περνά ξανά από το σώμα μου. Το χειρότερο όμως ήταν άλλο. Δεν τον είχα δει ποτέ να παραγγέλνει ποτό Ο μπάρμαν απλώς του έφερνε ποτά Χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους Σαν να το γνώριζε ήδη Ή σαν να μην χρειαζόταν να μιλήσουν καθόλου Κάποια στιγμή με ρώτησε την ηλικία μου Του είπα που είμαι 27 και τον ρώτησα Και εγώ πόσο χρόνον είναι Γέλασε ξανά Μακάρι να ήμουν τόσο νέος Δεν απάντησε ποτέ πραγματικά Όσο προνουσία η ώρα ένιωθα όλο και πιο περίεργα τρομακτικό. Δεν θυμόμουν πόση ώρα ήμασταν εκεί. Κοίταξα το ποτό του.

Ήταν άδειο. Κι όμως, τον είχα δει να πίνει μόνο μία γουλιά. Κοίταξα γύρω μου και το μπαρ είχε σχεδόν αδειάσει. Ήταν σαν να είχα χάσει ώρες χωρίς να το καταλάβω. Σηκώθηκα αμέσως. Εκείνος στάθηκε απέναντί μου και χαμογέλασε. Ήμασταν σχεδόν στο ίδιο ύψος. Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια και για μια στιγμή νιώσα κάτι που δεν είχα νιώσει ποτέ ξανά. Σαν να μην με κοιτούσε άνθρωπος. Θα θέλετε να συνεχίσουμε αλλού για ποτό, ρώτησε ήρεμα.

Κάτι μέσα μου φώναξε να φύγω. Άρπαξα τη φίλη μου από τα χέρια και τσίπα το πριν να πάμε. Εκείνη δεν αντέδρασε σχεδόν καθόλου. Σαν να ξυπνούσα πολύ θαργό. Βγήκαμε όλοι μαζί έξω από τον μπαρ. Εμείς τρύψαμε αριστερά εκείνος δεξιά. Γύρισα το κεφάλι μου μόλις δύο δευτερόλεπτα αργότερα είχε εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε στενόκοντα, δεν υπήρχε πλήθος, δεν υπήρχε πουθενά μέρος για να χαθεί τόσο γρήγορα. Απλώς δεν ήταν εκεί. Μέχρι σήμερα χρόνια μετά, ρωτάω ακόμα τη φίλη μου αν θυμάται εκείνη τη νύχτα. Και κάθε φορά που το αναφέρω, παγώνει. Λοιπόν φίλοι και φίλοι πριν ένα πολύ λίγο σταμάτησα να λειτουργεί η κάμερα.

Δεν είμαι σίγουρη για πόσο ώρα σταμάτησα να λειτουργεί και το βρίσκω λίγο σπουκή. Αλλά πάμε παρακάτω. Η οικογένεια με τα μπλε μάτια στη Νέα Ορλαιάνη. Τον τελευταίο καιρό ακούγονται όλο και περισσότερες ιστορίες για βρυκόλα και στη Νέα Ορλαιάνη. Ειδικά σε αυτό το συγκεκριμένο podcast. Μέχρι τώρα δεν έχει ακουστεί τίποτα άλλο.

Οι περισσότεροι τις απορρίπτουν σαν θεωρίες συνωμοσίες ή creepy urban legends για τουρίστες. Δεν ξέρω τι γίνεται σε αυτό το επεισόδιο, άζε με εντάξει. Λοιπόν, αλλά όταν αρχίζεις να ψάχνεις λίγο βαθύτερα καταλαβαίνεις ότι η πόλη αυτή έχει μια παράξενη σχέση με τις ιστορίες. Υπάρχουν πάλι θρύλοι για τους λεγόμενους Carter Brothers, διαδέρφια που σύμφωνα με τις ιστορίες του 1930 απήγαγαν ανθρώπους και τους κρατούσαν ζωντανούς μέσα στο σπίτι τους, δεμένους σε καρέκλες.

Όταν τελικά τους ανακάλυψαν, τα θύματα βρέθηκαν εξατλημένα γεμάτα μικρές τομές στο σώμα τους. Οι επιζήσοντες ισχυρίστηκαν πως τα αδέρφια έπιναν το αίμα τους. Και φυσικά υπάρχει και η NOVA, η New Orleans Vampire Association, μια πραγματική κοινότητα ανθρώπων που αυτοπροκαλούνται βρυκόλακες και οργανώνουν ιδιωτικές συγκεντρώσεις όπου γίνεται ανταλλαγή αίματος μεταξύ ενήλικων με συνένεση.

Δεν το ήξερα αυτό Δεν έχω αυτή τη στιγμή σχόλια Αλλά είμαι σίγουρη θα άκουσα λίγο Όσο περισσότερο έψαχνα αυτές τις ιστορίες Τόσο περισσότερο καταλάβαινα ότι η Νέα Ορλαιάνη Δεν είναι σαν τις άλλες πόλεις Και τότε διάβασα την ιστορία της Στέισι Μια ιστορία που ειλικρινά με στήχιωσε Είμαι σίγουρη ακούτε τα παπαγαλάκια Αυτή τη στιγμή που είναι έξω Κάτι γιορτάζουν Η Στέισι είχε πάει μόνη της στην Νέο Ορλάνι για λίγες μέρες.

Ήθελε απλώς να ξεφύγει μετά από μια δύσκολη περίοδο της ζωής της. Εκείνο το βράδυ η Bourbon Street ήταν η γεμάτη κόσμο. Μουσική ξεχινόταν από κάθε μπαρ, άνθρωποι χώρευαν στους δρόμους, όλοι έπιναν και γελούσαν. Κάποια στιγμή όμως κουράστηκε από τη φασαρία και μπήκε σε ένα μικρό jazz bar χωμένο ανάμεσα σε δύο μεγαλύτερα μαγαζιά.

Το περιέγραψε σαν μέρος με περισσότερες σκιές παρά φως Και εκεί τον είδε Είπε ότι το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν τα μάτια του Όχι απλά μπλε, έντονα, αφύσικα, σχεδόν φωσφορίζοντα Όπως το περιέγραφε, δεν έμοιαζαν με ανθρώπινα μάτια Δεν έμοιαζαν κάποιον φυσικά Ήταν σαν ηλεκτρικό μπλε που γυάλιζε μέσα στο χαμηλό φως του μπαρ Ήταν ψηλός, καλοδημένος και απίστευτα αγωγητευτικός από εκείνους τους ανθρώπους που μόλις τους κοιτάξεις νιώθεις ότι τραβάνε όλη την προσοχή του χώρου πάνω τους.

