Skip to content
PodBase
ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ | Ρωσικές Τρομακτικές Ιστορίες

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ | Ρωσικές Τρομακτικές Ιστορίες

Something Wicked
Ιούνιος 12, 2026 01:25:53
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Τρομακτικές ιστορίες από τη Ρωσία που δεν θα σε αφήσουν να κοιμηθείς… Σε αυτό το επεισόδιο εξερευνούμε αληθινές ιστορίες τρόμου, ανεξήγητα γεγονότα, σκοτεινούς ρωσικούς θρύλους και μυστήρια που παραμένουν άλυτα μέχρι σήμερα. Αν αγαπάς horror stories, creepy podcasts και ιστορίες μυστηρίου από όλο τον κόσμο, κάνε subscribe και ακολούθησε για περισσότερα. Νέα επεισόδια κάθε εβδομάδα.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Θυμάστε τελευταία φορά που κάναμε ένα τέτοιο βίντεο καθόμουν και σας γκρίνιαζα για τη ζέστη, για τους 35 βαθμούς και τα σχετικά. Σήμερα θα γίνει το ακριβώς ανάποδο. Έχουμε 8 βαθμούς σήμερα. να σιχουχουλιάρικα σε μια παραλία με ένα φρέντο, όπως αναφέραμε στο προηγούμενο βίντεο. Αράζω με ένα τσάι του βουνού, το οποίο είναι λίγο πιο πέρα.

Αου! Το έχω! Το κατάφερα! Τσάι του βουνού, λοιπόν, για μένα σήμερα, στο σημερινό άραγμα. Καλώς ήρθατε. Περάσουμε τέλεια. Έχω μαζέψει αρκετές ιστορίες. Αλλά πριν πάμε εκεί, περιμένω να μου πείτε την αλήθεια. πείτε μου την αλήθεια ρε παιδιά, αρέσει σε κανέναν το τσάι του βουνού γιατί εγώ το αγόρασα αυτό από το Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια κρίση που ήθελα να φαίνομαι πιο πολύ σαν άνθρωπος ο οποίος πίνει τσάι του βουνού αλλά δεν έχει γεύση αυτό το πράγμα, δεν ξέρω να το κάνω λάθος, έχω πάρει αυτό με τα λουδάκια βάζω τα λουδάκια στο καυτό νερό, δεν έχει καμία απολύτως γεύση, ξέρετε τι τσάι μάριζε πάρα πολύ και είναι πάρα πολύ δύσκολο να το βρεις ωστόσο το σπέρμιντ που δεν ξέρω πως λέγεται στα ελληνικά αλλά είναι αυτή η μέντα, η πιο γλυκιά μέντα όχι αυτή η μέντα που την πίνεις και σου χτυπάει στη μύτη, στα μάτια και στη ψυχή η πιο χαλαρή μέντα και άμα μου ρίξεις και λίγο λεμόνι μέσα θα αρχίσεις να γουργουρίζω σαν γάτα και μου έχει τελειώσει ρε γάμο το ότι πρέπει να την παραγγείλω

και δεν μπορώ να την βρω που χθενά έκτος από Amazon Ξαχθές είχα πολύ privilege, white person, 30 sin πρόβλημα, δεν μπορούσα να βρω κανένα delivery να μου φέρει στο σπίτι κομπούτσα και σπέρμιντι. Και με έπιασαν να εκνευρίζομαι εκεί πέρα για ένα-δυο λεπτά και μετά σκέφτηκα, ξέρεις κάτι, δεν με έχω μεγαλώσει εγώ έτσι, δεν θα είμαι αυτούς ο άνθρωπος, δεν πειράζει.

Η κομπούτσια γιατί, γιατί η κομπούτσια μ' αρέσει, το ανακάλυψα σε μεγάλη ηλικία, είναι κάτι αντίστοιχο με κβάς, αλλά κβάς δεν μπορώ πλέον να πίνω, γιατί επίσης ανακάλυψα στην μεγάλη μου ηλικία ότι δεν είμαι και με τη λουτένη και με το γάλα. Είμαι στερεότυπο του LA γενικότερα που το έχω καταλάβει, αλλά όντως δεν είμαι, δηλαδή με πειράζει πάρα πολύ στο στομάχι και η κομπούτσια είναι το next best thing.

Γενικά, μου αρέσουν πάρα πολύ τα πράγματα που είναι fermented, που είναι έτσι... Πώς είναι το fermented στα ελληνικά? Που τα αφήνουν καιρό εκεί πέρα και ψιλοσαπίζουν μες στα ίδια τους τα ζουμιά και είναι έτσι νόστιμα. Σήμερα, λοιπόν, φίλοι και χθροί, σας υποσχέθηκα ρώσικες τρομακτικές ιστορίες. Καιρό τώρα, ωραία. Και καταλαβαίνω, το ζητάτε, το είδατε.

Οπότε, σήμερα, μάζεψα ρώσικες τρομακτικές ιστορίες από forums. Δεν είναι απαραίτητα αληθινές τρομακτικές ιστορίες, αλλά πολλές έχουμε μια περίεργη δική μας κουλτούρα. Είναι πολλές, είναι μείγμα. Έχουμε αρκετό τρόμο έτσι όπως είναι, οπότε το κάνουμε λίγο χειρότερο. Αλλά κάποιες είναι σαν αληθινές, κάποιες είναι λίγο έτσι πιο φαντασίας, αλλά πάντα έχουν πολύ specific vibe, πολύ συγκεκριμένο vibe οι ροσικές τρομακτικές ιστορίες.

και φαντάζομαι πως το επεισόδιο θα βγει και αρκετά μεγάλο, γιατί το κοιτάω τώρα και είναι αρκετά μεγάλο. Χωρίς πολλά-πολλά, πάμε στην πρώτη ιστορία, η οποία πρώτη ιστορία λέγεται «Το Αρνάκι». Αυτό το πολύ παράξενο περιστατικό συνέβη σαν γνωστό της μητέρας μου σε ένα μικρό χωριό Τάνδε. Ο πρωταγωνιστής αυτής της μυστηριώδους ιστορίας ήταν ένας απόλυτος προσγειωμένος, πρακτικός άνθρωπος που δεν είχε την τάση να φαντάζεται πράγματα.

Την εποχή των γεγονότων εργαζόταν ως οδηγός τακτέρ σε μια τοπική αγροτική επιχείρηση. Όλα συνέφερσαν την Άνοιξη, εκείνη τη φορτωμένη περίοδο που στα χωράφια οι εργασίες οργώματος και σποράς βρίσκονται στο αποκορυφωμά τους. Ο Νικολάη και ένας συνάδελφός του και φίλος του ξεκίνησαν εκείνη το βράδυ τη συνδυσμένη τους δουλειά.

Στη νυχτερινή βάρδια έπρεπε να ολοκληρώσουν το όργωμα ενός μεγάλου χωραφιού. Όμως πρόκειψε κάποιο πρόβλημα με την έλλειψη καυσίμων και έτσι ο Νικόλαη με το φίλο του συμφώνησαν ότι ο δεύτερος θα έφερνε γύρω στα μεσάνυχτα την απαραίτητη ποσότητα καυσίμου για να συνεχιστεί η νυχτερινή εργασία. Αφού τα συμφώνησαν, ο Νικολάη άρχισε ήρεμα το όργωμα. Δούλεψε με τα επαμεινάντα καύσιμα σχεδόν μέχρι την ΙΕ, μετά τα μισά άνοιχτα, όταν το τρακτέρ έσβησε.

Περιμένοντας το φίλο του που υποτιθέτω ότι θα εμφανιζόταν από στιγμή στη στιγμή, ο Νικολάη κάπνιζε ήρεμα προσπαθώντας να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι τα φώτα του μοτοσυκλέτης του που πλησίαζε. παιδί και κλαοφύλλος του που έφερνε τα κάψιμα. Αφού περίμενε περίπου μία ώρα ο Νικολάι αποφάσισε να πάει ο ίδιος στο σπίτι του φίλου του για να μάθει γιατί αργεί, μιας και το σπίτι βρισκόταν μόλις 1,5 χιλιόμετρο από το χωράφι.

Η νύχτα ήταν ασυνήθιστα σκοτεινή χωρίς φεγγάρι και αστέρια. Παρόλα αυτά ο Νικολάι δεν φοβόταν μήπως χαθεί καθώς προσανατολισόταν από τα φώτα του δρόμου που φαίνονται πέρα από το χωράφι και προχωρούσε με σιγουριά προς το φωτισμένο δρόμο. Ξαφνικά, ακούστηκε δίπλα του ένα φιλμένο βέλασμα. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, μέσα από το σκοτάδι, εμφανίστηκε ένα αρνάκι.

Μικροσκοπικό, κατάλευκο σαν χιόνι. Έτριξε προς τον οδηγό του τρακτέρ και χώθηκε στα πόδια του. Ο Νικολάι ήταν πολύ καλόκοροντος άνθρωπος, γι' αυτό και αποφάσισε να πάρει μαζί του το αρνάκι στο χωριό, ώστε να το επιστρέψει στον ιδιοκτήτη του Όταν το σήκωσε στην αγκαλιά του, ξαφνιάστηκε από το βάρος του Το ζώο ήταν απίστευτα μικρό, αλλά τόσο βαρύ που ακόμα και για έναν δυνατό άντρα ήταν κάπως δύσκολο να το κουβαλήσει Καθώς κατευθυνόταν προς το φουντισμένο δρόμο, ο Νικολάι παρατήρησε, ύστερα από λίγο, ότι όσο και αν περπατούσε, τα φώτα δεν έμοιαζαν να πλησιάζουν καθόλου.

Αρχίζοντας να ανησυχεί σοβαρά, αλλά χωρίς να αφήνει το αρνάκι από τα χέρια του, συνέχισε να περπατά άσκοπα για αρκετή ώρα. Άρχισε να χαράζει και από το χωριό ακούστηκαν τα πρώτη κόκορη που άρχισαν να λαλούν δυνατά. Μόλις ακούστηκε το λάλησμα, το αρνάκι άρχισε να παλεύει μανιασμένα για να ελευθερωθεί Τελικά ξέφυγε από τα χέρια του και απομακρύνθηκε λίγα μέτρα Ο Νικολάι κάθισε στις φτέρνες του και φώναζε «Τι επαθές, έλα εδώ μικρούλη, έλα εδώ»

Και τότε, από την κατεύθυνση του αρνιού, ακούστηκε μια τραχιά, βαριά γυναικεία φωνή που μιμήθηκε τα λόγια του «Έλα εδώ μικρούλη» Από τον τρόμο του, ο Νικολάη παραλίγο να χάσει τις αισθήσεις του. Έβαλα μια κραυγή και άρχισα να τρέχει μόλις του τη δύναμη προς το χωριό, στο οποίο έφτασε μέσα μόλις σε λίγα λεπτά. Τότε θυμήθηκε αμέσως τις ιστορίες για μάγισσες που διηγούντουσαν οι συγχωριανοί του.

Οι μάγισσες έπαιραν μορφή ζώων, μπέρδευαν τα θύματα τους και τα έκαναν να περιπλανιούνται σε κύκλους. και δεν είχαν όλοι την τύχη να γλιτώσουν όπως εκείνος. Αυτή είναι μια αρκετά κλασική ιστορία, είναι λίγο ιστορία, ξέρεις, που τρόμουν, που λένε στα χωριά και τέτοια και την έχω ακούσει και έχουμε γενικά στο folklore το φαινόμενο του, ξέρεις, ο μάγος, η μάγισσα, ο κακός μετατρέπεται σε κάτι άλλο και γενικά σε κάνει να περιπλανιέσαι άσκοπα και δεν είμαι σίγουρη, θα σας πω ψέματα, δεν είμαι σίγουρη από πού έρχεται αυτό Και γιατί υπάρχει το κόνσεπτ του σε κάνω να κάνεις κύκλους και να περιπλανιάσαι άσκοπα, γιατί θεωρητικά ο μάγος τι παίρνει από αυτό.

Και όταν το σκέφτομαι, η δική μου θεωρία είναι ότι στο folklore γενικά και στην παράδοση έχουμε η ιδέα της κακής κατάρας είναι το να ευχηθώ στον άλλον άσκοπο, στα ρώσκα λέγεται χλαπατάτς, άσκοπες μικρές δουλειές οι οποίες παίρνουν αρκετή ώρα, αλλά επί της ουσίας όταν κοιτάς πίσω δεν έχεις κάνει τίποτα. οπότε είναι λίγο σαν να σου κλέβει ώρες από τη ζωή σαν να σου κλέβει ενέργεια και ώρες από τη ζωή σε κάνει να αφιερώνεις ενέργεια σε κάτι το οποίο επί της ουσίας δεν φέρνει κάποιο αποτέλεσμα και φαντάζομαι πως δεν ξέρω ακριβώς για την μαγεία και φαντάζομαι κάποιος θα ξέρει στα κόμετ ξέρω ότι έχω κοπέλες που ασχολούνται κλπ αλλά αυτό και καλά ίσως έχει να κάνει με το ότι κλέβουν αυτή την ενέργεια και την παίρνουν για κάτι δικό τους όλη αυτή η ενέργεια που πάει στο πουθενά, την κλέβεις και την παίρνεις για κάτι δικό σου, αυτό θα μου βγάζει νόημα.

Γιατί υπάρχει αυτό γενικά στην κουλτούρα, το κάνω τον άλλο να κάνει κάτι άσκοπο, κλέβω ώρες από τη ζωή του. Υπάρχει πολύ αυτό. Και υπάρχει σαν κατάρα, δηλαδή το φτιάχνουν ότι ίσως για να σου τραβήξουν την προσοχή από κάτι άλλο, σε κάνουν να ασχοληθείς με μπουρδες και βαθιά με μπουρδες, μικροπράγματα, μικροάνχη, μικροτέτια. Γιατί υπάρχουν εκατάρες που σου εύχονται, ρε παιδί μου, ότι έχεις κάτι μεγάλο, κάτι κακό, κάτι το ένα, κάτι το άλλο.

Και σε αυτές τις ιστορίες και λοιπά. Αλλά μετά υπάρχουν άλλες οι οποίες δεν σου εύχονται κάτι μεγάλο, κάτι κακό. Σου εύχονται απλά να είσαι μόνιμα. Η προσοχή σου να είναι προς μία μπούρδα και να προσπαθείς μόνιμα να κάνεις μία τρύπα στο νερό ή να ασχολήσαμε μικροπράγματα, μικροάνχη, μικροτά ένα, μικροτά άλλο και χωρίς να το παρατηρήσεις η ζωή σου σιγά σιγά ξέρεις περνάει.

Πάμε στην επόμενη ιστορία. Η επόμενη ιστορία λέγεται «Οι επισκέψεις του νεκρού φίλου». Αυτή η ιστορία συνέβη στον παππού μου πριν ακόμα γεννηθώ και μου την αφηγήθηκε η γιαγιά μου. Πρέπει να πω πως ήταν μια πολύ ασυνήθιστη γυναίκα. Γνώριζε πολλά για τον κόσμο του υπερφυσικού, ήξερε να κάνει ξόρκια για τα ζώα και χρησιμοποιούσε διάφορους τρόπους προστασίας από τις σκοτεινές δυνάμεις.

Όταν ο παππούς Μιχαήλ ήταν ακόμα νέος και δραστήριος άντρας, έχασε τον καλύτερο του φίλος ένα τραγικό δυστύχημα. Η απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου είναι πάντα δύσκολη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κάποιον νέο. Για τον παππού ήταν βαρύ χτύπημα. Όταν έμεθε τα νέα δεν μίλησε ούτε καν στους δικούς του ανθρώπους. Απλώς κλείστηκε στο δωμάτιό του και έμεινε εκεί περισσότερο από ένα εικοσιτετράωρο.

Όμως το πιο τρομακτικό άρχισε να συμβαίνει μετά την κηδεία. Το σπίτι μας βρίσκεται σχετικά κοντά στο νεκροταθείο. Μάλιστα φαίνεται από την αυλή, στην απέναντι όχθη του ποταμού Μυρόφκα. Όπως συνηθίζεται στον τόπο μας, μετά τον αποχειρετισμό του νεκρού, οι πιο κοντινοί του άνθρωποι κάθισαν δίπλα στον φουσκοκαμένο τάφο για το καθιερωμένο μνημόσυνο.

Ήπιαν στην υγεία της ψυχής του, ευχόμενοι να βρει τη βασιλεία των ουρανών και το χώμα του να είναι ελαφρύ. Περίπου μία εβδομάδα αργότερα, η γιαγιά άρχισε να παρατηρεί ότι το πρόσωπο του παππού είχε χάσει το χρώμα του. Μαύροι κύκλοι εμφανίστηκαν κάτω από τα μάτια του και εξαφανίστηκε η όρεξή του για φαγητό. Κοιμόταν μόνος του και κλείδινε την πόρτα πίσω του.