Κάθισε δίπλα της και άρεσε να μιλάνε. Μουσική, τέχνη, συνωμοσίες. Η ίδια είπε πως ένιωθε αμέσως μια περίεργη σύνδεση μαζί του, σαν να τον ήξερε ήδη. Το πιο παράξενο όμως ήταν πως όταν η κουβέντα πήγε στους βρυκόλακες, εκείνος απλά γέλασε και άλλαξε αμέσως θέμα. και όπως είπε η ίδια αργότερα, αυτό ήταν το πρώτο red flag.

Πήγαν ο σχολιάς ότι είναι περίεργο να ξεκινάς να συζητάς βρυκόλακες με κάποιον που γνώρισες μόλις, αλλά η αλήθεια είναι πως θα έκανα το ίδιο ειδικά στην Έωρλαιάνη. Της είπε ότι έμενε λίγα στενά πιο πέρα και τότε συνέβη κάτι που φάνηκε μοιραίο εκείνη τη στιγμή, αλλά αργότερα το είδε σαν προειδοποίηση. Έμεναν στον ίδιο ξενώνα Εκείνο στον τρίτο όροφο, εκείνο στο δεύτερο Το επόμενο βράδυ την κάλεσε σπίτι του Της είπε ότι η οικογένειά του έκανε μια μικρή συγκέντρωση Κρασί, μουσική και καλή ενέργεια Η στέιση παραδέχτηκε πως κανονικά δεν θα δεχόταν ποτέ να πάει σπίτι κάποιου που γνώρισε μόνο μια μέρα Αλλά όπως το περιέγραψε ήταν σαν να μην μπορούσε να του πω όχι Είπε πως κάθε φορά που τον κοιτούσε στα μάτια ένιωθε ότι την τραβούσε κοντά του, σαν να είχε χάσει ένα κομμάτι της ελεύθερης βούλησής της.

Το σπίτι βρισκόταν μέσα στην French Quarter, ένα παλιό κρεολικό αρχοντικό με τεράστια ταβάνια, σιδρένια μπαλκόνια και μυρωδιά από παλιά βιβλία και λιβάνι. Από τη στιγμή που μπήκε μέσα, κάτι δεν της φάνηκε σωστό. Στο σαλόνι καθούσαν έξι άτομα γύρω από ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι και όλοι τους είχαν τα ίδια μάτια. Αυτό το αφύσικο μπλε.

Οι γυναίκες φορούσαν με κρυά φορέματα σαν να είχαν βγει από άλλη εποχή. Οι άντρες ήταν τιμένοι με παλιά κοστούμια, σχεδόν Βικτοριανά, σαν να μην άνοιγαν στο σήμερα. Στο κέντρο του τραπηζιού υπήρχαν ποτήρια γεμάτα με ένα σκούρο κόκκινο υγρό. Η Στέισι αρχικά γέλασε νευρικά γιατί νομίζω ότι πρόκειται για κάποιο θεατρικό κόφικ δείπνο.

Αλλά κανείς άλλος δεν γέλασε. Και τότε η μητέρα της οικογένειας γύρισε προς τον άντρα που τη συνόδευε και είπε ψυχρά «Είναι γεννής. Πρέπει να πιει τώρα». Η Στέισι κοίταξε γύρω της μπερδεμένη. «Να πιω τι». Ο άντρας την κοίταξε σοβαρά. Δεν μπορείς να φύγεις αν δεν πιείς. Εκεί ήταν που πανικοβλήθηκε πραγματικά. Μία από τις γυναίκες έσπρωξε αργά ένα ποτήρι προς το μέρος της.

Είναι παράδοση, της είπε. Η στέιση πήρε το ποτήρι στα χέρια της. Και τότε κατάλαβε ότι κάτι πήγαινε τρομερά λάθος. Το υγρό ήταν ζεστό. Όχι σαν κρασί που έμενε εκτός ψυγείου. Ζεστό, σαν σώμα. Και η μυρωδιά μεταλλική. σαν χαλκός και αλάτι. Σαν αίμα. Είπε ότι εκείνη τη στιγμή ήθελε να φύγει τρέχοντας αλλά ένιωθε λες και δεν μπορούσε να κινηθεί σωστά.

Σαν όλο το δωμάτιο να την πίεζε ψυχολογικά. Τότε η μητέρα της οικογένειας είπε κάτι που δεν θα ξεχάσει ποτέ. Αν δεν πιείς, δεν θα φύγεις ποτέ από αυτό το σπίτι. Η Στέση πανικοβλήθηκε. Και ήπια. Μόνο μια κουλιά. Μετά σκοτάδι. Το επόμενο πράγμα που θυμάται είναι να ξυπνάει ώρες αργότερα. Όλοι στο σπίτι φερούσαν φυσιολογικά πλέον.

Γελούσαν, τις μίλουσαν γενικά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Και αυτό ήταν που την τρόμαξε περισσότερο. Ήταν υπερβολικά φυσιολογική. Έφυγε από το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν θυμόταν καν πώς γύρισε στο ξενώνα. Εκείνο το βράδυ ξύπνησε τρέμοντας. Είχε πυρητό, έκανε μετους και ένιωθε σαν να κεχόταν από μέσα. Και τότε συνειδητοποίησε κάτι.

Το ποτό δεν ήταν κρασί. Την επόμενη μέρα πήγε στο νοσοκομείο. Οι εξετάσεις αίματος βγήκανε περίεργες. Χαμηλά ερυθρά ητμοσφαίρια, σημάδια οργανικής καταπώνησης και σύμφωνα με τα λόγια της, οι γιατροί της είπαν ότι το αίμα της προσίαζε ασυνήθιστες αλλοιώσεις. Έμεινε τρεις μέρες στο νοσοκομείο. Κάποια στιγμή μια νοσοκόμου παρατήρησε ένα βαθύ κοψιμό πίσω από το πόδι της.