Σε κάθε ερώτηση απαντούσε αόριστα και ποτέ δεν παραπανιόταν για την υγεία του. Όσο περνούσε ο καιρός, η εμφάνισή του γινόταν ολοένα και πιο τρομακτική. Παράλληλα, άρχισε να καταφεύγει στο ποτό καθημερινά. Την παραμονή του 40η μέρου μνημόσυνου η γιαγιά τον άκουσε να λέει μια φράση που την πάγωσε Και γιατί να πάω να τον μνημονεύσω αφού έρχεται μόνος του σε μένα κάθε βράδυ Τότε άρχισε να υποψιάζεται την πραγματική αιτία της παράξενης συμπεριφοράς και της ραγδαίας επιδείνωσης στην υγεία του άντρα της Έσπευσε να βρει τους φίλους του για να μάθει ακριβώς τι είχε συμβεί την ημέρα της κηδείας Δεν πήγε καν στον κόπο να ρωτήσει τον ίδιο τον παππού Ήξερε πως δεν θα της έλεγε τίποτα Ζήτησε από τους φίλους του να θυμηθούν βήμα προς βήμα όλα όσα έκανε εκείνη τη μέρα Και όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί, πήρε αγιασμό, ένα κεφάλι από ευλογημένη παπαρούνα Φίλησε το σταυρό που φορούσε στο λαιμό της και προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα Βρίσκοντας την ευκαιρία, όταν το δωμάτιο άδειασε, άρχισε γρήγορα να σκορπά σπόρους παπαρούνας παντού

και να ραντίζει τους τείχους μαγιασμό, απαγγέλνοντας ταυτόχρονα το πάτερ ημών. Έπειτα δεν επέμεινε παρά να τοποθετήσει ευλογημένα βότανα στις γωνίες του σπιτιού κοντά στο ταβάνι και να περιμένει το αποτέλεσμα. Εκείνη τη νύχτα δεν κατάφερα να κλείσει μάται. Σηκώθηκε τόσο δυνατός αέρας που έμοιαζε λες και από στιγμή σε στιγμή θα ξερίζω να διστέγει ή θα έσπαγε τα παράθυρα.

Η γιαγιά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να προσεύχεται και να ελπίζει στη θεϊκή βοήθεια. Το επόμενο πρωί όλα είχαν ερεμίσει. Τι ήταν όμως αυτό που έμαθε η γιαγιά όλοι από τους φίλους του. Αποδέχτηκε πως στο δρόμο της επιστροφής από την Κιδία, ο παππούς Μιχαήλ θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει τον κορτοθείο, τον μαντήλι του και το ψωμί που είχαν δώσει σε όλους όσοι είχαν μεταφέρει το φέρετρο μέχρι τον τάφο.

Αν εκείνη τη στιγμή η γιαγιά βρισκόταν δίπλα του, η ιστορία αυτή δεν θα είχε συνέχεια. Όμως εκείνη είχε ήδη προχωρήσει αρκετά μπροστά από όλους τους υπόλοιπους. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο παππούς γύρισε πίσω για να πάρει τα ξεχασμένα πράγματα. Σε αντίθεση με τη γιαγιά, δεν γνώριζε ή δεν ήθελε να πιστέψει ότι ό,τι με είναι ξεχασμένο στον καταφείο, ανήκει πλέον εκεί.

Η γιαγιά είχε ακούσει παλιότερα μια παρόμοια ιστορία. Κάποιος άνθρωπος είχε πάρει μαζί του στο σπίτι ένα νεκρό. Ο πεθαμένος ερχόταν κάθε βράδυ. Του μιλούσε, έτρωγε και έπινε μαζί του. Ακόμη και στο ίδιο κρεβάτι ξάπλωνε για ύπνο. Ακριβώς το ίδιο συνέβαινε τώρα και στον αγαπημένο της άνθρωπο. Έπρεπε να κάνει κάτι επί γόντους πριν συμπληρωθούν 40 ημέρες.

Είχε ακούσει πως μετά το 40η ημέρο είναι αδύνατο να διώξεις τον νεκρό από το σπίτι Δεν φεύγει παρά μόνο όταν έχει απορροφηθεί κάθε ίχνος ζωής από τον άνθρωπο Οδηγώντας τον τελικά στο θάνατο Την τεσσερακοστή ημέρα η γιαγιά και ο παππούς πήγαν μαζί με τον φίλο τους στον τάφο Μίλησαν για τον νεκρό, τον νημόσευσαν και έπειτα όλοι πήραν τον δρόμο της επιστροφής Μόνο η γιαγιά καθυστέρησε λίγο Έβγαλε κρυφά από το παλτό της ένα καρβέλι ψωμί και το ακούμπησε πάνω στο χωμάτινο λόφο κάτω από το σταυρό.

Επέστρεψε στο νεκροταφείο αυτό που είχε πάρει από εκεί. Λοιπόν, αυτή η ιστορία μου αρέσει γιατί αυτού του είδους την ιστορία την παρατηρώ σε διάφορες κουλτούρες. Και στην ουσία αυτό τι είναι, είναι το κλασικό δεν κοιτάμε πίσω όταν φεύγουμε από το νεκροταφείο. Υπάρχει αυτή η παράδοση γενικά και ότι δεν κάνεις όταν φεύγεις δεν κοιτάς πίσω.

Υπάρχει πάρα πολύ έντονα αυτό σε σλάβικες παραδόσεις και σλάβικη κουλτούρα. Υπάρχει και στην Ελλάδα κάτι αντίστοιχο. Δεν θυμάμαι τη μυθολογία ακριβώς, γιατί δεν θυμάμαι... Είναι κάτι που θέλω να μάθω και θέλω να ασχοληθώ. Αλλά θυμάμαι ότι έχετε μια ιστορία που δεν έκανε τόσο πάνω ότι έσωζε ένας τύπος την αγαπημένη του και δεν έπρεπε να κοιτάξει πίσω.

Κάτι τέτοιο. Αλλά είναι το ίδιο πράγμα στην ουσία. Και μ' αρέσει γιατί μαθαίνει αυτό το πράγμα να αφήνουμε το παρελθόν στο παρελθόν και ότι δεν κάνει να κοιτάμε πίσω. Διαφορετικά, άμα κοιτάξουμε πίσω, θα το φέρουμε μαζί μας. Μ' αρέσουν πάρα πολύ κάτι τέτοια. Δεν μπορώ να σας περιγράψω την αγάπη που έχω για το folklore και αυτές τις ιστορίες.

Μ' αρέσουν. Λοιπόν, η επόμενη ιστορία λέγεται «Η γριά στο παράθυρο». παρά τη διαθήκη, αρνήθηκε να δεχθεί τις δυνάμεις της μάγισσας. Την 40η μέρα μετά το θάνατο της Γκρεάς συνήθινε μια τραγωδία. Μία ημέρα, η γειτόνις όπως ζούσε ακριβώς απέναντι αποφάσισε να γνωρίσει τους νέους κατοίκους. Χτύπησε την πόρτα για αρκετή ώρα αλλά κανείς δεν απαντούσε.

Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να φύγει, η πόρτα άνοιξε μόνη της. Η γυναίκα μπήκε μέσα, όμως το σπίτι ήταν άδειο. Το ίδιο περιστατικό επαναλήθηκε αρκετές μέρες. Τότε η γητένουσα κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά. Η οικογένεια είχε εξαφανιστεί. Η εξαφάνιση αναστάτωσε ολοκλήρωτο το χωριό. Όλοι συμμετείχαν στις έρευνες, ψάχνοντας στα γύρω δάση, στα χωράφια και στις όχθης των ποταμών.

Όμως, έπειτα από μια βδομάδα άκαρπων προσπαθειών, οι αναζητήσεις σταμάτησαν. Εκείνο το βράδυ, οι γειτόνες θα δεν μπορούσαν να κοιμηθεί. Μέσα στη σιωπή της νύχτας, άκουγε παράξενους θορίους. Πλησίαζε το παράθυρο και είδε μια ακαθόριστη σκοτεινή φιγούρα να σκαρφαλώνει μέσα στο σπίτι της εξαφανισμένης οικογένειας. Τρομοκρατημένη, βγήκε τρέχοντας έξω.

Ξαφνικά από το παράθυρο πετάχτηκε μια αλόκοτη μορφή και χάθηκε στο σκοτάδι. Η γυναίκα συγκλονισμένη έτρεξε μέσα στο εγκατηλειμμένο σπίτι. Ποιος τρέχει μέσα στο εγκατηλειμμένο σπίτι, τι εννοείς συγκλονισμένη, εκεί αντίκρισε ένα αποτρόπαιο θέαμα, όπως θα έλεγε κανείς θα αντικρίσεις άμα τρέχεις σε ένα εγκατηλειμμένο σπίτι από το οποίο μόλις είδες να φεύγει μια μαλακία.

Ωχ, γίνεται χειρότερο λοιπόν. Γυτούσε επίμονα, χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω της. Οι κάτοικοι του χωριού άκουσαν αργότερα σπαρακτικές κραυγές να βγαίνουν από το σπίτι. Κανείς όμως δεν τόλμησε να πλησιάσει ή να μπει μέσα. Από εκείνη τη μέρα, κανείς δεν ξαναείδε ποτέ τη γρήα. Πώς σας φάνηκε? Ναι, υπάρχει και αυτό.

Αυτό δεν ξέρω, ναι, υπάρχει. Στα ελληνικά δεν το έχω ακούσει. Γενικά δεν... Η αλήθεια είναι πως αυτή η εμπειρία μου λείπει και με ενδιαφέρει. Δεν έχω κάτσει ποτέ με γιαγιάδες ελληνίδες, ρε παιδί μου. Δεν έχω ακούσει, όχι έχω κάτσει, όχι ότι έχω κάτσει με ρώσκες γιαγιάδες και τα έχω μάθει αυτά. Απλά ξέρεις από βιβλία, από τα ενόγκα, από στη ρώσκη κουλτούρα το ξέρω περισσότερο.

Και στην Ελλάδα έχετε γιαγιάδες που είναι έτσι μάγισσες που με τα δίνουν τις δυνάμεις. Με ενδιαφέρει αυτό πάρα πολύ. αλλά πώς ασχολείσαι με αυτό θα πάω ένα tour στα χωριά της Ελλάδας και θα μιλάω με γιαγιάδες έχω δει, πάλι Ρώσοι το έχουν κάνει αυτό ναι οι Ρώσοι κυκλοφορούν σε πολύ παρατημένα τώρα χωριά της Ρωσίας είναι και τεράστια χώρα πολύ παρατημένα χωριά που έχουν μείνει τύπου 80 άτομα ή κάτι τέτοιο και καταγράφουν τις παραδόσεις από τους πολύ μεγάλους ανθρώπους και τα βάζουν όλα σε ένα βιβλίο και είναι τόσο φοβερή η δουλειά αυτό ακούγεται πάρα πολύ φαν. Anyway.

Μέχρι να σου πει κάποιος μια τέτοια ιστορία και να είσαι βράδυ γύρω από τη φωτιά και να πρέπει να κινηθείς εκεί πέρα. Okay. By the way, αυτό το σπίτι είναι αυτό που μένετε εσείς. Ναι, δεν έχουμε άλλο ελεύθερο. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο Ο καθένας θα πληρώσει για τις πράξεις του. Λίγοι άνθρωποι δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα όνειρα.

Τα βλέπουμε κάθε ράδι. Κάποια τα θυμόμαστε με ζεστά συναισθήματα, ενώ άλλα φωλιάζουν μέσα μας τον τρόμο. Εγώ είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος και φυσικά ο ύπνος δεν μου είναι ξένος. Δεν ξέρω, ακούγεται κάτι τέτοιο θα έλεγε ένας περίεργος εξωγήινος που δεν κοιμάται ποτέ. Το ότι πρέπει να το ξεκαθαρίσεις είναι λίγο ύποπτο.

Δίνω ιδιαίτερη σημασία στα όνειρα που βλέπω. Ίσως κάποιοι να μου πουν πως δεν είναι φυσιολογικό και πως πάσχω από κάποιο είδους ψυχολογική διατραχή Αλλά αυτό δεν με αποσχολεί ιδιαίτερα Μετά το θάνατο του αδερφού μου άρχισα να έρχομαι αντιμέτωποι με πολλά αναξύγητα φαινόμενα στη ζωή μου Τα όνειρα δεν αποτέλεσαν εξαίρεση Ο αγαπημένος μου αδερφός πέθανε με φρικτό τρόπο Αίτια ήταν η απληστία κάποιων απάνθρωπων ανθρώπων Δεν μπορώ να τους αποκαλέσω αλλιώς και δυστυχώς η υπόθεση δεν εξεχνιάστηκε ποτέ.

Με βασάνιζε η ανάγκη να καταλάβω τι πραγματικά είχε συμβεί. Ήθελα να μάθω ποιος ευθυνόταν για το θάνατό του. Κοιμόμουν και ξυπνούσα με την ίδια σκέψη. Ποιος το έκανε και γιατί δεν τον άφησαν να ζήσει. Στην αρχή της έρευνας υπήρχαν πολλοί μάρτυρες που είχαν δει ή ακούσει κάτι. όμως με έναν σχεδόν ανεξήγητο τρόπο όλοι εξαφανίστηκαν από την υπόθεση.

Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ έκανα την ίδια ερώτηση. «Δεν, πες μου, ποιος σου το έκανε αυτό. Γιατί». Και μια νύχτα, επιτέλους, ήρθε στο όνειρό μου. Ήταν χαμογελαστός, όπως ακριβώς όταν ζούσε. Με αγκάλιασε, όμως στα μάτια του υπήρχε μια θλίψη σαν να ζητούσε συγνώμη που αναγκάστηκε να με αφήσει πίσω. Τον ρώτησα, πες μου ποιος το έκανε.

Εκείνος με κοίταξε και απάντησε, είναι τόσο σημαντικό για σένα να το μάθεις. Ναι, έλα μαζί μου, θα σου δείξω. Και ξεκινήσαμε να περπατάμε στη γειτονιά όπου ζούσαμε. Φτάσαμε μπροστά σε μια συνηθισμένη πενταόροφη πολυκατοικία. Ο Ντεν έδειξε προς ένα παράθυρο. Κοίτα, στον τρίτο όροφο, εκεί που είναι ανομένο το φως. Αυτός είναι.

Τον δεύτερο τον ξέρεις ήδη. Είναι ο φίλος του. Όμως σε παρακαλώ, μην προσπαθήσεις να εκδικηθείς κανέναν και μην πεις στον πατέρα ότι το αποκάλυψα εγώ. Έπειτα πρόσθεσε. Αργά ή γρήγορα όλοι λογοδοτούμε για όσα κάνουμε. Ο καθένας θα απαντήσει για τις πράξεις του. Ξύπνησα αμέσως μόλις τελείωσε αυτά τα λόγια. Τα συναισθήματά μου ήταν ανάμεικτα.

Αφού ντύθηκα, ακολούθησα ακριβώς την ίδια δερμομή που είχα ακολουθήσει στο όνειρο. Μέσα στο μυαλό μου στριφογύριζε μόνο μία ερώτηση. Γιατί, γιατί δεν τον άφησαν ζωντανό. Ίσως τελικά η απάντηση να ήταν απλή. Η ζήλια. Ζήλεμαν που ήταν πιο ευτυχισμένος από αυτούς, ότι όλα του πηγαίναν καλά, ότι πετύχαινε ό,τι και αν ξεκινούσε.

Και αυτό στάθηκε η καταστροφή του. Είναι δύσκολο να αφήσω πίσω μου όσα συνέβησαν. έχουν περάσει περισσότερο από 12 χρόνια από τότε όμως η επιθυμία μου για εκδίκηση εξακολουθεί να με κυριεύει κι όμως ίσως να είναι αλήθεια αυτό που μου πέει εκείνη τη νύχτα ίσως όλοι αργά ή γρήγορα να λογοδοτήσουμε για τις πράξεις μας ίσως ο καθένας να λάβει τελικά αυτό που πραγματικά το αξίζει και αυτό με τα όνειρα το βρίσκω πάρα πολύ ενδιαφέρον θυμάμαι και εμένα η γιαγιά μου μια ζωή να λέει με επισκεφτεί και ο Τάδερ στο όνειρο, με επισκεφτεί και ο Τάδερ στο όνειρο.

Και εγώ όλη μου τη ζωή βλέπω πάρα πολύ περίεργα όνειρα και το έχω συζητήσει με πάρα πολύ κόσμο και βλέπω πιο περίεργα όνειρα από ό,τι έχω καταλάβει βλέπει ο μέσος άνθρωπος. Σας έχω περιγράψει και σας αυτά τα όνειρα με το σκουμπιντού και την γραφή Οικρατεία Τεράτων. Δεν αναφέρομαι σε τέτοια όνειρα. Βλέπω, μου έχει τύχει αρκετές φορές στη ζωή μου να δω περίεργα όνειρα που δεν πολύ εξηγούνται και δεν είναι κάτι που θα πω εγώ ότι ευχαριστιέμαι πάρα πολύ, τύπου με ψιλοκουράζει.

Καμιά φορά όταν βλέπεις όνειρα που μπορείς να καταλάβεις ότι ίσως είναι έτσι λίγο πιο spiritual, ξυπνάς με μια κούραση. Δεν ξυπνάς ξεκούραστος, ξυπνάει με μια κούραση το μυαλό σου. που λίγο δεν είναι πάρα πολύ ευχάριστο, αλλά ακούγεται πάρα πολύ cool. Και είναι ένας από τους αγαπημένους spiritual τρόπους δικούς μου να μαθαίνω πράγματα ή να παίρνω απαντήσεις.