Φρέσκο. Η στέιση ορκίζεται ότι δεν υπήρχε πριν. Και τότε δεν χτύπησε η σκέψη. Μου πήραν αίμα. Όταν βγήκε από το νοσοκομείο, αποφάσισαν να επιστρέψει στο σπίτι. Αλλά όταν έφτασε εκεί, το σπίτι ήταν εγκατελειμμένο. Σαν να μην είχε ζήσει κανείς εκεί εδώ και χρόνια Παράθυρα κλειστά με σανίδες, σκόνη παντού, ιστία ράχνης Ρώτησε έναν ηλικιωμένο γειτονάτη τι συνέβαινε με το σπίτι Και εκείνος της είπε κάτι που ακόμα της τυχιώνει Κανείς δεν μένει εκεί από το τυφώνα Κατρίνα Η Στέιση είπε ότι εκείνη τη στιγμή ένιωσε το αίμα της να παγώνει Γιατί ήξερε τι είχε δει, ήξερε τι είχε πιει Και το χειρότερο είναι πως ακόμα και σήμερα, χρόνια μετά, λέει ότι κάποιες φορές όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη, τα μάτια της γυαλίζουν μπλε για ένα δευτερόλεπτο.

Θα μπορούσαν βέβαια απλά να φοράνε, θα ακούς επαφής. Ωπ, η Μέπιλ. Μέπιλ, να ξέρεις, ο κόσμος έχει ξετρελαθεί με την πάρα του σου. Θέλουν να σε βλέπουν συνέχεια. Δεν σε βλέπουν βέβαια, βλέπουν μόνο την ουρά. και όσοι μου λέτε, δώστε λίγο προσοχή, χάιδεψέ την αφού σε σκουντάει και σου ζητάει συνέχεια και τέτοια, παιδιά, το γατή αυτό είναι το πιο χαϊδιάρικο γατή του κόσμου, είναι το γατή που θα σε κάνει να αναρωτηθείς ποιος έβγαλε τη θύμη ότι τα γατειά είναι ανεξάρτητα, δεν είναι καθόλου, βασικά είναι ανεξάρτητη, αλλά άμα μπορούσε θα καθότανε μέσα στο στουτιάνι μου όλη μέρα, θα ήταν μέσα στην πλούζα μου, θα ήταν πάνω στο κεφάλι μου, Καμιά φορά νιώθω και δεν ξέρω, θέλει να μπει μέσα στο στόμα μου.

Καμιά φορά έρχεται κυριολεκτικά εδώ στη μύτη μου και κάθεται. Και είμαστε σαν αυτά τα καρτούν που για να την κοιτάξεις πρέπει να κάνουν τα μάτια σου και λίγο σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις γιατί είναι τόσο κοντά. Δεν σταματάει να τρίβεται. Άμα αποφασίσει ότι θέλει χάδια, θέλει χάδια. Και άμα δεν της δίνω χάδια κυριολεκτικά μου ουρλιάζει.

Είναι από αυτά τα γατλιά. Φοβερό γατίνι, υπέροχο Και χαϊδεύεται μέχρι τη στιγμή που θα αποφασίσει η ίδια ότι δεν θέλει άλλο και φεύγει Και φεύγει και πάει και καθαλού και κοιμάται Σαββαρελάκι Αυτά λοιπόν για τη γάτα μου Επόμενη ιστορία, το αρχοντικό του Βρυκόλακα Πριν από χρόνια είχα πάει με τον πρόη μου στην Νέα Ορλαιάνη Και κάποια στιγμή άρχισε να βρέχει απίστευτα δυνατά Εκείνη την ώρα περπατούσαμε ψάχνοντας να βρούμε μία από τις ξεναγήσεις στα Νεκροταφεία, αλλά δεν μπορούσαμε να βρούμε που ξεκινούσε και μέσα σε λίγα λεπτά είχαμε γίνει μουσκέμα.

Καθώς περπατούσαμε μέσα στη βροχή βρήκαμε ένα πανέμορφο σπίτι τύπου αρχοντικό και σταθήκαμε κοντά στην είσοδο γιατί εκεί η βροχή δεν έπεφτε τόσο δυνατά. Και τότε άνοιξε η πόρτα. Ένας πολύ ευγενικός αλλά κεντρικός άντρας μας πρότεινε να μπούμε μέσα μέχρι να περάσει λίγο η καταιγίδα. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας και τελικά δεχτήκαμε.

Το σπίτι ήταν απίστευτο. Πολύ γοτθικό. Σχεδόν σαν σκηνικό ταινίας. Θυμάμαι να στέκομαι στην είσοδο και να κοιτάζω τη μεγάλη σκάλα που οδηγούσε στον επανόροφο. Πάνω στο κάγκελο καθόταν μια πανέμορφη μαύρη γάτα που μας κοιτούσε ακίνητη. Ειλικρινά είχα μείνει άφωνη. Ο άντρας ήταν ευγενικός μαζί μας όλη την ώρα. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά και ντυνόταν πολύ εκεντρικά.

Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, αλλά ένιωθα ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό πάνω του. Κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Κάποια στιγμή κοιτάξα προς ένα γραφείο δίπλα στο σαλόνι και είδα στίβες με χρήματα πάνω στο γραφείο. Κυριολεκτικά στίβες. Ήταν όλα αφημένα εκεί, σε κοινή θέα, λες και δεν τον ένοιαζα καθόλου Θυμάμαι να σκέφτομαι πόσο παράξενο ήταν αυτό Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα έφυναν ποτέ χρήματα εκτεθειμένα μπροστά σαν γνώστους Αλλά εκείνος έδειχνε απόλυτα ήρεμος Μείναμε εκεί μέχρι να κοπάσει λίγο η βροχή και μετά τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε Πέρασαν μήνες χωρίς να ξανασκεφτώ ιδιαίτερα εκείνη τη συνάντηση Πάντα όμως με ενδιαφέρον ιστορίες φαντασμάτων και τα αληθινά hauntings Οπότε κάποια στιγμή παρήγγειλα από το Amazon ένα βιβλίο για στοιχειωμένα μέρη και παράξενες ιστορίες της Νέας Ορλαιάνης Και μια μέρα ενώ το διάβαζα γύρισα μια σελίδα και πάγωσα Εκεί μπροστά μου ήταν φωτογραφία του ίδιου ακριβώς άντρα που μας είχε βάλει στο σπίτι του εκείνο το βράδυ

υπήρχε και φωτογραφία της γυναίκας του αν και εκείνη δεν την είχαμε γνωρίσει ποτέ το βιβλίο έλεγε ότι οι δυο τους ήταν γνωστοί ως αυτοαποκαλούμενοι βρυκόλακες δεν μπορούσα να το πιστέψω και ξαφνικά όλα άρχισαν να βγάζουν ενόημα μέσα στο μυαλό μου το γοτικό σπίτι, η παράξενη εμφάνισή του ο τρόπος που μας είχε εμπιστευτεί τόσο εύκολα το γεγονός ότι είχε αφήσει τόσα χρήματα εκτεθειμένα χωρίς να φοβάται καθόλου.

Ειλικρινά, όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο πιο περίεργη μου φαινόταν εκείνη τη νύχτα. Και μέχρι σήμερα παραμένει μία από τις πιο αλόκοτες εμπειρίες που έχω ζήσει στη Νέα Ορλαιάνη. Εντάξει, αυτή η ιστορία δεν ήταν πάρα πολύ γκρέιπη και να σου πω την αλήθεια, το να αυτοποκαλείται κάποιος βρικόλακας δεν είναι κάτι που μου λέει αμένα.

Αλλά κάτι γιατί, εντάξει, έχουμε δει πάρα πολλές ιστορίες και ειδικά στο murder corner έχουμε δει πολλές ιστορίες για ανθρώπους που για πάρα πολλούς και διάφορους λόγους θεωρούν ότι είναι βρυκόλακες και ξέρεις. Αυτό, so far, μου ακούγεται ένας πάρα πολύ ευγενικός τύπος που απλά σου άνοιξε την πόρτα και ήρθε να στείλει άραξο ρε εγώ και σου επέτρεψε να κάτσεις εκεί πέρα να περιμένεις να περάσει η βροχή.

Θα μ' άρεσε πάρα πολύ αυτή η εμπειρία βέβαια, θα έπαιρνα και αυτό. Cool, πάρα πολύ cool. Και δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι ούτε εγώ θα πήγαινα σε φόρουμ και δεν θα γράφω αυτή την ιστορία. Σκέψου να έχεις αυτό το βιβλίο και μετά να μπορείς να δείχνεις τα παιδιά σου και να λες ήμουν μέσα σε αυτό το σπίτι, κρύφτηκα από τη βροχή εκεί μέσα.

Τον ξέρω αυτόν. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο Οι άντρες που δεν φαίνονται στη φωτογραφία. Το 2009 είχα βγει για ποτό για τα γενέθλιά μου Ήταν τρίτη βράδυ οπότε το μαγαζί δεν είχε πολύ κόσμο Το θέμα των γενεθλίων μου ήταν το The Creep Από τους Lonely Island Οπότε εγώ και οι φίλες μου ήμασταν ντυμένες με αστεία κοστούμια Κάποια στιγμή δύο πολύ εμφανίσιμοι και καλοντυμένοι άντρες Μου ζήτησαν να χορέψουμε επειδή τους άρεσε το outfit μου Χορέψαμε λίγο, εντελώς αθώα Μετά με ρώτησαν ποια ήταν η περίσταση και εγώ τους είπα ότι είχα γενέθλια.

Τους είπα ότι μου είχαν φτιάξει τη βραδιά και τους ζήτησαν να βγάλουμε μια φωτογραφία μαζί. Δίστασαν για λίγο, αλλά τελικά συμφώνησαν. Σταθήκαμε δίπλα στο μπαρ με τα χέρια στους ώμους όπως συνήθως στις φωτογραφίες και μια φίλη μου τράβηξε τη φωτογραφία. Δεν υπήρχαν στη φωτογραφία. Η φίλη μου τράβηξε δεύτερη φωτογραφία.

Πάλι δεν υπήρχαν στη φωτογραφία Φαινόμουν μόνο εγώ, μόνοι μου, μπροστά από τον μπαρ Και πίσω φαινόταν κανονικά όλα τα ποτηρία για τα μπουκάλια Στα σημεία που επιτεθεί ότι στεκόντουσαν εκείνοι δύο άντρες Δεν κατάλαβα ακριβώς τι έβλεπα Εκείνοι πλησίασαν και κοίταξαν την οθόνη Τότε ένας από αυτούς είπε Φαίνεται πως είσαι μόνη σου Να περάσεις όμορφα Και μετά απομακρύνθηκαν Ένα δεύτερο λίγο αργότερα σήκωσε το βλέμμα μου και είχαν εξαφανιστεί Ξέρω ότι ακούγεται ψεύτικο αλλά ορκίζομαι ότι συνέβη πραγματικά Το θέμα είναι ότι μια φωτογραφία με μόνο εμένα δεν αποδεικνύει τίποτα Οπότε δεν έχει καν σημασία Αλλά οι φίλες μου εκείνο το βράδυ θυμούνται τους δύο άντρες Και θυμούνται πόσο περίεργο ήταν αυτό που συνέβη με τη φωτογραφία Και στις κλασικές ιστορίες όπως γνωρίζουμε όλοι ευρυκόλακες δεν εμφανίζονται στις φωτογραφίες επειδή δεν έχουν αντανάκλαση.

Αυτή η κοπέλα πρέπει να βρεθεί με την κοπέλα που έγραψε την πρώτη ιστορία με την αντανάκλαση στο στεντσέρ. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο Ο άντρας με τα πράσινα μάτια στο Μονσερέιτ. 19 Δεκέμβρη του 2025 πήγα στην Μπογκότα της Κολοβίας για την τελετή αποφίτησής μου. Την επόμενη μέρα στις 20 Δεκεμβρίου εγώ και η οικογένειά μου αποφασίσαν να πάμε στο λόφο Μοντσερέτ, που για όσους δεν γνωρίζουν είναι ένα θρησκευτικό μέρος που πηγαίνει κόσμος για να προσεχθεί στο Χριστό.

Είναι επίσης σημείο με θέα, γιατί από εκεί μπορείς να δεις ολόκληρη την πόλη. Πριν από χρόνια, ένας παραφυσικός ραδιοφωνικός σταθμός στην Κολομβία είχε προσπαθήσει να βρει έναν αληθινό βρυκόλακα. Αν ψάξατε στο ίντερνετ μπορείτε να βρείτε ιστορίες γι' αυτό. Ο σταθμός λεγότανε Mega Paranormal. Σύμφωνα με τις ιστορίες, ένας από τους ανθρώπους του σταθμού είχε καταφέρει να πάρει συνέντευξη από έναν βρυκόλακα.