Πολλές φορές απλά θέτω μια ερώτηση και βρίσκω μια απάντηση στα όνειρά μου. Τώρα, πάλι, μπορείς να το δεις με διάφορους τρόπους. Μπορείς να το δεις ως το υποσυνείδητο που σου φέρνει την απάντηση αυτή την ώρα που κοιμάσαι και ξεκουράσαι το μυαλό σου. μπορείς να το δεις ως κάτι spiritual, μπορείς να το δεις ως, ξέρεις, μέλη της οικογένειάς που έχουν φύγει να σου φέρουν την απάντηση.

Μπορείς να το δεις με διάφορους τρόπους. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι πολλές φορές πριν κοιμηθώ θέτω μια ερώτηση, κάτι το οποίο με λογικό τρόπο δεν μπορώ να το καταλάβω και στα όνειρά μου πολλές φορές παίρνουν την απάντηση. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Πάμε γρηγορά». Παιδιά χτύπουσαν την πόρτα φωνάζοντας «Κέρασμα ή σκανδαλιά».

Τα κορίτσια μοίραζαν με χαρά καραμέλες και χλυφιτζούργια σε όλους. Αργότερα συνέχιζαν να κουβεντιάζουν και να σχολιάζουν διάφορα κορίτσια από το σχολείο τους. Δεν κατάλαβαν καν πόσο έπεσε η νύχτα. Κουρασμένες πια, να αποφάσισαν να κοιμηθούν. Η Έμα ξάπλωσε το κρεβάτι και η Βερόνικα στρώθηκε σε ένα φουτών στο πάτωμα. Το δωμάτιο ήταν απόλυτα ήσυχο και η αμάρση σιγά σιγά να βυθίζεται στον ύπνο Ξαφνικά ένιωσε τη φίλη της να την ταρακωνά «Πάμε κάτω να πάρουμε παγωτό» είπε η Βερόνικα δυνατά Η αίμα μισοκοιμισμένη μουρμούρισε «Δεν θέλω»

«Εγώ θέλω όμως» απάντησε η Βερόνικα «Έλα, έλα, πάμε γρήγορα» Η Έμα γύρισε πλευρό. «Δεν έχουμε παγωτό στο ψυγείο», γκρίνιαξε ανισταγμένα. «Το φάγαμε όλο». «Τότε ας πάμε στο μαγαζί να το αγοράσουμε», είπε η Βερόνικα. «Δεν θέλω», απάντησε η φίλη της. «Πήγαινε μόνη σου». «Όχι, δεν είναι ασφαλής να κυκλοφορεί κανείς τέτοια ώρα μόνος του», είπε βιαστικά η Βερόνικα. «Έλα, έλα, πάμε γρήγορα».

Η αίμα έμεινε εξαπλωμένη προσπαθώντας να την αγνοήσει. «Σε παρακαλώ αίμα», φώναξε η Βερόνικα και άρχισε να κλαίει. «Σε παρακαλώ, θέλω πραγματικά παγωτό». Τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της. Η αίμα είχε πλέον αγανακτήσει. Αποφάσισε να κάνει το χατήρι στη φίλη της, μόνο και μόνο για να σταματήσει να την ακούει να κλαψουρίζει.

«Εντάξει Βερόνικα, εντάξει πάμε», φώναξε. το μαγαζί δεν είναι από εκεί είπε η Έμα ψήφιρισα από το με η Βερόνικα πηγαίνουμε στο σημείο κατμήμα η Έμα την κοίταξε απορριμμένη τότε η Βερόνικα είπε με τρεμάμενη φωνή όταν κοίταξε στον καθρέφτη είδε έναν άντρα με τσεκούρι να κρύβεται κάτω από το κρεβάτι σου πάλι κάνω αυτό το γύρισμα την ώρα που γύρω γύρω νυχτώνει αυτή τη φορά βέβαια δεν νυχτώνει απλά έχει τόση συννεφιά γιατί έχουμε Οκτώβριο από ό,τι φαίνεται. Τέλος πάντων, ωραία αυτή η ιστορία, μου άρεσε.

Αυτές οι ιστορίες με νύχτα του Χαλουίν και ξέρεις, διάφορα τέτοια σλάσερ και τέτοια που συμβαίνουν με τη νύχτα του Χαλουίν, μου άρεσαν πάρα πολύ δεν ξέρω γιατί. Πολλές ταινίες δρόμου κιόλας και σλάσερ έχουν νομίζω αυτό το vibe και το έχω συνδυάσει έτσι πολύ φθινοπορεινά. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Ο άνθρωπος πίσω από το παράθυρο».

Ένα παγωμένο χειμωνιάτικο βράδυ, μια 16χρονη κοπέλα βρισκόταν μόνη της στο σπίτι και παρακολουθούσε τηλεόραση. Οι γονείς της είχαν πάει σε μια γιορτή στο σπίτι των φίλων της. Όλη μέρα χιόνιζε πυκνά, όμως εκείνη ένιωθε ζεστά και άνετα καθισμένη στον καναβό του σολονιού, τυλιγμένη σε μια χοντρή μάλινη κουβέρτα. Πλησίαζαν μεσάνυχτα και οι γονείς της δεν είχαν επιστρέψει ακόμα Άρχισε να νιώθει μια ανεξηγητή ανησυχία Δεν ήθελε όμως να τους τηλεφωνήσει γιατί φοβόταν μήπως νομίζουν ότι δεν μπορούσε να μείνει μόνη της Η τηλεόραση βρισκόταν στη γωνία του δωματίου δίπλα σε ένα μεγάλο παράθυρο Πρόσεξε ξαφνικά με την άκρη του ματιού της μια κίνηση έξω από το παράθυρο Μέσα στο σκοτάδι και την πυκνή χιονόπτωση Διέκρινα τη φιγούρα ενός άντρα που πλησίαζε αργά προς το σπίτι Όσο ρεχόταν πιο κοντά τόσο πιο καθαρά έβλεπε το πρόσωπό του Ήταν γεμάτο ουλές Τα χείλη του ήταν τραβηγμένα από ένα αποκρουστικό απειλητικό χαμόγελο Η κοπέλα πάγωσε από το φόβο Δεν τολμούσε ούτε να κινηθεί

Ο άντρας στεκόταν ακίνητος και την κοιτούσε μέσα από το τζάμι χωρίς να λέει λέξη. Ξαφνικά έβλε το χέρι του στη τσέπη του παλτό του και έβγαλε κάτι. Ήταν ένα μαχαίρι. Μη αντέχοντας άλλο, η κοπέλα άρπαξε το τηλέφωνο από το τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ, κάλεσε την αστυνομία και περίμενε κρατώντας την ανάσα της. «Υπάρχει ένας άντρας έξω από το παράθυρό μου», ψηφίρισε, χωρίς να πάρει τα μάτια της από τον τρομακτικό επισκέπτη.

«Κρεωδάει μαχαίρι. Σας παρακαλώ, ελάτε γρήγορα». «Η διεύθυνση μου είναι τ' αδ. Έμεινε εκείνη τη». Τα λεπτά περνούσαν το ένα μετά το άλλο. Ο άντρας εξακολουθούσε να στέκεται εκεί, κοιτώντας επίμονα. Τελικά άκουσε τον ήχο μιας σιρήνας να πλησιάζει και λίγο αργότερο οι αστυνομικοί χτύπησαν την πόρτα. Η κοπέλα πεταχτεί και όρθια και έτρεξε να τους ανοίξει.

Όταν μπήκαν μέσα, της είπαν ότι δεν είχαν δει κανένα γύρο από το σπίτι και ότι δεν υπήρχαν ίχνη στο χιόνι. Αυτό είναι αδύνατο, είπε η κοπέλα δείχνοντας προς το παράθυρο. Ήταν ακριβώς εκεί όταν χτυπήσατε την πόρτα. Δηλήγητε να μην τον είδατε. Δεν είναι δυνατόν, απάντησε ένας αστυνομικός. Δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω. Επιπλέον, το χιόνι είναι εντελώς ανέγγιχτο.

Αν κάποιος είχε σταθεί εκεί, έστω και πριν λίγο, θα είχαν μείνει ξεκάθαρες πατριμασιές. «Αλλά τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια», επέμεινε εκείνη. Ο αστυνομικός χαμογέλασε ελευθερία. «Ξέρετε, καμιά φορά τα μάτια μας μας ξεγυλούν. Ίσως βλέπετε πολλές ταινίες τρόμου». Οι αστυνομικοί ετοιμάζαν να φύγουν, όταν ξαφνικά ένας από αυτούς πρόσεξε κάτι παράξενο.

συνοφριώθηκε και έκανε τον γύρο του καναπέ όπου καθόταν η κοπέλα. Στο χαλί πίσω από τον καναπέ υπήρχαν βρεχμένες πατημασιές και δίπλα τους ένα πεταμένο μαχαίρι. Ο αστυνομικός σήκωσε αργά το βλέμμα του προς την κοπέλα. Το πρόσωπό του είχε χλωμιάσει. «Δεν είδατε τον άνθρωπο έξω από το βαράθυρο» είπε. Η κοπέλα τον κοίταξε απορριμμένη.

Και τότε εκείνο συνέχισε. Κοιτούσατε την αντανάκλασή του στο τζάμι Σιώπασε για μια στιγμή Όλο αυτό το διάστημα Στεκόταν μόλις δύο βήματα πίσω σας Εκεί απλά λιποθυμάς Λιποθυμάς και φεύγεις σε άλλη διάσταση Δεν είχε κάποια γεύση το τσάι του βουνού Δεν έχει Η επόμενη ιστορία λέγεται 13 λεπτά Όχι 13 λεπτά με την ενία ώρας 13 λεπτά χρημάτων.

Αυτή η ιστορία συνέβη πριν από πολλά χρόνια, ακόμα στα σοβιετικά χρόνια, σε μια γνωστή της οικογένειάς μας. Εκείνη την εποχή η Τάνια ήταν έφηβη και ζούσε με τη μητέρα και τον πατριό της σε μια μονοκατοικία. Όμως ο πατριός της πέθανε και η μητέρα της αναγκαζόταν να κάνει διάφορες δουλειές για να το βγάζει πέρα. Μερικές φορές την εβδομάδα εργαζόταν ως νυχτοφύλακας σε βραδινές βάρδιες και η Τάνια έμενε μόνη της στο σπίτι.

Σε μία από αυτές τις νύχτες συνέβη η ιστορία. Όλα ήταν όπως συνήθως. Η Τάνια τελείωσε το μαθμά της, έκλεισε το πορτάκι της ξυλόσομπας και πήγε για ύπνο. Από εδώ και πέρα η αφήγηση είναι δική της. Οπότε μας λέει τώρα η Τάνια την ιστορία. Ξάπλωσα, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν με τίποτα. Γύρισα από τη μία πλευρά στην άλλη, όμως μα ατέα.

Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος χωρίς καν να το καταλάβω Και τότε είδα ένα όνειρο Βρισκόμουν μόνη στο σπίτι όταν ξαφνικά άνοιξε η εξωπόρτα και μπήκε μέσα ο πατριός μου Παραξενεύτηκα Γιατί γύρισες σπίτι μέσα στη μέρα σκέφτηκα Εκείνη τη στιγμή άκουσα από την αυλή τις φωνές των φίλων μου που με καλούσε να βγω έξω να παίξουμε Έτρεξα προς την πόρτα αλλά σταμάτησα αποφάσισα πρώτα να ζητήσω χρήματα για παγωτό.

Θύε, δώσ' μου 15 λεπτά για να αγοράσω παγωτό. Με κοίταξε και απάντησε. Δεν μπορώ, δεν έχω τόσο χρήματα. Έχω μόνο 13 λεπτά. Κοίτα, και έβγαλε τα κέρματα από τη δεξιά τσέπη του. Σταναχωρήθηκα και πήγα να βγω προς τα έξω. Τότε όμως πρόσεξα κάτι τρομακτικό. Η πόρτα είχε εξαφανιστεί. Απ' έξω κάποιοι εργάτες την κάρφωναν με σανίδες Πρώτα έκλεισαν την πόρτα Επιτάρισαν να καρφώνουν και τα παράθυρα Τρομοκρατημένη έτρεξα προς τον πατριό μου Τι συμβαίνει πως θα βγούμε τώρα από το σπίτι Το πρόσωπό του σκοτίνιασε Φαινόταν θυμωμένος και νευρικός Δεν μας χρειάζονται ούτε πόρτες ούτε παράθυρα Απάντησε απότομα Δεν έχουμε λόγο να πάμε ποθενά Με κατέλαβε πανικός Τότε είδα χαμηλά κοντά στο πάτωμα μία μικρή σχισμή που είχε μείνει ανοιχτή.

Οι εργάτες ετοιμαζόντουσαν να καρφώσουν και την τελευταία σανίδα. Χωρίς δεύτερη σκέψη όρμησα προς το άγγιουμα. Με τα βίας κατάφερα να γλιτώσω από μέσα και να βγω έξω. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άνοιξα τα μάτια μου. Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Ήμουν ξαπλωμένη στην αυλή και γύρω μου είχαν μαζευτεί γείτονες Η μητέρα μου έκλαιγε Αργότερα έμαθα τι είχε συμβεί Δεν είχα κλείσει σωστά το πορτάκι της σόμπας Και είχα εισπνεύσει μονοξύδια του άνθρακα Παρά λίγο να πεθάνω Οι γιατροί κατάφεραν να με επαναφέρουν την τελευταία στιγμή Όταν συνήλθα διηγήθηκα στη μητέρα μου το όνειρο Της είπα για τον πατριό μου, για το παγωτό και τα χρήματα που του ζήτησα.

Και για το γεγονός ότι δεν μου έδωσε επειδή είχε μόνο 13 λεπτά στην τσέπη του. Μόλις ανέφερα τα χρήματα, η μητέρα μου χλόμιασε. Έπιασε το στήθος της και με κοίταξε έντρομη. Αργότερα μου αποκάλυψε κάτι που δεν γνώριζα. Την ημέρα της κηδείας, λίγο πριν κλείσει το φέρετρο, κάποιος της είπε πως σύμφωνα με το αήθιμο πρέπει να βάλει λίγα ψηλά χρήματα στην τσέπη του νεκρού.

Όμως δεν είχε καθόλου ψηλά μαζί της. Έψαξε παντού και κατάφερε να βρει μόλις 13 λεπτά. Αυτά τα έβαλε στην δεξιά τσέπη του σακακιού του νεκρού συζύγου της. Κανείς δεν το γνώριζε. Ούτε εγώ. Η μητέρα μου ντρεπόταν για το πόσο μικρό ποσό είχε δώσει στον άντρα της και δεν το είχε πει ποτέ σε κανέναν. Κι όμως, στο όνειρό μου ο πατριός μου είχε βγάλει ακριβώς 13 λεπτά από τη δεξιά του τσέπη.

Πού να σου πω κάτι, τότε κι ο άλλος κόσμος χρειάζεται χρήματα. Ακραίο σαν κόνσεπτ. Αφήστε μας ήσυχους. Η επόμενη ιστορία έχει μέσα κλόουν και λέγεται Ο Παράλογος Θάνατος του Κλόουν. Κάποτε, κατά διάρκεια μιας παράστασης σε τσίρκο, ένας κλόουν έπεσε από ένα ψηλό τρομπολίνιο και σκοτώθηκε ακαριέα. Κανείς δεν μπορούσε να το πιστέψει.

Και όμως, ήταν αλήθεια. Ήταν ο πιο χαρούμενος και αγαπητός άνθρωπος που είχε περάσει ποτέ από εκείνη το τσίρκο. Κανείς δεν μπορούσε να κάνει τον κόσμο να γελάει όπως εκείνος. Όλοι περίμεναν με ανυπομονησία τον νούμερό του και κάθε φορά που ολοκλήρωνε την παραστασή του, το κοινό τον αποχαιρετούσε με θερμά χειροκροτήματα.

Ίσως να ήταν γραφτό να πεθάνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή σε εκείνο το μέρος. Ακόμα και μετά το θάνατό του, πολύ δυσκολεύοντας να το αποδεχτούν. Περίμεναν να τον δουν να εμφανίστηκε ξανά στην αρίνα και να παρουσιάζει το αγαπημένο του νούμερο. Μετά από τόσα χρόνια οι άνθρωποι άρχισαν να τον ξεχνούν. Όχι όμως για πολύ. Γιατί κάποια μέρα έκανε ξανά αισθητή την παρουσία του.

Κατά τη διάρκεια μιας παράστασης ενός νέου κλόουν, μια φασματική μορφή εμφανίστηκε ξαφνικά στη σκηνή. Το κοινό πανικοβλήθηκε. Οι θεατές έτρεξαν έξω ουρλιάζοντας και μέσα σε λίγα λεπτά η αίθουσα είχε αδειάσει τελείως. Κάποτε η ιστορία αυτή έφτασε στα αυτιά ενός άντρα. Εκείνος δεν πίστεψε ούτε λέξη. Αποφάσισε λοιπόν να πάει ο ίδιος να ερευνήσει το θέμα. Όταν έφτασε στο χώρο του παλιού τσίρκου παρατήρησε ότι λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα εγκατελειμμένο σπίτι. Αρχικά εξερευνήσε το κτίριο του τσίρκου αλλά δεν βρήκε τίποτα ασυνήθιστο. Δεν υπήρχε ψυχή. Τότε του έρθει η ιδέα να ερευνήσει και το εγκατελειμμένο σπίτι. Παίρνο Προσπαθούσε να σηκωθεί. Ένιωσε ότι κάποιος στεκόταν πολύ κοντά του.