Αυτό είχε συμβεί πριν από πολλά χρόνια όταν το ίντερνετ και τα κινητά μόλις άρχισαν να γίνονται γνωστά. Υποτίθεται ότι υπήρχαν ηχογραφήσεις, αλλά όλες διαγράφηκαν, ακόμα και η ηχογράφηση του ραδιοφώνου. Υπήρχαν επίσης πολλοί μύθοι για ένα είδος έπαυλης πίσω από το λόφο Μονσερέτ και για έναν υπόγειο χώρο, όπου υποτίθεται ότι γινόντουσαν μυστικές συναντήσεις βρυκολάκων.

Καθώς ανεβαίναμε με το αυτοκίνητο προς το λόφο, περάσαμε από κάποιες πολύ περίεργες γειτονιές. Όλα τα σπίτια έμοιαζαν με παλιά αγγλικά σπίτια. Νομίζω ότι η περιοχή λεγόταν French Quarter ή κάπως έτσι. Είχα ακούσει ιστορίες ότι σε εκείνα τα σημεία και σπίτια ζούσαν παράξενα όντα. Όχι από αυτόν τον κόσμο. Είχα το παράθυρο του αυτοκινήτου ανοιχτό και κοιτούσα τα σπίτια όταν ξαφνικά είδα έναν άντρα να στέκεται σε κάτι που έμοιαζε με γκαράζ και να με κοιτάει.

Είχε πολύ χλωμό δέρμα και ήταν ντυμένο στα μαύρα Κρατούσε επίσης μια ομπρέλα από σκούρο ύφασμα Ήταν μέρα, αλλά δεν υπήρχε ήλιος Ο καιρός ήταν κρύος και ο ουρανός γεμάτος σύννεφα Τρόμαξα πολύ και έκλεισα αμέσως το παράθερο Αλλά συνέχισα να το κοιτάω καθώς το αυτοκίνητο βοημακρινόταν Και εκείνος συνέχισε να κοιτάει το αυτοκίνητο Λίγο αργότερα φτάσαμε στο Μονσερέιτ Για να ανέβεις έπρεπε να πάρεις τελεφερίκ γιατί δεν μπορούσαμε να πάρουμε το αυτοκίνητο μέχρι πάνω.

Όταν φτάσαμε είδαν έναν άντρα να στέκεται στις σκάλες. Ήταν ακριβώς ο ίδιος άντρας. Είμαι σίγουρος ότι ήταν ο ίδιος που είχα δει νωρίτερα στη γειτονιά με τα περίεργα σπίτια. Μόλις γύρισα να το κοιτάξω άρχισε να κάνει μια κίνηση με το κεφάλι σαν να λέγε όχι. Το μόνο που θυμάμαι μετά είναι ότι τον είδα να απομακρύνεται. Στον λόφο υπάρχει νεκροταφείο και η Λικρινάκη Εκείνη τη στιγμή φοβήθηκα πάρα πολύ Τον είδα να χάνεται ανάμεσα στους τάφους Ο ουρανός είχε γίνει πάρα πολύ σκοτεινός Γιατί ξεκινούσε να βρέχει Το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκα εκείν τον άντρα Θυμάμαι ότι βρισκόμασταν σε ένα εστιατόριο Εγώ κάθομαι με ένα φίλο μου Και εκείνος καθόταν σε άλλο τραπέζι κοιτώντας με Τότε ξύπνησα Δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ και ήταν περίπου 4 ώρες το πρωί.

Μετά άρεσα να ψάχνω περισσότερο για ιστορίες σχετικά με βρυκόλακες και παροφυσικά φαινόμενα. Ανακάλυψα ότι υπήρχαν πολύ παρόμοιοι μύθοι και μαρτυρίες από ανθρώπους που ισχυριζόντουσαν ότι είχαν συναντήσει βρυκόλακες. Ειλικρινά, όλο αυτό μου προκαλεί ένα τριχύλα. Ακόμα και εγώ δυσκολεύομαι να το πιστέψω μερικές φορές Αλλά είμαι 100% σίγουρος για όσα έζησα Κάθε φορά που βλέπω εκείνον τον άντρα Τα μάτια του μου φαίνονται πολύ περίεργα Ήταν πολύ ανοιχτόχρωμα Σαν πράσινο ανακαταμένο με χρώμα μελιού Ήταν ψηλός και πολύ εμφανίσιμος Θα έλεγα ότι ήταν ακριβώς ο τύπος μου Ήταν γυμνασμένος, με πυκνά φρύδια και λευκό δέρμα Φουρσουσκούρο μπλε μπαντελόνι, μαύρο πουκάμισο με κόκκινη γραβάτα και γυαλιστερά μαύρα παπούτσια Και μόνο που το θυμάμαι, φοβάμαι Και από τότε άρχισα να φοβάμαι πολύ οτιδήποτε σχετικό με το παραφυσικό Ταινίες, σειρές, ντοκιμαντέρ, όλα αυτά Άρχισα μάλιστα να πηγαίνω συχνά στην εκκλησία για να βγάλω αυτές τις σκέψεις από το μυαλό μου Δεν μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς να σκέφτομαι εκείνο τον άντρα

Τον Ιανουάριο του 2026, περίπου ένα μήνα μετά από αυτό που μου συνέβη, άρχισα να ψάχνω περισσότερα για βρυκόλοκες και παραφυσικά θέματα Άκουσα ιστορίες για βρυκόλοκες στην Ευρωκλάνη, στην Ευρώπη, στην Ιταλία και σε πολλά άλλα μέρη Δεν θέλω να ακούγομαι υπερβολικός, αλλά όταν πιστεύουμε σε εξωγήινους και στο υπερφυσικό, γιατί όχι και στους βρυκόλοκες Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι υπάρχουν Ίσως είναι αθάνατοι και πίνουν αίμα ή ίσως είναι πιο συνηθισμένοι από ό,τι νομίζουμε και ζουν ανάμεσά μας.

Από τότε κοιτάζω συχνά τους ανθρώπους γύρω μου και προσπαθώ να δω αν κάποιος μοιάζει με βρυκόλακα, μόνο από την εμφάνισή του. Πολύ χλωμό δέρμα, σκούροι κόκκινα ρούχα, άνθρωποι που κυκλοφορούν κυρίως τη νύχτα και τέτοια πράγματα. Μερικές φορές νιώθω ότι όλα αυτά είναι μόνο μέσα στο μυαλό μου. Δεν ξέρω αν υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που έχουν παρόμοια αιμονή με αυτά τα θέματα.