Σήκωσε αργά το κεφάλι του. Μπροστά του βρισκόταν το φάντασμα ενός κλόουν. Το πνεύμα στεκόταν ακίνητο και χαμογελούσε ηρωνικά. Έπειτα είπε «Λοιπόν φίλε, τώρα με πιστεύεις» Ο άντρας δεν πρόλαβε να απαντήσει. Το φάντασμα άρπαξε το λωμό του και τον σήκωσε στον αέρα. Όλα έδειχναν πως θα τον έπνιγε. Το θύμα πάλευε με όλες τις δυνάμεις αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει.

Ο κλόουν φαινόταν να απολαμβάνει τον τρόμο και την απόγνωση του ανυπεράσπιστου άντρα. Όταν τον σκότωσε πέταξε το σώμα του σε μια αγωνία και έφυγε ήρεμα. Την επόμενη μέρα βρέθηκε το πτώμα. Όμως αυτό δεν ήταν το τέλος. Ο κλόουν συνέχισε να εμφανίζεται σε κάθε παράσταση τρομοκρατώντας όσους τολμούσαν να πλησιάσουν το τσίρκο.

Σιγά σιγά ο κόσμος σταμάτησε να πηγαίνει εκεί Όταν πια δεν υπήρχαν θεατές Το φάντασμα άρχισε να θεωρεί τον εαυτό του τον ιδιοκτήτη του χώρου Κανείς δεν ήξερε γιατί είχε γίνει τόσο μοχθηρό Όσο ζούσε ήταν ένας καλός άνθρωπος Ίσως και κάτι περισσότερο από καλός Μία μέρα ένα αγόρι μπήκε στο εγκατελειμμένο τσίρκο Χωρίς να γνωρίζει τίποτα για το θρύλο του φαντάσματος άρχισε να παίζει μόνο του μέσα στο κτίριο.

Ανέβηκε στο τραμπολίνο και αποφάσισε να πραβατήσει πάνω του. Ξαφνικά είδε μπροστά τον κλόουν. Το αγόρι τρόμαξε και προσπάθησε να πηδήξει κάτω. Όμως το φάντασμα εμφανίστηκε αμέσως δίπλα του και τον άρπαξε. Τότε το παιδί πανικοβλήθηκε. Άρχισε να κοντά τα χέρια του και να παρακαλά να τον αφήσει. Το φάντασμα το σήκωσε ψηλά στον αέρα και το εξφεντώνησε προς τα κάτω με τρομερή δύναμη.

Μετά από αυτό το περιστατικό, οι αρχές αποφάσισαν να κατεδαφίσουν το παλιό τσίρκο. Το κτίριο εξαφανίστηκε, όμως σύμφωνα με το θρύλο, το πνεύμα του κλόουν εξακολουθεί να περιπλανιέται στο ίδιο σημείο. Η περιοχή περιφράχθηκε με φράχτη και κανείς δεν τολμά πια να πλησιάσει εκεί. Ακούτε το παιδί που φωνάζει απ' έξω? Το timing είναι εξαιρετικό.

Οι κλόουν γενικά, θα ρω, είναι ύποπτα υποκείμενα. Είναι απ' τη μία, δεν ξέρω. Γιατί εμένα μικρή μου άρεσαν οι κλόουν. Δηλαδή δεν είχα πρόβλημα με τους κλόουν. Και πηγαίναμε τσίρκο αρκετά συχνά, αλλά ίσως ήταν οι εξής ακόμα οι επιρροές της σοβιετικής θέτιας. Δεν ήταν creepy κλόουν, αλλά μετά την εφηβεία νομίζω άρεσε να μαθαίνω για τους creepy κλόουν και βγάζει νόημα.

Αλλά οι κλόουν έχουν αυτό το φαινόμενο. Οτιδήποτε πρόκειται να είναι, πρέπει να είναι πάρα πολύ παιδικό, πάρα πολύ αθώο, πάρα πολύ καλό, άμα βάλεις λίγο creepy concept πίσω από αυτό, γίνεται νομίζω ultra creepy και οι κλόουν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Από μόνοι τους δεν είναι άθλοι Αλλά υπάρχουν τόσες ιστορίες πίσω από αυτό Και υπάρχουν τόσες, ξέρεις, έχουμε συνδυάσει τόσο πολύ Τις λέξεις κλόουν και κρίπι Που πλέον είναι πάρα πολύ δύσκολο Να τις αποσυνδέσεις Και σαν να είναι φτιαγμένο Το κόνσεπτ του κλόουν Για να είναι κρίπι Για να ανήκει σε κρίπι ιστορίες Αλλά ξέρω πάρα πολύ κόσμο που έχει Τιπού θέμα με τους κλόουν Τους φοβάται πάρα πολύ έντονα Εγώ δεν με πειράζει σαν concept.

Δεν νομίζω, well, δεν μου έχει τύχει βέβαια ποτέ στην πραγματική ζωή να δω κάτι creepy που να έχει να κάνει με τον κλόουν. Άμα μου τύχει, πιθανά να αλλάξω τελείως τη γνώμη μου. Η επόμενη ιστορία αφορά ένα σχολείο και ο τίτλος είναι «Το σχολείο χτισμένο πάνω σε κόκαλα». Αυτή την ιστορία μου τη διηγήθηκε μία φίλη μου. Συνέβη πριν από αρκετά χρόνια.

Μία μέρα στο σχολείο ετοίμαζαν κάποια ερωταστική εκδήλωση. Η Λένα, έτσι λεγόταν φίλοι μου, θα προσφέρει ένα χορό σε ζευγάρια μαζί με τη φίλη της, τη Μάσα και τον παρτενέρ της. Η εκδήλωση θα ξεκινούσε στις 6 η ώρα. Έξω είχε ήδη σκοτεινιάσει αφού ήταν χειμώνας. Τα κορίτσια αποφάσισαν να πάνε νωρίτερα για να προετοιμαστούν.

Τα αγόρια τους όμως καθυστέρησαν λίγο και έτσι οι δύο φίλες πήγαν μόνες τους στο σχολείο. Καθοδόν γελούσαν και στιβόντουσαν χωρίς να νιώθουν καθόλου άγχος για την παράσταση. Μόλις μπήκαν στο κτίριο παρατήρησαν ότι ο πρώτος όροφος ήταν ασυνήθιστα ήσυχος. Παρόλο που εκεί βρισκόταν η αίθουσα εκδηλώσεων, άκουγαν μόνο μακρινές φωνές και πρόοβα κάποιου τραγουδιού.

Τα κορίτσια ανέβηκαν στο δεύτερο όροφο, μπήκαν στην τάξη τους και άρεσαν να ετοιμάζονται. Δέκα περίπου λεπτά αργότερα είχαν τελειώσει. Κοίταξαν από τα παράθυρα και είδαν τα αγόρια να πλησιάζουν το σχολείο. Η Λένα χαμογέλασε πονηρά. «Λες να κρυφτούμε, θα έρθουν και δεν θα μας βρουν. Θα ανησυχήσουν, θα ψάξουν παντού και μετά θα επιστρέψουν.

Τότε θα τους πούμε ότι ήμασταν εδώ όλη την ώρα». Η Μάσα συμφώνησε. Έτσι μπήκαν και οι δύο στο χαμηλό ευρύχορο ντουλάπι της τάξης και περίμεναν. Πέρασαν περίπου τρία λεπτά. Οι δυο τους είχαν ήδη αρχίσει να βαριούνται και να σκέφτονται να βγουν από την κρυψόνα τους. Τότε άκουσαν βήματα μέσα από την αίθουσα. Πάγωσαν. Κράτησαν την ανάσα τους.

Κοιτώντας μέσα από τη χαραμάδα, είδαν κάτι που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ. Μία ημιδιάφανη λευκή σκιά που έμοιαζε με ηλικιωμένη γυναίκα αντιμένη με μανδύα περπατούσε αργά μέσα στην τάξη. Προχωρούσε αθόρυβα και ύστερα μπήκε μέσα στον τοίχο και εξαφανίστηκε. Η Λένα έβαλε αμέσως τα χέρια της στο στόμα της Μάσια γιατί κατάλαβε πως οι φίλοι της ήταν έτοιμοι να ουρλιάξει.

Καθόταν εκεί σαν απολυθωμένες από τον τρόμο. Λίγες στιγμές αργότερα εμφανίστηκε άλλη μια μορφή. Ήταν ένα μικρό κορίτσι. Ασυνήθιστα αδύνατο. Χλωμό. Με αχτένι στα μαλλιά. Πέρασε και αυτό αργά μέσα από την αίθουσα και λίγο αργότερα χάθηκε μέσα στον ίδιο τείχο. Τότε άρχισαν να ακούγονται περίεργες φωνές. Ήταν δυνατές, παράξενες, σαν να αντιχούσαν μέσα στο μυαλό τους.

Ένιωθαν ότι οι ήχοι πίεζαν την ίδια τους τη συνείδηση. Οι μαθήτρες δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Δεν πίστευαν ούτε τα ίδια τους τα μάτια. Για μια στιγμή νόμιζαν πως είχαν χαθεί τα λογικά τους. Ξαφνικά οι φωνές σταμάτησαν. Δύο δευτερόλεπτα αργότερα μπήκαν στην τάξη τα αγόρια. Οι κοπέλες πετάχτηκαν έξω από τον τουλάπι και έτρεξαν προς το μέρος τους.

Τα δάκρυα έτρεχαν από το φόβο. Τα αγόρια δεν κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Όταν άκουσαν την ιστορία δεν τις πίστεψαν. «Έλα τώρα, μας κάντε πλάκα». Μετά την παράσταση όμως, η κατάσταση των κορτσιών χειροτέρεψε. Ήταν χλωμές, εμφανώς τραγμένες. Εκείνη τη στιγμή περνούσε από το διάδρομο η διευθύντρια του σχολείου. Ήταν μια καλοσυνάτη γυναίκα μέσης ηλικίας, η Όλγα Δίκτραυνα.

Βλέποντας την κατάστασή τους, πλησίασε και της ρώτησε τι είχε συμβεί. Αρχικά οι κοπέλες ντύστασαν να μιλήσουν. φοβόταν ότι θα τις θεωρούσαν τρελές. Ύστερα από αρκετή επιμονή της διευθυντρίας τελικά της διηγήθηκαν τα πάντα. Η Όλγα δίκτραυνα τα άκουσε ήρεμα χωρίς να δείξει έκπληξη. Η αντίδρασή της ξάφνισε τις κοπέλες. Η Λένα τη ρώτησε δηλαδή μας πιστεύετε.

Η διευθύντρια χαμογέλασε αχνά γιατί όχι, απλώς δεν περίμενα να συμβεί ξανά. Οι κοπέλες την κοίταξαν απορριμμένες Πριν από μερικά χρόνια Μία άλλη μαθήτρια μου είχε περιγράψει ακριβώς το ίδιο πράγμα Συνέχισε Τότε απευθύνθηκα στους πιο ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού Για να μάθω αν υπήρχε κάποια εξήγηση Και πράγματι βρήκα Μία ηλικιωμένη γυναίκα μου είπε ότι παλιά Πάρα πολλά χρόνια πριν Στο σημείο που βρισκόταν σήμερα το σχολείο υπήρχε νεκροτοφείο. Με τον καιρό οι ξύλινοι σταυροί σάπησαν και χάθηκαν.

Δεν υπήρχε πια κανένα σημάδι που να μαρτυρά ότι εκεί είχαν ταφεί άνθρωποι. Αργότερα χτίστηκε το σχολείο και από τότε άρεσαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Άλλοτε ακουγόταν εξαιγητή ήχη, άλλοτε εμφανιζόντουσαν σκιές. Ακόμα και οι νυχτοφύλακες είχαν δει πράγματα που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν. creepy ιστορία γιατί και αυτό πάντα από παιδάκι να ρωτιόμουν που ξέρουμε που υπάρχουν όλοι οι τάφοι που ξέρουμε αν κάτι είναι φτισμένο πάνω σε τάφους τόσα χρόνια υπάρχουν οι άνθρωποι θεωρώ πως όλοι γίνε ένας μεγάλος τάφος έτσι that being said κάθε φορά που κοιτάω κάποιο σπίτι κάθε φορά που με τακομίζω κάπου ή κοιτάω οτιδήποτε πάντα κοιτάω το ιστορικό του χώματος και της γειτονιάς και που ήταν τι όσο πιο παλιά μπορώ και είναι κάτι που πάντα συνιστώ να κάνετε και εσείς.

Αλλά να το κάνετε πριν υπογράψετε το συμβόλαιο. Γιατί άμα έχετε υπογράψει συμβόλαιο με κάποιο σπίτι και μετακομίσετε και μετά ανακαλύψετε ότι κάτι περίεργο έχει συμβεί εκεί, δύσκολη κατάσταση, φίλοι μου, δύσκολη. Πρέπει να ξέρετε κάποιον που ξέρει να κάνει πολύ καλό καθαρισμό χώρου σε αυτή την περίπτωση και να φτιάχνετε τα vibes περιστασιακά.

Αν και θέλω όπως όλοι πρέπει να έχουμε ρουτίνα καθαριότητας, πώς πλένουμε το πρόσωπό μας, έτσι πλένουμε και την άβρα μας. Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Το καταραμένο δωμάτιο». Με λένε Νάντια. Από τα 11 μου χρόνια πηγαίνω κάθε καλοκαίρι στην Αγγλία για διακοπές. Εκεί βρίσκεται μια κατασκήνωση εκμάθησης ξένων γλωσσών. Στην κατασκήνωση μένουν παιδιά από διάφορες χώρες.

Το κτίριο έχει τρεις ορόφους. Στον πρώτο όροφο μένουν τα γόρια, στον δεύτερο αγόρια και κορίτσια. Ο όροφος χωρίζεται σε δύο πτέρυγες, ενώ στον τρίτο όροφο μένουν μόνο κορίτσια. Η ιστορία αφορά τον τρίτο όροφο. Στον όροφο υπήρχαν 30 δωμάτια. 15 στη μία πτέρυγα και 15 στην άλλη. Η αριστερή πτέρυγα κατοικείται πάντα, ενώ η δεξιά χρησιμοποιείται ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών.

Πέρυσι συνέβη μια παράξενη ιστορία που συνδεόταν με ένα συγκεκριμένο δωμάτιο του τρίτου ρόφου. Σε αυτό έμεναν δύο κορίτσια, η Τζούλια από την Ιταλία και η Νάστια από την Ρωσία. Αυτά είναι τα γεγονότα της υπόθεσης. Πρώτον, κάθε βράδυ τα κορίτσια έτρεχαν κλαίγοντας τους δασκάλους και παραπονιώτησαν για παράξενους θορύβους που ακουγόντουσαν από άλλα δωμάτια τα οποία ήταν άδεια.

2. Τα κορίτσια πάνικοβαλόντουσαν. Μία φορά έσπασαν μάλιστα την πόρτα. Όπως είπαν οι ίδιες, είχαν τρομοκρατηθεί, ενώ η πόρτα δεν άνοιγε με τίποτα. 3. Την τέταρτη νύχτα, η Μόντι, μία από τις ομαδάρχησες, ξύπνησε από μία τρομακτική κραυγή που ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο των κοριτσιών. Όταν έφτασε εκεί, είδε ότι κάποια αόρατη δύναμη πέταξε την Τζούλια στον αέρα.

Η Τζούλια έπεσε κάτω και έσπασε το πόδι της. Κανείς δεν πίστεψε ότι την αερή ομάδα άρχισε. 4. Μία 23χρονη δασκάλα, η Λώρα, δέχτηκε να περάσει τη νύχτα μαζί με τα κορτσιά σε εκείνο το δωμάτιο. Στις 2 τα ξημερώματα βγήκε τρέχοντας μαζί τους. Η δασκάλα βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και δεν μπορούσε να εξηγήσει τι είχε συμβεί.

Αργότερα διηγήθηκε ότι μόλις έπεσε το σκοτάδι, άκουσε και η ίδια παράξενο ιστορίους. Στις 2 το πρωί, αν φανίστηκε στον τοίχο η φράση «φύγετε». Την τελευταία νύχτα, πριν αναχωρήσουν τα παιδιά, ένας από τους ομαδάρχες άκουσε φρικιαστικές κραυγές από το δωμάτιο των κορτσιών. Έτρεξε προς τα εκεί και προσπάθησαν να ανοίξει την πόρτα, αλλά ήταν κλειδωμένοι.

Το περίεργο ήταν ότι τα κορίτσια είχαν μεταφερθεί σε άλλο δωμάτιο ήδη μια εβδομάδα νωρίτερα. Εγώ και η Νάστια ήμασταν και παραμένουμε φίλες. Αρκετές φορές ερχόταν στο δωμάτιό μου κλαίγοντας. Δεν θα περιγράψω όλα όσα συνέβησαν εκεί μέσα. Θα πω μόνο την ουσία. Κάποιος ή κάτι προσπαθούσε με κάποιο τρόπο να τις διώξει από το δωμάτιο.