Είμαι μόνο 16 χρονών και όσοι τους έχω μιλήσει γι' αυτό πιστεύουν ότι έχω υπερβολική φαντασία. Ίσως να είναι όλα στο κεφάλι μου, αλλά είμαι σίγουρος για όσα είδα. Η γιαγιά μου πάντα μου έλεγε ιστορίες για καλυκάτζαρους και μάγισσες, γι' αυτό πιστεύω ότι ίσως υπάρχουν και ευρυκόλακες. και όσο περίεργο και αν ακούγεται, ένα κομμάτι μου θα ήθελε κάποια μέρα να γνωρίσει έναν και να του μιλήσει.

Ελπίζω να μην είμαι ο μόνος που είναι λίγο περίεργος. Δεν είσαι ο μόνος φίλε μου, υπάρχει ολοκληρή κοινότητα εδώ πέρα και δεν είμαστε κάνει μόνη κοινότητα. Λοιπόν, αυτές λοιπόν ήταν οι πραγματικές ιστορίες και περνάμε λίγο περισσότερο σε ιστορίες πιο από αυτό που σας είπα πριν. Υστορίες που λέγονται από οικογένεια σε οικογένεια, από γενιά σε γενιά και είναι συγκεκριμένα ρώσκες.

Υστορίες είναι για Ρώσους, Ρικολάκους που έχουμε λίγο διαφορετικό folklore. Δεν είμαι σίγουρη αν το έχω αναλύσει στο παρελθόν. Πείτε μου αν έχουμε λύσει αυτό, αν δεν έχουμε λύσει αυτό. Θα μιλήσω. Βλέπω στα σχόλια που μου ζητάτε ρώσικο folklore και θα το κάνουμε και αυτό σε κάποια φάση, σε κάποια θεματική. Μπορεί και αυτό το καλοκαίρι.

Γιατί όχι. Μμμ, μπορεί. Ξαφνικά ένιωσε το τάφο κάτω του να κουνιέται. Πετάχτηκε με σόρθιος. Ο τάφος άνοιξε και από μέσα βγήκε ένα πτώμα τυλιγμένο με λευκό σάββανο κρατώντας το καπάκι ενός φερέτρου. Το πτώμα βγήκε από τον τάφο, έτρεξε προς την εκκλησία, άφησε το καπάκι στην πόρτα και μετά κατευθύνθηκε προς το χωριό. Ο άντρες αυτός ήταν θαραλέος άνθρωπος.

Πήρε το καπάκι του φερέτρου και στάθηκε δίπλα στο κάρο του περιμένοντας να δει τι θα συμβεί. Μετά από λίγο το πτώμα επέστρεψε και πήγε να πάρει το καπάκι του, αλλά δεν το βρήκε πουθενά. Τότε άρχισε να ψάχνει και τελικά έφτασε μέχρι τον άντρα. «Δώσ' μου το καπάκι μου», είπε το πτώμα. «Αν δεν το κάνεις, θα σε σκίσω κομμάτια».

«Και το τσεκούρι μου, τι το πέρασες», απάντησε ο άντρας. «Εγώ θα σε κάνω κομμάτια». «Δώσ' το μου πίσω, καλέ άνθρωπε», παρακάλεσε το πτώμα. «Θα στο δώσω μόνο να μου πεις που πήγες και τι έκανες». Το πτώμα απάντησε πρόθυμα. «Πήγα στο χωριό και σκότωσα δύο νεαρούς». «Τότε πες μου και πώς μπορούν να ξαναζωντανέψουν». Το πτώμα δίστασε αλλά τελικά είπε «Κόψε το αριστερό μέρος από το σάβανό μου και πάρ' το μαζί σου. Όταν μπεις στο σπίτι όπου βρίσκονται τα νεκρά παιδιά βάλε αναμμένα κάρβουνα μέσα σε ένα δοχείο και ρίξε εκεί το κομμάτι από το σάββανο. Μόλις ο καπνός απλωθεί στο σπίτι, τα παιδιά θα ζωντανέψουν αμέσως. Ο άντρας έκοψε το αριστερό μέρος του σάββανο και έδωσε πίσω το καπάκι του φέρετρου. Το πτώμα επέστρεψε στο τάφο του και ο τάφος άνοιξε ξανά. Αλλά τη στιγμή που κατέβαινε μέσα άρχισαν ξαφνικά να λαλούν οι πετινοί και δεν πρόλαβε να κλείσει ο σαστά ο τάφος. Ένα κομμάτι από το καπάκι του φερέτρου έμεινε να εξέχει έξω από το χώμα. Ο άντρας τα είδε όλα αυτά

και το κράτησε στο μυαλό του. Μόλις ξημέρωσε έζυψε το άλογο του και πήγε στο χωριό. Από το σπίτι άκουσε κλάματα και θρήνους. Μόλις μπήκε μέσα και είδε δύο νεαρούς νεκρούς. Μην κλαίτε είπε. Μπορώ να τους επαναφέρω στη ζωή. Αν μπορείς κάντο του βονησυγγενής τους. Θα σου δώσουμε τα μισά από όσα έχουμε. Ο άντρας έκανε ακριβώς αυτό που του είχε πει το πτώμα και οι δύο νεαροί ζωντάνεψαν.

Οι συγγενείς χάρηκαν πολύ. Αλλά αμέσως μετά άρπαξαν τον άντρα, τον έδεσαν με σκηνιά και είπαν «Όχι, είσαι απαταιώνης. Θα σε παρδόσουμε στις αρχές. Αφού ήξερες πως θα τους αναπαραφέρεις τη ζωή, ίσως εσύ τους σκότωσες». «Τι λέτε, χριστιανοί άνθρωποι, δεν φοβάστε το Θεό», φώναξε ο άντρας. Τότε τους διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί μέσα στη νύχτα.

Η είδηση διαδόθηκε σε όλο το χωριό και όλοι πήγαν στον εγκατοπαθείο. Βρήκαν τον τάφο από όπου είχε βγει το πτώμα, τον άνοιξαν και κάρφουσαν ένα παλούκι από λεύκα κατευθείαν στην καρδιά του νικρού, ώστε να μην μπορέσει ποτέ ξανά να σηκωθεί και να σκοτώσει ανθρώπους. όσο για τον άντρα τον αντάμεψαν πλούσια και τον έστειλαν σπίτι του με φόρο τιμής.