Η Νάστια φοβόταν πραγματικά, παρόλο που δεν ήταν από τους ανθρώπους που τρομάζουν εύκολα. Φέτος πήγα ξανά στην Αγγλία. Έφτασα προχθές και το πιο τρομακτικό είναι ότι με έβαλαν να μείνω ακριβώς σε εκείνο το δωμάτιο. Παρακάλεσα την Άλεξ να με μεταφέρει αλλού, αλλά μου είπε ότι είμαι πια μεγάλο κορίτσι και δεν πρέπει να φοβάμαι.

Χθες συνέβη το εξής. Καθόμασταν με τη συγκατοικό μου και συζητούσαμε, όταν ξαφνικά κατεχτύπησαμε δύναμη την πόρτα από την εξωτερική πλευρά. Τα χτυπήματα συνεχίστηκαν για περίπου 5 λεπτά, ενώ εμείς ουρλιάζαμε από το φόβο μας. Όταν σταμάτησαν, περιμέναμε μισή ώρα και μετά βγήκαμε προσεκτικά να δούμε τι είχε συμβεί. Η πόρτα ήταν γεμάτη χαρακές, σαν να την είχε ξύσει κάτι μεταλλικό.

Σήμερα το πρωί, μετά το πρωινό, η συγκατοικός μου είπε ότι είχε ξεχάσει το iPhone της στο δωμάτιο και φοβόταν μη της το κλέψουν οι καθαρίστριες. Ενημερώσαμε τους δασκάλους ότι θα αργήσουμε λίγο στο μάθημα και θα επιστρέψουμε στο κτίριο. Μου είπε να την περιμένω κάτω και ότι θα κατέβαινε αμέσως. Γιατί, γιατί την άφησαν να ανέβει μόνη της.

Πέντε λεπτά αργότερα ακούστηκε μια κραυγή από τον επανόροφο. Τρόμαξα και ήμουν έτοιμη να τρέξω επάνω όταν άκουσα βήματα στη σκάλα Θεέ μου πόσο δυνατά χτυπούσε η καρδιά μου Ευτυχώς ήταν συγκατοικός μου Πήγα να τη ρωτήσω τι είχε συμβεί Αλλά τότε είδα αίμα πάνω στην πλούζα της Κάθισε στα σκαλιά και ξέσπασε σε κλάματα Οι καθαρίστριες που άξαν τις φωνές μου Τηλεφώνησαν στους ομαδάρχες Της έδεσαν το τραύμα, προσπάθησαν να την ηρεμήσουν Και να μάθουν τι είχε συμβεί αλλά δεν έλεγε τίποτα.

Αυτή τη στιγμή εγώ και η Λώρα βρισκόμαστε στο δωμάτιό της. Η Λώρα προσπαθεί να επικοινωνήσει με τους γονείς της συγκατοίκου μου και εγώ γράφω εδώ. Η συγκατοικός μου δεν μιλάει καθόλου. Απλώς κοιτάζει επίμονα ένα σημείο μπροστά της. Η Λώρα λέει ότι βρίσκεται σε βαθύ σοκ. Δεν έχω καταλάβει αν θα συνελθεί ποτέ από αυτό. Φοβάμαι.

και για να με ειλικρινίζει δεν θέλω να μάθω τι είδε εκεί μέσα ούτε τι ήταν αυτό που της έσκησε το χέρι. Δεν με νοιάζουν πια τα πράγματα μου που έχουν μείνει σε εκείνο το δωμάτιο δεν μπορώ και να ξαναμπώ εκεί ποτέ. Αυτές οι ιστορίες σε κατασκηνώσεις και τέτοια είναι οι καλύτερες και έτσι όπως περιγράφω στην κατασκήνωση έμοιαζε πάρα πολύ με το κτίριο της κατασκήνωσης στο οποίο ήμουν εγώ μικρή όπου το έκανα πάρα πολύ αντωνεικόνα στο κεφάλι.

Ήταν πολύ παρόμοια το κτίριο. Ο τίτλος της επόμενης ιστορίας είναι Πάνω σε τι στέκονται τα σπίτια. Υπάρχει ανάμεσα σε ορισμένους οικοδόμους ένα έθιμο. Να πετούν μέσα στα θεμέλια, πριν αυτά στερεοποιηθούν, πριν αυτά στερεοποιηθούν, ένα μπουκάλι που περιέχει κάποιο μήνυμα. Δεν ξέρω πόσο διαδεδομένο είναι, αλλά εγώ ίδιος έχω δει την πρακτική αρκετές φορές.

Για ένα τριο μπουκάλι μου μίλησε κάποτε ένας παλιός και εμπειρος οικοδόμος. Δούλευα κάποτε σε ένα συγκρότημα τριών κτηρίων. Στα διαλύματα για φαγητό όλοι οι εργάτες συναντιόμασταν, παίζαμε επί κραπέζια παιχνίδια και συζητούσαμε για να περάσει η ώρα. Ένας από αυτούς, ένας ίδιας προμάλης παπούλης, συγχωρέστε με αλλά δεν θυμάμαι το όνομά του, μου διηγήθηκε μια παράξενη ιστορία από τα νιάτα του.

Τα πρακάτω είναι δικά του λόγια. Δουλεύαμε κάποτε σε ένα παρομοίο έργο, μόνο που εκεί δεν υπήρχαν τρία κτίρια, αλλά δύο. Κοντά τους υπήρχε ένα μικρό τούβλινο σπιτάκι. Έπρεπε να κατεδαφιστεί για να ισοπεδωθεί ο χώρος και να χρησιμοποιηθεί για κάποια άλλη κατασκευή. Και αυτό το σπιτάκι μας δημιούργησε πολλά προβλήματα. Τα βαριά μηχανήματα κατεδάφισης, λες και τα είχε καταραστεί κάποιος, χαλούσαν κάθε φορά ακριβώς τη μέρα που έπρεπε να σταλούν εκεί.

Επειδή οι προθεσμίες πίεζαν, αποφασίστηκε να ακολουθηθεί μία πιο απλή λύση. Να μαζευτούν εργάτες με βάριοπούλες και κομπρεσέρ και να τον κρεμίσουμε με τα χέρια. Όμως τα πράγματα δεν πήγαν ακριβώς όπως το υπολογίζαμε. Το δυναμικό ξεκίνημα μετετράπηκε γρήγορα σε καταστροφή. Το ξύλινο κοντάρι μιας βαριοπούλας ράγισε και την ώρα που ο εργάτης το σήκωνε για να χτυπήσει, η μεταλλική κεφαλή εκτοξεύτηκε και χτύπησε έναν από εμάς το πρόσωπο.

Το μετέφεραν εσπευμένα σε ένα νοσοκομείο, χρειάστηκε μέχρι και ανάνυψη, αλλά η δουλειά έπρεπε να συνεχιστεί. Επιστρέψαμε και αρχίσαμε ξανά. Στην αρχή όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά. Ξαφνικά, ένας εσωτρικός τείχος κατέρευσε χωρίς προειδοποίηση και καταπλάκωσε δύο ακόμα εργάτες. Μετά από αυτό, ο κόσμος άρχισε να λέει ότι το σπίτι ήταν καταραμένο και ότι δεν θα έπρεπε να ξαπατούσαμε εκεί, όσο και αν απειλούσαν με απολύσεις ή πρόστιμα.

Η κατεδάφηση αναβλήθηκε μέχρι να σταματήσουν τα μηχανήματα να παρουσιάζουν βλάβες. Μία μέρα, σε ένα παρόμοιο διάλειμμα, αποφάσισα να πάω μια βόλτα σε εκείνο το κατραμένο μέρος. Το περιεργάστηκα απ' έξω και ύστερα με κάποια επιφύλαξη μπήκα μέσα. Ένα συνηθισμένο σπίτι ήταν. Άρχισα να το εξετάζω. Ήταν γερό, χτισμένο πριν τον πόλεμο.

Από εκεί είναι τα σπίτια που όπως λένε χτίζονται για να κρατήσουν αιώνες. Τότε την προσοχή μου την τρέβηξε ένα στίχος. Μερικά τούβλα είχαν αρχίσει να ξεκολλούν. Πλησίασα και άρχισα αφιερειμένο να βγάζω ένα-ένα. Χαμογελώντας από μέσα μου και σκεπτόμενος πως έτσι ακριβώς θα το καθαδαφίζαμε τελικά, τούβλο-τούβλο, πίσω τους υπήρχε μια μικροσκοπική κρύπτη.

Ίσα που χωρούσε ένα παλιό γυάλινο μπουκάλι. Το έβγαλα και ξεκίνησα να πάω στους υπόλοιπους να τους δείξω το έβριμά μου. Καθώς περπατούσα σκόντεψα και το μπουκάλι έπεσε από τα χέρια μου Έσπασε Κοίταξα κάτω και είδα ένα κομμάτι χαρτί τυλιγμένο με ρολό Το ξεδίπλωσα και διάβασα την περιγραφή Μέχρι σήμερα σχεδόν ορκίζομαι πως θυμάμαι ακριβώς τα λόγια Όσο η θέλησή μου παραμένει μέσα στους τείχους αυτού του σπιτιού Τούτο δεν θα γκρεμιστεί από ανθρώπινα χέρια Ήταν γραμμένο με παλιά ορθογραφία της Τσαρικής Ρωσίας.

Τα γράμματα ήταν πελαιού τύπου και στο τέλος υπήρχαν κάποια παράξενα σύμβολα. Η γιαγιά μου μου είχε μάθει να διαβάζω εκείνα τα παλιά γράμματα, γι' αυτό τα κατάφερα να το καταλάβω. Οι υπόλοιποι μαζεύτηκαν γύρω μου. Κοιτάξαμε το έβριμα, απορρίσαμε, το συζητήσαμε για λίγο και ύστερα επιστρέψαμε στη δουλειά. Όσο και να μας αποσχολούσαν τα μυστήρια, το ψωμί μας θα πρέπει να το βγάλουμε.

Και τότε συνέβη κάτι παράξενο. Επιτέλους κατάφεραν να βάλουν μπροστά τον εξκαθέα και την πουλντόζα. Το σπίτι γκρεμίστηκε μέσα σε δύο μέρες. Όσο για εκείνη το χαρτί, το παρέδωσα στη διεύθυνση του έργου. Αργότερα μου έδωσαν ένα πριμ για την ανακάλυψη, αν και επίσημα δεν ενέφεραν ποτέ τον πραγματικό λόγο. Δεν ξέρω αν πράγματι έφταιγε εκείνο το μπουκάλι.

Ξέρω όμως ότι από τότε δεν θα παραλείπω ποτέ να ρίχνω ένα μπουκάλι μέσα στο σκυρόδεμα. Φυσικά γράφουμε όλοι μαζί διάφορες ανοησίες. Ονόματα, επώνυμες, μερομνίες, χαιρετισμούς στη μαμά, στη θεία, στη γυναίκα μου και άλλα τέτοια. Εγώ όμως πάντα προσθέτω μια φράση. Ήθε να σταλεί γερό και να γκρεμιστεί κάποτε χωρίς θύματα.

Αφού τελειώσει την ιστορία του, ο Γέρος ήπια τις τελευταίες γουλίες του από το μπουκάλι της μπύρας του και άρχισε να γράφει τα αρχικά του σε ένα χαρτί. Αυτή είναι η ιστορία. Ίσως να είναι αλήθεια, ίσως απλώς ένας θρύλος, ούτε εγώ ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως οι προλήψεις στη δική μας δουλειά δεν εμφανίζονται ποτέ από το πουθενά.

Έχουμε κανέναν που βλέπει τα βίντεο που δουλεύει η οικοδομή και ξέρει αν υπάρχουν τέτοια και αν έχει τις δικές σας ιστορίες ή τι άλλα υπάρχουν. Γιατί φαντάζομαι πως είναι από τις δουλειές που πρέπει να υπάρχουν πολλά τέτοια. Ξέρεις, πολλοί μικροί κανόνες που πρέπει να ακολουθήσει για να πάει καλά ας πούμε. Γιατί είναι και μια επικίνδυνη δουλειά που μπορούν να σημούν πολλά ατυχήματα, αλλά και θέλεις να στέκεται γερό.

γιατί είναι ένα μέρος που ξέρεις, αμένει κόσμος, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, ρε παιδί μου. Ή θα πηγαίνω έρχεται κόσμος, τόσο είναι ένα πράγμα το οποίο θα χρησιμοποιείται έντονα από άλλους. Οπότε φαντάζομαι πως υπάρχουν, ξέρεις, τέτοιοι μικροί κανόνες που ακολουθείς για να είναι καλά. Και τι γλυκό το να γράφει πάνω σε ένα χαρτί ότι θα στέκεται γερό και κάποτε θα γκρεμιστεί χωρίς θύματα.

Είναι πολύ ωραία λεπτομέρεια αυτή. Η επόμενη ιστορία έχει τον εκπληκτικό τίτλο «Διακοπές στο νεκροταφείο». Αυτή η ιστορία συνέβη ακόμα στα σοβιετικά χρόνια. Σε κάθε story το λέει αυτό. Κάθε καλοκαίρι οι γονείς μου με έστελναν στη γιαγιά μου στο χωριό. Η γιαγιά εργαζόταν ως διευθυντρία σε ένα οικοτροφείο παιδιών, το οποίο το καλοκαίρι μετατρεπόναν στην κατασκήνωση πρωτοπόρων.

Και έτσι εγώ ήμουν σχεδόν εντελώς ελεύθερη να περνώ το χρόνο μου όπως ήθελα. Εκείνο το καλοκαίρι το σπίτι της γιαγιάς ανακατασκευαζόταν πλήρως και με φιλοξένησε η υπουδιευθύντρια του σχολείου, η Νίνα Ιβάναυνα. Έμενε σε ένα αγροτικό σπίτι χωρισμένο σε τρία διαμερίσματα για τρεις οικογένειες. Μου παραχώρησαν ένα μικρό δωμάτιο με παράθυρο που έβλεπε την αυλή.

Το σπίτι αυτό που είχε χτιστεί για τους δασκάλους στο σχολείο αποφάσισαν το ίδιο καλοκαίρι να εγκαταστήσουν το υδραγωγείο. Άρχισαν να σκάβουν τάφρους και τότε αποκαλύφθηκε ότι το σπίτι είχε χτιστεί πάνω στο νεκροταφείο. Πριν από την επανάσταση εκεί κοντά βρισκόταν η μεγάλη εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και όπως φαίνεται το νεκροταφείο άνοικε στο χώρο της εκκλησίας.

Αργότερα, όπως συνέβαινε συχνά εκείνα τα χρόνια, η εκκλησία καταδαφίστηκε, το νεκροτοφείο ισοπεδώθηκε και η γη παραχωρήθηκε για τα κτίρια του οικοτροφείου, όπου αρχικά φιλοξενούνταν παιδιά καταπιασμένων και εξόριστων οικογενειών που είχαν μεταφερθεί στο Κύροφ. Έτσι, μαζί με το χώμα που έβγαινε από τους τάφρους, άρχισαν να ξεπροβάλλουν ανθρώπινα οστά και ακρανία.

Πολύ σύντομα βρισκόντουσαν σκορπισμένα σε ολόκληρο το χωριό. Τα σκυλιά τα μασούσαν, τα παιδιά έπαιζαν μαζί τους. Η τάφρος περνούσε ακριβώς κάτω από το παράθυρό μου και συνέχιζε κάτω από το σπίτι, περνώντας κάτω από το πάτωμα του δωματίου μου. Από το παράθυρο μπορούσα να δω καθαρά πώς από τα τεχώματα της τάφρου προηξήχαν μισοσοπισμένα κομμάτια από ξύλινα φέρετρα ανακατεμένα με τα κυτρινισμένα οστά των νεκρών.

Θυμάμαι ιδιαίτερα δύο φέρετρα που βρισκόντουσαν δίπλα-δίπλα παράλληλα το ένα με το άλλο. Κοιτάζοντάς τα σκέφτηκα τότε. Μάλλον ήταν σύζυγοι αφού είναι θαμμένοι ο ένας δίπλος τον άλλον. Παιδικές σκέψεις. Τις βροχερές μέρες καθόμουν στο παράθυρο και κοιτούσα αυτό το κατεστραμμένο νεκροταφείο. Τηλεόραση δεν υπήρχε και δεν είχα απόλυνο πάω.

Για να περάσουν πιο εύκολα τους σωλήνες, είχα αναφερέσει αρκετές σανίδες από το πάτωμα του δωματίου μου. Για σχεδόν μια εβδομάδα κοιμόμουν με ένα κρεβάτι που στεκόταν πάνω στο κομμάτι του πατώματος που είχε απομείνει, κρεμασμένο κυριολεκτικά πάνω από ανοιγμένους τάφους. Δεν φοβόμουν. Ένιωθα όμως μια βαριά θλίψη και συχνά ήθελα να κλάψω.

Τότε ήταν που συνειδητοποίησα πως κάποτε όλοι θα καταλήξουμε στο χώμα και ερώτημα όπως τότε γιατί ζούμε στριφογύριζαν διαρκώς στο μυαλό μου. Τα αγόρια του χωριού έπαιζαν ποδόσφαιρο με τα κρανία και έσπαγαν τα δόντια τους πέτοντας πέτρες. Σήμερα κανένας από αυτούς δεν ζει πια. Άλλος πνίγηκε στο ποταμό, άλλος σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του 80, άλλος πέθανε από ασθένεια.