Κλασικό αυτό το story εντωμεταξύ και άμα σου παθαίνει κάτι είναι ότι όταν πας να σε βοηθήσεις θα σε βγάλουν και βλάκα από πάνω. Η επόμενη ιστορία η οποία έχει τίτλο Τα δύο πτώματα. Ένας στρατιώτης είχε πάρει άδεια για να επιστρέψει στο σπίτι του να προσευχηθεί στις Αγίες Εικόνες και να προσκυνήσει τους γονείς του. Καθώς ταξίδευε, είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά και γύρω του επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι.

Κάποια στιγμή έτυχε να περάσει δίπλα από ένα νοκροταφείο. Τότε άκουσε ξαφνικά κάποιον να τρέχει πίσω του και να φωνάζει «Σταμάτα, δεν θα μου ξεφύγεις». Γύρισε να κοιτάξει και είδε ένα πτώμα να τρέχει προς το μέρος του, τρίζοντας τα δόντια του. Ο στρατιώτης πετάχτηκε στο πλάι όσο πιο ωραίο μπορούσε για να ξεφύγει. Τότε είδε ένα μικρό παρεκκλήσι και έτρεξε κατευθείαν μέσα Δεν υπήρχε κανείς εκεί μέσα Μόνο ένα άλλο πτώμα ξαπλωμένο πάνω στο τραπέζι με κεριά αναμένα μπροστά του Ο στρατιώτης πρέπει να ξεφασίσει τι διάλουφε Παντού βρίσκω όπου και να κοιτάξω πτώμα Εδώ πτώμα, εκεί πτώμα, παντού πτώμα Ο στρατιώτης κρύφτηκε σε μια γωνία και έμεινε εκεί σχεδόν χωρίς να ξέρει αν ήταν ζωντανός ή νεκρός από το φόβο του, περιμένοντας να δει τι θα συμβεί.

Λίγο αργότερα έφτασε το πρώτο πτώμα, αυτό που το κυνηγούσε, και μπήκε ορμητικά μέσα στο παρεκκλήσι. Τότε το πτώμα που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι σηκώθηκε απότομα και του φώναξε «Τι ήρθες να κάνεις εδώ!» «Εγώ είμαι, κοιμάμαι εδώ, εσύ...» «Κυνήγησε ένα στρατιώτη μέχρι εδώ και τώρα θα τον φάω!» Όχι αδερφέ, μπήκε στο δικό μου σπίτι, εγώ θα τον φάω.

Όχι εγώ, όχι εγώ. Και άρχισαν να παλεύουν μεταξύ τους. Οι σκόνοι σηκωνόταν επαντού. Θα συνέχιζαν να παλεύουν για πολλή ώρα ακόμα, αλλά τότε άρχισαν να λούν οι πετινοί. Αμέσως τα δύο πτώματα έπεσαν στο έδαφος άψυχα. Ο στρατιώτης τότε συνέχισε ήρεμα στο δρόμο προς το σπίτι λέγοντας Δόξα σύ κύριε, με έσωσες από τους μάγους.

Παιδιά, δεν ξέρω τι σας διαβάζω αυτή τη στιγμή, ας πούμε τα αλήθεια Είμαστε περίεργος λαόρ, παιδί μου, τι θες τώρα Τι θες Το περίεργο πράγμα που βρίσκω είναι ότι στη Ρωσία τέτοιες ιστορίες ήταν πάρα πολύ διάσημες και τις λέγανε Όταν είχαμε τον Τσάρο, αλλά όταν είχαμε τον τελευταίο Τσάρο, όταν είχαμε τους Ρωμάνοφ Ήταν και ο Ρασπούτιν εκεί πέρα που ο Ρασπούτιν ήταν ο μάγος που μπορεί γι' αυτό να κλειδωθούν το σύστημα, γιατί υπήρχε μάγος κοντά στους Τσάρους.

Πρέπει να ήταν τρελή εποχή. Καλά ήταν πάντα. Πάντα είναι τρελή εποχή στη Ρωσία. Αλλά ειδικά εκείνη την εποχή πρέπει να ήταν τρελή εποχή. Γιατί σκέψου, υπάρχουν δυσαιτημονίες, ακόμα είναι πάρα πολύ έντονο, καλά μέχρι σήμερα είναι πάρα πολύ έντονο, αλλά ακόμα είναι πάρα πολύ έντονο όλο αυτό με τη μαγεία Δεν αμφισβητεί κανείς τους βρυκόλεκες και τους μάγους. Έχετε ακόμα τσάρους και δίπλα στην βασιλική οικογένεια είναι ένας μαν σαν τον Ρασπούτιν.

Σκέψου τα κουτσομπολιά που υπήρχαν. Όχι αυτά που έχουν φτάσει μέχρι σήμερα. Τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν από σπίτι σε σπίτι, από στόμα σε στόμα, από χωριό σε χωριό πρέπει να ήταν... η τελευταία. Και φτάσαμε λοιπόν στην τελευταία ιστορία φίλοι και θροί αυτού το επεισοδίου και ο τίτλος είναι Ο σκύλος και το πτώμα. Ένας άντρας βγήκε μια μέρα για κυνηγή και πήρε μαζί τους τον αγαπημένο του σκύλου.

Περπατούσε για ώρες μέσα από δάση και βάλτους αλλά δεν κατάφερε να πιάσει τίποτα. Τελικά τον πρόλαβε η νύχτα. Σε μια παράξενη ώρα της νύχτας πέρασε δίπλα από έναν κροταφείο και εκεί, στο σημείο που διασταυρώνονται δύο δρόμοι, είδε ένα πτώμα ντυμένο με λευκό σάββανο να στέκεται ακίνητο. Ο άντρας τρόμαξε πολύ και δεν ήξερε τι να κάνει. Αν έπρεπε να συνεχίσει ή να γυρίσει πίσω.

«Ό,τι και αν γίνει, θα συνεχίσω», σκέφτηκε τελικά. Και συνεχίσε το δρόμο του, ενώ ο σκύλος έτρεχε πίσω του. Μόλις το πτώμα τον είδε, άρχισε να κινείται προς το μέρος του. Δεν πατούσε στο έδαφος αλλά εωρούταν περίπου ένα πόδι πάνω από αυτό, ενώ το σάββανο του ανέμιζε πίσω του. Όταν έφτασε κοντά στον κυνηγό, όρμησε πάνω του.