Όσο για μένα, το δώρο εκείνου του καλοκαιριού ήταν το βρογχικό άσθμα. Μέχρι σήμερα παθαίνω κρίσης όταν νιώσω τη μυρωδιά μουχλαση από σύνθεσης. Την ίδια μυρωδιά που υπήρχε τότε μέσα στο δωμάτιό μου. Καλή η γιαγιά και η θεία και τώρα τι εννοείς ρε φίλε έμενες τώρα σε ένα δωμάτιο το οποίο από κάτω είχες ανίδες και ανοιχτούστα.

Μίλα μου για Gothic μετά συνέχεια ζωής και εμπειρία και γοστάρω τοματικές ιστορίες. Πω πω μπορείς να το φανταστείς Χριστέ μου Θα έμενα έξω δε Θα πήγαινα έξω Και θα προτιμούσα να κοιμάμαι στα Λιβάβια Έτσι καλοκαίρι Κλάιν Καλύτερα Κουνούπια Για παρέα Προσπαθώ σκληρά να αλλάξω το στερεότυπο Ότι οι Ρώσοι έχουμε πολύ dark ιστορίες Και πολύ τρομακτικές ιστορίες Αλλά από ό,τι βλέπετε Τα πράγματα είναι δύσκολα Οι επόμενες δύο ιστορίες είναι έτσι λίγο μικρούτσικες πιο μικρές από τις υπόλοιπες.

Η πρώτη έχει τίτλο «Το αγόρι στο δάσος». Ο παππούς μου μου διηγήθηκε την εξής ιστορία. Όταν ήταν μικρός και ζούσε σε ένα χωριό, οι γονείς του τον έστελναν κάθε μέρα στο κοντινό δάσος για να μαζεύει καυσόξυλα. Μία μέρα, καθώς είχε προχωρήσει πιο βαθιά από το συνηθισμένο μέσα στο δάσος, συνάντησε ένα άλλο αγόρι. Ήταν περίπου στην ίδια ηλικία με τον παππού μου.

Από εκείνη τη μέρα και μετά ο παππούς άρχισε να συναντά συχνά το αγόρι, σχεδόν πάντα στο ίδιο σημείο. Έγιναν μάλιστα φίλοι, όμως το αγόρι είχε κάτι το παράξενο. Δεν είπε ποτέ στον παππού μου πως τον έλεγαν, ούτε από που ερχόταν στο δάσος. Εμφανιζόταν πάντοτε ξαφνικά και εξαφανιζόταν το ίδιο ξαφνικά, μόλις ο παππούς γύριζε την πλάτη του.

Κάποια μέρα ο παππούς δεν βρήκε το αγόρι στο συνειδησμένο μέρος Δεν εμφανίστηκε ξανά παρόλο που μέχρι τότε συναντιόταν σχεδόν καθημερινά Πέρασαν μερικές μέρες και ο παππούς άρχισε να ανησυχεί για το που είχε χαθεί ο καινούργιος του φίλος Αποφάσισε λοιπόν να προχωρήσει λίγο βαθύτερα μέσα στο δάσος αναζητώντας τον Όμως αφού περπάτησα μόλις μερικές δεκάδες μέτρα Βρέθηκε μπροστά στο φράχτη Ενός εγκατηλειμμένου νεκροταφείου Δεν τόλμησε να προχωρήσει πιο πέρα Και δεν ξαναείδε ποτέ εκείνο το αγόρι Classic story Και το vibe μου θυμίζει λίγο Η γέφυρα για τραμπήθεια Το έχετε δει Λοιπόν αν δεν είστε έτοιμοι για ψυχολογική ζημιά Μην δείτε αυτή την ταινία Όσοι την έχετε δει καταλαβαίνετε για τα παιδικά ψυχολογικά τραύματα για τα οποία μιλάω Και ο άντρας μου δεν την έχει δει Οπότε θα του τη δείξω Η επόμενη μικρούτσικη ιστορία έχει τίτλο Ο αδύνατος άνθρωπος Σε εποχή του ο Ζέμπικ είναι όντως μια τρομακτική ιστορία αυτή Ξύπνεσα νωρίς ένα πρωινό Σαββάτου Μόλις η μέρα άρχισε να ξημερώνει

Ο φίλος μου στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μου δίπλα στο παράθυρο κοιτώντας πίσω από τις κουρτίνες. Γύρνα στο κρεβάτι θα κρυώσεις χασμουρίθηκα. Γύρισε αργά και με κοίταξε. Είναι εκεί είπε. Πάλι τα ίδια. Εδώ και μια εβδομάδα δοκιμάσαι ήσυχα. Όλο κάτι φαντάζεσαι. Με βλέπει. Δεν έχει μάτια. Αλλά ξέρει ότι με κοιτάζει.

Εμμιάζε έτοιμος να βάζει τα κλάματα. Ως εδώ. Αρκετά. Δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτό. Βετάχτηκα από το κρεβάτι και πλησιάσα γρήγορα προς το μέρος του. Τι έχεις πάθει, έχεις τρελάθει. Κοίτα, δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και τότε τον είδα. Ένα ψηλό άνθρωπο, χωρίς πρόσωπο, αφύσικα δύνατο, ντυμένο με γκρή κοστούμι.

Αυτόν που θεωρούσα δημιούργημα της φαντασίας ενός ανθρώπου εξαντλημένο από την αϊπνία. Στεκόταν ακριβώς κάτω από το παραθυρό μας, ακίνητος Απλώς στεκόταν εκεί και με κοιτούσε Θεέ μου, ψηθήρισε ο φίλος μου πίσω από την πλάτη μου Τώρα σε πρόσεξε και σένα Είναι story του Slenderman Είναι κλασικό creepypasta του ίντερνετ Δεν είναι αληθινή ιστορία Αλλά υπάρχει αληθινή ιστορία κορτσιαών Που μπήκαν τόσο πολύ βαθιά μέσα σε αυτή την ιστορία Που δολοφόνισαν τη φίλη τους Σαν θύμα για τον Slenderman και το έχω κάνει με ρεντερκόρνερ, υπάρχει αυτό το βίντεο στο κανάλι, να πάτε να το ψάξετε να το δείτε.

Καλό κουράγιο. Αλλά είναι από αυτές τις τρομακτικές ιστορίες που είναι ψέμα, αλλά είχε εξελιχθεί σε πραγματική αληθινή ιστορία που ήταν απέσια. Ο επόμενος τίτλος της ιστορίας είναι, απλώς λιτός και πέριτος, τον Οκτώβρη. Λέει λοιπόν, ήταν μια μουντή μέρα το Οκτώβρη. Έξω από το παράθυρα έπεφτε ασταμάτητα μια ψηλή ενοχλητική βροχή και στα γραφεία επικρατούσε τέτοιο σκοτάδι που τα φώτα ήταν αναμένα ήδη από το πρωί.

Οι εργαζόμενοι έμπαιναν ο ένας μετά τον άλλον στον όροφο, ανατριχιάζοντας από το κρύο, τυνάζοντας τις ομπρέλες τους και κατευθύνονταν οχελικά προς τα γραφεία τους. Η Σοφία μπήκε και εκείνη κατσουφιασμένη. Έβγαλε τον οπόμπου φαν της και αντί να ασχοληθεί αμέσως με τις επίγουσες δουλειές της όπως συνήθισε, κάθεσε στη θέση της και βυθίστηκε στο κινητό της, συνοφριωμένη.

Ήταν κοπέλα με πείσμα και δύσκολο χαρακτήρα, αλλά κατά βάθος πολύ καλή και μεγάλο ψυχή. Και δυνατή. Μεγάλωνε μόνη της την έφηβη κόρη της. Δεν την κακομάθαινε, αλλά φρόντιζε να μην στήριζε τίποτα σε σχέση με τα άλλα παιδιά της ηλικίας της. Η ίδια όμως δεν είχε σταθεί τυχερή στη ζωή. Δύσκολο για ένα παιδί να μεγαλώνει χωρίς πατέρα.

Ακόμα δυσκολότερο χωρίς μητέρα. Όμως ο Θεός της χάρισε μια γιαγιά που την αγαπούσε πολύ. Ήταν εργατική, δραστήρια γυναίκα με καλή και στοργική καρδιά. Με κόπο κατάφερε να δώσει στη Σόνια μόρφωση, να τη δίνει να παντρεύεται και αργότερα τη βοήθησε στα πρώτα βήματα της ανατροφής της δισεγγονής της για τη γέννηση της οποίας είχε τρελή χαρά.

Με λίγα λόγια προσπαθούσε να εξασφαλίσει στην εγγονή της μια φυσιολογική ζωή. Ύστερα όμως η γιαγιά πέθανε. Στο ήσυχο διαμέρισμά της έμενε μόνο η γνώριμη μυρωδιά των ρούχων της, των αφράτων γλυκών που έφτιαχνε και των γερανίων στο περβάζι. Έμειναν τα πλεκτάδια τελετά σιμεδάκια της, τα αποξηραμένα μανιτάρια και οι μυρμαλάδες μέσα στα φουσκωτά γυαλναβάζα.

Έμενε εκεί και η Σόνια με την κόρη της, έχοντας πλέον πάρει διαζύγιο. Όταν γνώρισα εγώ τη Σόνια, η γιαγιά της είχε φύγει από τη ζωή εδώ και αρκετά χρόνια. Εκείνη μιλούσε συχνά για αυτήν, όπως κάθε κόρη μιλάει για τη μητέρα της. Έτσι και εκείνο το πρωινό, όταν αργότερα άφησε το κινητό της, μας είπε κοιτάζοντας σκεφτική έξω από το παράθυρο, «Ερχόμαι με το λεωφορείο.

Ετοιμαζόμουν να κατέβω και είχα πιάσει τη χειρολαβή, όταν ένιωσα κάποιον να αγγίζει το χέρι μου. Γύρισα και είδα πίσω μου μία άγνωστη ηλικιωμένη γυναίκα, που επίσης ετοιμαζόταν να κατέβει. Ξαναγύρισα προς την πόρτα αλλά τότε ένιωσα μια τόσο γνώριμη μυρωδιά, τόσο οικία. Τη μυρωδιά της γιαγιάς μου. Γύρισα να την κοιτάξω ξανά και είδα πόσο πολύ έμοιαζε στη γιαγιά μου.

Ακόμα και το παλτό της ήταν ίδιο. Καφέ και φορούσε ένα αφράτο μαντήλι. Είδα στις κινήσεις της ακριβώς τη γιαγιά μου. Τη θυμήθηκα. Θυμήθηκα πως μύριζαν τα απαλά της χέρια και ξαφνικά με έπιασε μια απέραντη νοσταλγία. Η Σοφία συνέχισε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο και εμείς ανασταναζόντας λυπημένα προσπαθήσαμε να μην την ενοχλήσουμε.

Όλη η μέρα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά. Άρεσε να θυμάται παιδικές ιστορίες, άλλες τλιβερές όπως το πώς η γιαγιά της κατάφερε να της φτιάχνει ρούχα για το σχολείο από ότι υπήρχε διαθέσιμο και έπειτα διηγούταν κάτι αστείο και ξανάπευτη στη μελαγχολία. Κάποια στιγμή της είπα πως ίσως έπρεπε να κάνει ένα μνημόσυνο για τη γιαγιά της.

Η Σοφία όμως απάντησε «Πηγαίνω αρκετά συχνά στον τάφο της και δεν ξεχνώ ποτέ να ανάβω ένα καιρί στην εκκλησία». Πέρασε περίπου άλλη μισή ώρα και ξαφνικά η Σοφία χτύψε δυνατά το μέτωπό της με την παλάμη. «Κοριτσιά, 4 Οκτώβρη, σήμερα είναι η γενέθλα της γιαγιάς μου». Τότε πια και μας εκείνη η τυχαία συνάντηση στο λεωφορείο έπαψε να μας φαίνεται τυχαία.

Η Σοφία έμενε για λίγο αποσβολωμένη και ύστερα ξέσπασε σε κλάματα. Εγώ πλησίασα, της πρότεινα ένα φλιτζάνι τσάι και προσπάθησα να την παρηγορήσω. Της είπα, μα γιατί να στεναχωριέσαι σε μια τέτοια περίπτωση. Δεν είναι ευτυχία να νιώθεις ότι η ζωή των αγαπημένων μας δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά. Η γιαγιά σου δεν σου κρατά καμία κακία.

ξέρει πόσο πολύ την αγαπάς και εμείς τώρα όλες μαζί θα τη θυμηθούμε υπάρχει κάτι σε αυτό το ξέρεις στη θλίψη του να έχεις χάσει κάποιον άνθρωπο και ξαφνικά σε όταν περπατάς κάπου και έχει πολύ κόσμο και τέτοια να δεις κάποιον που του μοιάζει πάρα πολύ μου έχει τύχει πολλές φορές αυτό και πάντα σε σταματάει έτσι για λίγο και σκαλώνεις και κοιτάς λίγο παραπάνω αυτή δεν ήταν μια τρομακτική ιστορία αυτή ήταν πιο πολύ στενά χωρή ιστορία αλλά και όμορφη ταυτόχρονα, δεν ξέρω, νομίζω πως είναι ωραίο να θυμόμαστε τους δικούς μας και αυτή η σκέψη το ότι μας επισκέπτονται με αυτόν τον τρόπο μπορεί πάλι να μην είναι αλήθεια, αλλά σου ζεσταίνει λίγο την καρδιά.

Και εδώ θα πω μια σκέψη. Παλιά ήμουν πάρα πολύ ανάντια της θρησκείας, όχι απαραίτητα της θρησκείας, αλλά της ιδέας του να χρησιμοποιείς τη θρησκεία σαν πατερίτσα και σκεφτόμουν ότι πρέπει να πιστεύουμε σε κάτι που είναι αλήθεια. εν τέτοια και άλλα. Ρε παιδί μου πρέπει να ξέρουμε αν είναι αλήθεια και το τακέτο και μέχρι να μάθουμε αν είναι αλήθεια δεν υπάρχει λόγος να το πιστεύουμε και όσο έχω μεγαλώσει νομίζω έχω πάει προς το ακριβώς το δίστο άκρο το ότι το ότι ξέρεις κάτι δεν υπάρχει κανένας λόγος ούτε να κορυδεύεις ούτε να αρνείσαι σε κάποιον κάτι που τον κάνει να νιώθει καλύτερα δηλαδή κοιτάω τον νεαρό μου εαυτό και λέω πόσο μαλάκας ήμουν μερικοί παιδί, πόσο βλαμμένο παιδί, που δεν υπάρχει λόγος.

Άμα κάποιος χρειάζεται αυτή την πατερίτσα, άμα σε κάποιον κάνει τη ζωή πιο εύκολη και ο χαμός των δικώς μας ανθρώπων είναι τόσο, τόσο δύσκολος και είναι κάτι το οποίο δεν φεύγει ποτέ από δίπλα σου ουσιαστικά, απλά κάπως γίνεται κομμάτι της άβρας σου νομίζω και της ιστορίας σου και οι ιστορίες του σου γίνονται κομμάτι της άβρας σου, γιατί να μην πάρεις αυτή την πατερίτσα και αυτή την πίστη και αυτό άμα σου κάνει τη ζωή πιο εύκολη και άμα σου κάνει τη ζωή πιο όμορφη και άμα σε βοηθάει, εννοείται.

Η επόμενη ιστορία έχει τίτλο Το πνεύμα της Τάιγκα Αυτό συνέβη στο θείο μου που ζει στην Γιακουτία κατοικεί σε αγροτική περιοχή και εργάζεται ως δάσκαλος Μία φθινοπορνή μέρα αποφάσισε μαζί με ένα φίλο του να πάνε για κυνηγή πάπιας Διάλεξαν ένα απομακρυσμένο μέρος, περίπου 50 χιλιόμετρα από το χωριό. Αφού ολοκλήρωσε το μαθήμα του στο σχολείο, ξεκίνησε με τα πόδια μετά το μεσημέρι για τη λίμνη όπου είχαν δώσει ραντεβού.

Ο φθινοπρονός ουρανός σκοτεινιάζει και ψεχραίνει γρήγορα. Ο φίλος του δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Αργότερα αποδείχτηκε ότι τον κάλεσαν επηγόντως για δουλειά σε γειτονικό χωριό και αναγκάστηκε να φύγει χωρίς να προλάβει να ειδοποιήσει τον θείο μου. Απροφημένος από το κυνήγι, ο θείος μου δεν κατάλαβε πότε βράδιασε. Επιπλέον άρχισε να πέφτει ένα ψηλό βροχο.

Αποφάσισε να καταφύγει σε μια παλιά εγκατελειμμένη καλύβα που βρισκόταν στην άκρη του δάσους. Σκόπευε να περάσει εκεί τη νύχτα και να επιστρέψει το πρωί Άναψε φώτα στη σόμπα, έφαγε και μετά χώθηκε στον υπνόσακό του για να κοιμηθεί Ξαφνικά, χωρίς καμία προφανή αιτία, άρχισε να τον κυριεύει ένας έντονος φόβος Ξαπλωμένος μέσα στον υπνόσακο, δεν κατάλαβε ποτέ πώς αποκοιμήθηκε Ξύπνησε επειδή σταγόνες νερού έπεφταν στο πρόσωπό του και ο υπνόσακός του είχε μου σκέψει Άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι δεν βρισκόταν μέσα στην καλύβα, αλλά έξω, κάτω από τη βροχή.

Παγωμένος από το κρύο, έτρεξε πάλι μέσα. Καταλαβαίνοντας ότι κάποια σκοτεινή δύναμη του παίζει παιχνίδια, κατέβασε μονορούφι μισό μπουκάλι βότκα για θάρρος και εξάπλωσε ξανά, αφού πρώτα σφήνωσε ένα κούτσουρο πίσω από την σαθρή πόρτα της καλύβας. Και πάλι αποκοιμήθηκε αμέσως. Όταν συνήλθε, βρισκόταν ξανά έξω στη βροχή, μουσκέμα ως το κόκαλο.

Έβρισε, μπήκε πεισματικά μέσα στην καλύβα, άναψε ξανά φωτιά στη σόμπα, ήπιε και την υπόλοιπη βότκα, έβγαλε το μαχαίρι του και χώθηκε στο βραγμένο υπνόσακο. Αυτή τη φορά αποφάσισε να περιμένει το πνεύμα, προσποιούμενος ότι κοιμάται. Περίπου μισή ώρα αργότερα, στο αχνό φως από τα πυρακτομένα κάρβουνα, άρχισε να διακρίνεται σε μια σκοτεινή γωνία η μορφή μιας γυναίκας σχεδόν δύο μέτρων ύψους.

Φορούσε παλιά παραδοσιακή γιακωτική ενδυμασία. Τα μαλλιά της ήταν λιτά. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της δεν φαινόταν, όμως το φως των κάρβουνων διακρίνονταν μάτια που δεν έμοιαζαν ανθρώπινα και λαμπύριζαν με κετρινοποίη αποχρώση. Ο θείος μου, σχεδόν νεκρός από το φόβο, με τα μάτια μισόκλειστα, ήταν ξαπλωμένος Η γυναίκα πλησίασε, έπιασε τον τρόσακο και άρχισε να τον σέρνει προς την έξοδο Εκείνος παρέμεινε ακίνητος προσποιούμενος ότι κοιμάται Μόλις η μορφή εξαφανίστηκε, μάζεψε βιαστικά όλα τα πράγματα του και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι Παρά τη λάσπη και το βαθύ σκοτάδι της νύχτας Χρόνια αργότερα, ο θείος μου βρέθηκε ξανά σε εκείνη τη λίμνη και μπήκε στην ίδια καλύβα.

Στους ασυντρικούς τείχους είδε ίχνη από σκάλια κυνηγητικού όπλου. Προφανώς κάποτε επιτέθηκε και σε κάποιον άλλο κυνηγό αυτή η οντότητα. Και εκείνος αποφάσισε να μην τσιφερθεί με ευγένεια. Ολοκλήρωσε την ιστορία του ο θείος μου. Λοιπόν, η επόμενη ιστορία έχει τίτλο «Το νεκρό χωριό». Αυτό συνέβη όταν υπηρετούσα στις αερομεταφερόμενες δυνάμεις πέρυσι.

Η μονάδα βρισκόταν σε παραμεθόρια κλειστή περιοχή, γνωστή σε όλους μας από τις αμέτρηπτες πορείες και τους χάρτες που είχαμε μάθει απ' έξω. Ένα βράδυ, οι παλιοί σταρωτιώτες με έστειλαν σε ένα κοντινό χωριό να αγοράσω βότκα. Η απόσταση ήταν περίπου 10 χιλιόμετρα. Τίποτα τίποτα ιδιαίτερο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έτρεχα για τέτοιες αποστολές Έφτασα στο χωριό χωρίς πρόβλημα, αγόρωσα ό,τι χρειαζόταν και πήρα το δρόμο της οφειστροπής προς τη μονάδα με ελαφρύ τρέξιμο γιατί έκανε κρύο και πεινούσα Σαφνικά πρόσεξα ότι το τοπίο γύρω μου ήταν εντελώς άγνωστο Ένα αραιό δάσος απλώνταν μπροστά μου, ενώ σύμφωνα με τους χάρτες δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο στην περιοχή Επιπλέον, ήμουν βέβαιος ότι δεν είχα χάσει τον δρόμο μου.

Όσο προχωρούσα, τα πράγματα γινόντουσαν όλο και πιο παράξενα. Συνέησα να τρέχω, ψάχνοντας κάποιο μονοπάτι και τότε έπεσα πάνω σε μια ταφόπλακα. Μετά άλλη μια. Ύστερα τρίτη. Οι πέτρες ήταν παλιές, σκεπασμένες με βρύα. Από πού θα μπορούσε να έχει εμφανιστεί νεκροδοθείος εκείνο το σημείο. Πάνω από το κεφάλι μου έλαμπε μια ολόκληρη πανσέλινος. Τότε άρεσα πραγματικά να φοβάμαι. Το πουκάμισό μου μου σκέψε από τον ιδρώτα και κόλλησε πάνω στο σώμα μου. Και τότε βγήκα σε ένα χωριό. Ήταν μικρό, με έναν μονοδρόμο και εντελώς νικρό. Δεν φαινόταν ούτε ένα φως, δεν ακουγόταν ούτε γάβγες μασκείλου. Τίποτα. Απόλυτη σιωπή.

Μόλις το σκέφτηκα αυτό, άκουσα κάπου το χτύπημα ενός πατζουριού που ανοιγόκλινε και ένα αποκρουστικό τριγμό σαν κάποιος να είχε βγει βόλτα στους μικρούς δρόμους του χωριού. Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς έφυγα από εκεί. Πέταξα το βαρύ σε κηδιό μου και άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Με το ζόρι κατάφερα να επιστρέψω στη μονάδα.

Διηγήθηκα τα πάντα στους παλιούς στρατιώτες Και προς έκπληξή μου με πίστεψαν Και κυκλοφορούσαν ήδη φήμες για παρόμοια περιστατικά Βέβαια αυτό δεν τους εμπόδιζε να με τιμωρήσουν Επειδή δεν είχα αυθαρήτη γόντου Έχω πολλά να πω για στρατητικές ιστορίες τρόμου Αλλά θα πάμε απλά παρακάτω Δεν είναι τώρα η ώρα ούτε η στιγμή Λοιπόν η επόμενη Ιστορία έχει όνομα Η θάλασσα Ο Αντρέι δεν ξεχώριζε σε τίποτα ιδιαίτερα από τους περισσότερους ανθρώπους Σπούδαζε στο πανεπιστήμιο, αγαπούσε τη μουσική, είχε ευχάριστη εμφάνιση και βρισκόταν σε καλή φυσική κατάσταση Μια τέτοια περιγραφή θα μπορούσε να ταιριάσει σε πολλούς Υπήρχε όμως κάτι που δεν φαινόταν με την πρώτη ματιά και τον διαφοροποιούσε από τους υπόλοιπους Ήταν η αγάπη του για τη θάλασσα Φυσικά, πολλοί άνθρωποι αγαπούν τη θάλασσα. Πάρα πολύ.

Για ορισμένους γίνεται ένα απόσπαστο κομμάτι της ζωής τους. Ωστόσο, λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να την αγαπήσουν όσο βαθιά την αγαπούσε ο Αντρέι. Η θάλασσα ήταν γι' αυτόν ταυτόχρονα ο καλύτερος φίλος και ο σοφότερος δάσκαλος. Θαύμαζε τη σοφία της και την απεριόριστη δύναμή της, τη γαλήνη της, αλλά και την οργή της.

Για εκείνον δεν υπήρχε μαύρη θάλασσα ή κασπιά θάλασσα, ούτε μεσόγειος, ούτε οποιαδήποτε άλλη. Υπήρχε μόνο η θάλασσα. Βρισκόταν σε διάφορα μέρη, είχε διαφορετικά μεγέθη και μερικές φορές διαφορετική όψη, αλλά ήταν πάντα ίδια, η δική του θάλασσα. Μπορούσε να της μιλά σαν να ήταν ζωντανό πλάσμα και πάντα έπαιρνε απαντήσεις.

Ήταν ο καλύτερος συνομιλητής που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς και ο καλύτερος σύμβουλος Θα μπορούσε να πει κάποιος πως πίστευε ότι αν υπάρχουν ουρανοί Εκεί πάνω όλοι μιλούν μόνο για τη θάλασσα Κάθε χρόνο ταξίδευε στις ακτές και μάλιστα περισσότερες από μία φορές Με παρέα ή μόνος, με τρένο ή κάνοντας οτοστόπ Δεν είχε σημασία Σημασία είχε να φτάσει εκεί Δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι κάποτε θα παρέλειπε ένα διτσιοταξίδι.

Η θάλασσα τον περίμενε και εκείνος δεν μπορούσε να μην πάει. Ο ήλιος είχε χαθεί εδώ και ώρα πίσω από τον ορίζοντα και το σκοτάδι είχε απλωθεί πάνω στη γη, σβήνοντας και αθολώντας τα περιγράμματα του κόσμου. Τα βουνά στον ορίζοντα είχαν μετατραπεί σε αχνές σκιές. Τα δέντρα έμοιαζαν με έναν ενιαίο τείχο από σκοτάδι και ξεχώριζαν μόνο χάρη στην ψυχρή λάμψη των αστεριών.

Ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια. Κάλυπταν ολόκληρο το στερέωμα και αντανακλώνταν στα κύματα που έσκαγαν στην ακτή. Καθισμένος πάνω στους παραθαλάσσιους βράχους, παρατηρώντας τον νυχτορινό ουρανό και τη λάμψη των αστεριών, μίλωσε ξανά μαζί της. Ακούγε τη φωνή της μέσα στον ήχο των κυμάτων. Αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλον.

Αποχαιρετούσαν μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. Και κανείς δεν θα μπορούσε να τους διακόψει. Στη μικρή κατασκήνωση με τις σκηνές που βρισκόταν στην ακτή, επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Κανένας από τους ανθρώπους που βρισκόταν εκεί δεν θα μπορούσε πλέον να τη διαταράξει. Δεν είχε σπουδάσει άδικα στην ιατρική σχολή. Ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνεις έναν άνθρωπο ώστε να μην μπορεί να του στάθει εμπόδιο.

Ένιωθε κάπως άσχημα για αυτούς. Είχαν περάσει κάποιο διάστημα μαζί και εκείνος είχε απολαύσει τη συντροφιά τους. Ήταν ενδιαφέροντες άνθρωποι. Είχαν γελάσει μαζί. Είχαν περάσει όμορφα. Όμως τώρα που ο χειροτισμός πλησίαζε στο τέλος του και έπρεπε να προσφέρει στη θάλασσα ένα τελευταίο δώρο. Αφού είπε τα τελευταία του λόγια, σηκώθηκε όρθιος και χωρίς βιασύνη άρχισε να ανακληρώνει αυτό που είχε αποφασίσει.

Ένας-ένας οι άνθρωποι κατέληγαν στο νερό. Η θάλασσα γνώριζε ήδη πολλά για αυτούς από τις ιστορίες που τους είχε διηγηθεί. Ήθελε να τους γνωρίσει προσωπικά. Ήθελε να έχει κάποιον να τους μιλά όταν εκείνος θα έφευγε. Και ο Αντρέι εκπλήρωνε την επιθυμία της φίλης του. Καταλάβαινε πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα πέθαιναν Ανήκαν οι να βγουν από το νερό Το πρωί τα κύματα θα ξέβραζαν τα άψυχα σώματα τους στην ακτή Με τα πρόσωπά τους παραμορφωμένα Απ' τους τελευταίους σπασμούς του θανάτου Ήξερε ότι σύντομα οι εφημερίδες θα γέμιζαν με πρώτο σέλιδα Οι άνθρωποι θα συζητούσαν με τρόμο το γεγονός Αναρωτώμενοι πότε επιτέλους θα σταματήσουν αυτές οι αιτήσεις δολοφονίες Μέσα του ένιωθε πως αυτό που έκανε ήταν λάθος.

Ήταν καλοί άνθρωποι. Δεν τους άξιζε τέτοια μοίρα. Αλλά η θάλασσα, η θάλασσα ήταν σαν Θεός. Τα δέχεται όλα. Τα ακούει όλα. Τα καταλαβαίνει όλα. Και συγχωρεί τα πάντα. Έτσι για τις διακοπές σας, λίγο σπρίγκλ. Τι κάνετε, αρέσετε στη θάλασσα? Και διάβαζα και στη μέση της ιστορίας μου, που μπορεί να πηγαίνει αυτό. Που, τη θάλασσα, περιγράφει τις διακοπές ενός ανθρώπου που έχει ένα ελευθερίαυτισμό.

Ο τίτλος της επόμενης ιστορίας, επίσης, απλώς, «Η Φίλη». Όταν ήμουν παιδί, όπως και πολλοί άλλοι, πήγαινα σε κατασκηνώσεις πρωτοπόρων. Εκεί συνέβαιναν συχνά παράξενες ιστορίες. Αλλά μια συγκεκριμένη κατασκηνωτική περίοδος μας έμεινε αξέχαστη. Ήμουν τότε περίπου 11 χρονών και είχα πάει σε μια κατασκήνωση στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.

Όλα ήταν υπέροχα. Φίλοι, βόλτες, ομαδικές δραστηριότητες και φυσικά οι εγκρομές στη θάλασσα και το κολύμπι. Ο καιρός ήταν εξαιρετικός. Το νερό είχε ήδη ζεστάνει και πηγαίναμε στην παραλία δύο φορές τη μέρα. Το πρωί μετά το πρωινό και τα απόγευμα μετά την υποχρεωτική μεσημεριανή ξεκούραση. Αυτό που μας άρεσε περισσότερο ήταν φυσικά το κολύμπι.

Όμως, όλο γινόταν με αυστηρούς κανόνες. Κάθε ομάδα χωριζόταν σε δεκάδες παιδιών και αυτοί οι δεκάδες έμπαιναν στη θάλασσα μόνο με εντολή. Κολυμπούσαν υπό την επίβλεψη των ομαδραχών, οι οποίοι καθόντουσαν σε ειδικές υπερυψωμένες εξέδρες. Για κάθε ηλικιακή ομάδα, η εξέδρα βρισκόταν σε διαφορετική απόσταση από την ακτή. Όσο μεγαλύτερα τα παιδιά, τόσο πιο μακριά.

Δεν επιτρεπόταν να κολυμπήσει κανείς πέρα από αυτή. Μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όλοι έβγαιναν από το νερό για να μπει η επόμενη δεκάδα. Εμάς, τα γόρια, αυτοί οι κανόνες δεν μας άρεσαν ιδιαίτερα. Θέλαμε να κολυμπάμε περισσότερο και πιο βαθιά. Κάποια στιγμή αρχίσαμε να λέμε μεταξύ μας ότι θα ήταν ωραία να το σκάσουμε μια μέρα κατά τη διάρκεια της μεσημεριανής ανάπαυσης και να πάμε μόνοι μας στην παραλία για να απολαύσουμε τη θάλασσα χωρίς προορισμούς.

Και έτσι έγινε. Μια μέρα, μόλις τελείωσε ο έλεγχος των ομοδραχών, τέσσερις από εμάς βγήκαμε κρυφά από τον κοιτώνα και κατευθυνθήκαμε προς την παραλία. Στον δρόμο όμως συναντήσαμε κάποιους ανήλικες που όπως καταλάβαμε ήταν ομαδάρχες άλλης ομάδας. Τα συνηθισμένα. «Πού πάτε, από ποια ομάδα είστε, τι κάνετε εδώ» και μας έστειλαν πίσω.

Εγώ και ένας ακόμα φίλος αποφασίσαμε να επιστρέψουμε και να μην μπλέξουμε. Τα άλλα δύο αγόρια, αφού μας αποκάλυψαν δειλούς, συνέχισαν προς την παραλία. Επιστρέψαμε στον κοιτώνα. Τα άλλα δύο έπρεπε να γυρίσουν πριν τελειώσει η ώρα της ανάπαυσης Για να μην τους καταλάβουν Αλλά κοιμόντουσαν σε άλλο δωμάτιο και δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις κινήσεις τους Τελικά επέστρεψε μόνο ο ένας Ο φίλος του άρχισε να πνίγεται Δεν κατάφερα να τον βοηθήσει Πανικοβλήθηκε Και αντί να τρέξει για βοήθεια γύρισε στην κατασκήνωση Και προσπάθησε να κάνει πως δεν είχε συμβεί τίποτα Τελικά τα αποκάλυψα όλα, αλλά ήταν ήδη αργά.

Το αγόρι δεν σώθηκε. Οι μεγαλύτεροι έλεγαν ότι, αν αντί να τρέξει πίσω στην κατασκήνωση, είχε έστω προσπαθήσει να φωνάξει τους ναυαγοσώστες από τον πύργο διάσωσης που υπήρχε στην παραλία, ίσως ότι η τραγωδία να είχε αποφθοθεί. Αλλά ήταν παιδί. Τα χάσε. Στη συνέχεια πάρθηκαν μέτρα. Οι κανονισμοί έγιναν αυστηρότεροι και δόθηκαν νέες προειδοποιήσεις.