Αλλά ο σκύλος άρπαξε το πτώμα από τις γυμνές γάμπες και άρχισε να παλεύει μαζί του. Όταν ο άντρος είδε το σκύλο και το πτώμα να παλεύουν μεταξύ τους, χάρηκε που ο ίδιος είχε γλιτώσει και άρχισε να τρέχει προς το σπίτι του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο σκύλος συνέχισε να παλεύει με το πτώμα μέχρι που λάλησαν οι πετινοί. Τότε το πτώμα έπεσε εκείνη του στο έδαφος.

Ο σκύλος έντρεξε αμέσως πίσω στο αφεντικό του και τον πρόλαβε τη στιγμή που έφτανε στο σπίτι. Και τότε όρμησε πάνω του, προσπαθώντας μαριασμένα να τον δαγκώσει και να τον ξεσκίσει. Παιδιά, σε αυτό το βίντεο η κάμερα έχει κλείσει 30 φορές, αλήθεια. Άμα βλέπετε να σβήνει η οθόνη δεν είναι στοιχειωμένο, απλά κλείνει η κάμερα.

Αν και θα μπορούσα να πω ότι μπορεί να είναι στοιχειωμένο γιατί κλείνει η κάμερα. Τέλος πάντων, ο σκύλος συνέχισε να παλεύει με το πτώμα μέχρι που λάλησαν οι πετινοί. Τότε το πτώμα έπεσε ακίνητο στο έδαφος. Ο σκύλος έτρεξε αμέσως πίσω από το φεντικό του και τον πρόλαβε τη στιγμή που έφτανε στο σπίτι. και τότε όρμησε πάνω του, προσπαθώντας μανιασμένα να τον δαγκώσει και να τον ξεσκίσει.

Ήταν τόσο άγριος και επίμονος που οι άνθρωποι του σπιτιού με το ζόρι κατάφεραν να τον απομακρύνουν. «Τι έπαθε ο σκύλος», ρώτησε η ηλικιωμένη μητέρα του άντρα. «Γιατί μισή έτσι το αφεντικό του». Και τότε ο άντρας της διηγήθηκε όλο όσα είχαν συμβεί. «Κακό πράγμα έκανες γέμου», είπε η μάνα του. Ο σκύλος αγανάκτησε επειδή δεν τον βοήθησες.

Εκείνος πάλευε με το πτώμα και εσύ τον εγκατέλειψες και σκέφτηκες μόνο να σώσεις τον εαυτό σου. Τώρα θα σου κρατά κακία για πολύ καιρό. Το επόμενο πρωί, όσο η οικογένεια κάνει τις δουλειές στην αυλή, ο σκύλος ήταν εντελώς ήρεμος. Αλλά μόλις εμφανίστηκε το αφεντικό του, άρχισε να γρελίζει άγρια. Έτσι τον έδεσαν με λυσίδα.

Για έναν ολόκληρο χρόνο τον κρατούσαν δεμένο. Παρ' όλα αυτά, ο σκύλος δεν ξέχασε ποτέ αυτό που του είχε κάνει το αφεντικό του. Μία μέρα κατάφερε να λυθεί. Όρμησε κατευθείαν πάνω του και προσπάθησε να τον πνίξει. Και έτσι αναγκάστηκαν να τον σκοτώσουν. Στενάχωρο τέλος στο σημερινό επεισόδιο. Αλλά υποθέτω σου μαθαίνει μια αλήθεια.

Ότι πρέπει να φροντίζουμε αυτούς που έχουμε στο σπίτι μας και τους φίλους μας. και τους κανονικούς και τους τετράποδους. Το δικό μου τετράποδο φιλαράκι κάπου πήγε. Έφυγε. Κουράστηκε. Αυτά λοιπόν φίλοι και αχθροί για το σημερινό επεισόδιο. Ελπίζω να σας άρεσε. Ελπίζω να περάσετε καλά. Και εσείς ήταν λίγο περίεργες οι τελευταίες ιστορίες.

Δεν ξέρω. Για κάποια λόγω όταν έγραφα το επεισόδιο μου φάνηκαν ενδιαφέρουσες. Το ξέρω ότι είναι περίεργες. Αλλά είναι λίγο λαϊκές ιστορίες, οι οποίες ξέρεις, προφανώς δεν είναι το ίδιο με τις σύγχρονες ιστορίες του Reddit που γράφει ο κόσμος και λοιπά και έχουμε λίγο διαφορετική κατανόηση του τι είναι χόρορ, αλλά το βρίσκω πάρα πολύ ενδιαφέρον και βρίσκω ενδιαφέρον το κόνσεπτ του Βρυκόλακα, όπως σας είπα δεν το έχουμε συζητήσει, το ρόσκο, είναι λίγο διαφορετικό.

γενικά τα πάντα στο δικό μας φόρκλορ είναι λίγο διαφορετικά από ό,τι συνήθως έχουμε λίγο διαφορετική εξήγηση για τις γοργόνες για παράδειγμα όπως καταλάβετε έχουμε λίγο διαφορετική εξήγηση για τους βρυκόλακες στην δική μας περίπτωση οι βρυκόλακες είναι νεκροί, ζωντανοί νεκροί που, well, το ίδιο είναι φαντάζομαι αλλά είναι πιο πολύ πτώματα που περπατάνε και βασανίζονται τους νεκρούς και όχι τόσο πολύ ένα μυθικό πλάσμα το οποίο γίνεται ξέρω εγώ ξέρεις μετατρέπεται σε νυχτερίδα και κυκλοφορεί και πίνει αίμα είναι πιο πολύ ένας άνθρωπος που έχει φύγει ο οποίος με κάποιο τρόπο σηκώνεται από τον τάφο του και βασανίζει όσους έχουν μείνει ζωντανοί με διάφορους τρόπους όχι απαραίτητα πίνοντας το αίμα τους Αυτά λοιπόν από μένα για σήμερα ελπίζω εσείς να είστε πάρα πολύ καλά ελπίζω να έχετε αναμένο τροκοντισιόν ελπίζω να έχετε καλό καιρό Από μένα για τώρα φιλιά απ' όλα στα μούτρα και θα τα πούμε οπουδήποτε θέλεις να τα πούμε την επόμενη φορά στο ίντερνετ.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00