Η ζωή συνέχισε την πορεία της. Ήταν όμως τρομακτικό να βλέπεις το αγόρι που είχε επιζήσει. Από ζωηρό και χαρούμενο παιδί μετατράπηκε σε μια χλωμή σκιά του εαυτού του. Μας έλεγε ότι τον βασάνιζαν οι φιάλτες. Ότι έβλεπε στον ύπνο του τον φίλο του που είχε πνιγεί. Φυσικά και οι δικές μας διακοπές είχαν πλέον σκοτεινιάσει.

Περιμέναμε όλοι με ανυπομονησία να τελειώσει η κατασκηνική περίοδος και να γυρίσουμε σπίτια μας Και τότε ρυθεί η τελευταία νύχτα Όσοι έχουν πάει κατασκήνωση γνωρίζουν ότι την τελευταία νύχτα οι ομαδάρχες χαλαρώνουν λίγο τους ελέγχους και τα παιδιά κάνουν διάφορες αθώες σκανδαλιές Σκαρφαλώνουν από το παράθυρα στα δωμάτια των φίλων τους, τρομάζουν έναν στον άλλον, αλήφουν οδοντόγκραμα στα πρόσωπα όσων κοιμούνται Έτσι και εκείνη η νύχτα κύλησε μέσα στην φασαρία και αναστάτωση.

Το επόμενο πρωί όμως δεν κατάφεραν να ξυπνήσουν εκείνο το αγόρι. Εμάς τα παιδιά φυσικά δεν μας είπαν λεπτομέρειες. Κυκλοφορούσαν όμως φήμας. Έλεγαν ότι το κρεβάτι του ήταν βραγμένο και ότι στους πνεύμονες του υπήρχε νερό. Σαν να είχε πνιγεί. Οι κατασκηνώσεις είναι από τα πιο φαν πράγματα της παιδικής ηλικίας, αλλά σαν παιδάκι δεν καταλαβαίνεις πόσο επικίνδυνο ο κόνσεπτ είναι και πόσο γρήγορα μπορεί να γίνει μια βλακεία και το τρομακτικό με αυτή την ιστορία είναι ότι είναι ναι τρομακτική ιστορία αλλά κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αλήθεια και όντως τα ίδια πράγματα συμβαίνουν.

Ακραίο βέβαια να γυρίσουν όλοι και να πούνε ε άμα είχε τρέξει και άμα είχε μιλήσει με τους τέτοιους θα είχε σωθεί το παιδί. είναι παιδί. Δηλαδή σε καμία περίπτωση σε αυτή την φάση δεν κάνεις το παιδί να νιώθει άσχημα. Σε κατασκηνώσεις οι άνθρωποι που έχουν ευθύνη για τα παιδιά είναι οι ομαδάρχες. Ναι, οκ, μαλακίες συμβαίνουν και γι' αυτό πρέπει να έχεις πολύ καλή επαφή με τα παιδιά με τα οποία είσαι ομαδάρχη στον οποίο είσαι για να καταλαβαίνουν την ευθύνη και να υπάρχει ξέσαι επικοινωνία αλλά τι εννοείς σηκωθήκαμε και φύγαμε στο μεσημεριγενό ύπνο και πήγαμε προς την παραλία και μας συνάντησαν ομαδάρχοι στον δρόμο και δύο συνέχισαν και δεν γίνεται αυτό.

Σε αυτή την περίπτωση πιάνεις τα παιδιά και τα πας στο κρεβάτι και το λες στον ομαδάρχη και λες μπρο ξύπνα έχεις δύο βλαμμένα τα κοιτάς. Κάθεστε και κοιτιέστε μεταξύ σας. Συνέχεια. Λοιπόν, ο τίτλος της επόμενης ιστορίας η γριά του δάσους. Νιώθω λίγο άσχημα που το λένε γριά. Η ηλικιωμένη γυναίκα του δάσους. Στα παλιά παραμύθια και τους θρύλους συχνά γίνεται λόγος για πνεύματα που κατοικούν στα δάση. Φυσικά τις περισσότερες φορές πρόκειται για φαντασίες. Όμως σε κάθε παραμύθι κρύβεται και ένας κόκκος αλήθειας.

Δύο κάτοικοι ενός χωριού που λεγόταν Ζαμπαλότσια το διαπίστωσαν διαπίστωσαν με τον πιο παράξενο τρόπο. Ζαμπαλότσια. Όσο ξέρω, ρωτήκα τώρα καταλαβαίνω. Σκέψου να μένεις. Πού μένεις. Ζαμπαλότσια. Είναι και καλά... Πώς λέγεται στα ελληνικά αυτό. Είναι βάλτος. Το όνομα του χωριού είναι πίσω από το βάλτο. Κάπου στο δυό λεπτή μάνα από το βάλτο.

Τύπου. Τέλος πάντων. Κοντά στο χωριό υπήρχε ένα ερημικό μέρος που ονομαζόταν Αμσάρα. Αμσάρα ήταν μια στενή λωρίδα δάσους που ένωνε δύο μεγάλες δασικές εκτάσεις. Στην περιοχή υπήρχαν ελάιστα χωριά και οι αποστάσεις μεταξύ τους ήταν τεράστιες. Παντού απλώνταν πυκνά παρθένα δάση. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ δύο φίλοι ταξίδευαν από εκεί με ένα ερπιστριοφόρο τρακτέρ.

Είχαν σχεδόν φτάσει στον προορισμό τους. Απέμεινε μόνο να περάσουν την Αμσάρα. Η ώρα ήταν δύο μετά τα μισάνυχτα. Και δεν υπήρχε λόγος να φοβούνται. Οι άντρες πέρασαν χωρίς πρόβλημα το ξέφωτο που διέσχιζε την αμσάρα. Τότε άκουσαν μια χαμηλή φωνή. Παρά τον θόρυβο του κινητήρα, η φωνή ακούστηκε πεντακάθαρα. Κάποιος ζητούσε να τον πάρουν μαζί τους.

Κοιτάζοντας γύρω, είδαν μια ηλικιωμένη γυναίκα να στέκεται περίπου 20 μέτρα μακριά από το τρακτέρ. Ήταν ντυμένη πολύ ελαφριά για τον καιρό. Φορούσε μόνο ένα μακρύ λευκό φόρεμα. Δεν διέκριναν ούτε μαλλιά στο κεφάλι της, ούτε κάποιο κάλυμα. Όμως τίποτα από αυτά δεν τους εντυπωσίαζε, όσο τα μάτια της. Ήταν τεράστια και έλαμπαν με ένα έντονο πράσινο φως.

Πριν προλάβουν καν να αντιδράσουν, η γριά πετάχτηκε προς τον κινούμενο τρακτέρ, άρπαξε το χερούλι της πόρτας και αμέσως οι προβολείς έσβησαν. Άνοιξε ελαφριά την πόρτα της καμπίνας και κοίταξε μέσα Εκείνη τη στιγμή οι δύο άντρες είδαν το πρόσωπό της Ήταν ολόμαυρο, είχε μια γαμψή, σχεδόν αρπακτική μύτη Τους κυρίευσε τρόμος Άρπαξαν την πόρτα και προσπάθησαν να την κλείσουν Αλλά η γριά αποδείχτηκε απίστευτα δυνατή Τελικά, ο ένας κατάφερε να σφινώσει έναν λωστό στη λαβή Και χρησιμοποιώντας τον σαν μοχλό κατάφεραν σιγά σιγά να τραβήξουν την πόρτα προς το μέρος τους και να ασφαλίσουν την κλειδαριά.

Ούτε αυτό όμως τη σταμάτησε. Συνέχισε να προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα ενώ δεν έπαιρνε στιγμή τα μάτια της από πάνω τους. Τα τεράστια πράσινα μάτια της έμειναν ορθάνυχτα χωρίς να ανοιγοκλίνουν ποτέ. Στο μεταξύ το τρακτέρ πλησίαζε όλο και περισσότερο στο χωριό. Και τότε, μέσα σε μια στιγμή, η γριά απλώς εξαφανίστηκε. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ εκεί.

Η μπάμπα Γιαγκά σηκώνει βάρη, όχι μαλακίες. Θα έβγαζε νόημα βέβαια, εντάξει, προφανώς δεν την περιμένεις να είναι αδύναμη, άμα παλεύει με ήρωες της, ξέρεις, στα παραμύθια. Αλλά ποτέ δεν την είχα σκεφτεί ότι σηκώνει, ξέρω εγώ, τύπου 100 κιλά. Οι τελευταίες δύο ιστορίες έχουν έτσι ένα έξτρα ουμφ κατά την άποψή μου γιατί χτυπάνε σε δύο φόβους μου. Πρώτος, creepy παιδιά. Δεύτερος, ascenseur. Πρώτα-τελευταία ιστορία και ο τίτλος είναι Αυτό δεν ήταν ο γιος μου.

Αυτό συνέβη πριν από λίγες μέρες. προς το προσκέφαλο και συνέχισα να κλαψορίζει. Προσπάθησα να κουνήσω τα πόδια μου, να το διώξω, αλλά δεν μπορούσα. Είχε πέσει πάνω μου με όλο του το βάρος και δεν με άφηνε να κινηθώ. Έκρυψα το πρόσωπό μου στο μαξιλάρι και άρχισα να προσπαθώ να θυμηθώ προσευχές. Θυμόμουν μόνο «πάτερ ημών» και μετά τίποτα.

Και νο. Δεν μπορούσα να θυμηθώ ούτε μια λέξη παρακάτω. Και εκείνο πλησίαζε όλο και περισσότερο το πρόσωπό μου. Προσευχή. Έχει, δεν ξέρω, θα είσαι γρήγορη να καταλήξεις, να έχω μια τεράστια προσευχή εκτυπωμένη κάπου στο τοίχο, εάν μπορώ να τη βλέπω παντού. Πω πω, σκέψου πόσο συχνά αυτό συμβαίνει, λόγω όντως αϊπνίας ας πούμε, οι μαμάδες που ξέρεις, οι ορμόνες, η αϊπνία, η κατάθλιψη, όλο αυτό, πόσο συχνά περίεργα αισθήματα, παριστήσεις και τέτοια γίνονται σε μαμάδες και ειδικά γυναίκες που γεννάνε και δεν έχουν μετά κάποιο δις βοήθεια, κάποιο δις στήριξη και δεν ξέρεις τι σου συμβαίνει και σε ένα μικράκι να το προσέξεις να το... δεν θέλω καν να το σκεφτώ.

Πάμε λοιπόν στην τελευταία ιστορία η οποία έχει τίτλο Οι γείτονες έλεγαν μη χρησιμοποιείς αυτό το ασανσέρ. Λοιπόν, έχω μιλήσει για το φόβο μου για τα σανσέρ πάρα πολλές φορές Δεν συμπαθώ τα σανσέρ σε οποιαδήποτε μορφή τους Είναι ένας φόβος ο οποίος είναι ψηλό παράλογος Είναι και δεν είναι παράλογος Γιατί ο παππούς μου όλη μου τη ζωή δούλευε ως μηχανικός σαν σανσέρ Και όλοι πάντα με κοροϊδεύαν Ότι γιατί φοβάσαι τα σανσέρ και θέλεις να σώσεις τους παππούς και καλά Εσύ πρέπει να είσαι η τελευταία που φοβάται τα σανσέρ αλλά από πούς κάθε βράδυ έρχονταν σπίτι και έλεγε τι είδε σήμερα στα ασανσέρ και τι μπορεί να συμβεί και τι και πώς και μπλα μπλα μπλα και επίσης εκεί που μεγάλωσα, εκεί που ήμουνα, είχαμε τα παλιά τα καλά τα σοβιετικά τα ασανσέρ που αποκεφαλίζει σε τρία δευτερόλεπτα αυτό το πράγμα.

Δεν υπάρχει, είναι ένα μέρος στο οποίο η φυσική εξέλιξη και το φυσικό, όπως λέγεται, άμεσα ζωζε ρε παιδί μου πεθαίνεις. Και τα σανσέρ είναι ένα εργαλείο της φύσης εκεί να γίνει αυτό το πράγμα. Οπότε τα σανσέρ τα σέβομαι από μακριά και συγκεκριμένα οι πεπούδες μου μέναν στον πέμπτο όροφο και μπορώ να σας πω 100% ότι για κάθε καλοκαίρι που πήγαινα εκεί και κάθε χρόνο που ζούσα εκεί έπαιρνα πάντα τα σκαλιά.

Το οποίο ήταν equally τρομακτικό γιατί δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις στα σκαλιά από τον πρώτο όροφο μέχρι τον πέμπτο όροφο γιατί πάρα πολύ συχνά υπήρχαν άστεγοι, υπήρχαν μεθύστακες, υπήρχε το ένα υπήρχε το άλλο. Αλλά πάντα απλά ξεκινούσα από τον πρώτο όροφο και έτρεχα σφαίρα μέχρι τον πέμπτο σε αυτά τα σκαλιά. Ίσως γι' αυτό είχα το σκάλο μεταβολισμός το παιδάκι.

Τέλος πάντων, λοιπόν, ο τίτλος είναι «Οι γείτονες έλεγαν μη χρησιμοποιήσει αυτό το σανσέρ». Γιατί τους ρώτησαν. Αυτό μερικές φορές πηγαίνει κάπου αλλού, μου απαντούσαν. Δεν εξήγησαν τίποτα περισσότερο. Γέλασα. Ένα σανσέρ είναι, τι μπορεί να συμβαίνει. Όμως εχθές έμεινα μέχρι αργά στη δουλειά και γύρισα σπίτι αργά το βράδυ.

Τα δύο κανονικά σανσέρ ήταν εκτός λειτουργίας για επισκευές. Είχε απομείνει μόνο το τρίτο. Πάτησα το κουμπί. Οι πόρτες άνοιξαν με ένα τρίξιμο. Μέσα μύριζε σκόνη και κάτι μπαγιάτικο, σαν να μην είχε ανοίξει ποτέ κανείς τις πόρτες για χρόνια. Μπήκα μέσα. Το ασανσέρ ξεκίνησε να ανεβαίνει. Όταν όμως η ένδειξη έπρεπε να δείξει τον πέμπτο όροφο, το φωτάκι ξαφνικά έσβησε. Η καμπίνα σταμάτησε. Σκοτάδι. Ψιλάβησε το κουμπί εκτακτής κλίσης. Δεν λειτουργού Οδός ορόφος. Σταμάτα!

Χτύπησα το κουμπί ανοίγματος της πόρτας. Το ασανσέρ δεν σταμάτησε. Ένατος ορόφος. Δέκατος ορόφος. Η πολυκατοικία είχε μόνο οχτώ ορόφους. Η αναπνοή μου έγινε κοφτή. Όρμησα προς τις πόρτες, αλλά δεν άνοιγαν με τίποτα. Το ασανσέρ συνέχισε να ανεβαίνει. Δέκατος πέμπτος. Δέκατος έκτος. Τότε άκουσα έναν χτύπο. Απαλό. Από πάνω.

σαν κάποιος να χτυπούσε προσεκτικά το ταβάνι της καμπίνας. Πάγωσα. Ο χτύπος ακούστηκε ξανά. Και μετά, κάτι άρχισε να κατεβαίνει αργά κατά μήκος των σειραματόσχυνων. Ξαφνικά το ασανσέρ τυνάχτηκε και άρχισε να κατεβαίνει με τρομακτική ταχύτητα. Οι όροφοι περνούσαν μπροστά από την ένδειξη με αντίστοιχη σειρά. Δέκατος, έβδομος, τέταρτος.

Οι πόρτες άνοιξαν απότομα στο εισόγειο. Είναι ήδη ανοιχτό, σαν κάποιος μόλις να βγει και από μέσα ή σαν να περιμένει να μπω εγώ. Έτσι είναι τα σανσέρ, εγώ σας το λέω, είναι ύπουλα πλάσματα τα οποία έχουν δική τους θέληση και άπαξ και είσαι εκεί μέσα. τώρα που το σκέφτομαι λέτε να είμαι κλειστοφοβική δεν είχα σκεφτεί ποτέ τον εαυτό μου ως κλειστοφοβικό άνθρωπο αλλά λοιπόν κάτι στην ιδέα το ότι είναι ένας κλειστός χώρος το οποίο οι πόρτες ανοίγουν πάρα πολύ δύσκολα και είναι στον αέρα και έχει δικό του μυαλό και πηγαίνει πάνω κάτω όπως θέλει δεν μ' αρέσει αυτό δεν εμπιστεύομαι τους ανθρώπους, δεν εμπιστεύομαι τις μηχανές δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Τα δυο μου πόδια εμπιστεύομαι. Ωραία.

Και αυτό. Ελπίζω το συγκεκριμένο να σας άρεσε. Ελπίζω να περάσετε καλά. Ελπίζω να σας διαπέρασε ένα μικρό ρίγος και να νιώσατε λίγο τρόμο μέσα στο καλοκαίρι σας. Ελπίζω να περνάτε καλά. Είτε είστε κάπου creepy, είτε είστε στη θάλασσα, creepy και η θάλασσα, όπως είδαμε πολύ καλά στο σημερινό επεισόδιο. Όπως πάντα σας ευχαριστώ πάρα πολύ που επιλέξατε να περάσουμε αυτή την ώρα μαζί Ελπίζω να είστε πάρα πολύ καλά Σας φιλώ πολύ γλυκά στα μούτρα Και θα τα πούμε οπουδήποτε αλλού θέλετε να τα πούμε την επόμενη φορά στο ίντερνετ Ωραία!

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00